Συρρίκνωση ή αποχώρηση, η λύση για πολλές πολυεθνικές στην Ελλάδα

49

Μπορεί ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, για τους δικούς του λόγους, να επιδιώκει να παρουσιάσει μια θετική εικόνα, μπορεί να βλέπει γύρω του «γελαστά πρόσωπα», όπως είπε, όμως η αλήθεια στην πραγματική οικονομία, στην αγορά, είναι πολύ διαφορετική.

Οι επενδύσεις λείπουν και όταν αυτές προωθούνται αφορούν κυρίως κερδοσκοπικά κεφάλαια και όχι την προσέλκυση βιομηχανιών. Η απασχόληση ποιότητας με μισθούς βιωσιμότητας υποχωρεί, ενώ τελευταίο κρούσμα είναι η αφόρητη πίεση που δέχονται μεγάλες πολυεθνικές οι οποίες τίμησαν τη χώρα μας με τις επενδύσεις τους τα προηγούμενα χρόνια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα είτε τη συρρίκνωση της εν Ελλάδι παρουσίας τους, είτε ακόμα και σχεδίων αποχώρησης.

Είναι αλήθεια ότι ήδη από το 2015 και την περίοδο της «υπερήφανης διαπραγμάτευσης» Τσίπρα – Βαρουφάκη πολλές πολυεθνικές αποφάσισαν να «μαζευτούν», καθώς το country risk αυξανόταν. Ακόμα κι όταν η κατάσταση ομαλοποιήθηκε με την ψήφιση του τρίτου μνημονίου, λίγες πολυεθνικές βιάστηκαν να συμμετάσχουν στο «πάρτυ»: η χώρα μας βρισκόταν υπό την ασταθή ηγεσία μιας κυβέρνησης που παλινωδούσε μεταξύ ιδεοληψιών για τις επενδύσεις και πραγματικότητας, ενώ η υλοποίηση giga projects, όπως αυτά του Ελληνικού και της πώλησης της ΔΕΗ και του ΔΕΣΦΑ, αργοπορούσαν. Και ενώ ο κ. Τσίπρας ομολόγησε ότι το 2015 «έκανα λάθη», η συνέχισή τους προκαλεί νέα προβλήματα. Οσο κι αν φιλοτεχνείται, λοιπόν, μια εικόνα success story και αλλαγής σελίδας στην οικονομία, οι μεγάλοι διεθνείς όμιλοι ζουν μια διαφορετική πραγματικότητα.

Μόλις πριν από λίγες ημέρες ανακοινώθηκε η παραίτηση της διευθύνουσας συμβούλου της ΕΛΑΪΣ-Unilever Ηρώς Αθανασίου. Η αποχώρησή της ήταν αποτέλεσμα των εξελίξεων στη μεγάλη πολυεθνική και της κρίσης την οποία η εταιρεία βιώνει στη χώρα μας. Μια κρίση πολλαπλή που έχει να κάνει με την κάμψη σε μια σειρά από προϊόντα και εκφράστηκε με μείωση κατά 60% στα κέρδη της, καθώς και με απώλειες 6,18% σε τζίρους το 2015. Η εικόνα για το 2016 είναι επίσης δύσκολη, αν κρίνουμε μάλιστα και από τη φάση εσωστρέφειας στην οποία εισήλθε λόγω της προδιαγεγραμμένης πορείας πώλησης των κλάδων ελαίων, μαργαρινών και λιπών της σε ξένη εταιρεία. Ηδη από το 2015 η διεθνής εταιρεία επιδίωξε να κάνει εξαγωγές στο ελληνικό ελαιόλαδο με κρίσιμη αγορά τις ΗΠΑ, όμως η εικόνα καταστροφής που υπήρχε για τη χώρα δεν βοήθησε.

Δεν είναι όμως μόνο αυτή η βιομηχανία που διακινεί προϊόντα καταναλωτικά και έχει προβλήματα. Η γνωστή σε όλους Johnson & Johnson δεν βιώνει το success story που η κυβέρνηση επιδιώκει να παρουσιάσει. Η κρίση του 2015 τη χτύπησε και αυτή δυνατά, με αποτέλεσμα στα οικονομικά της μεγέθη για τη συγκεκριμένη χρονιά να παρουσιάσει μείωση τζίρων κατά 10,67% και κάμψη στα κέρδη, τα οποία κινούνται στις 494.000 ευρώ (-66,55%). Η εταιρεία έχει έρθει σε δύσκολη θέση, με αποτέλεσμα να έχουν προκύψει και εργασιακά ζητήματα. Προ ολίγου καιρού μάλιστα η διοίκηση δεσμεύτηκε στους εργαζομένους για τη διατήρηση των συμβάσεων αορίστου χρόνου λόγω φόβων που υπήρξαν. Η νέα σύμβαση προβλέπει ότι η εταιρεία θα εξακολουθήσει να απασχολεί το σύνολο του προσωπικού που ήδη έχει συμβάσεις αορίστου χρόνου χωρίς να μεταβάλλει βλαπτικά τις εν λόγω σχέσεις εργασίας.

Ακόμη, προβλέπεται ότι το υπάρχον προσωπικό θα καλύψει τις επιχειρηματικές ανάγκες της εταιρείας χωρίς καμία πρόσθετη αμοιβή ή προσαύξηση.

Επίσης, μία από τις επιχειρήσεις που απασχόλησαν πάρα πολύ τα τελευταία χρόνια είναι η Siemens. Πρωταγωνιστώντας στο μεγάλο πολιτικοοικονομικό σκάνδαλο η πολυεθνική, αντί να επενδύσει στη χώρα μας 200 εκατ. ευρώ, όπως προέκυπτε από τη συμφωνία της με την ελληνική κυβέρνηση (η γνωστή συμφωνία Στουρνάρα – Γερμανών την περίοδο κυβέρνησης Αντώνη Σαμαρά), τελικά στα χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝ.ΕΛ. αποεπενδύει και μεταφέρει δραστηριότητές της στην Ιταλία. Μάλιστα η εταιρεία, για την τήρηση της συμφωνίας της οποίας η νυν κυβέρνηση ουδέν έχει πράξει, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος, λόγω της φυγής της από τη χώρα μας, να παρασύρει στο διάβα της και άλλες ντόπιες εταιρείες. Σε κάθε περίπτωση, η γερμανική εταιρεία πρόσφατα πήρε και νέες κρατικές δουλειές αν και σταθερά αποεπενδύει (στον τομέα της Υγείας).

Αλλαγή διοίκησης υπήρξε πρόσφατα και στην εταιρεία Mondelez Ελλάς με αποχώρηση του Λευτέρη Χαλουλάκου για νέο πόστο και έλευση του Ιταλού Φεντερίκο Μπαρντέλι, ο οποίος διαθέτει εμπειρία από χώρες ευρισκόμενες σε κρίση. Η εταιρεία λόγω της κρίσης έχει παρουσιάσει σημαντική κάμψη με διψήφια ποσοστά και ψάχνει νέο περιβάλλον. Σαφώς και η ευθύνη της πτώσης δεν βαρύνει πρόσωπα, αλλά την πολυεπίπεδη κρίση στην οποία έχει εισέλθει η χώρα και στο κραχ που οδήγησε σε μεγάλη κάμψη της κατανάλωσης σε όλα τα επίπεδα. Πολυεθνικές όπως η Philips Ελλάδα και η Adidas Hellas έχουν δύσκολο βηματισμό στην Ελλάδα: όσον αφορά την πρώτη, ο κλάδος του φωτισμού έχει υποχωρήσει ως απόρροια των αρνητικών προοπτικών του συναφούς κλάδου των κατασκευών, ενώ, όσον αφορά τη δεύτερη, κλάδος της αθλητικής ένδυσης και υπόδησης έχει υποστεί πτώση από το 2015. Μάλιστα τότε η Adidas είδε τους τζίρους της μειωμένους κατά 22,39%, στα 72 εκατ. ευρώ, και τα κέρδη της επίσης μειωμένα κατά 65,75%, στα 1,8 εκατ. ευρώ. Παρά τη φημολογία περί αποχώρησής της επιλέγει να μείνει στη χώρα, ωστόσο οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει είναι σημαντικές, καθώς η Ελλάδα δεν δείχνει τα επιθυμητά σημάδια ανάκαμψης σε κλάδους που θεωρούνται πλέον ακόμη και πολυτέλεια όπως η υπόδηση. Η εταιρεία, αν και στους προηγούμενους ισολογισμούς και όλα τα ΦΕΚ παρουσίαζε τον νυν oικονομικό της διευθυντή Βασίλη Ξεσφίγγη ως διευθύνοντα, εσχάτως έχει προχωρήσει σε κινήσεις αναβάθμισης της ελληνικής θυγατρικής υπό τον κ. Κρίστιαν Στεγκμάγερ, πρώην Vice President Business Development Western Europe, επιδιώκοντας να βοηθήσει στην ανάκαμψη της αγοράς της Ελλάδας. Εντός του 2016 το δίκτυο καταστημάτων της Adidas στην Ελλάδα (μέσω franchisee και ιδιόκτητων καταστημάτων) σημείωσε αύξηση, με νέα καταστήματα να ανοίγουν, μεταξύ άλλων, σε Νέα Ερυθραία, Περιστέρι, «River West», Ρόδο, ενώ άλλα θα εγκαινιαστούν εντός του 2017, χωρίς όμως να υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά στον αριθμό και τις περιοχές.

Ολόκληροι κλάδοι σε πρόβλημα

Η H&M με τη δική της σειρά έχει κατορθώσει να παρουσιάσει μεν μια εικόνα σταθερότητας στην Ελλάδα εν συγκρίσει με τον ανταγωνισμό, όμως οι κινήσεις αναδιάρθρωσης δεν έχουν λείψει ως αποτέλεσμα της δύσκολης συγκυρίας. Η εταιρεία πρόσφατα έκλεισε μεγάλο κατάστημά της στη Λάρισα, αν και επέλεξε να παρουσιάσει αυτή την ενέργεια ως άνοιγμα άλλου. Στην Ελλάδα παρουσιάζει σαφώς θετικά οικονομικά αποτελέσματα, αλλά αντιμετώπισε κάμψη των κερδών προ φόρων κοντά στο 10%.

Η Boehringer Ingelheim, στον χώρο των φαρμακευτικών προϊόντων, είναι από τις επιχειρήσεις του κλάδου που μετράει προβλήματα λόγω της κρίσης στη φαρμακευτική δαπάνη των τελευταίων ετών. Δεν είναι τυχαία η αύξηση κατά 124,77%, στα 3 εκατ. ευρώ, των ζημιών της. Μεγάλη πτώση τζίρων είχε και η πολυεθνική Sanofi Aventis (10,13%), αλλά και μια σειρά άλλων επιχειρήσεων της εν λόγω αγοράς. Ολα δείχνουν ότι το 2017 θα είναι μια εξίσου κακή χρονιά για τον κλάδο.

Ωστόσο και άλλοι κλάδοι, όπως αυτός του αυτοκινήτου όπου δραστηριοποιούνται μεγάλες θυγατρικές ευρωπαϊκών και διεθνών κολοσσών, των ελαστικών, των καπνικών προϊόντων (το τσιγάρο πλήττεται από την υπερφορολόγηση), των ποτών αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα, τα οποία κυρίως άπτονται της υπερβολικής φορολόγησης και της αντιεπενδυτικής αντιμετώπισης εκ μέρους της κυβέρνησης. Μπορεί σε μια σειρά επενδύσεων, όπως οι αποκρατικοποιήσεις των αεροδρομίων η κυβέρνηση αναγκαστικά, λόγω και των πιέσεων εκ μέρους των δανειστών, να έδειξε διάθεση να ξεπεράσει τις αγκυλώσεις της, όμως σε επίπεδο υπόλοιπης οικονομικής δραστηριότητας τα πράγματα δεν είναι καθόλου καλά. Αυτό που βλέπουν οι Ελληνες και ξένοι μάνατζερ είναι μη πραγματική απροθυμία εκ μέρους της κυβέρνησης και των αρμόδιων υπουργών να τους δεχτούν και να συζητήσουν τα προβλήματά τους. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι κανένας υπουργός δεν ανακοινώνει επίσημες επαφές με την αγορά, ενώ και ο ίδιος ο πρωθυπουργός σπάνια δέχεται επενδυτές στο Μέγαρο Μαξίμου, προφανώς για λόγους πολιτικούς και καθαρά ιδεολογικούς.

ΠΗΓΗnewmoney.gr
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ