Στην περίπτωση διαγραφής μέρους δανείου επιχείρησης από Τράπεζα, η διαφορά μεταξύ του παλαιού λογιστικού υπόλοιπου που παρουσιάζεται στα βιβλία της εταιρείας και της εύλογης αξίας της νέας υποχρέωσης συνιστά για την ελεγχόμενη εταιρεία έσοδο της περιόδου που έγινε η διαγραφή σύμφωνα με ΔΠΧΑ

241

Εισηγμένη εταιρεία είχε συνάψει δανειακή σύμβαση (μακροπρόθεσμο δάνειο) με Ελληνική Τράπεζα το ύφος της οποίας την 31.12.2015 ανήρχετο στο ποσό των

4.000 χιλ ευρώ (κεφάλαιο και τόκοι).
Λόγω δικαστικών διενέξεων και διαφόρων αμφισβητήσεων μεταξύ της ελεγχόμενης και της τράπεζας η εταιρεία δεν εξυπηρετούσε την οφειλή της με αποτέλεσμα την καταγγελία του δανείου εκ μέρους της Τράπεζας την 30.09.2014 και την μεταφορά της οφειλής εκ μέρους της εταιρείας στις βραχυπρόθεσμες τραπεζικές υποχρεώσεις στις οικονομικές καταστάσεις της 31.12.2014 και 31.12.2015.
Κατά την διάρκεια του Α εξαμήνου της τρέχουσας χρήσης Εταιρεία και Τράπεζα υπέγραψαν εξωδικαστικό συμβιβασμό περιορίζοντας το ύψος της οφειλής (κεφάλαιο) της 31.12.2015 στο ποσό των 3.000 χιλ ευρώ ενώ παράλληλα δεσμεύτηκαν όπως αποσυρθούν εκατέρωθεν οι δικαστικές αξιώσεις αυτών. Σημειώνεται ότι ο περιορισμός της οφειλής (κούρεμα) τελεί υπό την αίρεση της πλήρους τήρησης του νέου τοκοχρεολυτικού πίνακα του δανείου 10ετούς διάρκειας. Επίσης εάν στα μέσα του 2019 η εταιρεία καταβάλει το ποσό των 500 χιλ €, η Τράπεζα θα διαγράφει επιπλέον ποσό 700 χιλ €.
Ερωτάται εάν στην περίπτωση διαγραφής μέρους δανείου επιχείρησης από Τράπεζα η διαφορά, μεταξύ του παλαιού λογιστικού υπόλοιπου που παρουσιάζεται στα βιβλία της εταιρείας ποσού € 4.000 χιλ και της εύλογης αξίας της νέας υποχρέωσης ποσού € 3.000 χιλ ευρώ συνιστά για την εταιρεία έσοδο της 6μηνης περιόδου σύμφωνα με ΔΠΧΑ ή όχι.

Απάντηση 

Σύμφωνα με τις παραγράφους 40 και 41 του ΔΛΠ 39 μια ουσιώδης τροποποίηση των όρων υφιστάμενης χρηματοοικονομικής υποχρέωσης (είτε οφείλεται σε οικονομική δυσχέρεια του οφειλέτη είτε όχι) αντιμετωπίζεται λογιστικά ως εξόφληση της αρχικής χρηματοοικονομικής υποχρέωσης και καταχώριση νέας χρηματοοικονομικής υποχρέωσης. Η διαφορά μεταξύ της λογιστικής αξίας των χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων που εξοφλούνται ή μεταβιβάζονται σε ένα άλλο μέρος και της ανταλλαγής που καταβάλλεται, συμπεριλαμβανομένων και των μεταβιβαζόμενων εκτός μετρητών περιουσιακών στοιχείων και των αναληφθεισών υποχρεώσεων, καταχωρίζεται στα αποτελέσματα.
Για τους σκοπούς της παραγράφου 40, οι όροι διαφέρουν ουσιαστικά αν η προεξοφλημένη παρούσα αξία των ταμιακών ροών, βάσει των νέων όρων, περιλαμβανομένων οποιωνδήποτε καταβληθεισών αμοιβών, καθαρών από οποιεσδήποτε αμοιβές ελήφθησαν και προεξοφλήθηκαν χρησιμοποιώντας το αρχικό αποτελεσματικό επιτόκιο, διαφέρει κατά τουλάχιστον 10 τοις εκατό από την προεξοφλημένη παρούσα αξία των ταμιακών ροών που απομένουν από την αρχική χρηματοοικονομική υποχρέωση. Στην περίπτωση του ερωτήματος λόγω της ουσιαστικής διαφοροποίησης των όρων η τροποποίηση θα αντιμετωπιστεί λογιστικά ως εξάλειψη και κάθε κόστος ή αμοιβή που σχετίζεται άμεσα με την τροποποίηση θα πρέπει να καταχωριστεί ως μέρος του κέρδους ή της ζημίας επί της εξάλειψης.
Η εύλογη αξία της ουσιωδώς τροποποιημένης και άρα νέας χρηματοοικονομικής υποχρέωσης θα πρέπει να υπολογιστεί βάσει των αναμενόμενων ταμειακών ροών της νέας υποχρέωσης. Στην περίπτωση που η υποχρέωση δεν επιβαρύνεται με τόκο ή επιβαρύνεται με τόκο σημαντικά χαμηλότερο από αυτόν της αγοράς θα πρέπει οι μελλοντικές ταμειακές ροές να προεξοφληθούν με τη χρήση του επιτοκίου με το οποίο η επιχείρηση θα μπορούσε να δανειοδοτηθεί με παρόμοιους όρους και συνθήκες στην αγορά.
Στην περίπτωση και κατά το μέρος που δεν τηρηθούν τα προβλεπόμενα στην συμφωνία εξυγίανσης τότε θα γίνει ανάλογη επαναφορά στα αρχικά ποσά των υποχρεώσεων με χρέωση των Αποτελεσμάτων χρήσεως.



Πηγή: Taxheaven