ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 848/2017 Απάτη επί Δικαστηρίω. Ομολογία.

2301

ΑΡΙΘΜΟΣ 848/2017

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ

 

– Απάτη επί Δικαστηρίω. Ομολογία.

– Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, “όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών”. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου (ΑΠ 1244/2010, ΑΠ 230/2010, ΑΠ 1453/2009). Υπό την έννοια αυτή, το έγκλημα της απάτης συντελείται αντικειμενικώς και όταν ο δράστης προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις προς δημόσια αρχή, πείθοντας έτσι αυτήν να προβεί σε ενέργειες της δραστηριότητας της, από τις οποίες ζημιώνεται άλλος. Επομένως, απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ’ αυτόν ψευδής ισχυρισμός και υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων, αλλά και γνησίων μεν, ανακριβών όμως κατά το περιεχόμενο τους, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση που έχει ως συνέπεια τη βλάβη της περιουσίας του αντιδίκου του ή τρίτου (ΑΠ 1359/2010, ΑΠ 1724/2009, ΑΠ 765/2009), καθώς και όταν υποστηρίζεται, ύστερα από συναπόφαση και συμπαιγνία των αντιδίκων, με ψευδή δικαστική ομολογία ή τεκμήριο ομολογίας (με την ερημοδικία του εναγόμενου), αφού και στην περίπτωση αυτή προσάγεται ή γίνεται επίκληση ψευδούς αποδεικτικού μέσου “προσυνεννοημένη και συμπαικτική ομολογία” (ΑΠ 1062/2006). Η απάτη επί Δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και την προσαγωγή των πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη σε βάρος του αντιδίκου του ή άλλου στην περίπτωση ασκήσεως “συμπαικτικής” αγωγής ή αιτήσεως. Η πράξη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά την παράγραφο 3 στοιχ. α’ του ίδιου άρθρου όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, “αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος του ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ”.

– Από το συνδυασμό εξάλλου των διατάξεων των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των αποδεικτικών μέσων της πολιτικής δίκης, περιλαμβάνεται και η ομολογία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ’ του ΠΚ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, “κατ’ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος”. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ’ επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης, κατ’ επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 485/2010, ΑΠ 221/2010).