Στις τράπεζες τα «κλειδιά» του άρθρου 99

217

Στις τράπεζες μπορούν να περάσουν πλέον τόσο η πρωτοβουλία όσο και η απόφαση για την εξυγίανση μιας επιχείρησης, που μπορεί να είναι από την

αναδιάρθρωση των οφειλών της ή την κεφαλαιοποίηση των χρεών μέχρι και την πώλησή της σε τρίτους.

Πρόκειται για την προπτωχευτική διαδικασία, δηλαδή του γνωστού άρθρου 99 του πτωχευτικού κώδικα, που αλλάζει άρδην με στόχο την επιτάχυνση των διαδικασιών και τον εξοστρακισμό των μετόχων που δεν συμφωνούν στο σχέδιο εξυγίανσης της επιχείρησής τους. Οι αλλαγές περιλαμβάνονται σε νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης που δόθηκε προς διαβούλευση και στοχεύει στο να εκσυγχρονίσει το θεσμικό πλαίσιο για τις υπερχρεωμένες επιχειρήσεις, έτσι ώστε να βοηθηθεί η διαδικασία της εξυγίανσής τους, αλλά και να μειωθούν τα «κόκκινα» δάνεια των επιχειρήσεων προς τις τράπεζες, που φθάνουν τα 65 δισ. ευρώ.

Δύο σημαντικές αλλαγές

Ο νέος πτωχευτικός κώδικας προβλέπει δύο σημαντικές αλλαγές σε ό,τι αφορά την προπτωχευτική διαδικασία.

• Η πρώτη είναι η δυνατότητα των πιστωτών να καταθέσουν την αίτηση εξυγίανσης της υπερχρεωμένης επιχείρησης και να επικυρώσουν τη συμφωνία, χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη.

Πρόκειται για το μοντέλο που έχει υιοθετηθεί σε χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία, αλλά και η Αγγλία και φέρει και τη σύμφωνη γνώμη του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, αλλά και των θεσμών, με τους εκπροσώπους των οποίων θα συζητηθεί τις προσεχείς ημέρες, έτσι ώστε να κατατεθεί προς ψήφιση στη Βουλή.

• Η δεύτερη αλλαγή είναι ότι η όλη διαδικασία συμπυκνώνεται σε ένα στάδιο. Ετσι ενώ με τον προηγούμενο κώδικα μπορούσε πρώτα ο οφειλέτης να ανοίξει τη διαδικασία προστασίας, καταθέτοντας αίτηση και στη συνέχεια να επιδιώξει να εξασφαλίσει τη σύμφωνη γνώμη των πιστωτών π.χ. περίπτωση Μαρινόπουλου, πλέον η όλη διαδικασία προϋποθέτει την κατάθεση της αίτησης, αφού προηγουμένως έχει εξασφαλίσει τη συμφωνία των πιστωτών.

Η δυνατότητα των πιστωτών να καταθέσουν αίτηση εξυγίανσης μιας υπερχρεωμένης επιχείρησης και να επικυρώσουν τη συμφωνία ακόμη και χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη, προϋποθέτει τη σύμφωνη γνώμη του 60% των πιστωτών.

Σε αυτό υποχρεωτικά πρέπει να περιλαμβάνεται το 40% των εμπράγματων ή με ειδικό προνόμιο απαιτήσεων, ενώ αναγκαία προϋπόθεση είναι ο οφειλέτης να βρίσκεται κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας σε παύση πληρωμών.

Το δικαστήριο επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης εντός τεσσάρων μηνών από την υποβολή της αίτησης, ακόμη και αν αυτή προέρχεται μόνο από το πιστωτές, υπό τις εξής προϋποθέσεις:

• Οτι μετά την επικύρωση η επιχείρηση θα καταστεί βιώσιμη.

• Οτι δεν βλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών και ότι αντιμετωπίζει τους πιστωτές με βάση την αρχή της ισότιμης μεταχείρισης.

• Οτι δεν είναι αποτέλεσμα δόλου ή αθέμιτης συμπεριφοράς.

Η συναίνεση του οφειλέτη είναι ικανή αλλά όχι αναγκαία συνθήκη για την υλοποίηση της συμφωνίας εξυγίανσης, αφού όπως προβλέπει το άρθρο 106β του νέου πτωχευτικού κώδικα «η συναίνεση του οφειλέτη θεωρείται ότι έχει δοθεί, εάν, έως κατά τη συζήτηση της αίτησης επικύρωσης, δεν ασκήσει παρέμβαση κατά της αποδοχής της». Επιπλέον, «η παρέμβαση του οφειλέτη κατά της αποδοχής της αίτησης επικύρωσης της συμφωνίας δεν εμποδίζει την επικύρωση της συμφωνίας από το πτωχευτικό δικαστήριο, εάν από την αίτηση και ιδίως από την έκθεση του εμπειρογνώμονα, που συνοδεύει την αίτηση, προκύπτει ότι η συμφωνία εξυγίανσης δεν θα καταστήσει τη νομική και οικονομική κατάσταση του οφειλέτη χειρότερη από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν χωρίς τη συμφωνία».

Πτωχευτικός κώδικας: Αναγκαστικά μέτρα εάν δεν συνεργάζονται
Ειδική πρόβλεψη περιλαμβάνει ο νέος πτωχευτικός κώδικας για την περίπτωση μη συνεργάσιμων μετόχων ειδικά όταν η εκπλήρωση ορισμένων όρων της συμφωνίας εξυγίανσης απαιτεί απόφαση της γενικής συνέλευσης.

Οπως χαρακτηριστικά ορίζει «αν ένας ή περισσότεροι μέτοχοι ή εταίροι ΕΠΕ δηλώνουν ότι δεν θα παραστούν στη γενική συνέλευση ή δεν θα υπερψηφίσουν την αντίστοιχη απόφαση, το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να κρίνει ότι η άρνηση είναι καταχρηστική, δικάζοντας με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και έπειτα από αίτηση του οφειλέτη ή πιστωτή να διορίσει ειδικό εκπρόσωπο, που θα μπορεί να συγκαλέσει γενική συνέλευση και να ασκήσει το δικαίωμα παράστασης και ψήφου αντί των μετόχων ή των εταίρων.

Σε ειδικό άρθρο εξειδικεύεται το περιεχόμενο που μπορεί να έχει η συμφωνία εξυγίανσης, δηλαδή τα μέτρα που μπορεί να ληφθούν, αλλά και τα αποτελέσματα που επέρχονται από την κατάθεση της συμφωνίας εξυγίανσης. Ετσι, μέχρι την έκδοση της απόφασης αναστέλλονται όλα τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη για την ικανοποίηση απαιτήσεων που έχουν δημιουργηθεί πριν από την υποβολή της αίτησης.

Αντίστοιχα με την επικύρωση της συμφωνίας αίρεται η απαγόρευση έκδοσης επιταγών και αναστέλλεται η ποινική δίωξη των πλημμελημάτων της καθυστερημένης καταβολής οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Το περιεχόμενο της συμφωνίας μπορεί να περιλαμβάνει:

• Τη μεταβολή των όρων των υποχρεώσεων του οφειλέτη, όπως μεταβολή του χρόνου αποπληρωμής, του επιτοκίου, αντικατάσταση της υποχρέωσης καταβολής επιτοκίου με την υποχρέωση καταβολής μέρους των κερδών, αντικατάσταση των απαιτήσεων με μετατρέψιμες ή μη ομολογίες κ.λπ.

• Την κεφαλαιοποίηση υποχρεώσεων του οφειλέτη με την έκδοση μετοχών, τη μείωση του μετοχικού κεφαλαίου για την απόσβεση ζημιών, αποσυνδέοντας τη ονομαστική αξία της μετοχής από τη χρηματιστηριακή αξία σε περίπτωση που πρόκειται για εισηγμένη επιχείρηση.

• Τη μείωση των απαιτήσεων, δηλαδή το «κούρεμα» της οφειλής, την εκποίηση περιουσιακών στοιχείων.

• Την ανάθεση της διαχείρισης της επιχείρησης σε τρίτο είτε μέσω σύμβασης εκμίσθωσης είτε μέσω σύμβασης διαχείρισης, τη μεταβίβαση του συνόλου ή μέρους της επιχείρησης σε τρίτο ή σε εταιρεία των πιστωτών.

• Τον διορισμό προσώπου που θα επιβλέπει την εκτέλεση των όρων της συμφωνίας.

Οπως προβλέπει ο κώδικας, η μη τήρηση της συμφωνίας εξυγίανσης από την πλευρά του οφειλέτη μπορεί να αποτελέσει όρο διαλυτικό της συμφωνίας ή λόγο για την καταγγελία της. Ο δε οφειλέτης έχει υποχρέωση παροχής όλων των αναγκαίων οικονομικών στοιχείων για την επιχείρηση που τίθεται σε καθεστώς εξυγίανσης, ενώ η μη παροχή των απαιτούμενων στοιχείων, συνιστά το έγκλημα της μη συμμόρφωσης σε διάταξη δικαστικής απόφασης.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ