Το Δουβλίνο χάνει έδαφος στον αγώνα προσέλκυσης τραπεζών από το Λονδίνο

47

Το Δουβλίνο, μία από τις υποψήφιες ευρωπαϊκές πόλεις για να αντικαταστήσει το Σίτι του Λονδίνου στη μετά Brexit εποχή, φαίνεται ότι δεν ανταποκρίνεται στις αρχικές προσδοκίες. Στο στόχαστρο βρίσκεται η Κεντρική Τράπεζα της Ιρλανδίας, που δέχεται έντονη κριτική από τον πολιτικό και χρηματοοικονομικό κόσμο της χώρας, διότι δεν καταβάλλει αρκετές προσπάθειες για να προσελκύσει τράπεζες και εταιρείες από το Σίτι του Λονδίνου, αποκαλύπτει το Bloomberg.

Μεγάλοι παίκτες του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού και ασφαλιστικού κλάδου, όπως η Lloyd’s και η Morgan Stanley, επιλέγουν άλλες ευρωπαϊκές πόλεις για να μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους. Η Royal Bank of Scotland ανακοίνωσε αυτήν την εβδομάδα ότι επιλέγει το Αμστερνταμ ως έδρα των ευρωπαϊκών δραστηριοτήτων της, μετά την αποχώρηση της Βρετανίας από το «κλαμπ των Βρυξελλών». Η American International Group, η οποία απασχολεί 400 άτομα στο Δουβλίνο, επέλεξε το Λουξεμβούργο για να μεταφέρει τις δραστηριότητες που διατηρεί στο Σίτι του Λονδίνου.

«Οι επιδόσεις της Ιρλανδίας στην προσέλκυση επενδυτών από το Λονδίνο είναι μέχρι σήμερα απογοητευτικές», σχολιάζει ο Μάικλ Μακ Γκραθ, εκπρόσωπος του κόμματος της αντιπολίτευσης, Φιάνα Φέιλ. «Δεν είμαι βέβαιος μέχρι ποιο βαθμό η κεντρική τράπεζα ευθύνεται γι’ αυτό, αλλά θα πρέπει να σταλεί ένα ηχηρό μήνυμα ότι η Ιρλανδία διάκειται θετικά απέναντι στην επιχειρηματικότητα».

Η Κεντρική Τράπεζα της Ιρλανδίας απάντησε στην κριτική, τονίζοντας ότι το χαλαρό ρυθμιστικό πλαίσιο που επικρατούσε στον ιρλανδικό τραπεζικό κλάδο πριν από δέκα χρόνια οδήγησε στη σοβαρότερη τραπεζική κρίση στην ιστορία της χώρας, και όχι μόνον. Η Bank of America επέλεξε το Δουβλίνο για να εγκαταστήσει την έδρα της στην Ε.Ε., και η Morgan Stanley επέλεξε το οικοδομικό τετράγωνο που θα στεγάσει περίπου 1.000 υπαλλήλους. Συν τοις άλλοις, η κεντρική τράπεζα ανέφερε ότι η αρμοδιότητα προώθησης των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών δεν περιλαμβάνεται στο καταστατικό της, επειδή δεν διαχειρίστηκε σωστά τη «φούσκα» στον κλάδο της στεγαστικής πίστης, η οποία αποτέλεσε την αφετηρία της κρίσης του 2008. Δεν επιδιώκει, ως εκ τούτου, «να αποθαρρύνει ή να ενθαρρύνει νέους παίκτες στον κλάδο. Είναι δουλειά άλλων οργανισμών που έχουν άλλα καταστατικά».

Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν και κατά το ξέσπασμα της κρίσης κυβερνούσε ο συνασπισμός του Φιάνα Φέιλ με τους Πράσινους. Μάλιστα, για να μην ξεχαστούν οι δυσάρεστες αναμνήσεις από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η Κεντρική Τράπεζα της Ιρλανδίας μετέφερε τα γραφεία της στο κτίριο της Anglo Irish Bank, η διάσωση της οποίας κόστισε περίπου 30 δισ. ευρώ στους φορολογούμενους της χώρας.

Η Φρανκφούρτη φαίνεται ότι κερδίζει τις περισσότερες τράπεζες και επενδυτικές εταιρείες του Σίτι του Λονδίνου. Η Ενωση Ξένων Τραπεζών στη Γερμανία εκτιμά πως η μεταφορά τραπεζικών δραστηριοτήτων από το Λονδίνο θα οδηγήσει στη δημιουργία 3.000 με 5.000 νέων θέσεων εργασίας στη Φρανκφούρτη την επόμενη διετία. Το Ινστιτούτο Ερευνών Bruegel προβλέπει πως λόγω Brexit μπορεί να αυξηθούν κατά 10.000 οι εργαζόμενοι στη Φρανκφούρτη, όσες θέσεις εργασίας υπολογίζει ότι θα χαθούν στο Σίτι του Λονδίνου.

Στα τέλη Ιουλίου έγινε γνωστό ότι και η Citigroup θα ανοίξει νέο κέντρο διαπραγμάτευσης στη γερμανική πόλη, για να περιορίσει σταδιακά την εξάρτησή της από το Λονδίνο.

Αρχικά συζητείται η δημιουργία μόνον 150-250 θέσεων εργασίας, σύμφωνα με πηγές του Reuters και της εφημερίδας New York Times. Εκτός της Φρανκφούρτης, όμως, ο αμερικανικός τραπεζικός όμιλος θα επιδιώξει να αναπτύξει μεγαλύτερη παρουσία στη Μαδρίτη, στο Παρίσι, στο Αμστερνταμ, στο Δουβλίνο και στο Λουξεμβούργο.

«Το Δουβλίνο έχει αρνηθεί να φιλοξενήσει κάθε τραπεζική και επενδυτική δραστηριότητα λόγω των δυσάρεστων εμπειριών που έχουν στιγματίσει την οικονομία της», σχολιάζει ο Χανς Ρέιχ, πρόεδρος του εποπτικού συμβουλίου της Global Markets Germany, που ανήκει στον όμιλο της Citigroup.

 

ΠΗΓΗΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ