Ετοιμάζουν βαλίτσες οι τραπεζίτες του Σίτι

275
Ξεκινά σύντομα η μεγάλη φυγή τραπεζών και άλλων επιχειρήσεων λόγω Brexit

Ετοιμάζουν βαλίτσες οι τραπεζίτες του Σίτι
Υπ’ ατμόν για να αναχωρήσουν βρίσκονται οι τράπεζες του Σίτι του Λονδίνου. Οπως έγραφε την περασμένη Κυριακή στον βρετανικό «Observer» ο διευθύνων σύμβουλος του τραπεζικού ομίλου ΒΒΑ Αντονι Μπράουνι, στα τέλη του τρέχοντος έτους και στις αρχές του επόμενου οι μεγάλοι χρηματοπιστωτικοί οίκοι του πλανήτη θα ξεκινήσουν να μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους εκτός βρετανικού εδάφους προεξοφλώντας ένα «σκληρό Brexit». Αλλά και επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε άλλους κλάδους (με πρώτο τον κλάδο διαχείρισης ακινήτων) μελετούν επίσης την αποχώρησή τους από τη Βρετανία, σύμφωνα με το Bloomberg.

«Τα χέρια των μάνατζερ όλων των τραπεζών βρίσκονται πάνω από το κουμπί “μετεγκατάσταση”. Πολλές μικρότερες τράπεζες σκέφτονται να ξεκινήσουν να τα μαζεύουν πριν από τα Χριστούγεννα. Οι μεγαλύτερες αναμένεται να εκκινήσουν την αναχώρησή τους το πρώτο τρίμηνο του 2017»
 έγραψε χαρακτηριστικά στη βρετανική εφημερίδα ο Μπράουνι. Δίχως να κατονομάσει κάποια τράπεζα, ο βρετανός τραπεζίτης υποστήριξε ότι οι χρηματοπιστωτικοί όμιλοι δεν μπορούν να περιμένουν μέχρι την τελευταία στιγμή για να αποφασίσουν τι θα πράξουν και ότι «οφείλουν να προεξοφλήσουν το χειρότερο σενάριο», διότι «η δημόσια συζήτηση που διεξάγεται αυτή τη στιγμή οδεύει προς τη χειρότερη κατεύθυνση».

Αναζητούν νέα γραφεία

Κάποιες επιχειρήσεις διαχείρισης ακινήτων έχουν προλάβει τις τράπεζες στην κούρσα της φυγής. «Μία εξ αυτών, την οποία ελέγχει η Schroders Plc., βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις για την αγορά γραφείων σε κτίριο στη Φρανκφούρτη, ενώ η CBRE Global Investors LLC και η Standard Life Plc. ψάχνουν να αγοράσουν γραφεία σε διάφορες πόλεις, από το Δουβλίνο μέχρι το Αμστερνταμ» γράφει χαρακτηριστικά ο ρεπόρτερ του Bloomberg Τζακ Σίντερς. Οσο για τους επενδυτές στις αγορές ακινήτων, σπεύδουν να προλάβουν τα κενά γραφεία στο Παρίσι, στη Φρανκφούρτη και στο Αμστερνταμ για να τα μεταπωλήσουν.

Η κυβέρνηση της Τερέζα Μέι δεν θα απολάμβανε να βλέπει τη φυγή των μεσιτών από το Λονδίνο, μια φυγή που προοιωνίζεται δεινά για την πρωτεύουσα με τις υψηλότερες τιμές ακινήτων στην Ευρώπη και από τις υψηλότερες παγκοσμίως – λόγω της μεγάλης ζήτησης ασφαλώς.

Η φυγή των τραπεζιτών όμως – ακριβέστερα η προοπτική της φυγής τους – είναι εκείνη που δημιουργεί τους μεγαλύτερους πονοκεφάλους στον υπουργό Οικονομικών Φίλιπ Χάμοντ. Και αυτό επειδή βρίσκεται σε περίοδο κατάρτισης του προϋπολογισμού της κυβέρνησης για την επόμενη χρονιά και, επιπλέον, καθώς έχει ήδη αποκαλύψει ότι επεξεργάζεται έναν χαλαρότερο δημοσιονομικά και φορολογικά προϋπολογισμό για να στηρίξει την ανάπτυξη της βρετανικής οικονομίας.

Το… διακύβευμα υπολογίζεται στα 66 δισ. στερλίνες (74 δισ. ευρώ). «Τόσοι είναι οι φόροι που κατέβαλαν πέρυσι οι εταιρείες του ευρύτερου χρηματοοικονομικού κλάδου και οι οποίοι αντιστοιχούν στο 11% του συνόλου των φορολογικών εσόδων του βρετανικού προϋπολογισμού, ικανοί να καλύψουν και με το παραπάνω τις αμυντικές δαπάνες της χώρας» μεταδίδει ο ρεπόρτερ του Bloomberg.

Ο Χάμοντ είναι υποχρεωμένος πλέον να δημιουργήσει επιπλέον κίνητρα για να κρατήσει τις εταιρείες του ευρύτερου χρηματοοικονομικού κλάδου στο Σίτι.

Ηδη η προηγούμενη κυβέρνηση έχει προαναγγείλει μείωση της επιβάρυνσης που επιβάλλει στους ισολογισμούς των τραπεζών από το 0,21% στο 0,1% έως το 2021. Ηδη από τον περασμένο Ιανουάριο ο συντελεστής φορολόγησης των κερδών των τραπεζών έχει μειωθεί στο 8%, ενώ οι άλλες επιχειρήσεις πληρώνουν φόρο εταιρικών κερδών 20%.

Οι ειδικοί εκτιμούν ότι τα μέτρα αυτά δεν θα αρκέσουν για να αποτρέψουν τη μεγάλη φυγή, όχι μόνο των τραπεζών και των τραπεζιτών, αλλά και επιχειρήσεων και μάνατζερ άλλων κλάδων.

Αλλωστε στη Βρετανία άρχισαν ήδη να διακρίνονται διαφορές μεταξύ των ντόπιων και των ξένων δισεκατομμυριούχων. Από το δημοψήφισμα του περασμένου Ιουνίου η περιουσία και των 10 πλουσιότερων μη Βρετανών κατοίκων της χώρας αυξήθηκε, ενώ η περιουσία και των 10 πλουσιότερων Βρετανών απομειώθηκε. Ενας από τους μεγάλους πληγέντες του Brexit είναι ο ένθερμος υποστηρικτής του «Remain» Ρίτσαρντ Μπράνσον, που έχει ήδη χάσει 600 εκατ. δολάρια, σύμφωνα με τον Δείκτη Πλούτου των Δισεκατομμυριούχων του Bloomberg.


Κίνητρα προσέλκυσης επιχειρήσεων
Σχέδια για δημιουργία φορολογικού παραδείσου μετά το Brexit
Φορολογικά όπλα ετοιμάζεται να βγάλει από τη φαρέτρα της η βρετανική κυβέρνηση εν όψει της έναρξης σκληρών διαπραγματεύσεων με τις Βρυξέλλες για την απεμπλοκή της από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Συγκεκριμένα, απειλεί να κατεβάσει τον συντελεστή φορολόγησης επιχειρήσεων στο 10% από το 20% που είναι σήμερα. Πρόκειται για απόπειρα δημιουργίας ενός σημαντικού φορολογικού πλεονεκτήματος του Λονδίνου έναντι των (ακόμη) εταίρων του στην ηπειρωτική Ευρώπη, που θα λειτουργήσει ως μείζον κίνητρο προσέλκυσης επιχειρήσεων σε περίπτωση που οι Βρυξέλλες θελήσουν να επιβάλουν σκληρούς όρους αποχώρησης της Βρετανίας από την ΕΕ.

Αν μειωθεί ο συντελεστής στο 10% θα είναι ο χαμηλότερος από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, χαμηλότερος και από τους συντελεστές της Ιρλανδίας και της Κύπρου, που είναι 12,5% – σημειωτέον ότι πριν από την κρίση στη μεγαλόνησο, ο κυπριακός συντελεστής εταιρικής φορολόγησης ήταν 10% και η κυβέρνηση Αναστασιάδη αναγκάστηκε να τον ανεβάσει στο επίπεδο του ιρλανδικού συντελεστή έπειτα από ασφυκτικές πιέσεις της Τρόικας. Εν πάση περιπτώσει, ένας συντελεστής 10% στη Βρετανία θα είναι εντυπωσιακά ανταγωνιστικός αν συγκριθεί με τον αντίστοιχο 33% της Γαλλίας.

Πρέπει να σημειωθεί, πάντως, ότι έχει ήδη διευθετηθεί νομοθετικά η μείωση του συντελεστή εταιρικής φορολόγησης από το 20% στο 17% σταδιακά έως το 2020. Επίσης, ο πρώην υπουργός Οικονομικών της βρετανικής κυβέρνησης (της κυβέρνησης Κάμερον) Τζορτζ Οσμπορν, την επομένη του βρετανικού δημοψηφίσματος και της απόφασης για έξοδο από την ΕΕ είχε μιλήσει για ένα σχέδιο μείωσης του συντελεστή στο 15%. Ο διάδοχος του Οσμπορν, Φίλιπ Χάμοντ, δεν έχει αναφερθεί στο σχέδιο αυτό.

«Πυρηνική απειλή»

Είναι προφανές ότι η μείωση κατά το ήμισυ του εταιρικού συντελεστή της Βρετανίας θα αποτελέσει τη θρυαλλίδα ενός φορολογικού πολέμου μεταξύ Λονδίνου και Βρυξελλών. Οι βρετανικοί «Sunday Times» κάνουν λόγο για ένα «πυρηνικό όπλο» της κυβέρνησης της Τερέζα Μέι – αποδίδουν τον χαρακτηρισμό σε στενούς συμβούλους της βρετανίδας πρωθυπουργού. «Εχουμε στη διάθεσή μας κάποια καλά χαρτιά για να ανοίξουμε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αν αυτές σκληρύνουν πολύ» δηλώνει ο συνεργάτης της Μέι στη βρετανική εφημερίδα, η οποία δεν τον κατονομάζει.

Ο σύμβουλος της Μέι εξηγεί ότι «αν, για παράδειγμα, οι Ευρωπαίοι δεν συναινέσουν στη χορήγηση στους Βρετανούς οικονομικού διαβατηρίου και αν επιβάλουν υψηλή δασμολόγηση των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ Βρετανίας και ΕΕ, τότε όντως μπορούμε να κατεβάσουμε τον φόρο των επιχειρήσεων στο 10%».
ΒΗΜΑ