Ανακοπή Ερημοδικίας: Ανωτέρα Βία – Έλλειψη επιμέλειας του διαδίκου (Α’ Δημοσίευση)

2220

Τριμελές Εφετείο Πατρών, αρ. απόφασης 320/2017 (Α’ δημοσίευση Legalnews24.gr). Περίληψη: Η ερημοδικία του ανακόπτοντος κατά την ορισθείσα δικάσιμο δεν οφείλεται σε ανυπαίτιο γεγονός εξαιρετικής φύσεως που δεν αναμενόταν και δεν ήταν δυνατόν ν’ αποτραπεί από αυτόν ούτε με μέτρα άκρας επιμελείας συνετού ανθρώπου, αλλά σε λόγους που αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπό του και την έλλειψη της επιμελείας, που όφειλε να επιδεικνύει σχετικά με την ένδικη υπόθεσή του. Αδιάφορη είναι και η αδιαθεσία που επικαλείται ότι υπέστη ο ίδιος το πρωί της επίδικης δικασίμου, δεδομένου ότι ο ανακόπτων όφειλε ήδη από την προηγουμένη τουλάχιστον ημέρα να αναθέσει σε δικηγόρο την εκπροσώπησή του. Ο περαιτέρω ισχυρισμός του ανακόπτοντος περί αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς του συνηγόρου των αντιδίκων του που παρέστη στη δικάσιμο που δικάσθηκε ερήμην δια δηλώσεως του κατ’ άρθρο 242 ΚΠολΔ, ενώ όφειλε να την ανακαλέσει ενόψει της αποχής των δικηγόρων, δεν δημιουργεί επίσης νομικά βάσιμο λόγο παραδοχής της ένδικης ανακοπής. (δικηγόροι: Βασίλειος Γαλανόπουλος, Γεράσιμος Παπαναστασάτος)

Κείμενο Απόφασης:

“Κατά το άρθρο 501 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Στην έννοια της ανώτερης βίας, που συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 152 ΚΠολΔ, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε ανυπαίτιο γεγονός εντελώς εξαιρετικής φύσεως, το οποίο δεν αναμενόταν, ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί από τον διάδικο, ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ανεξάρτητα αν το γεγονός είναι εσωτερικό ή όχι (ΟλΑΠ 29/1992, ΑΠ 219/2016 ΝΟΜΟΣ).

Τέτοιο γεγονός μπορεί να θεωρηθεί και η αιφνίδια βαρεία ασθένεια του διαδίκου ή στενού συγγενικού του προσώπου και η εξαιτίας αυτής αδυναμία παραστάσεως και νομιμοποιήσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Δεν εμπίπτει όμως στην παραπάνω έννοια της ανώτερης βίας η ασθένεια του διαδίκου ή συγγενικού του προσώπου που εμποδίζει αυτόν να παραστεί στο δικαστήριο,  ότανμπορεί να παραστεί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του (ΑΠ 141/2005 ΕλλΔνη 2005.1660, ΑΠ 740/1997 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 3670/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 5732/2002 ΕλλΔνη 2003.1384).

Εξάλλου, αν η ανακοπή ερημοδικίας ασκήθηκε εμπροθέσμως και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 503 παρ. 1 και 505 παρ. 1 ΚΠολΔ) και αν πιθανολογείται ότι είναι βάσιμος ο λόγος που προτάθηκε, τότε το Δικαστήριο εξαφανίζει την ερήμην απόφαση, διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο (άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠολΔ) και αμέσως προχωρεί στην εξέταση της διαφοράς, αφού οι διάδικοι επανέλθουν στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που εξαφανίστηκε. Άλλως, αν δηλαδή η ανακοπή δεν ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ή αν δεν πιθανολογείται η βασιμότητα του λόγου της, το Δικαστήριο απορρίπτει την ανακοπή και διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 509 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις αυτές και με στόχο την ταχύτητα στην απονομή της Δικαιοσύνης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο αποφαίνεται για την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου της ανακοπής ερημοδικίας αμέσως, με την ίδια απόφαση με την οποία θα κρίνει και το τυπικά παραδεκτό και νόμω βάσιμο της ανακοπής, αρκούμενο σε πιθανολόγηση, το δε ελάττωμα της κλητεύσεως ή η ύπαρξη του περιστατικού ανώτερης βίας, που προκάλεσαν την ερημοδικία του ανακόπτοντος, θα διαγνωσθούν με βάση τα στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν προαποδεικτικώς οι διάδικοι (ΕφΔωδ 111/2004, ΕφΔωδ 274/2004 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 5732/2002 ΕλλΔνη 44,1384, ΕφΘεσ 184/1999 ΕλλΔνη 40,1389).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο της ανακοπής του ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η απουσία του κατά τη δικάσιμο της 13ης-10-2011 του παρόντος δικαστηρίου, οπότε συζητήθηκαν ερήμην του η έφεσή του και η έφεση των ήδη καθ’ ων η ανακοπή αντιδίκων του κατά της με

αριθμό 52/2009 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, οφείλεται σε ανωτέρα βία, συνιστάμενη στο ότι η μεν πληρεξούσια δικηγόρος του …, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, συμμετείχε σε πανελλαδική αποχή δικηγόρων και δεν μετέβη στην Πάτρα προκειμένου να παρασταθεί ενώπιον του δικαστηρίου τούτου αλλά προέτρεψε τον ίδιο τον ανακόπτοντα να μεταβεί στην Πάτρα και να ανεύρει άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο να αναθέσει να επιμεληθεί της αναβολής ή της ματαιώσεως της συζητήσεως των δύο συνεκδικαζομένων αντίθετων εφέσεων κατά της προαναφερομένης πρωτόδικης αποφάσεως, ο ίδιος δε ο ανακόπτων δεν μπόρεσε να παραστεί ενώπιον του Εφετείου ούτε να αναθέσει εγκαίρως την υπόθεσή του σε άλλον πληρεξούσιο διότι λόγω επεισοδίου ιλίγγου που υπέστη κατέληξε στο Π.Γ.Ν. Πατρών, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος των καθ’ ων η ανακοπή είχε προκαταθέσει προτάσεις και δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την οποία δεν ανακάλεσε ως όφειλε δεοντολογικά.

Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο ανακόπτων για να δικαιολογήσει τη μη εμφάνισή του στο Δικαστήριο και τη συνακόλουθη ερημοδικία του και αληθή υποτιθέμενα, δεν μπορούν να θεμελιώσουν τον εκ μέρους του επικαλούμενο λόγο ανωτέρας βίας κατά την έννοια που διαλαμβάνεται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη. Με βάση τα ως άνω περιστατικά η ερημοδικία του ανακόπτοντος κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 13ης-10-2011 δεν οφείλεται σε ανυπαίτιο γεγονός εξαιρετικής φύσεως που δεν αναμενόταν και δεν ήταν δυνατόν ν’ αποτραπεί από αυτόν ούτε με μέτρα άκρας επιμελείας συνετού ανθρώπου, αλλά σε λόγους που αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπό του και την έλλειψη της επιμελείας, που όφειλε να επιδεικνύει σχετικά με την ένδικη υπόθεσή του.

Και τούτο γιατί τα γεγονότα που επικαλείται δεν τον παρεμπόδιζαν να παραστεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και να υποστηρίξει την έφεσή του ή να ζητήσει την αναβολή της συζητήσεως αυτής διά της πληρεξουσίου δικηγόρου του ή συναδέλφου αυτής στην Πάτρα, τους οποίους μπορούσε να ειδοποιήσει σχετικώς ακόμα και τηλεφωνικά, χωρίς να είναι απαραίτητη η παρουσία του ίδιου ως διαδίκου ενώπιον του Δικαστηρίου.

Για τον ίδιο λόγο αδιάφορη είναι και η αδιαθεσία που επικαλείται ότι υπέστη ο ίδιος το πρωί της επίδικης δικασίμου, δεδομένου ότι ο ανακόπτων όφειλε ήδη από την προηγουμένη τουλάχιστον ημέρα να αναθέσει σε δικηγόρο την εκπροσώπησή του, σε κάθε δε περίπτωση δεν προέκυψε ούτε ο ακριβής χρόνος που έλαβε χώρα το περιστατικό ιλίγγου που υπέστη και η συνεπεία αυτού— προσέλευσή του στο Νοσοκομείο, ώστε να κριθεί εάν όντως δεν μπορούσε να ανεύρει δικηγόρο έστω και πριν την έναρξη της διαδικασίας στο ακροατήριο.

Ο περαιτέρω ισχυρισμός του ανακόπτοντος περί αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς του συνηγόρου των αντιδίκων του που παρέστη στη δικάσιμο που δικάσθηκε ερήμην δια δηλώσεως του κατ’ άρθρο 242 ΚΠολΔ, ενώ όφειλε να την ανακαλέσει ενόψει της αποχής των δικηγόρων, δεν δημιουργεί επίσης νομικά βάσιμο λόγο παραδοχής της ένδικης ανακοπής, αφενός μεν διότι οι καθ’ ων η ανακοπή άσκησαν δικαιώματα προβλεπόμενα από το νόμο και αφετέρου διότι η κατά τον άνω τρόπο παράστασή τους στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση των αντίθετων εφέσεων δεν αποτελούσε παρακωλυτικό στοιχείο να ζητηθεί εκ μέρους του ανακόπτοντος η αναβολή της υποθέσεως, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 εδ. στ’ ΚΠολΔ, όταν διάδικος παρίσταται με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου, το Δικαστήριο, αν προβάλλονται παρ’ άλλου διαδίκου διαδικαστικοί ισχυρισμοί, μπορεί ν’ αναβάλει την υπόθεση σε σύντομη δικάσιμο με πρακτικό στο οποίο καταχωρίζονται και οι ισχυρισμοί αυτοί.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο ως άνω μοναδικός λόγος της ένδικης ανακοπής ως νόμω αβάσιμος και η τελευταία στο σύνολό της, καθώς και να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο κατά την διάταξη του άρθρου 509 εδ. β’ του ΚΠολΔ. Σε βάρος του ανακόπτοντος πρέπει να επιβληθούν λόγω της ήττας του και της απορρίψεως του ενδίκου μέσου που άσκησε τα δικαστικό έξοδα των καθών η ανακοπή, δεκτού γενομένου του σχετικού αιτήματος των τελευταίων ως νόμω (άρθρα 176, 183 και 191 παρ 2 του ΚΠολΔ) και ουσία βάσιμου, όπως ορίζεται ειδικότερα κατωτέρω στο διατακτικό”.