Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου – 103 χρόνια οδύνης και πένθους (εικόνες)

1073

Μία μέρα οδύνης, πόνου και πένθους. Αλλά και μία μέρα μνήμης και τιμής. Μία μέρα διδαχής για το παρόν και το μέλλον. Η 19η Μαΐου είναι η «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό Πόντο», της δεύτερης μεγάλης γενοκτονίας του αιώνα μας.

Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου αναφέρεται σε σφαγές και εκτοπισμούς εναντίον ελληνικών πληθυσμών στην περιοχή του Πόντου, που πραγματοποιήθηκαν από το κίνημα των Νεότουρκων κατά την περίοδο 1914-1923Εκτιμάται ότι στοίχισε τη ζωή περίπου 326.000-382.000 Ελλήνων. Οι επιζώντες κατέφυγαν στον Άνω Πόντο (στην ΕΣΣΔ) και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922, στην Ελλάδα. Τα γεγονότα αυτά αναγνωρίζονται επισήμως ως γενοκτονία από το ελληνικό κράτος, τη Γερμανία, την Κύπρο, την Αρμενία, την Σουηδία, ορισμένες ομοσπονδιακές δημοκρατίες της Ρωσίας, οκτώ πολιτείες των ΗΠΑ, την Αυστραλία, την Αυστρία, την Ολλανδία, αλλά και από διεθνείς οργανισμούς, όπως η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών.

Θεωρείται τμήμα της Γενοκτονίας του Ελληνισμού της Ανατολής. Η γενοκτονία έγινε από την κυβέρνηση των Νεότουρκων. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν ήταν η εκτόπιση, η εξάντληση στις κακουχίες, τα βασανιστήρια, η πείνα και η δίψα και πορείες θανάτου στην έρημο.

Η διεθνής βιβλιογραφία και τα κρατικά αρχεία πολλών χωρών εμπεριέχουν πλήθος μαρτυριών για τη γενοκτονία που διαπράχθηκε κατά των Ποντίων κατοίκων της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η γενοκτονία πραγματοποιήθηκε παράλληλα με γενοκτονίες εις βάρος και άλλων πληθυσμών, δηλαδή των Αρμενίων και των Ασσυρίων, με αποτέλεσμα ορισμένοι ερευνητές να θεωρήσουν τις επιμέρους διώξεις ως τμήματα μιας ενιαίας γενοκτονικής πολιτικής.

Κατόπιν εισήγησης του τότε πρωθυπουργού, Ανδρέα Παπανδρέουη Βουλή των Ελλήνων αναγνώρισε τη γενοκτονία το 1994 και ψήφισε την ανακήρυξη της 19ης Μαϊου ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό Πόντο»Το 1998 η Βουλή ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 14ης Σεπτεμβρίου ως «ημέρα εθνικής μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος».

Ιστορικό

Η διαδικασία εξόντωσης των ελληνικών πληθυσμών του Πόντου διακρίνεται ιστορικά σε τρεις συνεχόμενες φάσεις: από την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ως την κατάληψη της Τραπεζούντας από τον ρωσικό στρατό (1914-1916), η δεύτερη τελειώνει με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1916-1918) και η τελευταία ολοκληρώνεται με την εφαρμογή του Συμφώνου για την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας (1918-1923).

Α’ – Β’ φάση

Το κύμα μαζικών διώξεων ξεκίνησε στον Πόντο με την μορφή εκτοπίσεων το 1915. Η τουρκική ήττα κατά τον ρωσσο-τουρκικό πόλεμο στην περιοχή, στο Σαρικαμίς στην βόρεια περιοχή της Μικράς Ασίας το 1915, αποδόθηκε στους Έλληνες που υπηρετούσαν στον οθωμανικό στρατό. Ως συνέπεια αυτού, όλοι οι στρατολογημένοι Πόντιοι εξαναγκάστηκαν σε στρατολόγηση στα τάγματα εργασίας. Έτσι δεν άργησαν να εκδηλώνονται κύματα λιποταξίας, με τον κόσμο να καταφεύγει στα βουνά. Μάλιστα στην επαρχία Κερασούντας, για αυτό τον λόγο, κάηκαν 88 χωριά ολοσχερώς μέσα σε τρεις μήνεςΟι Έλληνες της επαρχίας, περίπου 30.000, αναγκάστηκαν να διανύσουν, πεζοί, πορεία προς την Άγκυρα κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Αναπόφευκτα το ένα τέταρτο αυτών πέθαναν καθ’ οδόν.

Οι εκτοπίσεις συνεχίζονταν ακατάπαυστα και κατά την εποχή που τα ρωσικά στρατεύματα εισήλθαν στην Τραπεζούντα στις αρχές του 1916. Ιδιαίτερα με το πρόσχημα ότι οι Πόντιοι υποστήριζαν τις κινήσεις των Ρώσων, μεγάλος αριθμός κατοίκων από τις περιοχές της Σινώπης και της Κερασούντας εκτοπίστηκαν στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας. Σημειώθηκαν επίσης και εξαναγκαστικοί εξισλαμισμοί γυναικών.

Οι διώξεις προκάλεσαν τη δημιουργία θυλάκων αντίστασης από τους Πόντιους. Τελικά οι διώξεις εντάθηκαν με την έκδοση διατάγματος, τον Δεκέμβριο του 1916, που προέβλεπε την εξορία όλων των ανδρών από 18 ως 40 ετών και τη μεταφορά των γυναικόπαιδων στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Η εφαρμογή αυτού του μέτρου ξεκίνησε από την Άνω Αμισό και στην Μπάφρα. Στην επαρχία Αμάσειας 72.375 Έλληνες, από τους συνολικά 136,768, εκτοπίστηκαν, από τους οποίους το 70% πέθανε από τις κακουχίες. Πολλοί Πόντιοι θέλησαν να αντισταθούν οργανώνοντας, στις ορεινές εκτάσεις του Πόντου, αντάρτικα εναντίον του τακτικού στρατού, όπως στη Σάντα.

Στον Άγιο Γεώργιο Πατλάμ της Κερασούντας είχαν συγκεντρωθεί 3.000 Έλληνες, οι οποίοι έγκλειστοι και σε συνθήκες ασιτίας από τις οθωμανικές αρχές, βρήκαν αργό θάνατοΚατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου εξορίστηκαν συνολικά 235.000 Πόντιοι, ενώ 80.000 μετανάστευσαν στη Ρωσία. Ταυτόχρονα όμως, λιγότερο έντονες ήταν οι διώξεις που υπέστησαν, τότε, οι Έλληνες του ανατολικού Πόντου, στην περιοχή της Τραπεζούντας, κυρίως λόγω της ικανότητας του μητροπολίτη Χρύσανθου να συνδιαλλάσσεται με τις τοπικές αρχές, αλλά και από το γεγονός ότι από τον Απρίλιο του 1916 η περιοχή καταλήφθηκε από τον ρωσικό στρατό.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του επίσκοπου Τραπεζούντας, ο αριθμός των θυμάτων αυτών των πολιτικών ανήλθε, για εκείνο το διάστημα, σε 100.000 περίπου. Δεν έπαψαν και οι διαμαρτυρίες από αυστριακούς και αμερικανούς διπλωμάτες κατά της οθωμανικής κυβέρνησης.

Γ’ φάση

Ύστερα από την συνθηκολόγηση της Ρωσίας και την απόσυρση του ρωσικού στρατού από την περιοχή, εντάθηκαν οι διώξεις στην περιοχήΜε την άφιξη του Κεμάλ Ατατούρκ, τον Μάιο του 1919, στην περιοχή και την έξαρση του κινήματός του εντάθηκε η δράση ατάκτων ομάδων (τσετών) κατά των χριστιανικών πληθυσμών.

Στις 29 Μαΐου, ο Κεμάλ ανέθεσε στον τσέτη, Τοπάλ Οσμάν, την επιχείρηση για τη διενέργεια μαζικών επιχειρήσεων κατά του τοπικού πληθυσμού. Σε αυτό το πλαίσιο, πραγματοποιήθηκαν οι σφαγές και οι εκτοπίσεις των Ελλήνων στη Σαμψούντα και σε 394 χωριά της περιοχής, κατοικημένα από ελληνικούς πληθυσμούς. Σχετικές αναφορές έχουν καταγραφεί από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, καθώς και από τον αμερικανό πρέσβη, Χένρυ Μοργκεντάου.

Μεταξύ Φεβρουαρίου και Αυγούστου 1920 πραγματοποιήθηκε η πυρπόληση της Μπάφρας και η μαζική εξόντωση των 6.000 Ελλήνων που είχαν σπεύσει να βρουν προστασία στις εκκλησίες της περιοχής. Συνολικά από τους 25.000 Έλληνες που ζούσαν στις περιοχές της Μπάφρας και του Ααζάμ, το 90% δολοφονήθηκε, ενώ από τους υπόλοιπους, οι περισσότεροι εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας.

Οι προύχοντες και οι προσωπικότητες του πνεύματος, συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο από τα αποκαλούμενα «Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας» στην Αμάσεια, κατά τον Σεπτέμβριο του 1921. Παράλληλα, σημειώνονταν και εξαναγκαστικές αποσπάσεις νεαρών κοριτσιών και αγοριών από τις οικογένειές του, τα οποία δίνονταν για τα χαρέμια των εύπορων Τούρκων.

Η σφαγή των νηπίων της Σάντας

«Έναν μαύρον ημέραν εκούιξεν εις απες σο σπέλ’: Οι μανάδες ντο έχ’νε μικρά μωρά να εβγαίνε οξιοκά ασο σπέλ’». Μία μάνα διηγείται ότι μια μαύρη μέρα ένας φώναξε όσες είχαν μικρά παιδιά να βγουν έξω από τη σπηλιά…

Έτσι ξεκινάει η Ελένη Νυμφοπούλου-Παυλίδου να «ντύνει» με λόγια μία από τις πιο τραγικές στιγμές της Γενοκτονίας των Ποντίων. Συμπρωταγωνιστής στην αφήγηση ο οπλαρχηγός Ευκλείδης. Ο αδερφός του, Κώστας Κουρτίδης, θα γράψει στο ημερολόγιό του για την νύχτα της 10ης προς 11η Σεπτεμβρίου 1921: «Πολλά παιδιά τότες, επειδή αι γυναίκες των δεν μπορούσαν να σταματήσουν τας φωνάς των παιδιών τους, και μη θέλοντας να χωρισθούν εξ ημών, τα σκότωσαν και τα άφησαν επί τόπου».

Την ιστορία των νηπίων που θυσιάστηκαν από τις ίδιες τους τις μάνες ώστε μη μαρτυρήσουν άθελά τους το σημείο όπου κρύβονταν περίπου 300 Σανταίοι, αφηγείται ο Τάκης Βαμβακίδης. Τη μουσική έγραψε ο Δημήτρης Πιπερίδης, ο οποίος παίζει και λύρα.

Αγχόνες στην Αμάσεια – Γιατί ονομάστηκαν έτσι τα «Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας»

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Τοπάλ Οσμάν» του Γεώργιου Λαμψίδη:

«Στον “εθνικόν όρκον” (μισάκι-μιλί) που εψήφισε το Συνέδριο της Σεβαστείας του Κεμάλ (Ιούλιος 1919), η λέξη “Ανεξαρτησία” ήταν σε κάθε γραμμή του. Ήθελαν οι οπαδοί του Κεμάλ να διώξουν τις συμμαχικές δυνάμεις που κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη και τα άλλα τουρκικά εδάφη, να διώξουν τον ελληνικό στρατό από τη Μικρασία και να ξεκαθαρίσουν την Τουρκία από τα ξένα στοιχεία που κατέλυαν την… ανεξαρτησία της.

Από πρώτη άποψη το ενδιαφέρον ενός ειρηνικού και φιλήσυχου λαού για την ανεξαρτησία του είναι θεμιτό και δίκαιο αίτημα, όταν, φυσικά, δυναστεύεται από ξένες δυνάμεις και συμφέροντα. Αλλά η Τουρκία διεξήγαγε με τη Γερμανία και τη Βουλγαρία έναν αιματηρό πόλεμο, προκάλεσε καταστροφές και συμφορές, προέβη σε ανήκουστες σφαγές Αρμενίων και Ελλήνων, εξετόπισε ειρηνικούς πληθυσμούς, άφησε να αναφανούν και να δράσουν όλα τα εγκληματικά, άτακτα στοιχεία, έσυρε έναν λαό, τους Έλληνες, στο θάνατο, στον λευκό θάνατο. Και όταν οι νικητές ήλθαν να επιβάλουν τους όρους της Ανακωχής και της ειρήνης σ’ αυτό το κράτος, που ποτέ δεν σεβάστηκε τον διεθνή νόμο, τότε ξεπήδησε ένα κίνημα… ανεξαρτησίας, σαν τον εγκληματία που καταδικάζεται σε φυλάκιση για τα εγκλήματά του και φωνάζει “υπέρ των δικαιωμάτων της ελευθερίας του ατόμου”.

Αλλά στη διεθνή πολιτική το πιο δίκαιο αίτημα είναι το δίκαιο των “τετελεσμένων γεγονότων”. Και απ’ αυτήν την άποψη, ο Κεμάλ έφερε τις Δυνάμεις προ των τετελεσμένων γεγονότων με τη βοήθεια της νεοπαγούς ρωσικής επαναστάσεως, η οποία, βασισμένη στο αφηρημένο και καλουπαρισμένο λενινιστικό δόγμα ότι “με κάθε θυσία πρέπει να χτυπηθή ο ιμπεριαλισμός συμμαχώντας και με τον διάβολο”, έδωσε τα χέρια της και τη βοήθειά της στους φίλους της ανεξαρτησίας, στους Τούρκους.

Η συμμαχία της εκείνη, η βρωμερή και επονείδιστος, ανάγεται ασφαλώς στην “παιδική αρρώστια” του κομμουνισμού, ή στις παιδαριωδίες των πρώτων δογματιστών που τα πάντα τα εξηγούσαν με το τι έγραψε ο Μαρξ, ο Έγκελς, ο ίδιος ο Λένιν ή οι διάφορες μπροσούρες.

Ήταν υπέρ της ανεξαρτησίας μιας Τουρκίας που αιματοκύλησε τον κόσμο και έβαψε το έδαφός της με αίμα εκατοντάδων χιλιάδων χριστιανών και είναι εναντίον της ανεξαρτησίας ενός λαού για τις ίδιες αιτίες;

Σ’ αυτήν την τάση τής… ανεξαρτησίας στηρίζονταν και τα ιδρυθέντα από την Εθνοσυνέλευση της Άγκυρας στα 1921 «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» Ιστικλάλ Μαχκεμεζί, τα οποία εγκαταστάθηκαν στην Αμάσεια για να δικάσουν τους εσωτερικούς εχθρούς του καθεστώτος και της ανεξαρτησίας».

——————–

«Από τον Δεκέμβριο κιόλας του 1920 άρχισαν να συλλαμβάνονται τα πρώτα θύματα των Δικαστηρίων Ανεξαρτησίας και να αποστέλλονται στις φυλακές της Αμάσειας, ενώ μόλις κατά τα τέλη Αυγούστου του 1921 θ’ αρχίσουν να λειτουργούν και να… καταδικάζουν.

“Εκ Κερασούντος”, θα γράψει με άφατη πικρία ο ιστορικός των σκληρών ωρών του Πόντου, Γ. Βαλαβάνης, καταρτίζοντας τον πένθιμο κατάλογο των μελλοθανάτων, «παρεπέμφθησαν εις τα Δικαστήρια Ανεξαρτησίας όλοι σχεδόν οι κοινοτικοί παράγοντες, έμποροι και επιστήμονες, όπως και τα μέλη των επιτροπών περιθάλψεως προσφύγων. Ορφανοτροφείων, Αδελφοτήτων κτλ…».

Από την Κερασούντα εστάλησαν ο Ιορδάνης Ι. Σουρμελής, εμποροτραπεζίτης, ο οποίος κατά την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως γράψαμε, υπέστη ανεκδιήγητα βασανιστήρια και εστάλη στο Στρατοδικείο Τριπόλεως να δικασθεί, αλλά αφού κάθησε επί μήνες στη φυλακή, στο τέλος αθωώθηκε και εστάλη στα Κοτύωρα. Από εκεί έφυγε στη Ρωσία κατά τον βομβαρδισμό της πόλεως από τον ρωσικό στόλο και μετά την Ανακωχή είχε την άτυχη έμπνευση να επιστρέψει στην Κερασούντα, όπου συνελήφθη μαζί με τον αδελφό του Σπύρο για να σταλεί στην Αμάσεια. Μαζί τους απεστάλησαν στην Αμάσεια ο Αναστάσιος Γ. Μαυρίδης, του εμποροτραπεζικού οίκου, που ήταν επί χρόνια εγκατεστημένος στη Ρωσία και επέστρεψε στην Κερασούντα μετά την Ανακωχή, ο Αχιλλεύς Λεπτουργός, μέλος της Επιτροπής του Ορφανοτροφείου, ο Γεώργιος Θ. Κακουλίδης, ο Ιωάννης Ατματζίδης, ο Γεώργιος Σπαθόπουλος, ο Ιωάννης Π. Παπαδόπουλος, ο Γρηγόριος Ζαρωτιάδης, ο Βασίλειος Παλάσωφ, ο Νικ. Μακρίδης, ο Γεώργιος Ασλανίδης, ο Ιωάννης Ελευθεριάδης, ο Σάββας Τσαούσης, ο Επαμεινώνδας Παπαδόπουλος και ο Χαράλαμπος Κεσίσογλου.

Από την Έρπαα εστάλησαν δύο, από το Χατζήκιοϊ πέντε, από την Τοκάτη επτά, από την Κάβζα πενήντα τέσσερις, από το Αμερικανικό Κολλέγιο της Μερζεφούντος δύο καθηγητές, ένας παιδονόμος και δύο μαθητές, από την Αμισό, την Πάφρα και το Αλάτσαμ ενενήντα ένας (τα ονόματα τους θα δημοσιεύσουμε μετά την καταδίκη τους), από το Κιόρελε τέσσερις, από τα Κοτύωρα τέσσερις, από τη Φάτσα δώδεκα, από την Οινόη τρεις, από το Ακ-νταγ είκοσι επτά, από το Καβάκ ένας, από το Βεζίρ-κιοπρού δύο, από το Κιουμούς Χατζήκιοϊ τέσσερις, από το Τσορούμ πέντε και από διάφορα άλλα μέρη του Πόντου εβδομήντα οχτώ άλλα άτομα.

Αλλά πριν να έλθει ο θάνατος, η αγωνία των μηνών και η σκληρή ζωή είχαν καταντήσει ράκη τους άλλοτε δραστήριους Έλληνες, που συνθλίβονταν στα μπουντρούμι της φυλακής».

Το ψήφισμα διαμαρτυρίας συγγραφέων και καλλιτεχνών – «Οι Τούρκοι πέταγαν στον τοίχο τα μωρά για να τα σκοτώσουν»

Καζαντζάκης, Νιρβάνας, Δροσίνης, Γρυπάρης, Σικελιανός, Ξενόπουλος, Σβορώνος, ήταν μεταξύ των συγγραφέων και καλλιτεχνών που απέστειλαν σε ευρωπαίους και αμερικανούς διανοουμένους ψήφισμα διαμαρτυρίας για τη σφαγή των Ελλήνων στον Πόντο. Ένα ντοκουμέντο που περιγράφει όσα φρικιαστικά διέπραξαν οι Τούρκοι…

Οι έλληνες συγγραφείς και καλλιτέχνες απηύθυναν προς τους διανοουμένους της Ευρώπης και Αμερικής την κάτωθι διαμαρτυρία:

«Mετά βαθυτάτης συγκινήσεως οι συγγραφείς και καλλιτέχναι της Ελλάδος απευθύνονται προς τους διανοουμένους του πεπολιτισμένου κόσμου όπως γνωστοποιήσουν εις αυτούς την τραγωδίαν χιλιάδων οικογενειών του ελληνικού Πόντου. Ξηρά, εξηκριβωμένα και αναμφισβήτητα τα γεγονότα είναι τα εξής:

Οι Τούρκοι εφόνευσαν όλους ανεξαιρέτως τους κατοίκους της πόλεως Mερζιφούντος, αφού την ελεηλάτησαν και την επυρπόλησαν. Τους προσπαθήσαντας να διασωθούν ετυφέκισαν και εθανάτωσαν καταλαβόντες τας διόδους.

Mετετόπισαν όλον τον άρρενα πληθυσμόν των πόλεων Τριπόλεως, Κερασούντος, Ορδούς, Οινόης, Αμισού και Πάφρας και καθ’ οδόν κατέσφαξαν τους πλείστους εξ αυτών.

Έκλεισαν εντός του ναού του χωρίου Έλεζλη εν Σουλού-Τερέ 535 Έλληνας και τους κατέσφαξαν διασωθέντων μόνον τεσσάρων. Πρώτους έσφαξαν 7 ιερείς διά πελέκεως προ της θύρας του ναού.

Απηγχόνισαν εν Αμασεία 168 προκρίτους Αμισού και Πάφρας.

Εβίασαν όλας ανεξαιρέτως τας γυναίκας, τας παρθένους και τα παιδία των άνω πόλεων, τας ωραιοτέρας δε παρθένους και νέους έκλεισαν εις τα χαρέμια.

Οι υπογεγραμμένοι θέτουσι τα ανωτέρω υπ’ όψιν των διανοουμένων της Ευρώπης και της Αμερικής θεωρούντες ότι όχι μόνον τα γεγονότα ταύτα αλλά και η ανοχή αυτών αποτελεί πένθος της ανθρωπότητος.

Άννινος X., Αυγέρης M., Bλαχογιάννης I., Bώκος Γερ., Γρυπάρης I., Δούζας Α., Δροσίνης Γ., Zάχος Α., Θεοδωροπούλου Αύρα, Θεοτόκης Κ., Iακωβίδης Γ., Καζαντζάκης N., Καζαντζάκη Γαλ., Καμπάνης Αρ., Καμπούρογλους Δ., Καρολίδης Π., Κόκκινος Δ., Κορομηλάς Γ., Mαλακάσης M., Mαλέας Κ., Mένανδρος Σ., Nικολούδης Θ., Nιρβάνας Π., Ξενόπουλος Γρ., Παλαμάς Κ., Παπαντωνίου Z., Παράσχος Κ., Πασαγιάννης Κ., Πολίτης Φ., Πωπ Γ., Σικελιανός Άγγ., Σκίπης Σ., Στρατήγης Γ., Ταγκόπουλος Δ., Τσοκόπουλος Γ., Φιλλύρας Ρ., Xατζιδάκις Γ., Xατζόπουλος Δ., Xορν Π.

Ότι ακριβές αντίγραφον,
Ο Γεν. Γραμματεύς,
Αθήναι, 22 Nοεμβρίου 1921».

  

Συγκλονιστικές μαρτυρίες – Βιασμοί γυναικών, ξυλοδαρμοί, δολοφονίες

Απόσμασμα από το βιβλίο «Πόντος – Ιστορία και Πολιτισμός»:

«Αναφέρονται ειδεχθέστατα περιστατικά κακουργημάτων και δολοφονιών, τα οποία διαπράττονταν κατά των Ελλήνων, άλλοτε ατομικά και άλλοτε ομαδικά. Σ’ αυτά πρέπει να προσθέσει κανείς και τους ξυλοδαρμούς, τις πάμπολλες φυλακίσεις των Ελλήνων και τις καθημερινές ατιμώσεις των γυναικών και των νεαρών κοριτσιών. Κατά τον Α.Ι. Γαβριηλίδη:

“600 περίπου γυναικόπαιδα αιχμάλωτοι οδηγούνται εις το μίαν περίπου ώραν απέχον Τουρκικόν χωρίον Τσασχούρ, όπου οι μεν γέροντες και άοπλοι άνδρες κατακρεουργούνται θηριωδέστατα εις την πλατείαν του χωρίου, αι δε παρθένοι κόραι και γυναίκες ατιμάζονται. Εκείθεν οδηγούνται εις το Ινοζού, παρά τας όχθας του Άλυος, και κάτωθεν του Καπού-Καγιά και εσωκλείονται εις το χάνι του Κιολέογλου Λεφτέρ όπου φθάνει ο περιβόητος Σουπέ Ρεϊζή της Πάφρας Μεμέτ Αλής, προς τον οποίον γυναίκες τινές ετόλμησαν να διατυπώσουν παράπονα δια τας κακουχίας και ατιμώσεις τας οποίας έπαθον εκ μέρους των χωροφυλάκων και του στρατού.

-Επόμενον ήτο ν’ αποπεμφθούν σκαιότατα παρ’ αυτού, οπότε οι βιασταί των δυστυχών εκείνων γυναικοπαίδων ενθαρρυνθέντες περισσότερον εθεώρησαν επιτετραμμένον πλέον εις αυτούς πάσαν βίαν και παν όργιον, ασυστόλως και δημοσία…

-Οι μαζικοί εκτοπισμοί και αι αθρόες απελάσεις ήταν το κατεξοχήν εξοντωτικόν μέτρον των τουρκικών αρχών εναντίον των Ελλήνων.

-Το μαρτύριον των μαζικώς εκτοπιζομένων πληθυσμών εικονίζεται σε επίσημες προξενικές εκθέσεις του 1916-1917. Η εφαρμογή αυτού του μέτρου αποφασίστηκε τον Ιούνιο του 1915 και άρχισε από την χερσόνησον της Καλλίπολης και τα παράλια του Ελλήσποντου, για να επεκταθεί στα νησιά της Προποντίδος, σ’ όλην την Μικράν Ασίαν και τον Πόντον”».

Θύματα στη Μικρά Ασία και τη Θράκη

Για τον ελληνικό πληθυσμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας στη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη από την Άνοιξη του 1914 μέχρι το 1923, ο Αριστοκλής Ι. Αιγίδης στο βιβλίο του «Η Ελλάς χωρίς τους πρόσφυγας» (Αθήνα 1934) τονίζει ότι «1.200.000 ψυχές αποτελούν τον τραγικόν εις ανθρώπινας απώλειας απολογισμόν του αγώνος». Ο Θεοφάνης Μαλκίδης, διδάκτωρ Κοινωνικών Επιστημών και διδάσκει στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, τονίζει ότι «μιλάμε για πάνω από 800.000 Έλληνες». Στις 20 Μαρτίου 1922, ο άγγλος διπλωμάτης Ρέντελ συνέταξε ένα μνημόνιο για τις τουρκικές ωμότητες σε βάρος των χριστιανών από το 1919 και έπειτα. Στο προοίμιο αυτού του μνημονίου αναφέρει:

«Η επίτευξη της ανακωχής με την Τουρκία, στις 30 Οκτωβρίου 1918, φάνηκε να επέφερε μια προσωρινή παύση των διωγμών των μειονοτήτων εκ μέρους των Τούρκων, που διαπράχθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Στην επιδίωξη αυτών των διωγμών, είναι γενικώς αποδεκτό… ότι πάνω από 500.000 Έλληνες εξορίστηκαν, εκ των οποίων συγκριτικώς ελάχιστοι επέζησαν…».

Διεθνής αναγνώριση

Στις 24 Φεβρουαρίου 1994 η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 19ης Μαϊου ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό Πόντο», ημέρα που ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα. Επίσης, στο 1998 η Βουλή ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη «της 14ης Σεπτεμβρίου ως ημέρας εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος».

Τον Δεκέμβριο 2007 η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών (International Association of Genocide Scholars ή IAGS) αναγνώρισε επίσημα τη γενοκτονία των Ελλήνων, μαζί με την γενοκτονία των Ασσυρίων, και εξέδωσε το εξής ψήφισμα:

«ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η άρνηση μιας γενοκτονίας αναγνωρίζεται παγκοίνως ως το έσχατο στάδιο γενοκτονίας, που εξασφαλίζει την ατιμωρησία για τους δράστες της γενοκτονίας, και ευαπόδεικτα προετοιμάζει το έδαφος για τις μελλοντικές γενοκτονίες,
ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η Οθωμανική γενοκτονία εναντίον των μειονοτικών πληθυσμών κατά τη διάρκεια και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, παρουσιάζεται συνήθως ως γενοκτονία εναντίον μόνο των Αρμενίων, με λίγη αναγνώριση των ποιοτικά παρόμοιων γενοκτονιών, εναντίον άλλων χριστιανικών μειονοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,
ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ ότι είναι πεποίθηση της Διεθνούς Ένωσης των Μελετητών Γενοκτονιών, ότι η Οθωμανική εκστρατεία εναντίον των χριστιανικών μειονοτήτων της αυτοκρατορίας, μεταξύ των έτων 1914 και 1923, συνιστούν γενοκτονία εναντίον των Αρμενίων, Ασσυρίων, Ποντίων και των Έλλήνων της Ανατολίας.
ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ η Ένωση να ζητήσει από την κυβέρνηση της Τουρκίας να αναγνωρίσει τις γενοκτονίες εναντίον αυτών των πληθυσμών, να ζητήσει επίσημα συγγνώμη, και να λάβει τα κατάλληλα και σημαντικά μέτρα προς την αποκατάσταση (μη επανάληψη)».

Η γενοκτονία των Ποντίων είναι αναγνωρισμένη ως τέτοια επισήμως από τέσσερα κράτη, την Ελλάδα με νόμο του 1994 (N. 2193/1994), τη Σουηδία με υπερψήφιση στο σουηδικό κοινοβούλιο στις 11 Μαρτίου 2010, την Αρμενία τον Μάρτιο του 2015, μαζί με τη γενοκτονία των Ασσυρίων και την Ολλανδία, μαζί με τη γενοκτονία των Αρμενίων και Ασσυρίων, στις 9 Απριλίου 2015.

Η Τουρκία δεν αναγνωρίζει ότι υπήρξε γενοκτονία και αποδίδει τους θανάτους σε απώλειες πολέμου, σε λοιμό και σε ασθένειες και δεν παραδέχεται ότι υπήρξε γενοκτονία. Ωστόσο. τούρκοι επιστήμονες έχουν δημοσίως χαρακτηρίσει τα γεγονότα ως γενοκτονία.