ΑΠ 736/2017: Eπισημείωση του χρόνου επιδόσεως επί του επιδοθέντος εγγράφου και νομιμότητα διαδικαστικών ενεργειών που ερείδονται σ’ αυτή

973

Σχόλιο Β. Μπουκουβάλα (Πρωτοδίκη Δ.Δ.-Δ.Ν.) στην 736/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου

Σχόλιο στην 736/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου: επισημείωση του χρόνου επιδόσεως επί του επιδοθέντος εγγράφου και νομιμότητα διαδικαστικών ενεργειών που ερείδονται σ’ αυτή. Η σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία και τα εγγενή της όρια. Νομολογία Α.Π. και ΣτΕ

Β. Μπουκουβάλα, Πρωτοδίκης Δ.Δ.-Δ.Ν. (ddikastes.gr)

Στην 736/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου (Α.Π.) το δικαστήριο ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου 139 παρ.3 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές: «Όποιος ενεργεί την επίδοση σημειώνει επάνω στο επιδιδόμενο έγγραφο την ημέρα και την ώρα της επίδοσης και υπογράφει. Η σημείωση αυτή αποτελεί απόδειξη υπέρ εκείνου προς τον οποίο έγινε η επίδοση. Αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην έκθεση της επίδοσης και στη σημείωση υπερισχύει η έκθεση».

Οι ανωτέρω διατάξεις ρυθμίζουν το ζήτημα της απόδειξης του χρόνου επιδόσεως, μεταξύ άλλων, των δικογράφων ή των δικαστικών αποφάσεων που επιδίδονται σύμφωνα με τον ΚΠολΔ.

Ερμηνεύοντας αυτοτελώς κάθε μία από τις εν λόγω διατάξεις, διαπιστώνουμε ότι διαπλάθουμε τρεις διακριτούς κανόνες:

α. το όργανο επίδοσης σημειώνει επί του εγγράφου που επιδίδει υποχρεωτικά την ημέρα και ώρα επίδοσης και θέτει επ’ αυτού την υπογραφή του, βεβαιώνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο τον χρόνο της επιδόσεως του εγγράφου,

β. η ανωτέρω σημείωση δημιουργεί απόδειξη, η οποία, όμως, ενεργεί μόνον υπέρ του προσώπου προς το οποίο έγινε η επίδοση,

γ. αν υπάρχει, πάντως, διαφορά μεταξύ του χρόνου επιδόσεως που αναγράφεται στην έκθεση επίδοσης που συντάσσει το επιδίδον όργανο και αυτής που αναφέρεται στη σχετική επισημείωση που θέτει επί του επιδιδόμενου εγγράφου, υπερισχύει η πρώτη.

Ας φανταστούμε την περίπτωση, όπου ο δικαστικός επιμελητής επιδίδει δικαστική απόφαση που προσβάλλεται με ένδικο μέσο εντός ορισμένης προθεσμίας. Στην απόφαση που επιδόθηκε στον διάδικο σημείωσε την ημερομηνία επιδόσεως, αλλά στη σχετική έκθεση επιδόσεως που συνέταξε, κατέγραψε διαφορετική ημερομηνία από αυτή της εν λόγω επισημειώσεως, και δη μεταγενέστερη. Εν προκειμένω, ας υποθέσουμε ότι ο διάδικος άσκησε το ένδικο μέσο εμπροθέσμως με ημερομηνία εκκίνησης της προθεσμίας αυτή που αναφέρεται στην επισημείωση επί της απόφασης, αλλά, εκπροθέσμως, με ημερομηνία έναρξης της προθεσμίας αυτή που αναγράφεται στην έκθεση επιδόσεως. Αν εφαρμόσουμε τη διάταξη του άρθρου 139 παρ.2 εδ.β ́ του ΚΠολΔ το ένδικο μέσο έχει ασκηθεί εμπροθέσμως, διότι λειτουργεί η απόδειξη που θέτει η επισημείωση επί του επιδιδόμενου εγγράφου υπέρ του προς ον η επίδοση προσώπου. Αν εφαρμόσουμε, όμως, τη διάταξη του επόμενου εδαφίου του ίδιου άρθρου και Κώδικα, τότε υπερτερεί η ημερομηνία επίδοσης που αναγράφεται στην έκθεση επιδόσεως, κι ως εκ τούτου, το ένδικο μέσο έχει ασκηθεί εκπροθέσμως. Επομένως, τίθεται ένα ερμηνευτικό ζήτημα από την εφαρμογή δύο διατάξεων που συρρέουν μεταξύ τους, αφού καλύπτονται από το προπεριγραφόμενο πραγματικό, αλλά αδυνατούν να εφαρμοστούν ταυτόχρονα, γιατί προβλέπουν διαφορετικές έννομες συνέπειες.

Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι η διάταξη του εδ. ́γ του άρθρου 139 παρ.3 του ΚΠολΔ, μεμονωμένα ερμηνευόμενη, είναι μονοσήμαντη, δηλαδή διαπλάθεται, καταρχήν, από αυτή ένα και μόνο νόημα. Τίθεται, επομένως, το ερμηνευτικό ερώτημα, αν αυτή επιτρέπει μεθοδολογικά ελεγκτούς χειρισμούς για την ανεύρεση του αληθούς νοήματός της. Αν αυτή ερμηνευτεί συστηματικά με τη διάταξη του εδ.β ́ μπορεί να διαπλαστεί ένα διαφορετικό νόημα;

Πράγματι, αν ερμηνεύσουμε συστηματικά τις δύο ανωτέρω διατάξεις, προκειμένου η πρώτη να μην παραγκωνίζεται από τη δεύτερη, πρέπει να καταλήξουμε στον κανόνα ότι η ημερομηνία που τέθηκε στην έκθεση επιδόσεως υπερισχύει αυτής που αναφέρεται στην επισημείωση του δικαστικού επιμελητή επί του επιδιδόμενου εγγράφου, μόνον αν ωφελεί τον διάδικο προς τον οποίο έγινε η επίδοση. Αντίθετα, αν δεν τον ωφελεί, τότε η ημερομηνία που αναφέρεται στην επισημείωση δημιουργεί απόδειξη.

Η ανωτέρω ερμηνεία διασώζει το κανονιστικό περιεχόμενο και των δύο διατάξεων. Επιπλέον, η διάταξη του άρθρου 139 παρ.2 εδ.β ́ τέθηκε από τον νομοθέτη με σκοπό να προστατεύσει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του προς ον η επίδοση προσώπου, το οποίο από την ημερομηνία επιδόσεως της αποφάσεως, που αποδεικνύεται από τη σχετική επισημείωση, υπολογίζει την προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου που προτίθεται να ασκήσει. Όπως γράφει ο Μπέης «….ο παραλήπτης της επίδοσης δικαιούται να εμπιστευθεί την ημερομηνία που αναγράφει ως χρόνο επίδοσης η επισημείωση του δικαστικού επιμελητή πάνω στο διαδικαστικό έγγραφο που του επέδωσε. Αν η δικονομία δεν προσδίδει δεσμευτικότητα σ’ αυτήν την κατάσταση εμπιστοσύνης, που δημιουργήθηκε με τις ενέργειες αρμόδιου δημόσιου λειτουργού, όπως είναι ο δικαστικός επιμελητής, ως επικουρικό όργανο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του κράτους, τότε ασφαλώς παραβιάζεται η αρχή της δίκαιης δίκης, την οποία πανηγυρικώς καθιερώνουν τα άρθρα 6 § 1 ευρΣΔΑ και 14 § 1 ΣυμφΟΗΕ1». Υπ’ αυτή την έννοια, η ανωτέρω ερμηνεία του άρθρου 139 παρ.2 εδ.γ ́ επιτάσσεται και από την τελολογική ερμηνεία, αφού με την ερμηνευτική αυτή επιλογή προωθείται και εκπληρώνεται ο σκοπός του νόμου. Εν προκειμένω, δε, πρόκειται για τελολογική συστολή του γράμματος της διατάξεως του εδ.γ ́, προκειμένου να εκπληρωθεί ο σκοπός του νόμου.

Μ’ αυτή τη λογική, αρχικώς, στην 506/1998 απόφαση του Α.Π. κρίθηκε ότι πρέπει ο ερμηνευτής να προβεί σε τελολογική συστολή της διατάξεως του άρθρου 139 παρ.3.εδ.γ ́του ΚΠολΔ. Και τούτο, διότι «σκοπός της επιδόσεως με όργανα εντεταλμένα προς τούτο που ασκούν δημόσια λειτουργία είναι η επίσημη και ασφαλής γνώση αυτού προς τον οποίο γίνεται η επίδοση του χρόνου επιδόσεως, προκειμένου να υπολογίσει τον χρόνο προς ενέργεια διαδικαστικών πράξεων». Το δικαστήριο κατέληξε ότι «σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ της ανωτέρω σημειώσεως και της εκθέσεως του δικαστικού επιμελητή (αντίγραφο της οποίας δεν παραδίδεται στο λήπτη του εγγράφου) η χρονολογία της εκθέσεως υπερισχύει έναντι εκείνης της επισημειώσεως μόνον εφόσον ωφελεί αυτόν προς τον οποίο έγινε η επίδοση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση ως βάση υπολογισμού της προθεσμίας πρέπει να λαμβάνεται η χρονολογία της επισημειώσεως στο επιδιδόμενο έγγραφο».

Το δικαστήριο, όμως, στην ανωτέρω απόφαση, δεν αρκέστηκε στη συστηματική και τελολογική ερμηνεία. Επειδή, εν προκειμένω, προτείνονται δύο εναλλακτικές ερμηνευτικές εκδοχές για την ερμηνεία της διατάξεως (άρθρο 139 παρ.3 εδ.γ ́ του ΚΠολΔ), η μία που υποστηρίζεται από την αυστηρή γραμματική ερμηνεία, και η άλλη που στηρίζεται στη συστηματική ερμηνεία της διατάξεως με άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου και στον σκοπό της, το δικαστήριο φρόντισε να επιρρώσει τη μεθοδολογική του επιλογή με τη σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία της διατάξεως. Έτσι, το δικαστήριο έκρινε ότι η ανωτέρω ερμηνευτική εκδοχή προστατεύει πλήρως εν προκειμένω το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του διαδίκου, σύμφωνα με το άρθρο 20 του Συντάγματος, αφού μόνον έτσι διασφαλίζεται πλήρως η δυνατότητα του λαβόντος το έγγραφο να ασκήσει παραδεκτώς το υπό προθεσμία δικαίωμά του προς άσκηση του ενδίκου μέσου, υπό το φως του οποίου, η ανωτέρω διάταξη πρέπει να ερμηνευτεί.

Το δικαστήριο τόνισε ότι μεταξύ των δύο ερμηνειών πρέπει να επιλέξει αυτή που είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, ανάγοντας τη σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνευτική εκδοχή ως κριτήριο ορθότητας για την επιλογή της αληθούς ερμηνευτικής εκδοχής εν προκειμένω.

Το δικαστήριο δεν ανέφερε στην απόφασή του ότι η αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα ήταν αντισυνταγματική, χωρίς τούτο να αναιρεί ότι προέβη σε σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία, αφού, πάντα, στην ερμηνεία αυτή, υποκρύπτεται μία άλλη ερμηνευτική εκδοχή, την οποία, αν επέλεγε ο ερμηνευτής, θα καθίστατο η διάταξη αντισυνταγματική2.

Στη σχολιαζόμενη απόφαση το δικαστήριο προχώρησε ένα ακόμη βήμα. Αφού παρέθεσε την προαναφερόμενη νομολογία κατέληξε ότι η παράλειψη του δικαστικού επιμελητή να σημειώσει τον χρόνο επιδόσεως στο επιδοθέν έγγραφο, μπορεί να καταστήσει άκυρη την επίδοση με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, όπως συμβαίνει, όταν η εν λόγω παράλειψη αποτέλεσε την αιτία δημιουργίας πλάνης στον παραλήπτη για τον χρόνο έναρξης προθεσμίας διαδικαστικής πράξης, με αποτέλεσμα τη ματαίωση νόμιμης διαδικαστικής ενέργειας.

Στην προκείμενη περίπτωση, επί ανακοπής κατά πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσεως δημοσίου κτήματος, πρωτοδίκως, ο καθού η ανακοπή προέβαλε ότι το ένδικο βοήθημα ασκήθηκε εκπροθέσμως, διότι από τον χρόνο επιδόσεως που αναγράφετο στην έκθεση επιδόσεως έως την άσκηση της ανακοπής είχε παρέλθει η προβλεπόμενη εκ του νόμου προθεσμία. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, διότι δεν είχε τεθεί στο επιδοθέν έγγραφο ενυπογράφως σχετική σημείωση περί του χρόνου επιδόσεως από το επιδίδον όργανο, η δε παράλειψη αυτή καθιστά την επίδοση άκυρη, διότι η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη παραπλανήθηκε για τον χρόνο της επίδοσης από τον οποίο αρχίζει η προθεσμία του μηνός για την άσκηση της ανακοπής. Ο ισχυρισμός αυτός επανήλθε με την αίτηση αναιρέσεως, απορρίφθηκε, όμως, από το δικαστήριο ως αλυσιτελής, διότι ο αναιρεσείων δεν είχε επικαλεστεί με την έφεση που άσκησε κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως ταυτόχρονα με τον ισχυρισμό περί εκπροθέσμου άσκησης του ένδικου βοηθήματος ότι η ανακόπτουσα δεν παραπλανήθηκε για τον χρόνο επιδόσεως του εγγράφου, εξαιτίας της παράλειψης αυτής.

Ωστόσο, διαφορετικά αντιμετωπίζονται τα παραπάνω ζητήματα στη νομολογία του ΣτΕ. Με την 1284/2003 απόφαση του ΣτΕ κρίθηκε κατά πλειοψηφία ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 56 παρ. 4 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), η οποία ορίζει ότι «σε περίπτωση διαφοράς ανάμεσα στην έκθεση και στη σημείωση, επικρατεί η ημέρα και ώρα που μνημονεύονται στην έκθεση», η επισημείωση του οργάνου της επιδόσεως στο επιδοθέν αντίγραφο της αποφάσεως δεν μπορεί να κατισχύσει της εκθέσεως επιδόσεως.

Το δικαστήριο δηλαδή ερμήνευσε την ανωτέρω μονοσήμαντη διάταξη και διέπλασε το νόημά της σύμφωνα με τη γραμματική της ερμηνεία. Και τούτο, διότι στο άρθρο 56 του Κ.Δ.Δ. δεν υπάρχει αντίστοιχη διάταξη μ’ αυτή του ΚΠολΔ που να ορίζει ότι η ημερομηνία επιδόσεως που αναγράφεται στο επιδοθέν έγγραφο δημιουργεί απόδειξη υπέρ του προς ον η επίδοση προσώπου. Αντίθετα, το δικαστήριο κλήθηκε να ερμηνεύσει τη μονοσήμαντη διάταξη του άρθρου 56 παρ.4 του Κ.Δ.Δ., που ενόψει της μονοσημαντότητάς της, δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί σύμφωνα με το Σύνταγμα, προκειμένου να διαπλάσσει ο ερμηνευτής ένα άλλο νόημα από αυτή. Πάντως, στην ίδια απόφαση διατυπώθηκε και μειοψηφία, η οποία ακολούθησε την ως άνω ερμηνεία του Α.Π.

Το ζήτημα τελικώς παραπέμφθηκε στην επταμελή σύνθεση, η οποία με την 118/2005 απόφασή της υιοθέτησε την άποψη της πλειοψηφίας.

Μεταγενεστέρως, επί του ζητήματος αυτού εκδόθηκε η 3193/2007 απόφαση του ΣτΕ, με την οποία κρίθηκε ότι η επισημείωση επί του επιδοθέντος αντιγράφου της αποφάσεως δεν δύναται να κατισχύσει της αναφερομένης στην έκθεση επιδόσεως ημερομηνίας, δεδομένου ότι, προς την ημερομηνία αυτή, το έγκυρο αποδεικτικό επιδόσεως αποτελεί δημόσιο έγγραφο που παρέχει πλήρη απόδειξη και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί παρά μόνο αν προσβληθεί για πλαστότητα, απέρριψε δε χωρίς ειδικότερη αιτιολογία ως αβάσιμο τον ισχυρισμό περί του ότι η ερμηνεία αυτή αντίκειται στο άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος3.

Τέλος, με την με αριθμό 3201/2006 απόφαση του ΣτΕ κρίθηκε σε αντίθεση προς τη σχολιαζόμενη απόφαση του Α.Π. ότι ο χρόνος επίδοσης προκύπτει από τη σχετική έκθεση επίδοσης, η οποία αποτελεί το αποκλειστικό αποδεικτικό στοιχείο περί του γεγονότος αυτού, η παράλειψη δε του οργάνου που διενεργεί την επίδοση να σημειώσει και να βεβαιώσει στο επιδιδόμενο έγγραφο την ημέρα και την ώρα της επίδοσης δεν ασκεί καμιά επιρροή στο κύρος της4.

  • 1.http://www.kostasbeys.gr/articles.php?s=5&mid=1479&mnu=3&id=19053
  • 2.Για όλα αυτά, βλ. Β.ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑ, Η σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία των νόμων και ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας, μονογραφία διατριβής, υπό δημοσίευση.
  • 3.ΣτΕ 3642/1994, 5485/1996, 227/2001.
  • 4.ΣτΕ 759/1978, 503/1983, 4790/1988.