ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ

47

Τι προβλέπει η Οδηγία 2008/48/ΕΚ, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίησή της με την Οδηγία 2014/17/ΕΕ

Η ανάπτυξη της πιστωτικής αγοράς στην Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να συμβαδίζει με την ενίσχυση των δικαιωμάτων των καταναλωτών.

Κομβικής σημασίας είναι επίσης η εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων, η οποία πρέπει να προσφέρει τη δυνατότητα προώθησης των διασυνοριακών πιστώσεων.

Η Οδηγία 2008/48/ΕΚ(link is external) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου εναρμονίζει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε θέματα πιστώσεων που χορηγούνται σε καταναλωτές.

Πρόκειται για δάνεια των καταναλωτών για να χρηματοδοτήσουν αγορές αγαθών και υπηρεσιών (διακοπές, αγαθά, νέο αυτοκίνητο κ.λπ.).

Η οδηγία άρχισε να ισχύει στις 11 Ιουνίου 2008 και έπρεπε να μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο των χωρών της ΕΕ έως τις 11 Ιουνίου 2010 το αργότερο.

Στην Ελλάδα η Οδηγία 2008/48/ΕΚ ενσωματώθηκε με την Κοινή Υπουργική Απόφαση Ζ1−699/2010.

Ωστόσο, η Οδηγία αυτή τροποποιήθηκε εκτενώς από την Οδηγία 2014/14/ΕΚ(link is external), με το σχέδιο νόμου για την ενσωμάτωσή της να έχει τεθεί σε δημόσια διαβούλευση από τον Μάιο του 2016.

Στόχος της οδηγίας είναι να οδηγήσει σε άνοιγμα της ευρωπαϊκής αγοράς καταναλωτικών δανείων, βελτιώνοντας παράλληλα τη διαφάνεια των συμβατικών όρων και το επίπεδο προστασίας των καταναλωτών.

Ωστόσο, η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις πίστωσης:

  • που εξασφαλίζονται με υποθήκη, οι οποίες ρυθμίζονται από την οδηγία 2014/17/ΕΕ(link is external) σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία·
  • που υπογράφονται για την απόκτηση γης ή ακίνητης περιουσίας, οι οποίες διέπονται από την οδηγία 2014/17/ΕΕ·
  • που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75 000 ευρώ. Το αργότερο μέχρι την 21η Μαρτίου 2016 (προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας 2014/17/ΕΕστο εθνικό δίκαιο των χωρών της ΕΕ), η οδηγία πρέπει να εφαρμόζεται στις μη εγγυημένες συμβάσεις πίστωσης που αποσκοπούν στην ανακαίνιση ακίνητης περιουσίας που προορίζεται για κατοικία, για ποσό άνω των 75 000 ευρώ.

ΒΑΣΙΚΕΣ ΠΤΥΧΕΣ

Όταν οι διαφημίσεις των συμβάσεων πίστωσης περιλαμβάνουν στοιχεία που αφορούν το κόστος της πίστωσης (για παράδειγμα, το επιτόκιο), πρέπει να παρέχουν τυποποιημένες πληροφορίες με βάση αντιπροσωπευτικό παράδειγμα που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

  • το επιτόκιο και στοιχεία για το κόστος·
  • το ποσό της πίστωσης·
  • το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο (ΣΕΠΕ) που εκφράζει, με τη μορφή ποσοστού, το σύνολο των υποχρεωτικών εξόδων για τη χορήγηση της πίστωσης (επιτόκιο δανεισμού, διοικητικά τέλη, υποχρεωτικά ασφάλιστρα, τέλη εγγύησης).

Πριν από τη σύναψη της σύμβασης, ο πιστωτής οφείλει να παρέχει κατανοητές πληροφορίες σχετικά με τα βασικά χαρακτηριστικά της προσφερόμενης πίστωσης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων:

  • τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης·
  • το συνολικό ποσό της πίστωσης·
  • το χρεωστικό επιτόκιο και τους σχετικούς όρους·
  • το ετήσιο πραγματικό επιτόκιο και το συνολικό ποσό που οφείλει να καταβάλει ο καταναλωτής·
  • το ποσό, τον αριθμό και τη συχνότητα των πληρωμών·
  • τα τέλη που σχετίζονται με ή απορρέουν από τη σύμβαση·
  • τις συνέπειες της καθυστέρησης των καταβολών και της μη εκτέλεσης της σύμβασης.

Οι καταναλωτές θα πρέπει να λαμβάνουν τις πληροφορίες σε τυποποιημένη μορφή.

Η σύμβαση πίστωσης πρέπει επίσης να περιλαμβάνει παρόμοιες πληροφορίες σε παρόμοιο μορφότυπο.

Οι πιστωτές οφείλουν:

  • να παρέχουν επαρκείς εξηγήσεις στους καταναλωτές, ούτως ώστε να διασφαλίζεται ότι είναι σε θέση να επιλέξουν μια σύμβαση που ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους και την οικονομική κατάστασή τους·
  • να αξιολογούν τη φερεγγυότητα των πελατών τους πριν από την υπογραφή μιας σύμβασης, σεβόμενοι παράλληλα το δικαίωμα των καταναλωτών για ενημέρωση εάν απορριφθεί η αίτηση πίστωσής τους κατόπιν έρευνας σε βάση δεδομένων.

Οι καταναλωτές:

  • διαθέτουν προθεσμία 14 ημερών για να υπαναχωρήσουν από τη σύμβαση, χωρίς να πρέπει να αναφέρουν τους λόγους·
  • έχουν το δικαίωμα της πρόωρης εξόφλησης της πίστωσής τους οποτεδήποτε, με την προϋπόθεση ότι ο πιστωτικός φορέας θα λάβει εύλογη και αιτιολογημένη αποζημίωση.

Δείτε την Οδηγία 2008/48/ΕΚ εδώ(link is external).

ΠΗΓΗlawspot.gr
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ