ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 876/2017 Ουσιαστικές προϋποθέσεις για την κήρυξη της πτώχευσης. Ανώνυμη εταιρεία. Πτωχευτική ανάκληση.

959

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ

 

– Ουσιαστικές προϋποθέσεις για την κήρυξη της πτώχευσης. Ανώνυμη εταιρεία. Πτωχευτική ανάκληση.

– Από τις διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 5 του ΠτωχΚ προκύπτει ότι για την κήρυξη της πτώχευσης απαιτούνται δύο κυρίως ουσιαστικές προϋποθέσεις, δηλαδή: α) η πτωχευτική ικανότητα εκείνου του οποίου ζητείται η πτώχευση και β) η παύση των πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρηματικών του υποχρεώσεων. Πτωχευτική ικανότητα έχουν τα πρόσωπα που έχουν την εμπορική ιδιότητα, άρα και η ανώνυμη εταιρεία (άρθρ. 1 Ν. 2190/1920) που χαρακτηρίζεται έμπορος κατευθείαν από το νόμο με βάση το «τυπικό» σύστημα εμπορικότητας. Ως παύση πληρωμών, κατά την έννοια του νόμου, συνιστά όχι οποιαδήποτε μη πληρωμή του εμπόρου, αλλά η μη πληρωμή ληξιπρόθεσμων, δηλαδή εκκαθαρισμένων και άμεσα απαιτητών, χρηματικών χρεών του, η οποία έχει το χαρακτήρα της γενικότητας και της μονιμότητας και υποδηλώνει, συγχρόνως, νέκρωση ή διακοπή της εμπορικής κίνησης ή αθεράπευτο κλονισμό της πίστης του εμπόρου ή διαταραχή στην οικονομική του υπόσταση, με συνέπεια να μην είναι αρκετή η διαπίστωση της απλής έλλειψης ρευστότητας εκ μέρους του οφειλέτη. Η εν λόγω μη πληρωμή προδίδει μόνιμη πραγματική αδυναμία για τη συνέχιση της εμπορίας του και μπορεί να συναχθεί, κατά τις περιστάσεις, και από τη μη πληρωμή ενός μόνο χρέους, εφόσον, λόγω της σημασίας του ή του χαρακτήρα του, εμφανίζει τα στοιχεία της μονιμότητας και της γενικότητας (ΑΠ829/2003). Η παύση των πληρωμών πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο που κηρύσσεται η πτώχευση. Ως τέτοιος χρόνος πρέπει να θεωρείται αυτός της συζήτησης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, σε κάθε, πάντως, περίπτωση ο χρόνος της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης. Η κατ’ αρέσκεια του οφειλέτη εμπόρου πληρωμή μερικών μόνο χρεών του δεν εμποδίζει την πτώχευσή του, διότι τούτο αντίκειται σε έναν από τους σκοπούς της πτώχευσης, που είναι η σύμμετρη και ίση ικανοποίηση των δανειστών του. Προϋπόθεση, λοιπόν, για την παύση πληρωμών, με την έννοια της αδυναμίας πληρωμής από τον οφειλέτη είτε λίγων μόνο χρεών είτε και ενός μόνου χρέους, αποτελεί η διάγνωση της σημασίας ή του χαρακτήρα της αδυναμίας αυτής ως «μόνιμης και γενικής». Έτσι, η διάγνωση της παύσης των πληρωμών απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου, το οποίο θα στηριχθεί στα πραγματικά εκείνα γεγονότα που αποδεικνύουν την ιδιαίτερη θέση του οφειλέτη, εξαιτίας της οποίας αυτός δεν μπορεί να αντιμετωπίσει, κατά τρόπο διαρκή και μόνιμο και όχι απλώς παροδικά, τις χρηματικές υποχρεώσεις που έχει αναλάβει. Στην απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου που κηρύσσει την πτώχευση προσδιορίζεται, κατ’ άρθρ. 7 παρ. 2 ΠτωχΚ, ως απαραίτητο στοιχείο, ώστε να είναι εφικτός ο υπολογισμός της ύποπτης περιόδου, η ημέρα της παύσης των πληρωμών με τους επιβαλλόμενους, με το άρθρο αυτό, χρονικούς προσδιορισμούς, το ίδιο, όμως, δικαστήριο μπορεί, με μεταγενέστερη απόφασή του, ύστερα από αίτηση του συνδίκου, της επιτροπής πιστωτών, πιστωτή και οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, να μεταβάλει το χρόνο παύσης των πληρωμών, αρκεί να μην έχει περατωθεί η επαλήθευση των πιστώσεων και, σε κάθε περίπτωση, να μην έχει παρέλθει έτος από την κήρυξη της πτώχευσης (άρθρ. 7 παρ. 3 ΠτωχΚ).

– Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 41 του νόμου 3588/2007 (Πτωχευτικού Κώδικα, εφεξής ΠτωχΚ), ο οποίος εφαρμόζεται στις πτωχευτικές διαδικασίες που άρχισαν μετά τις 16-9-2007, κατά τα άρθρα 182 παρ. 1 και 180 αυτού (ΑΠ 1214/2014, ΑΠ 1508/2011), ως προς τις οποίες, αν είναι, βέβαια, εκκρεμείς, εξακολουθεί να εφαρμόζεται και μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4446/2016 «Πτωχευτικός Κώδικας…» (ΦΕΚ/Α/240/22-12-2016), κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 και 2 εδάφ. β’ και δ’ του τελευταίου αυτού νόμου, «πράξεις του οφειλέτη που διενεργήθηκαν εντός του χρόνου που περιλαμβάνεται από την παύση των πληρωμών μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης (ύποπτη περίοδος) και είναι επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών ανακαλούνται ή μπορούν να ανακληθούν από τον σύνδικο κατά τις διατάξεις των επόμενων άρθρων», ήτοι των άρθρων 42 έως και 51 του ΠτωχΚ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι γενικές προϋποθέσεις της πτωχευτικής ανάκλησης είναι: α) η κήρυξη της πτώχευσης, β) η διενέργεια «πράξεων» από τον οφειλέτη. Η «πράξη» πρέπει να νοηθεί με ευρύτητα, ώστε να περιλάβει κάθε ενέργεια (συνειδητή πάντως και ηθελημένη), παραγωγική έννομων αποτελεσμάτων. Τέτοιες πράξεις είναι ενοχικές ή εμπράγματες δικαιοπραξίες, οιονεί δικαιοπραξίες, πράξεις και παραλείψεις δικονομικής φύσης κ.λπ. Αλλά και μη δικονομικές παραλείψεις δεν αποκλείεται να αποτελούν αντικείμενο ανάκλησης, αν οδηγούν σε μείωση της περιουσίας ή σε μη επαύξησή της, π.χ. η παράλειψη καταγγελίας επιζήμιας σύμβασης ή η παράλειψη ακύρωσης δικαιοπραξίας. Ως «πράξεις» μπορούν να νοηθούν και σιωπηρές δηλώσεις βούλησης, πολυμερείς δικαιοπραξίες, ο συμψηφισμός, η μεταβίβαση ολόκληρης της επιχείρησης, παραίτηση από το δικαίωμα, υλικές πράξεις που έχουν έννομες συνέπειες κ.λπ., γ) οι «πράξεις» να διενεργήθηκαν μέσα στην ύποπτη περίοδο, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της παύσης των πληρωμών και της κήρυξης της πτώχευσης, δ) η επαγωγή ζημίας στους πιστωτές εξαιτίας της πράξης που διενεργήθηκε. Ως ζημία των πιστωτών που δικαιολογεί την πτωχευτική ανάκληση θεωρείται η βλάβη της ομάδας των πιστωτών. Τέτοια δεν εννοείται η άμεση βλάβη είτε του συνόλου είτε των επιμέρους πιστωτών, διότι η «πράξη» δεν βλάπτει άμεσα αυτούς, αλλά την πτωχευτική περιουσία, από την οποία αναμένουν να ικανοποιηθούν, της οποίας, ωστόσο, παρά την πτωχευτική απαλλοτρίωση, δεν είναι κύριοι. Βλάπτονται, όμως, έμμεσα, καθόσον από την ασύμφορη συναλλαγή ή την, κατά προτίμηση, καταβολή χρέους κ.λπ. μειώνεται το πτωχευτικό μέρισμα που προσδοκούν να λάβουν και αυτή η ζημία εννοείται και όχι η ευθεία βλάβη των πιστωτών. Έτσι, τέτοια, υπό την προεκτιθέμενη έννοια, βλάβη θα υπάρχει όταν η ικανοποίηση των πιστωτών υπέστη περιορισμό, βλάβη, διακινδύνευση ή έγινε δυσχερέστερη ή χρονικά μετακινήθηκε σε βάρος τους, όπως όταν ελαττώθηκε η πτωχευτική περιουσία (π.χ. μεταβίβαση πράγματος λόγω δωρεάς ή με χαμηλό τίμημα ή με πίστωση του τιμήματος, αν ο αγοραστής είναι αφερέγγυος) ή κατέστη δυσχερέστερη η πρόσβαση των πιστωτών στα στοιχεία που την αποτελούν. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση σύναψης μισθώσεως με εξαιρετικά χαμηλό μίσθωμα, αφού περιορίζονται σημαντικά τα έσοδα από την πτωχευτική περιουσία και δεν επέρχεται αντίστοιχη μείωση των απαιτήσεων. Δεν απαιτείται η επέλευση κάποιας συγκεκριμένης ζημίας, αλλά αρκεί να επέρχεται γενική περιουσιακή βλάβη, που είτε δημιουργεί είτε επιτείνει την υπάρχουσα αφερεγγυότητα. Για να ανευρεθεί η ζημία θα συγκριθούν οι προοπτικές ικανοποίησης των πιστωτών με και χωρίς την «πράξη». Η ζημία θα κριθεί αντικειμενικά και, συνεπώς, δεν απαιτείται να είναι ηθελημένη, εκτός από την περίπτωση του άρθρου 44, όπου ο δόλος πρέπει να κατατείνει στη ζημία και ε) ο προσδιορισμός της «πράξης» και της ζημίας με οικονομικά κριτήρια. Συγκεκριμένα, για να επιτευχθούν ο σκοπός και η αποτελεσματικότητα του νόμου, τόσο η «πράξη» όσο και ζημία, μεταξύ των οποίων πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, θα ανιχνεύονται περισσότερο με οικονομικά παρά με νομικά κριτήρια, γιατί σημασία δεν έχει τόσο ο νομικός χαρακτηρισμός, όσο η δυνατότητα της «πράξης» να επιφέρει τη ζημία που ο νόμος θέλει να αποτρέψει. Ειδικότερα, στη διάταξη του άρθρου 42 ΠτωχΚ απαριθμούνται περιοριστικά ως επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών ορισμένες πράξεις του οφειλέτη, των οποίων η ανάκληση είναι υποχρεωτική από μόνο το λόγο ότι αυτές διενεργήθηκαν μέσα στην ύποπτη περίοδο, διότι έχουν τα χαρακτηριστικά «ανώμαλης» συναλλαγής (δωρεάς ή αφύσικης καταβολής χρέους), αν ληφθεί υπόψη ότι διενεργούνται μετά την παύση των πληρωμών του οφειλέτη. Οι πράξεις αυτές είναι: α) οι δωρεές και οι χαριστικές γενικά δικαιοπραξίες, καθώς και αυτές στις οποίες η αντιπαροχή που έλαβε ο οφειλέτης ήταν δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τη δική του παροχή, β) η πληρωμή μη ληξιπρόθεσμων χρεών, γ) η «ανώμαλη» πληρωμή ληξιπρόθεσμων χρεών και δ) η σύσταση εμπράγματης ή ενοχικής ασφάλειας προς εξασφάλιση προγενέστερης οφειλής ή νέας σε αντικατάσταση προγενέστερης. Οι πράξεις που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 42 ΠτωχΚ ανακαλούνται, όπως προεκτέθηκε, από μόνο το γεγονός ότι διενεργήθηκαν μέσα στην ύποπτη περίοδο και, επομένως, το δικαστήριο ερευνά μόνο το χρόνο κατά τον οποίο διενεργήθηκε η «πράξη» χωρίς να ασκούν επιρροή άλλα γεγονότα, όπως ο δόλος του οφειλέτη, η καλή πίστη ή η ζημία της ομάδας των πιστωτών, αφού όλες οι πράξεις του άρθρου 42 ΠτωχΚ λογίζονται, και μάλιστα, κατά την ορθότερη άποψη, αμάχητα, ότι είναι επιζήμιες. Το υποχρεωτικό της ανάκλησης ισχύει τόσο για τον σύνδικο, που έχει καθήκον να ζητήσει την ανάκληση των πράξεων αυτών, όσο και για το δικαστήριο, που δεν έχει περιθώρια, αν η «πράξη» έλαβε χώρα κατά την ύποπτη περίοδο, να μην ανακαλέσει. Όπως προαναφέρθηκε, η πρώτη ομάδα των πράξεων υποχρεωτικής ανάκλησης του άρθρου 42 ΠτωχΚ αφορά στις λεγόμενες (με ευρεία έννοια) χαριστικές δικαιοπραξίες και περιλαμβάνει δωρεές και χαριστικές γενικά δικαιοπραξίες, καθώς και αυτές στις οποίες η αντιπαροχή που έλαβε ο οφειλέτης ήταν δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τη δική του παροχή. Η διατύπωση αυτή έχει το ίδιο νόημα με εκείνη του άρθρου 537 του ΕμπΝ, κατά το οποίο ανακλητέα (κατά το νόμο, «άκυρος και άνευ αποτελέσματος») ήταν «πάσα ετεροβαρής πράξις ελαττούσα είτε την κινητήν είτε την ακίνητον του πτωχεύσαντος περιουσίαν…». Πρόκειται για κάθε δικαιοπραξία που οδηγεί σε διάθεση δικαιώματος ή σε δημιουργία ή ενίσχυση χρέους του οφειλέτη και γενικά σε μείωση της περιουσίας του, που γίνεται χωρίς αντάλλαγμα, είτε η δικαιοπραξία αυτή χαρακτηρίζεται από τα μέρη ως δωρεά, είτε λαμβάνει μεν άλλη νομική μορφή, ελλείπει, όμως, το αντάλλαγμα, ή λαμβάνεται μεν αντάλλαγμα, που είναι όμως «δυσανάλογα μικρό» σε σχέση με την παροχή του οφειλέτη. Ειδικά, όσον αφορά στην υποπερίπτωση των δικαιοπραξιών στις οποίες η αντιπαροχή που έλαβε ο οφειλέτης ήταν δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τη δική του παροχή, πρόκειται για δικαιοπραξίες που δεν είναι σαφώς χαριστικές, καθώς υπάρχει πρόβλεψη αντιπαροχής για την παροχή του οφειλέτη, οπότε πρόκειται για επαχθείς δικαιοπραξίες. Επιπλέον, οι δικαιοπραξίες αυτές έχουν το χαρακτήρα αμφοτεροβαρών συμβάσεων, καθώς η «παροχή» και η «αντιπαροχή» βρίσκονται σε ανταλλακτική σχέση, δηλαδή η καθεμία λειτουργεί ως αντιστάθμισμα της άλλης, και σε αλληλεξάρτηση με την έννοια ότι είναι ενταγμένες σε μία ενιαία σύμβαση. Αν δεν υπήρχε η ειδική αυτή ρύθμιση του άρθρου 42 στοιχ. α’ ΠτωχΚ, οι εν λόγω αμφοτεροβαρείς συμβάσεις θα αποτελούσαν αντικείμενο ελέγχου με βάση το άρθρο 43 του ίδιου Κώδικα (πράξεις δυνητικής ανάκλησης), όπου, όμως, οι προϋποθέσεις είναι αυστηρότερες, δεδομένου ότι απαιτείται, επιπροσθέτως, γνώση εκείνου που συναλλάχθηκε με τον οφειλέτη για την παύση των πληρωμών του τελευταίου και απόδειξη από τον σύνδικο ότι η πράξη ήταν επιζήμια για την ομάδα των πιστωτών. Η μοναδική προϋπόθεση για την υπαγωγή των συμβάσεων αυτών στην κατηγορία των υποχρεωτικά ανακλητών δικαιοπραξιών του άρθρου 42 στοιχ. α’ ΠτωχΚ είναι η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής σε βάρος του οφειλέτη. Αυτό μπορεί να συμβεί και στην περίπτωση σύναψης μισθώσεως με εξαιρετικά χαμηλό μίσθωμα. Μια τέτοια δυσαναλογία δεν είναι ικανή να άρει το χαρακτήρα της σύμβασης ως αμφοτεροβαρούς, καθώς κρίσιμο είναι μόνο το υποκειμενικά (κατά τη θεώρηση των συμβαλλομένων) και όχι το αντικειμενικά ισάξιο των παροχών. Το τελευταίο, ήτοι το αντικειμενικά μη ισάξιο των παροχών (δυσανάλογο), ο νόμος χρησιμοποιεί ως κριτήριο υπαγωγής στην υποχρεωτική ανάκληση. Για λόγους προστασίας των συναλλασσομένων και λαμβάνοντας υπόψη ότι η υποχρεωτική ανάκληση δεν συνδέεται με υποκειμενικά στοιχεία από την πλευρά τους, δεν αρκεί να υπάρχει απλά μια διαφορά, ως προς την αξία, μεταξύ των ανταλλασσόμενων παροχών, αλλά η δυσαναλογία αυτή θα πρέπει να έχει τέτοια έκταση που να καθιστά τη συναλλαγή υπέρμετρα επαχθή για τον οφειλέτη, δηλαδή στην ουσία χαριστική, ώστε να είναι δικαιολογημένη η ρυθμιστική εξομοίωση με τις χαριστικές δικαιοπραξίες των υπόψη ανακαλούμενων αμφοτεροβαρών συμβάσεων που εντάχθηκαν στο στοιχ. α’ του άρθρου 42 ΠτωχΚ μαζί με τις δωρεές και τις λοιπές χαριστικές δικαιοπραξίες, αγγίζοντας τα όρια αυτών. Αρμόδιο για τη συζήτηση της αίτησης ανάκλησης (ανακλητικής αγωγής) είναι, κατά τη διάταξη του άρθρ. 48 παρ. 1 ΠτωχΚ, αποκλειστικά το πτωχευτικό δικαστήριο, ήτοι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κύριων συμφερόντων του (άρθρ. 4 παρ. 1-2 και 53), κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 54 παρ. 1). Στην άσκηση της ανακλητικής αξίωσης νομιμοποιείται, κατ’ αρχήν, ο σύνδικος και όχι ο πιστωτής (άρθρ. 48 παρ. 2). Περαιτέρω, τα άρθρα 49 και 50 του ΠτωχΚ προσδιορίζουν τα αποτελέσματα της διατασσόμενης ανάκλησης και, ειδικά, το άρθρο 50 παρ. 2 σε σχέση με την ανάκληση αμφοτεροβαρούς σύμβασης.