321 ΚΠΔ: Ακυρότητα Κλητηρίου Θεσπίσματος (σχετική) λόγω αοριστίας και ελλιπούς καθορισμού της κατηγορίας

2181

Σχετική Νομοθεσία:

Αρθρο: 321 ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Τίτλος Αρθρου
Περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσης

Κείμενο Αρθρου

1. Το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει:

α) το ονοματεπώνυμο και, αν υπάρχει ανάγκη, και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου,

β) τον προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο καλείται,

γ) τη χρονολογία, την ημέρα της εβδομάδας και την ώρα που πρέπει να εμφανισθεί,

δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει και

ε) τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, του δημοσίου κατήγορου ή του πταισματοδίκη (άρθρο 27 παρ.

2) που εξέδωσε το θέσπισμα.

Τα ίδια στοιχεία πρέπει να περιέχει και το κλητήριο θέσπισμα, που επιδίδεται στον αστικώς υπεύθυνο (άρθρο 89).

2. Η κλήση για την εμφάνιση (άρθρο 320) ως προς την αξιόποινη πράξη πρέπει να αναφέρεται στο παραπεμπτικό βούλευμα, κατά τα λοιπά πρέπει επίσης να περιέχει όσα και το κλητήριο θέσπισμα.

3. Αντίγραφο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης πρέπει να επιδίδεται σε κάθε περίπτωση στον πολιτικώς ενάγοντα.

4. Η τήρηση των διατάξεων των παρ. 1 και 2 επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσης.

5. Η έλλειψη στοιχείου του κύρους του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως αποδεικνύεται από το κλητήριο θέσπισμα ή την κλήση που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ή από το υπάρχον στη δικογραφία αντίτυπό του και σε έλλειψή του από το αποδεικτικό επιδόσεως.

 

Από την αρχή του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου απορρέει η αρχή της δικαίας δίκης (fair trial). Ως δίκαιη δίκη θεωρείται εκείνη που εξασφαλίζει την πλήρη και αποτελεσματική υπεράσπιση των διαδίκων.

Το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα. Σύμφωνα με αυτό “[κ]αθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει.” (άρθρο 20 § 1 Σ).

Αρθρο: 20 ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Ημ/νία: 11.06.1975
Ημ/νία Ισχύος: 11.06.1975
Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΚΡΟΑΣΗΣ ΔΙΟΙΚΟΥΜΕΝΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΝΝΟΜΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Κείμενο Αρθρου

1. Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει.

2. Το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή των συμφερόντων του.

 

Το Δικαίωμα Πληροφόρησης του Κατηγορουμένου
Ειδικότερη έκφανση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος σε δίκαιη δίκη είναι η αρχή της πληροφόρησης και κατ’ επέκταση η αρχή της ακροάσεως του κατηγορουμένου. Με βάση τις αρχές αυτές θεμελιώνεται το ειδικότερο δικαίωμα πληροφόρησης του κατηγορουμένου, προκειμένου αυτός να μπορεί να αναπτύξει πλήρως την υπεράσπισή του (Καρρά, Η αρχή της δικαστικής ακροάσεως στην ποινική δίκη, εκδ. Α.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 1989, σελ. 68 επ.).

Το δικαίωμα πληροφόρησης του κατηγορουμένου κατοχυρώνεται περαιτέρω ρητά σε διεθνείς συμβάσεις προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που έχει κυρώσει η χώρα μας. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προβλέπει ότι : “[ο] κατηγορούμενος έχει δικαίωμα : α) να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα την οποία εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας και β) να διαθέτει το χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισής του” (άρθρο 6 § 3 εδ. α΄ και β΄ της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974).

ΕΣΔΑ

Αρθρον 6.

1.  Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπο  ανεξαρτήτου  και  αμερολήπτου δικαστηρίου,  νομίμως  λειτουργούντος,  το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επι  των  δικαιωμάτων  και  υποχρεώσεων  του  αστικής φύσεως,  είτε  επί του  βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως.  Η απόφασις δέον να εκδοθή δημοσία,  η  είσοδος  όμως  είς  την αίθουσαν  των  υνεδριάσεων  δυναται να απαγορευθή εις τον τόπον και το κοινόν καθ` όλην ή μέρος της διαρκείας της δίκης προς το  συμφέρον  της ηθικής,  της  δημοσίας  τάξεως  ή  της εθνικής ασφαλέιας εν δημοκρατική κοινωνία, όταν τουτο ενδείκνυται υπό των συμφερόντων των ανηλικων ή της ιδιωτικής ζωής των διαδίκων, ή εν τω κρινομένω υπο του  δικαστηρίου  ως απολύτως  αναγκαίου  μέτρω,  όταν  υπο ειδικάς συνθήκας η δημοσιότης θα ηδύνατο να παραβλάψη τα συμφέροντα της δικαιοσύνης.     2.  Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του.     3. Ειδικώτερον, πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα:     α) όπως πληροφορηθή, εν τη  βραχυτέρα  προθεσμία  εις γλώσσαν  την οποιαν  εννοεί  και εν λεπτομερεία την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας.     β)  όπως  διαθέτη  τον  χρόνον  και  τας  ανάγκας   ευκολίας   προς προετοιμασίαν της υπερασπίσεως του.     γ) οπως υπερασπίση ο ίδιος εαυτόν ή αναθέση την υπεράσπισιν του εις συνήγορον  της  εκλογής του, εν ή δε περιπτώσει δεν διαθέτει τα μέσα να πληρώση  συνήγορον  να  τω  παρασχεθή  τοιουτος  δωρεάν,   όταν   τουτο ενδείκνυται υπο του συμφέροντος της δικαιοσύνης.     δ)  να εξετάση ή ζητήση όπως εξετασθώσιν οι μάρτυρες κατηγορίας και επιτύχη την πρόσκλησιν και εξέτασιν των μαρτύρων υπερασπίσεως υπο  τους αυτους όρους ως των μαρτύρων κατηγορίας.     ε)  να  τύχη  δωρεάν  παραστάσεως  διερμηνέως, εάν δεν εννοεί ή δεν ομιλεί την χρησιμοποιουμένην εις την δικαστήριον γλώσσαν).

Αντιστοίχως, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα προβλέπει ότι : “[κ]άθε πρόσωπo πoυ κατηγoρείται για πoιvικό αδίκημα απoλαύει, σε πλήρη ισότητα, τις ακόλoυθες τoυλάχιστov εγγυήσεις : (α) vα πληρoφoρηθεί, τo συvτoμότερo δυvατό, σε γλώσσα πoυ καταvoεί και λεπτoμερώς, τη φύση και τoυς λόγoυς της κατηγoρίας εvαvτίov τoυ, (β) vα διαθέτει επαρκή χρόvo και ευκoλίες για τηv πρoετoιμασία της υπεράσπισής τoυ και για τηv επικoιvωvία με τo δικηγόρo της επιλoγής τoυ […]”(άρθρο 14 § 3 εδ. α΄ και β΄ του ΔΣΑΠΔ, που κυρώθηκε με τον Ν. 2462/1997).

 

Το Νόμιμο Περιεχόμενο του Κλητηρίου Θεσπίσματος
Tο κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, καθώς και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου. που την προβλέπει (άρθρο 321 § 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠΔ).

Ακριβής καθορισμός της πράξης υπάρχει, όταν στο κλητήριο θέσπισμα καθορίζονται επακριβώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ποινικού αδικήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, όπως αυτό τυποποιείται στο νόμο, για να είναι σε θέση ο κατηγορούμενος να λάβει γνώση της αποδιδόμενης σ’ αυτόν κατηγορίας και να προετοιμάσει ανάλογα την υπεράσπισή του. Συγκεκριμένα, πρέπει να αναφέρονται η εγκληματική συμπεριφορά, το υποκείμενο και οι ιδιαίτερες ιδιότητες αυτού, όπου απαιτούνται, το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, οι περιστάσεις της εγκληματικής συμπεριφοράς, η υπαιτιότητα και οι τυχόν εξωτερικοί όροι του αξιοποίνου (Ανδρουλάκη, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, 2012 : 396, Καρρά, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 2011: 604). Ο προσδιορισμός δεν απαιτείται να προσεγγίζει τη μορφή μιας αιτιολογημένης δικαστικής απόφασης, αφού κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται ούτε στον νόμο ούτε και συνάγεται από τη φύση του κλητηρίου θεσπίσματος ως εισαγωγικού της δίκης εγγράφου. Συμπερασματικά, τα στοιχεία που απαιτούνται για την νομική αρτιότητα του κλητηρίου θεσπίσματος πρέπει να είναι τόσο επαρκή όσο χρειάζεται για να λαμβάνει ο κατηγορούμενος σαφή και λεπτομερειακή γνώση της σε βάρος του κατηγορίας (Βλ. Ανδρουλάκη Ν., ό.π., σελ. 396, Παπανδρέου, σε Μαργαρίτη Λ., Ερμηνεία κατ’ άρθρο ΚΠΔ, ό.π., σελ 1400. Βλ. όμως και Καρρά (ό.π., σελ. 604), σύμφωνα με τον οποίο το κλητήριο θέσπισμα συνιστά διάταξη, με την έννοια του άρθρου 138 ΚΠΔ και κατά συνέπεια θα πρέπει να αιτιολογείται κατά τις επιταγές του άρθρου 139 ΚΠΔ).

Συνέπειες Έλλειψης Νομίμου Περιεχομένου Κλητηρίου Θεσπίσματος
Αν δεν περιέχεται στο κλητήριο θέσπισμα ο ακριβής καθορισμός της πράξης, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, τότε η έλλειψη αυτή επιφέρει τη σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καθώς και της κλήτευσης του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (άρθρο 321 § 4 ΚΠΔ). Η πρόταση της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος ασκείται από τον κατηγορούμενο με σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας (άρθρο 174 § 2 εδ. α΄ ΚΠΔ). Αν η σχετική ένσταση απορριφθεί, ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να την προτείνει σε δεύτερο και τρίτο βαθμό, επαναφέροντάς την με αντίστοιχους λόγους εφέσεως και αναιρέσεως (άρθρο 173 § 1 ΚΠΔ).

Επειδή ακριβώς είναι σχετική, η εν λόγω ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καλύπτεται, αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της, με απώτατο όριο προβολής των παραπάνω αντιρρήσεων την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας (άρθρο 174 § 2 εδ. α΄ ΚΠΔ). Στην περίπτωση που η ακυρότητα δεν προταθεί από τον κατηγορούμενο, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να αναβάλει τη συζήτηση, αν κρίνει ότι από την ακυρότητα, μολονότι δεν προτάθηκε, είναι δυνατόν να προξενηθεί βλάβη στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του αστικώς υπευθύνου (άρθρο 174 § 2 εδ. β΄ ΚΠΔ).

Ενδεικτική Νομολογία
Με βάση τα παραπάνω έχει κριθεί ότι είναι άκυρο το κλητήριο θέσπισμα, στο οποίο δεν περιέχονται επακριβώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία πληρούν την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της μη απόδοσης ΦΠΑ και δη το στοιχείο του «σκοπού αποφυγής πληρωμής του ΦΠΑ» καθώς και η ιδιότητα με την οποία ο κατηγορούμενος όφειλε να προβεί στην ανωτέρω απόδοση, καθόσον αναφέρεται ως νόμιμος εκπρόσωπος επιχείρησης, άνευ περαιτέρω στοιχείων της τελευταίας (ΑΠ 1678/2008, ΤρΠλημΚω 584/2013).