239 ΠΚ – Κατάχρηση Εξουσίας (ενημέρωση ως Ιούνιος 2018 με ενδεικτικές αποφάσεις και ανάλυση άρθρου)

2162

 

ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ – 1951

 

Αρθρο: 239
Ημ/νία: 01.01.1951
Ημ/νία Ισχύος: 01.01.1951
Περιγραφή όρου θησαυρού: ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ (ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ)

 

 

Τίτλος Αρθρου
Κατάχρηση εξουσίας
Λήμματα
ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ (Π.Κ.) ,ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ,ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ,ΧΡΗΣΗ ΕΚΒΙΑΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ,ΕΚΘΕΣΗ Ή ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ ΔΙΩΞΗΣ Ή ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ
Σχόλια
* Στο κείμενο του νόμου, μετά την περ. α), τίθεται άνω τελεία. Επειδή το σύστημα δεν επιδέχεται άνω τελεία, επιλέξαμε, για λόγους νοηματικής συνέχειας, το κόμμα (,).

Κείμενο Αρθρου

Υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη ή η ανάκριση αξιόποινων πράξεων: α) αν μεταχειρίστηκε παρανόμως εκβιαστικά μέσα για να πετύχει οποιαδήποτε έγγραφη ή προφορική κατάθεση κατηγορουμένου, μάρτυρα ή πραγματογνώμονα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τα άρθρα 137Α και 137Β,* β) αν εν γνώσει του εξέθεσε σε δίωξη ή τιμωρία κάποιον αθώο ή παρέλειψε να διώξει κάποιον υπαίτιο ή προκάλεσε την απαλλαγή του από την τιμωρία τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΑΝΑΛΥΣΗ ΆΡΘΡΟΥ 239 ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ – ΚΑΤΑΧΡΗΣΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ:

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

 

Δικαστήριο: ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 1
Ετος: 2005

 

Περίληψη

Κατάχρηση εξουσίας – Στοιχεία εγκλήματος -. Το έγκλημα αυτό διαπράττει ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών και με τη θέση της μήνυσης ή της αναφοράς στο αρχείο και τη σύνταξη και υποβολή της σχετικής αναφοράς του στον Εισαγγελέα Εφετών, αν και τελεί εν γνώσει ότι η μήνυση ή η αναφορά στηρίζεται στο νόμο και δεν είναι προφανώς αβάσιμη, άρα ότι υποχρεούται σε άσκηση της ποινικής δίωξης. Πότε υπάρχει έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος.

Κείμενο Απόφασης

Αριθμός 1/2005

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ (ΠΟΙΝΙΚΗ) ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

A΄ ΣΥΝΘΕΣΗ – ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Κάπο, Πρόεδρο, Θεόδωρο Λαφαζάνο, Νικόλαο Γεωργίλη, Στυλιανό Πατεράκη, Αχιλλέα Ζήση, Στυλιανό Μοσχολέα και Ρωμύλο Κεδίκογλου, Αντιπροέδρους, Ελευθέριο Τσακόπουλο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Σταμάτιο Γιακουμέλο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Ιωάννη Δαβίλλα, Νικόλαο Οικονομίδη, Σπυρίδωνα Κολυβά, Χρήστο Γεωργαντόπουλο, Αθανάσιο Γιωτάκο, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Νίκη Γιαννακάκη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη – Εισηγητή, Aθανάσιο Μπίλλη και Μιχαήλ Μαργαρίτη, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών δικαστών της Σύνθεσης). Με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λινού και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. ΣΥΝΗΛΘΕ σε Συμβούλιο στο κατάστημά του στις 23 Σεπτεμβρίου 2004, για να αποφανθεί για την αίτηση του κατηγορουμένου Ι Μ του Β, κατοίκου Λάρισας, για αναίρεση του υπ’ αριθμ. 197/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα αναφέρονται σ’ αυτό. Ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Οκτωβρίου 2002 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2332/2002. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 252/2004 απόφαση του Στ΄ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Έπειτα ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λινός, έφερε για κρίση στο Συμβούλιο την ποινική δικογραφία, που έχει σχηματισθεί κατά του πιο πάνω κατηγορουμένου και την πιο πάνω αίτηση αναιρέσεως, με την 319/15.6.2004 πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Πέτρου Βέρροιου, και στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

Εισάγω μετά την υπ΄αριθμ. 252/2004 απόφαση του ΣΤ΄ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) που λήφθηκε με διαφορά μιας ψήφου την από 2.10.2002 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Ι Β. Μ, κάτοικου Λάρισας, κατά του υπ΄αριθ. 197/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και εκθέτω τα κατωτέρω: Το αναιρεσιβαλλόμενο άνω υπ΄αριθ. 197/2002, βούλευμα απέρριψε κατ΄ουσία την υπ΄αριθμ. 12/2002 έφεση του κατηγορούμενου Ιωάννη Μανίκα κατά του υπ΄αριθ. 26/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, για να δικαστεί για κατάχρηση εξουσίας σε βαθμό κακουργήματος. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο νομοτύπως και εμπροθέσμως για τους λόγους της απόλυτης ακυρότητας, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, και είναι τυπικά δεκτή (άρθρα 463, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1 εδάφ. α΄, 484 παρ. 1 στοιχ α΄, β΄, δ΄ Κ.Π.Δ.). Ο πρώτος λόγος αναίρεσης της απόλυτης ακυρότητας κρίθηκε με την άνω απόφαση αριθμ. 252/2004 (σε Συμβούλιο) παμψηφεί αβάσιμος, οι δε λοιποί δύο λόγοι (της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης) κρίθηκαν με την ίδια απόφαση κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας των μελών του Συμβουλίου ως αβάσιμοι. Δεδομένου ότι η απόφαση αυτή (αριθ. 252-2004-σε Συμβούλιο) λήφθηκε με διαφορά μιας ψήφου (για τους τελευταίους δύο λόγους) παραπέμφθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με τα άρθρα 23 παρ. 1 του ν. 1756/1988 και 3 παρ. 3 του ν.3810/1957, που έχει διατηρηθεί σε ισχύ ως προς τις ποινικές υποθέσεις, ενώπιον του Δικαστηρίου σας (Τακτικής Ολομελείας του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο), προκειμένου να αποφανθεί γι΄αυτή για τους ανωτέρω δύο λόγους αναίρεσης, επί των οποίων λεκτέα τα εξής: Α΄. Κατά τη διάταξη του άρθρου 239 στοιχ. β΄ του Π.Κ. υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη και η ανάκριση αξιόποινων πράξεων αν εν γνώσει του εξέθεσε σε δίωξη ή τιμωρία κάποιον αθώο ή παρέλειψε να διώξει κάποιον υπαίτιο ή προκάλεσε την απαλλαγή του από την τιμωρία τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού (της κατάχρησης εξουσίας) υπό την ανωτέρω μορφή του όταν τελείται με την παράλειψη του υπαλλήλου να διώξει τον υπαίτιο απαιτείται αντικειμενικώς μεν ο υπάλληλος να ήταν αρμόδιος για την άσκηση της ποινικής δίωξης, υποκειμενικώς δε δόλος αυτού που συνίσταται στη γνώση ότι εκείνος για τον οποίο παραλείπει τη δίωξη είναι υπαίτιος αξιόποινης πράξης. Υποκείμενο του ως άνω εγκλήματος είναι και ο εισαγγελέας των πλημμελειοδικών ο οποίος επί κακουργημάτων και πλημμελημάτων (αλλά και επί πταισμάτων όταν είναι συναφή προς κακουργήματα ή πλημμελήματα) ασκεί κατ΄ άρθρα 27 παρ. 1 και 43 Κ.Π.Δ. την ποινική δίωξη στο όνομα της πολιτείας (βλεπ. ΑΠ, σε Συμβούλιο, 273/2000 Ποιν. Χρον. Ν/881). Το έγκλημα αυτό, της κατάχρησης εξουσίας, τελεί ο Εισαγγελέας των Πλημμελειοδικών και με τη θέση της μήνυσης ή της αναφοράς στο αρχείο και τη σύνταξη και την υποβολή της σχετικής αναφοράς του στον Εισαγγελέα Εφετών (κατ΄άρθρο 43 παρ. 2 ΚΠΔ ως νυν ισχύει, ή κατ΄άρθρο 43 παρ. 1 εδάφ. β΄ Κ.Π.Δ. ως ίσχυε προ τη αντικατάστασής του με το άρθρο 5 ν.3160/30.6.2003) τελώντας εν γνώσει ότι η μήνυση (ή η αναφορά) στηρίζεται στο νόμο και δεν είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ούτε ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, δηλ. ενώ τελεί εν γνώσει ότι υπάρχουν οι ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις για την άσκηση της ποινικής δίωξης. Η ύπαρξη απλής και μόνο πιθανότητας τέλεσης αξιόποινης πράξης ή απλών ενδείξεων ενοχής του μηνυομένου ως δράστη αυτής καθιστά υποχρεωτική για τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών την άσκηση της ποινικής δίωξης (βλεπ. Κ. Σταμάτη «Η προκαταρκτική εξέταση» σελ. 257, 274). Η Εισαγγελική Αρχή δεν είναι διάδικος αλλά αυτοτελές όργανο της δικαιοσύνης και κατά την κυρία και βασική λειτουργία της ανήκει στη δικαστική, με ευρεία έννοια, λειτουργία, και η άσκηση ή μη της ποινικής δίωξης (κατ΄άρθρα 27, 43 Κ.Π.Δ.) συνιστά για τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών κυρία λειτουργική αρμοδιότητα με οιονεί δικαιοδοτικό χαρακτήρα (βλεπ. Κ. Σταμάτη « Ο Εισαγγελικός Θεσμός» Ποιν. Χρον. Λ΄ σελίς 609 επομ.) και όχι απλή έκφραση γνώμης. Βέβαια ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών απολαμβάνει της από το Σύνταγμα (άρθρο 87 παρ. 1,2) και τον Νόμο (άρθρο 177 παρ. 1 Κ.Π.Δ. άρθρο 24 παρ. 1 ν.1756/1988) θεσπιζόμενης προσωπικής και λειτουργικής δικαστικής ανεξαρτησίας και η εσφαλμένη δικαιοδοτική κρίση του (ή η εσφαλμένη έκφραση γνώμης), ακόμη και εάν οφείλεται σε αμέλεια ή ανεπάρκεια ή αδιαφορία, δεν δύναται να οδηγήσει στην καθίδρυση της έννοιας της αξιόποινης «παράλειψης», αλλ΄εάν όμως, ο εισαγγελέας των πλημμελειοδικών , με άμεσο δόλο (δεν αρκεί, κατ΄άρθρο 27 παρ. 2 Π.Κ., ο ενδεχόμενος) που περιλαμβάνει τη γνώση ότι συντρέχουν οι άνω νομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την άσκηση σε συγκεκριμένη περίπτωση της ποινικής δίωξης, παραλείπει να πράξει τούτο, εφαρμόζοντας τον δικονομικό τύπο της αρχειοθέτησης, τότε διαπράττει τετελεσμένο έγκλημα κατάχρησης εξουσίας (και όχι, σημειωτέο, το έγκλημα αυτό σε απόπειρα, ακόμη και εάν ο εισαγγελέας εφετών, μη συμφωνώντας με την αρχειοθέτηση, παρήγγειλε την άσκηση ποινικής δίωξης, και ούτε βέβαια, πολύ περισσότερο, δύναται να γίνει λόγος εν προκειμένω για μη τιμωρούμενη ποινικά προπαρασκευαστική πράξη εγκλήματος κατάχρησης εξουσίας). Β΄. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με δικές του σκέψεις και με μνεία κατ΄είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα (συνοπτικά) πραγματικά περιστατικά: «……..Την 23-6-1999 περιήλθε εις τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Τρικάλων ανώνυμος επιστολή-καταγγελία, η οποία είχε ως ακολούθως: «Κύριε Τ έμαθα ότι κάνατε έρευνα για κυκλώματα επίορκων Αστυνομικών. Θέτω υπόψιν σας ένα έγγραφο που καταμαρτυρά πώς προ τετραετίας ο Σ Β. πιάσθηκε από το Α.Τ. Καλαμπάκας να μεταφέρει Αλβανούς και αφέθηκε ελεύθερος χωρίς να παραπεμφθεί στη Δικαιοσύνη. Ο Σ δεν πήγε κατηγορούμενος, διότι έδωσαν αυτός και ο Μ, που ήταν συνοδηγός, ΑΔΡΑ ΑΜΟΙΒΗ στον τότε Διοικητή του Α.Τ. Καλαμπάκας Τ και υπεύθυνο Ασφαλείας Α Λ. Αυτοκίνητο εδόθη στον Σ μετά από τρεις ημέρες και το ίδιο βράδυ ο Τ, ο Α ΟΙ ΑΔΙΑΦΘΟΡΟΙ του Α.Τ. ΚΑΛΑΜΠΑΚΑΣ μαζί με τον Μ έτρωγαν ψητό αρνί στο κέντρο ΒΡΑΧΟΣ απέναντι από το ξενοδοχείο ΑΜΑΛΙΑ». Το «έγγραφο», το οποίο ετίθετο υπ’ όψιν του ασχολουμένου με την αναφερομένη εις την επιστολή αυτή έρευνα, Αντεισαγγελέα Τρικάλων, Β. Τ, ήτο μία έκθεση ενόρκου εξετάσεως μάρτυρος, με ημερομηνία 11-4-1995, εις απλή φωτοτυπία, με διαγεγραμμένα τα στοιχεία της ταυτότητας των προανακριτικών υπαλλήλων, που εφέροντο ότι έλαβαν αυτή και του φερομένου ως εξετασθέντος μάρτυρος, με πλήρη όμως την υπογραφή του τελευταίου, ενώ διεκρίνετο ότι όλοι οι ανωτέρω ήσαν αστυνομικοί του Α.Τ. Καλαμπάκας. Συνημμένη δε εις την αυτή ανώνυμον επιστολή ήτο και μία κάρτα ταχογράφου εις φωτοτυπία, με ημερομηνία 10-4-1995 τον αριθμό αυτοκινήτου ΤΕ-6114 και τα στοιχεία «Σ Β». Κατά το περιεχόμενο της, ως άνω, εκθέσεως εξετάσεως μάρτυρος, ο φερόμενος εις αυτή ως εξεταζόμενος μάρτυς, αστυνομικός, καταθέτει, ότι «την 10-4-1995 ήτο υπηρεσία από ώρα 22.00 έως 06.00 της 11-4-1995. Την 00.15’ ώρα περίπου της 11-4-1995 πήρε εντολή από τον Αξ/κό υπηρεσίας να μεταβεί μαζί με το συνάδελφό του, οδηγό της υπηρεσίας, στην Ε.Ο. Καλαμπάκας Τρικάλων, για έλεγχο υπόπτων αυτοκινήτων που μεταφέρουν Αλβανούς λαθρομετανάστες. Περί ώρα 01.00 και ενώ ευρίσκοντο στο 1ο χιλιόμετρο της ανωτέρω οδού αντελήφθησαν ένα Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, με αριθμό κυκλοφορίας ΤΕ 6114, το οποίο τους φάνηκε ύποπτο και αποφάσισαν να το καταδιώξουν και να το σταματήσουν. Αυτό έγινε και μπόρεσαν να το σταματήσουν στο 5ο χιλ/ρο περίπου της Ε.Ο. Καλαμπάκας Τρικάλων, πλησίον του Ξενοδοχείου «ΑΜΑΛΙΑ». Μόλις κατέβηκαν από το περιπολικό, ο οδηγός και συνοδηγός του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου «τράπηκαν σε φυγή» αφού πρώτα ο συνοδηγός άνοιξε την πόρτα της καρότσας με αποτέλεσμα «να το σκάσουν» από εκεί μέσα περίπου 16 άτομα, που αργότερα έμαθαν ότι ήταν Αλβανοί λαθρομετανάστες. Μη μπορώντας να τους συλλάβουν, λόγω του σκότους που επικρατούσε, έτρεξαν και συνέλαβαν τους υπόλοιπους έξι Αλβανούς, που είχαν μείνει στην καρότσα του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου… Στη συνέχεια οδήγησαν το φορτηγό με τους Αλβανούς στο τμήμα και εκεί έμαθε ότι το φορτηγό τους φόρτωσε από το ποτάμι της αγροτικής περιοχής Διάβας Καλαμπάκας, με τελικό προορισμό τα Φάρσαλα, έναντι κομίστρου κατ’ άτομο 5.000 δραχμών. Σε έλεγχο που έκανε, μαζί με τον Αξ/κό υπηρεσίας, στο Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, δεν βρήκαν τίποτα, εκτός από την κάρτα του ταχογράφου, που ανέγραφε το ονομ/μο του οδηγού, που είναι Σ Β, τον αριθμό κυκλοφορίας του οχήματος και ημερομηνία 10-4-1995». Επί τη βάσει τούτων, (καταγγελλομένων) ο κατηγορούμενος, ως Εισαγγελέας Πρωτοδικών Τρικάλων, δια της υπ’ αριθμ.239/1999 παραγγελίας του, προς τον Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, Βασίλειο Τσιαρδάκα, διέταξε την διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, προκειμένου να διακριβωθεί αν ετελέσθησαν, εκ μέρους των, εις την ανώνυμον επιστολή αναφερομένων, προσώπων, αξιόποινες πράξεις και ειδικότερον αυτές: α) της υποθάλψεως εγκληματία, της δωροληψίας, υπεξαγωγής εγγράφων και παραβιάσεως κατασχέσεως εκ μέρους του πρώην Δ/ντού του Α.Τ. Καλαμπάκας Τ και του Υ/Α Λ Α του αυτού Α.Τ. και β) της παραβάσεως του άρθρου 33 παρ.1 του Ν. 1975/1991, με σκοπό το παράνομο κέρδος, της δωροδοκίας δια παράνομες πράξεις και της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις της υποθάλψεως εγκληματία, της υπεξαγωγής εγγράφων και της παραβιάσεως κατασχέσεως, εκ μέρους των Σ Β και Μ Χ, καθώς και λοιπές άλλες πράξεις. Ο ανωτέρω Αντεισαγγελέας, αφού επεραίωσε την διενέργεια της διαταχθείσης προκαταρκτικής εξετάσεως, κατά το στάδιο της οποίας προέβη εις την εξέταση μεγάλου αριθμού μαρτύρων (περί των οποίων θα γίνει λόγος κατωτέρω) και εις την συλλογή των αναγκαίων εγγράφων, υπέβαλε την σχηματισθείσα δικογραφία εις τον κατηγορούμενο, δια της υπ’ αριθμ. 3396/15-12-1999 αναφοράς του, δια τις περαιτέρω ενέργειες τούτου, αναφέροντας συνάμα εις αυτόν «… όπως και σεις θα διαπιστώσετε, από τις διάφορες καταθέσεις προκύπτουν νέες αξιόποινες πράξεις από διαφόρους τρίτους (αστυνομικούς υπαλλήλους και ιδιώτες), με την περαιτέρω έρευνα των οποίων δεν ασχολήθηκα, ως εκ του κατεπείγοντος χαρακτήρος της παρούσης, λόγω επικειμένης παραγραφής των σ’ αυτή εγκλημάτων (τα οποία οπωσδήποτε αυτός εθεώρει ότι έχουν τελεσθεί) και είμαι πρόθυμος να συνεχίσω κατόπιν νέας εντολής σας…». Ο κατηγορούμενος… κατέληξε εις την μη άσκηση ποινικής διώξεως κατά οποιουδήποτε προσώπου, θέτοντας την υπόθεση εις το αρχείο, και δια της από 1-2-2000 αναφοράς του προς τον Εισαγγελέα Εφετών Λαρίσης (κατ’ άρθρ. 43 παρ.1 Κ.Π.Δ.), αποτελουμένης από είκοσι πέντε σελίδες, ανέφερε τους λόγους της τοιαύτης ενεργείας του. Όμως, από το πραγματικό υλικό το οποίο προέκυψε από την διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση και ετέθη υπ’ όψιν τούτου, προέκυπτε όχι μόνο απλή πιθανότητα τελέσεως αξιοποίνων πράξεων, που επέβαλε υποχρεωτικώς την άσκηση ποινικής διώξεως, κατά τα ανωτέρω εις την μείζονα σκέψη εκτεθέντα, αλλά σοβαρές ενδείξεις τελέσεως αυτών, έτσι ώστε η παράλειψη διώξεως των υπαιτίων, από τον κατηγορούμενο, να μη ανταποκρίνεται προς την αντικειμενικώς ορθή αξιολόγηση του αυτού πραγματικού υλικού, αλλά αντιθέτως να έρχεται εις οξεία αντίθεση προς τα συμπεράσματα που συνάγονται από αυτό. Ειδικότερον, εν σχέσει προς τα, ως άνω, καταγγελλόμενα , αφού διεπιστώθη ότι, κατά τη νύκτα της 10ης προς 11-4-1995, που τοποθετείται το γεγονός της παρανόμου μεταφοράς Αλβανών λαθρομεταναστών, από τους Β Σ και Χ Μ, εξετέλουν υπηρεσία εις το Α.Τ. Καλαμπάκας οι αστυνομικοί Α Γ, ως Αξ/κός υπηρεσίας, και οι Ε Τ και Θ Α, εκλήθησαν αυτοί και εξητάσθησαν, ως μάρτυρες, από τον διενεργούντα την προκαταρκτική εξέταση, ως άνω, Αντεισαγγελέα, από τις καταθέσεις δε τούτων επιβεβαιώνονται τα γεγονότα, τα οποία αναφέρονται εις την προαναφερομένη ένορκον εξέταση μάρτυρος, που ήτο συνημμένη εις την ανώνυμον επιστολή-καταγγελία και των οποίων αυτοί είχαν ιδίαν αντίληψη, εφ’ όσον ο φερόμενος ως καταθέτων μάρτυς, εις αυτήν την έκθεση ενόρκου εξετάσεως μάρτυρος, είναι ο ανωτέρω Ε Τ, προανακριτικός υπάλληλος, ο τότε Αξ/κός υπηρεσίας Α Γ και β’ προανακριτικός υπάλληλος ο Ασ/κας Θ Α. Ο ανωτέρω μάρτυς και νυν μηνυτής, Α Γ, δια της από 9-7-1999 καταθέσεώς του, αφού βεβαιώνει ότι οι συλληφθέντες αλλοδαποί λαθρομετανάστες και το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο κατέληξαν εις το Α.Τ. Καλαμπάκας, έγινε σωματική έρευνα των συλληφθέντων λαθρομεταναστών και αυτοί ωδηγήθησαν εις το κρατητήριο, ερευνήθη το αυτοκίνητο, εις το οποίο ανευρέθη η κάρτα ταχογράφου με τα στοιχεία του αριθμού κυκλοφορίας (ΤΕ-) και το ονοματεπώνυμο του οδηγού, Β Σ, με ημερομηνία 10-4-1995, εξιστορεί ότι, προ της περατώσεως του ελέγχου του ρηθέντος αυτοκινήτου, έλαβε τηλεφώνημα από τον Διοικητή του Α.Τ. Η Τ, ο οποίος εζήτησε επιβεβαίωση «αν έπιασαν ένα φορτηγό στο ξενοδοχείο «ΑΜΑΛΙΑ» με κατεύθυνση προς Τρίκαλα, και αν είναι του Σ». Αφού δε έλαβε την επιβεβαίωση αυτή, του έδωσε κατά λέξη την εξής εντολή «Μην κάνεις καμία ενέργεια, μην συντάξεις δικογραφία και να μην ενημερώσεις σημαντικά τις προϊστάμενες υπηρεσίες, αλλά επικοινώνησε με τον Λ Α, γνωρίζει αυτός, έχουμε συζητήσει μαζί, το αυτοκίνητο θα δοθεί». Ο ίδιος, όμως, δεν υπήκουσε εις την προφορική από τηλεφώνου εντολή αυτή και αφού δεν ηδυνήθη να επικοινωνήσει με τον Υ/τη Λ Α, παρά τις προσπάθειές του, αφήρεσε, παρουσία των προαναφερομένων συναδέλφων του, τις βαλβίδες των εμπροσθίων ελαστικών του αυτοκινήτου, ώστε να φύγη ο αέρας από αυτά και να μη είναι δυνατή η απομάκρυνσή του και άρχισε τον σχηματισμό της σχετικής δικογραφίας, λαμβάνοντας την ανωτέρω κατάθεση του μάρτυρος Ε Τ (με το περιεχόμενο που προανεφέρθη) και συντάσσοντας έκθεση κατασχέσεως του ρηθέντος αυτοκινήτου που εχρησιμοποιήθη προς τέλεση της αξιοποίνου πράξεως της μεταφοράς λαθρομεταναστών, ενώ «αν θυμάται καλά» προέβη και εις σχετική εγγραφή του συμβάντος εις το βιβλίο αδικημάτων και συμβάντων του Α.Τ. Την σχηματισθείσα αυτή ημιτελή δικογραφία, κατά την λήξη της υπηρεσίας του, παρέδωσε, με τα κλειδιά του αυτοκινήτου (που είχαν αφεθή εις αυτό από τον οδηγό του, όταν ακινητοποιήθηκε, συνεπεία του ελέγχου και ο ίδιος εξηφανίσθη) εις τον αντικαταστάτη του, Θέμη Αργυρόπουλο, προκειμένου αυτός να μεριμνήσει δια την συμπλήρωσή της και την παράδοσή της εις τον Δ/τή Ηλία Τσάτσα ή τον Υ/τή Λ Α, οι οποίοι θα μεριμνούσαν δια την ανακάλυψη του οδηγού και συνοδηγού του αυτοκινήτου, ενώ ο πρώτος ήτο και αποκλειστικός αρμόδιος δια την διαβίβαση αυτής εις τον Εισαγγελέα «και να υπογράψει το σχετικό διαβιβαστικό». Ωσαύτως, ότι ο ίδιος επανήλθε εις την υπηρεσία του μετά τετραήμερο, εφ΄ όσον παραδόξως του εδόθησαν δύο συνεχόμενα «ρεπό» και όταν ρώτησε τον υπαστυνόμο Λ Α για το αυτοκίνητο, «επειδή είχαν συμβεί τα προαναφερθέντα» αυτός του είπε «μην ασχολείσαι εσύ ασχολείται ο Διοικητής». Εξάλλου, ο ίδιος μάρτυς, δια της από 2-12-1999 καταθέσεώς του, συμπληρώνοντας την προηγουμένη κατάθεσή του, εξιστόρησε ότι, κατά τον μήνα Αύγουστο 1999, συνήντησε τυχαίως εις τον χώρο των Δικαστηρίων τον Β Σ και εις συζήτηση που εγένετο σχετικώς με το φορτηγό αυτοκίνητό του «που είχαν πιάσει τις νυκτερινές ώρες της 10 προς 11-4-1995, αυτός του είπε ότι «το φορτηγό το οδηγούσε ο ίδιος (Σ), με συνοδηγό τον Χ Μ» και ότι «το ίδιο βράδυ και αμέσως μετά την κατάληψη του φορτηγού, επικοινώνησε, με το κινητό του, με τον τότε Διοικητή του Α.Τ. Καλαμπάκας Η Τ και του ανέφερε το περιστατικό, αυτός δε τον καθησύχασε ότι όλα θα πάνε καλά». Ωσαύτως (του είπε) ότι «μετά από 1-2 ημέρες από το περιστατικό, μετά από αλλεπάλληλα τηλέφωνα που δέχθηκε από τον Η Τ, πήγε ο ίδιος μαζί με τον Μ Χ στο Α.Τ. Καλαμπάκας…ο Μ ανέβηκε στο γραφείο του Δ/τή Η Τ, ο οποίος έδωσε τα κλειδιά του προαναφερθέντος αυτοκινήτου και στη συνέχεια ο Σ και Μ… έφυγαν μαζί με αυτό». Τα αυτά δε περιστατικά περιλαμβάνονται και στις από 8-10-1999 και 22-11-1999 αναφορές του. Ωσαύτως, τα ανωτέρω αναφερόμενα από τον ρηθέντα μάρτυρα πραγματικά περιστατικά, που αφορούν εις τον έλεγχο των συλληφθέντων λαθρομεταναστών και του φορτηγού αυτοκινήτου, την δέσμευση τούτου και της κάρτας ταχογράφου που ανευρέθη εις αυτό, την αφαίρεση του αέρα από τα εμπρόσθια ελαστικά του αυτοκινήτου, ώστε να μη είναι δυνατή η μετακίνηση αυτού, από τον προ του Α.Τ. Καλαμπάκας χώρο, επιβεβαίωσαν και οι μάρτυρες Ε Τ και Θ Α, δια των από 8-7-1999 ενόρκων καταθέσεών των, ενώπιον του Αντεισαγγελέως Βασ. Τσιαρδάκα. Ωσαύτως, αμφότεροι εβεβαίωσαν ότι, αμέσως μετά τον έλεγχο του αυτοκινήτου, εδόθη ένορκος κατάθεση από τον πρώτο (Ε Τ) εις τον Αξ/κό Υπηρεσίας, την οποία και το περιεχόμενό της ανεγνώρισαν εις το φωτοτυπικό αντίγραφο της προαναφερομένης από 11-4-1995 εκθέσεως ενόρκου εξετάσεως μάρτυρος, το οποίο τους επεδείχθη (εφόσον ο δεύτερος τούτων είχε παραστεί κατά την σύνταξη αυτής ως β’ προανακριτικός υπάλληλος). Πλέον τούτων, ο εξ αυτών Ε Τ, δια της από 13-10-1999 ομοίας καταθέσεώς του, εβεβαίωσε ότι ενθυμείται ότι «το πρωϊ, κατά την αλλαγή της βάρδιας (06.00΄), ο Α Γ, ό,τι έγγραφα είχε συντάξει για την υπόθεση, μαζί και τα κλειδιά του φορτηγού αυτοκινήτου, τα παρέδωσε στον πρωϊνό αξ/κό υπηρεσίας, Ε Α, ενημερώνοντάς τον σχετικά». Περαιτέρω την ύπαρξη του, ως άνω Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, εις τον χώρο του Α.Τ. Καλαμπάκας, εβεβαίωσε και ο μάρτυς αστυνομικός, Ε Μ, δια της από 21-7-1999 καταθέσεώς του, ενώπιον του αυτού, ως άνω, Αντεισαγγελέως, εκθέτοντας δι’ αυτής, ότι «ενώ ήταν υπηρεσία από ώρα 22.00 της 11-4-1995 έως 06.00’ της επομένης, επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του κάποια στιγμή ο Γ και τον πληροφόρησε ότι την προηγούμενη νύχτα κατέλαβαν το φορτηγό του Σ (δια τον οποίον ο ίδιος γνώριζε ότι ησχολείτο με μεταφορές λαθρομεταναστών) και ότι αυτό ευρίσκετο ακριβώς έξω από το τμήμα. Πράγματι διεπίστωσε ότι το αυτοκίνητο ήταν εκεί με ξεφουσκωμένα τα εμπρόσθια ελαστικά και αυτό το παρετήρησε γιατί ο συνάδελφός του είχε επιστήσει την προσοχή να μην το πάρει κανείς. Τα αυτά γεγονότα του εβεβαίωσε ακολούθως και ο συνάδελφός του Ε Τ, που είχε υπηρεσία το βράδυ εκείνο μαζί με τον Γ, ενώ του ιδίου του έμεινε η εντύπωση ότι η υπόθεση πήρε το νόμιμο δρόμο και το αυτοκίνητο παραδόθηκε στο Τελωνείο προς φύλαξη, ενώ αυτό δεν συνέβη, όπως επληροφορήθη προ δεκαημέρου (από της καταθέσεώς του) και το αυτοκίνητο το παρέλαβε ο Σ ή κάποιος συνεργάτης του». Παραλλήλως, ο μάρτυς αυτός, δια της αυτής καταθέσεώς του, εξέθεσε την εκτίμησή του ότι «δεν υπάρχει περίπτωση να μη πληροφορήθηκε το περιστατικό αυτό ο Δ/της του τμήματος, καθ’ όσον ήταν κοινό μυστικό σε όλο το τμήμα ότι πιάστηκε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, ενώ, δια της από 13-12-1999 καταθέσεώς του, ενώπιον του Πταισ/κου Καλαμπάκας (εξ αφορμής άλλης υποθέσεως), διευκρίνισε ότι «το επόμενο βράδυ (της 11ης προς 12-4-1995), που ανέλαβε αυτός υπηρεσία ήταν καταχωρημένη η σχετική εγγραφή στο βιβλίο συμβάντων» του οποίου, όμως, αφηρέθη (σχίστηκε) το σχετικό φύλλο, όπου είχε καταχωρηθεί. Την παράνομον, εξάλλου, αφαίρεση και εξαφάνιση του σχετικού φύλλου από το Βιβλίο Αδικημάτων και Συμβάντων του Α.Τ. Καλαμπάκας, όπου είχε καταχωρηθεί το γεγονός της δεσμεύσεως του αυτοκινήτου του Β Σ, λόγω της παρανόμου μεταφοράς δι’ αυτού λαθρομεταναστών, καθώς και της συλλήψεως ωρισμένων από αυτούς, διεπίστωσε και ο κατά το έτος 1999 Διοικητής του Α.Τ. Καλαμπάκας Η Γ, κατόπιν προσωπικής του ερεύνης… Χαρακτηριστική είναι η κατάθεση και του συνεργάτη του Β. Σ, εις την μεταφορά δια του προαναφερομένου αυτοκινήτου, λαθρομεταναστών, συνοδηγού του αυτού αυτοκινήτου, Χ Μ, ο οποίος, δια της από 24-9-1999 καταθέσεώς του, ενώπιον του αυτού, ως άνω Αντεισαγγελέως, βεβαιώνει το γεγονός της παρανόμου μεταφοράς λαθρομεταναστών, κατά τον, ως άνω, χρόνο, της ακινητοποιήσεως του αυτοκινήτου του Β. Σ εις το οποίο επέβαινε, εις το ύψος του ξενοδοχείου «ΑΜΑΛΙΑ», από τους αστυνομικούς και της διαφυγής του Β. Σ και του ιδίου καθώς και ομάδος λαθρομεταναστών, μέσα στα χωράφια όπου κρύφθηκαν σ’ ένα χαντάκι, και επί πλέον καταθέτει ότι «από εκεί (όπου είχαν κρυφθεί) ο Σ επικοινώνησε, με το κινητό του, με τον Διοικητή του Α.Τ. Καλαμπάκας και του είπε «Κύριε διοικητά είμαι ο Σ μόλις πιάσανε το φορτηγό μου» και εκείνος απάντησε» «θα το κανονίσω εγώ ή κάτι τέτοιο». Ότι την επομένη ημέρα επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί του ο Η Τ και του είπε «αν εύρη το Σ να του ειπή ή να του τηλεφωνήσει ή να πάει να πάρει το φορτηγό», ο ίδιος δε μετέφερε τα ανωτέρω εις το Σ… Ο μάρτυρας Β Μ, δια της από 22-11-1999 ενόρκου καταθέσεώς του, ενώπιον του αυτού, ως άνω, Αντεισαγγελέως, εβεβαίωσε «… Μετά από λίγες ημέρες με πληροφόρησε ο Χ Μ, όταν επισκέφθηκα το κατάστημά του επί της Ε.Ο., ότι το αυτοκίνητο, που πιάσθηκε ήταν του Βολιώτη (Σ), ο οποίος το οδηγούσε μαζί με το Μ, μεταφέροντας Αλβανούς και ότι το αυτοκίνητο το πήραν πίσω, από το Α.Τ. Καλαμπάκας, μετά από πρόσκληση του Δ/του του Α.Τ., ο οποίος τους παρέδωσε και τα κλειδιά. Αυτό έγινε γιατί, όπως μου είπε ο Μ, ο Σ ήταν πληροφοριοδότης της Αστυνομίας…». Επί τη βάσει τούτων, προέκυπταν επαρκή στοιχεία, δια την άσκηση ποινικής διώξεως, δια τις αξιόποινες πράξεις : 1) της καταχρήσεως εξουσίας εις βάρος των Η Τ και Λ Α, Διοικητού και Υποδιοικητού του Α.Τ. Καλαμπάκας (άρθρ. 239 εδ. β’ Π.Κ.) , εφόσον αυτοί, ως αρμόδιοι υπάλληλοι, ενεργούντες από κοινού, καίτοι έλαβαν γνώση, την 11-4-1995, της τελέσεως , από τους Β. Σ και Χ Μ, της αξιοποίνου πράξεως της παρανόμου προωθήσεως εις την χώρα- μεταφοράς 22-25 αλλοδαπών (Αλβανών), που εστερούντο των αναγκαίων ταξιδιωτικών εγγράφων, αντί αμοιβής 5.000 δραχμών κατά μεταφερόμενο πρόσωπο, δια του υπ’ αριθμ. ΤΕ-Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου του πρώτου, το οποίο είχε μεταφερθεί και ακινητοποιηθεί εις τον προ του Α.Τ. Καλαμπάκας χώρο, καθώς και της ενεργείας από τον τότε Αξ/κό Υπηρεσίας, Α Γ, των πρώτων αναγκαίων προανακριτικών πράξεων, ήτοι της λήψεως ενόρκου καταθέσεως του μάρτυρος Αστ/κος Ε Τ και της συντάξεως εκθέσεως κατασχέσεως του ανωτέρω αυτοκινήτου και της κάρτας ταχογράφου αυτού, δεν μερίμνησαν δια την βεβαίωση της ταυτότητος και την σύλληψη των ανωτέρω, που είχαν διαφύγει αυτή, εν όψει του ότι το αδίκημα ήτο αυτόφωρο και παρέλειψαν την συμπλήρωση της σχηματισθείσης ατελούς δικογραφίας ή την διαβίβαση αυτής, έστω και ημιτελούς, εις τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Τρικάλων, προς άσκηση ποινικής διώξεως, αλλά αντιθέτως απέκρυψαν και εξαφάνισαν τα ανωτέρω έγγραφα, ενώ απέδωσαν το αυτοκίνητο παρανόμως εις τους προαναφερόμενους, με σκοπό αλλά και με αποτέλεσμα να αποτρέψουν την ποινική των δίωξη και να προκαλέσουν την απαλλαγή των από την νόμιμον τιμωρία. 2) της υπεξαγωγής εγγράφων, εις βάρος των αυτών, ως άνω, αναφερομένων (άρθρ. 242 παρ.2, 45 Π.Κ.), εφόσον αυτοί, από κοινού ως υπάλληλοι, κατά την έννοια του άρθρ. 13 παρ. α’ Π.Κ., εκ προθέσεως υπεξήγαγαν έγγραφα, που τους εμπιστεύθηκαν και ήσαν προσιτά , ως εκ της υπηρεσίας των, ήτοι, ενώ έλαβαν εις την κατοχή των την, ως άνω, σχηματισθείσα από τον Αξ/κό υπηρεσίας, Α Γ, ατελή δικογραφία, κατά των Β. Σ και Χ Μ, η οποία απετελείτο από την, από 11-4-1995, έκθεση εξετάσεως του μάρτυρος Ε Τ, την κάρτα ταχογράφου του υπ’ αριθμ. ΤΕ-Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου και έκθεση κατασχέσεως τούτου, δεν υπέβαλαν αυτή εις τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Τρικάλων, ώστε να κινηθεί κατά των ανωτέρω η ποινική διαδικασία, αλλά αντιθέτως απέκρυψαν τα, ως άνω, έγγραφα αυτής και τελικώς κατέστρεψαν αυτά, ώστε να είναι αδύνατος η χρήση των, 3) της παραβάσεως καθήκοντος κατά συναυτουργία, εις βάρος των αυτών, ως άνω, αναφερομένων (άρθρ. 259, 45 Π.Κ.), εφόσον αυτοί, την 13-4-1995, υπό την ανωτέρω ιδιότητά των, παρέβησαν τα καθήκοντα της υπηρεσίας των, με σκοπό να προσπορίσουν εις άλλους παράνομο όφελος, ήτοι, ενώ ήσαν αρμόδιοι δια την φύλαξη του προαναφερομένου αυτοκινήτου, το οποίο είχε κατασχεθεί, ως χρησιμοποιηθέν δια την παράνομον μεταφορά λαθρομεταναστών, μέχρι της εκδικάσεως της υποθέσεως εις βάρος των υπαιτίων, απέδωσαν αυτό παρανόμως εις τον, ως άνω, Β. Σ, με σκοπό να ωφελήσουν παρανόμως αυτόν. 4) Της ηθικής αυτουργίας εις την τέλεση των αξιοποίνων πράξεων της καταχρήσεως εξουσίας και της παραβάσεως καθήκοντος, από τους Η Τ και Λ Α, εις βάρος του Β Σ, ο οποίος, προκειμένου να αποφύγει ο ίδιος και ο Χ Μ την τιμωρία, δια την αξιόποινον πράξη της παρανόμου προωθήσεως λαθρομεταναστών εις το εσωτερικό της χώρας, που έλαβε χώρα την 10 προς 11-4-1995 και ανωτέρω αναφέρεται, προσέτι δε να λάβει παρανόμως εις την κατοχή του το υπ’ αριθμ. ΤΕ-Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, εκ προθέσεως, με παροτρύνσεις και προτροπές, προκάλεσε εις τους Η Τ και Λ Α την απόφαση δια την τέλεση των, ως άνω, αξιοποίνων πράξεων (άρθρ. 46, 239 εδ. β’, 259 Π.Κ.). 5) της παραπλανήσεως εις ψευδορκία (άρθρ. 224 παρ.2 εν συνδ. προς 1 Π.Κ.), κατ’ εξακολούθηση, εις βάρος των Η Τ και Β Σ, εφόσον αυτοί, κατά το χρονικό διάστημα από 24-9-1999 έως 16-11-1999, και εις μη ειδικότερον διακριβωθείσες ημερομηνίες πλην της 19-10-1999 δια τον πρώτο και της 24-9-1999 δια τον δεύτερο, εις Καλαμπάκα και Τρίκαλα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, προσεπάθησαν να πείσουν τον Χ Μ, ο οποίος την 24-9-1999 και την 1-10-1999 είχε καταθέσει ενόρκως, ενώπιον του Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Τρικάλων, Βασιλείου Τσιαρδάκα, που διενήργει προκαταρκτική εξέταση, κατά τα ανωτέρω, δια την διακρίβωση της τελέσεως προηγουμένων πράξεων, εις βάρος των και τυχόν τρίτων (και ειδικότερον δια το όπως εξελίχθησαν τα γεγονότα της παρανόμου μεταφοράς λαθρομεταναστών, της συγκαλύψεως της υποθέσεως, της αποδόσεως του καταληφθέντος μεταφορικού μέσου κ.λ.π.), τα περιστατικά που προαναφέρθηκαν, να μεταβάλει την κατάθεσή του και να βεβαιώσει τα αντίθετα των όσων είχε καταθέσει, ήτοι ότι δεν οδήγει το προαναφερόμενο αυτοκίνητο ο Β Σ, με συνοδηγό τον ίδιο, αλλά κάποιος Αλβανός, που ειργάζετο δια λογαριασμό του πρώτου και εν αγνοία αυτού, ότι δεν υπήρξαν τηλεφωνικές επικοινωνίες δια το περιστατικό αυτό μεταξύ του Η Τ, του Β Σ και του ίδιου, ότι ο Η Τ δεν τους απέδωσε το ρηθέν αυτοκίνητο, ο μεν Β Σ με την απειλή ότι θα τιμωρηθεί και ο ίδιος, ο δε Η Τ με την υπόσχεση μελλοντικών εξυπηρετήσεων. Τούτο δε επεχείρησαν τόσον ευθέως οι ίδιοι όσον και δια παρενθέτων προσώπων (του Κ. Μ) και γ) της παρανόμου μεταφοράς λαθρομεταναστών (άρθρ. 33 και 1 του Ν. 1975/1991) εις βάρος των Β Σ και Χ Μ, που ετελέσθη από αυτούς την νύκτα της 10 προς 11-4-1995, δια του υπ’ αριθμ. ΤΕ-Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, κατά τα ανωτέρω. Όμως, ο κατηγορούμενος, ως αρμόδιος δια την ποινική δίωξη Εισαγγελέας, παρέλειψε την άσκηση ποινικής διώξεως κατά των, ως άνω, υπαιτίων, θέτοντας την υπόθεση εις το αρχείο, και δια της από 1-2-2000 αναφοράς του, προς τον Εισαγγελέα Εφετών Λαρίσης, ανέφερε τους λόγους της τοιαύτης ενεργείας του, που αφορούν εις το κατ’ ουσίαν προφανώς αβάσιμο της κατηγορίας. Ο τελευταίος, διαπιστώσας την αντίθεση μεταξύ της μη ασκήσεως ποινικής διώξεως και των συμπερασμάτων που συνήγοντο από το πραγματικό υλικό, που είχε τεθεί υπόψιν τούτου, δεν ενέκρινε την θέση της υποθέσεως εις το αρχείο και δια της υπ’ αριθμ. Επ. 2/8-2-2000 παραγγελίας του, αφού υπέμνησε ότι «η μήνυση ή αναφορά τίθεται στο αρχείο, εάν είναι προφανώς νόμω ή ουσία αβάσιμη, κατά δε τα παγίως γενόμενα αποδεκτά, ασκείται δίωξη, ακόμη και όταν υπάρχουν πιθανότητες και μόνον ευδοκιμήσεώς της, κατά μείζονα δε λόγον ασκείται δίωξη, όταν τα αποδεικτικά στοιχεία «είναι τοιαύτα και τοσαύτα» ώστε να δύνανται να οδηγήσουν σε παραπομπή σε δίκη, διέταξε την άσκηση ποινικής διώξεως, τον χωρισμό της υποθέσεως, ως προς τις αξιόποινες πράξεις, δια τις οποίες διέταξε την άσκηση ποινικής διώξεως, προς αποτροπή του κινδύνου παραγραφής τούτων, την συνέχιση της διενεργείας προκαταρκτικής εξετάσεως, δια την διερεύνηση των νέων αξιοποίνων πράξεων, που δεν είχαν διερευνηθεί επαρκώς και τον περαιτέρω χειρισμόν της υποθέσεως από τον Αντεισαγγελέα, Βασίλειο Τσαρδάκα, που εχειρίσθη και κατείχε αυτή….. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος παρέλειψε την, κατά τα ανωτέρω, ποινική δίωξη τελών εν γνώσει ότι υφίστανται οι ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις, δια την άσκηση αυτής, εφόσον, ως ικανός και έμπειρος Εισαγγελικός Λειτουργός , ο οποίος έφερε τον βαθμό του Εισαγγελέως Πρωτοδικών από 24-7-1992 (βλ. πίνακες αρχαιότητος Δικ. Λειτουργών έτους 2001) και επομένως είχε χειρισθεί μεγάλο αριθμό υποθέσεων, εγνώριζε ασφαλώς ότι, δια την άσκηση ποινικής διώξεως, είναι αρκετή και απλή πιθανότητα τελέσεως αξιοποίνων πράξεων και ότι εις την παρούσα περίπτωση υπήρχε πλούσιο αποδεικτικό υλικό, πολλαπλώς διασταυρούμενο, το οποίο επέβαλε την άσκηση ποινικής διώξεως κατά των υπαιτίων. Όμως, το αποδεικτικό αυτό υλικό το παρέκαμψε, εν γνώσει του, και κατέληξε εις την κρίση περί μη ασκήσεως ποινικής διώξεως, η οποία έρχεται εις οξεία αντίθεση προς αυτό. Τούτο συνάγεται και από το περιεχόμενο της από 1-2-2002 αναφοράς του, προς τον Εισαγγελέα Εφετών Λαρίσης, δια της οποίας αιτείται την έγκριση από αυτόν της ενεργείας του, περί θέσεως της υποθέσεως εις το αρχείο, χωρίς, όμως, να παραθέτει εις αυτή πραγματικά περιστατικά, δια των οποίων να ανατρέπεται ή να τίθεται υπό αμφισβήτηση το, ως άνω , αποδεικτικό υλικό, εις βαθμό τέτοιο, ώστε να εξάγεται ανενδοιάστως κρίση ότι δεν ετελέσθησαν παντάπασιν αδικήματα ή ότι οι κατηγορίες είναι προφανώς κατ’ ουσίαν αβάσιμες. Αντιθέτως, αυτός, παραθέτοντας αποσπάσματα των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων, επισημαίνει ασήμαντες διαφορές μεταξύ τούτων, που δεν θίγουν την ουσία των γεγονότων και προσπαθεί καταφανώς να μειώσει την αξιοπιστία των μαρτύρων, αστυνομικών, Α Γ και Ε Τ και να εξάρη την εντιμότητα και την προσωπικότητα του Διοικητού και Υποδιοικητού τότε του Α.Τ. Καλαμπάκας, Η Τ και Λ Α… Χαρακτηριστικό, εξ’ άλλου, της προσπαθείας του κατηγορουμένου, όπως αιτιολογήσει την μη άσκηση ποινικής διώξεως, καίτοι το αποδεικτικό υλικό επέβαλε το αντίθετο, είναι και το, εις την ανωτέρω αναφορά αυτού, συμπέρασμα, που έχει ως εξής : «…Κατόπιν αυτών, δήλον καθίσταται ότι οιαδήποτε αξιόποινη πράξη ήθελε θεωρηθεί ότι έχει διαπραχθεί εκ πράξεως ή παραλείψεως αστυνομικού τινός ή και περισσοτέρων οφείλεται στο πολυπρόσωπο της συγκροτήσεως του Αστυνομικού Τμήματος στην διαδοχική μεταξύ των αντικατάσταση μετά το πέρας της ημερήσιας βάρδιας και στην δυσκολία της παραδόσεως και παραλαβής των διαφόρων εγγράφων μεταξύ των, γεγονός το οποίο δημιούργησε σύγχυση στους κόλπους της υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Καλαμπάκας, σε βαθμό που να αίρει το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου και να καθίσταται η ικανοποίηση της ποινικής αξίωσης του κράτους ανενεργός». Κατά την εξαγωγή, όμως, του συμπεράσματος αυτού, δεν διευκρινίζεται από τον ίδιον πως «το πολυπρόσωπο» της συγκροτήσεως του Α.Τ και η δημιουργηθείσα «σύγχυση» στους κόλπους της υπηρεσίας, επηρεάζει και την αφαίρεση του σχετικού φύλλου του Βιβλίου Αδικημάτων και Συμβάντων του Α.Τ., όπου είχε καταχωρηθεί το γεγονός της καταλήψεως του, ως άνω, αυτοκινήτου του Β Σ να μεταφέρει, την νύκτα της 10 προς 11-4-1995, παρανόμως Αλβανούς λαθρομετανάστες, καθώς και την παραλαβή του αυτοκινήτου αυτού από τον Β Σ, από τον προ του Α.Τ. χώρο (ως περιλαμβανομένων και των πράξεων αυτών εις την έννοια της «οιασδήποτε αξιοποίνου πράξεως» ήθελε θεωρηθεί ότι είχε τελεσθεί). Ωσαύτως, δεν πρέπει να παραβλεφθεί και η επιφύλαξη του κατηγορουμένου, εις την αυτή αναφορά του, προς άσκηση ποινικής διώξεως κατά των Β Σ και Χ Μ, δια την αξιόποινον πράξη της προωθήσεως λαθρομεταναστών εις το εσωτερικό της χώρας- η οποία ας σημειωθεί παρεγράφετο μετά δύο μήνες και δέκα ημέρες από της υποβολής της ανωτέρω αναφοράς του- (άρθρ. 33 παρ. 1β’ του Ν. 1975/1991), εφόσον, δια της επιφυλάξεως αυτής, παραβλέπεται από τον ίδιον, ότι, από το αυτό αποδεικτικό υλικό, που αποδέχεται δια την άσκηση ποινικής διώξεως, δια την ανωτέρω αξιόποινον πράξη, προέκυπτε και ότι το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο του Β Σ, δια του οποίου εγένετο η παράνομος μεταφορά των λαθρομεταναστών, μετεφέρθη και ακινητοποιήθηκε εις το προ του Α.Τ. Καλαμπάκας χώρο και ότι κατεσχέθη αυτό και η κάρτα ταχογράφου του, οπότε το εύλογο ερώτημα τι απέγινε το αυτοκίνητο αυτό και πώς απεδόθη, οδηγεί εις την πιθανότητα τελέσεως και των λοιπών, ως άνω, αξιοποίνων πράξεων, από τα πρόσωπα, τα οποία ενδιαφέροντο δια την απόδοση τούτου και την μη άσκηση ποινικής διώξεως κατά του οδηγού αυτού και του συνοδηγού του. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος, δια της ενδίκου εφέσεώς του, (και των πολυσέλιδων υπομνημάτων του), ενώπιον του Ανακριτού Α. Τμήματος Βόλου, του Συμβουλίου Πλημ/δικών Βόλου και του Συμβουλίου τούτου) ισχυρίζεται, ότι «δεν στοιχειοθετείται εις βάρος του η αποδιδόμενη εις αυτόν αξιόποινος πράξη της καταχρήσεως εξουσίας, εφόσον αυτός, αξιολογώντας το αποδεικτικό υλικό, έκρινε, κατά την ανέλεγκτο κρίση του», ότι έπρεπε να θέσει τη σχετική δικογραφία εις το αρχείο, κατ’ άρθρο 43 Κ.Π.Δ., δι’ ένα σκέλος της καταγγελίας, επιφυλασσόμενος να αποφανθεί δια το υπόλοιπο, εν συνεχεία δε υπέβαλε την πράξη του αυτή, προς έγκριση, εις τον Εισαγγελέα Εφετών Λαρίσης, ακολουθώντας όλες τις προβλεπόμενες δικονομικές πράξεις και διαδικασίες». Όμως, ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου κρίνεται απορριπτέος. Και τούτο διότι, επί τη βάσει όσων ανωτέρω εξετέθησαν, εις την συγκεκριμένη περίπτωση, η μη άσκηση ποινικής διώξεως, κατά των υπαιτίων, από τον ίδιον, δεν είναι αποτέλεσμα εσφαλμένης εκτιμήσεως από αυτόν του αποδεικτικού υλικού, που ετέθη υπό την κρίση του. Αντιθέτως, από το αποδεικτικό υλικό που ετέθη υπό την κρίση του, αυτός ετέλει εν γνώσει της υπάρξεως των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων δια την άσκηση ποινικής διώξεως κατά των υπαιτίων, ο ίδιος, όμως, παρέλειψε την άσκηση αυτής, ενεργώντας αντιθέτως από όσα διεπίστωσε, κατά την απροσωπόληπτον κρίση του, θέτοντας την υπόθεση εις το αρχείο, κατά παράβαση της, εκ του άρθρου 43 Κ.Π.Δ. υποχρεώσεώς του. Υπό τα περιστατικά δε αυτά, αποδοχή του τοιούτου ισχυρισμού αυτού, θα είχε την έννοια ότι ο αρμόδιος δια την άσκηση της ποινικής διώξεως και την κίνηση της ποινικής διαδικασίας Εισαγγελέας, καλυπτόμενος όπισθεν της κατά τον προσήκοντα δικονομικό τρόπο εκφραζομένης και υποβαλλομένης προς έγκριση οιονεί δικαιοδοτικής κρίσεώς του, δύναται να αυθαιρετεί, ασκώντας ποινική δίωξη επιλεκτικώς. Ωσαύτως, αυτός αμφισβητεί τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά και παραθέτοντας περικοπές των καταθέσεων των, ως άνω, μαρτύρων, που εδόθησαν ενώπιον του διενεργήσαντος την προκαταρκτική εξέταση Εισαγγελέως καθώς και αυτών που εδόθησαν από αυτούς ενώπιον άλλων αρχών και συγκρίνοντας αυτές μεταξύ των και μεταξύ των καταθέσεων των μαρτύρων- υπαιτίων, επισημαίνει αναντιστοιχίες εις αυτές και διαφορές μεταξύ των, καταλήγοντας, επί τη βάσει των επί μέρους ισχυρισμών του, ότι οι καταθέσεις των, ως άνω, μαρτύρων, Α Γ, Ε Μ και Ε Τ ήσαν ψευδείς και αντιφατικές, ότι οι κατηγορίες ήσαν προφανώς ουσιαστικώς αβάσιμες και ο ίδιος ενήργησε ορθώς, θέτοντας την υπόθεση εις το αρχείο. Περί αυτών, που συνιστούν λόγους εσφαλμένης εκτιμήσεως του αποδεικτικού υλικού, από το Συμβούλιο πλημμελειοδικών Βόλου, εγένετο λόγος ανωτέρω, ενώ οι αναντιστοιχίες και διαφορές που ο κατηγορούμενος επισημαίνει και τα συμπεράσματά του, δεν ανατρέπουν εις το ελάχιστο τα βασικά γεγονότα, όπως αυτά προεξετέθησαν, ως πιθανότητα τελεσθεισών αξιοποίνων πράξεων και δεν οδηγούν ανενδοιάστως και κατά τρόπον έκδηλον εις κρίση ότι δεν ετελέσθησαν παντάπασι αδικήματα. Ως εκ τούτου, τα γεγονότα αυτά έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο της περαιτέρω ανακρίσεως, δια της ασκήσεως ποινικής διώξεως, ώστε να κριθούν εις τα πλαίσια των αποχρωσών ενδείξεων ή και των αποδείξεων εις το ακροατήριο. ’λλωστε, όπως προελέχθη, δια τις αξιόποινες πράξεις, των οποίων ο ίδιος παρέλειψε την ποινική δίωξη, οι υπαίτιοι παρεπέμφθησαν αμετακλήτως εις δίκη και οι κατ’ αυτών κατηγορίες εκκρεμούν ήδη ενώπιον του Μ.Ο.Δ. της Δικαστικής Περιφερείας του Εφετείου Λαρίσης που θα ορισθεί αρμοδίως από τον Εισαγγελέα Εφετών Λαρίσης. Ο ανωτέρω δε μάρτυς και ήδη μηνυτής, Α Γ, δια της από 20-3-2000 μηνύσεώς του, το περιεχόμενο της οποίας εβεβαίωσε ενόρκως, εμμένει εις τα προαναφερόμενα γεγονότα, όπως και ο μάρτυς Ε Μ, αναφερόμενος εις την κατάθεσή του, ενώπιον του Αντεισαγγελέως Βασιλ. Τσιαρδάκα, κατά την από 11-6-2001 κατ’ αντιπαράσταση, μετά του κατηγορουμένου, εξέτασή του, ενώπιον του Ανακριτού Α’ Τμήματος Βόλου. Πρέπει, περαιτέρω, να σημειωθεί, ότι «τα κίνητρα» που ώθησαν τον κατηγορούμενο εις την παράλειψη της διώξεως, κατά τα ανωτέρω, τα οποία αποδέχεται το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βόλου, δια της αναφοράς του εις την πρόταση του Εισαγγελέως, δεν ασκούν επιρροή εις την στοιχειοθέτηση της αποδιδόμενης εις τούτον αξιοποίνου πράξεως της καταχρήσεως εξουσίας, εφ’ όσον καθοριστικό στοιχείο της πράξεως αυτής είναι η από αυτόν γνώση της υπάρξεως των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, δια την άσκηση ποινικής διώξεως και όχι τα κίνητρα τα οποία τον ώθησαν εις την παράλειψή της. Επομένως, η τυχόν ανυπαρξία τούτων, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, δεν επάγεται διάφορον αποτέλεσμα και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος της εφέσεώς του παρίσταται ως αλυστιτελής. Κατ’ ακολουθίαν πάντων όσων ανωτέρω εξετέθησαν, στοιχειοθετείται εις βάρος του κατηγορουμένου η αποδιδόμενη εις αυτόν αξιόποινος πράξη της καταχρήσεως εξουσίας, που προβλέπεται και τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 239 εδ. β’ Π.Κ. και όχι αυτή της παραβάσεως καθήκοντος (άρθρ 259 Π.Κ.), όπως, υπό τα αυτά, ως άνω, πραγματικά περιστατικά, διαλαμβάνεται εις την προπαρατεθείσα εισαγγελική πρόταση, εφόσον : α) Η αποδιδομένη εις τον κατηγορούμενο αξιόποινος πράξη είναι τετελεσμένη αφ’ ότου παρήλθε ο χρόνος της ασκήσεως από τον ίδιο ποινικής διώξεως, ήτοι από και δια της αρχειοθετήσεως, κατά τα ανωτέρω, της υποθέσεως και είναι ανεξάρτητο το ότι τελικώς ησκήθη κατά των υπαιτίων ποινική δίωξη, επειδή ο Εισαγγελέας Εφετών Λαρίσης δεν ενέκρινε την ενέργεια αυτού περί αρχειοθετήσεως της υποθέσεως και β) η διάταξη του άρθρου 259 Π.Κ. είναι επικουρική έναντι αυτής του άρθρου 239 ΠΚ, εν όψει της διατυπώσεως της πρώτης «… αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη». Υπάρχουν δε σοβαρές ενδείξεις τελέσεως από τον κατηγορούμενο της ανωτέρω πράξεως, ώστε να παρίσταται αναγκαίος ο ακροαματικός έλεγχος…».- Γ΄. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου (τώρα αναιρεσείοντος) στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου για να δικασθεί για την αποδιδόμενη σ’ αυτόν αξιόποινη πράξη και έτσι απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την έφεση του κατηγορουμένου, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 239 στοιχ. β’ του Π.Κ, την οποία ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Διέλαβε δε ρητά, και επανειλλημένα, την ύπαρξη άμεσου δόλου του κατηγ/νου (και τώρα αναιρεσείοντα) προς τέλεση της ανωτέρω πράξης, που περιλαμβάνει τη γνώση του ότι παρέλειπε να διώξει υπαιτίους αξιόποινων πράξεων. Επομένως οι λόγοι αναίρεσης οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 484 παρ. 1 περιπτ. β΄ και ε΄ Κ.Π.Δ. (ως ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, απορριπέα δε είναι και στο σύνολό της ή από 2.10.2002 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντα μετά την απόρριψη με την άνω αριθ. 252/2004 απόφαση, σε Συμβούλιο, και του λόγου αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Προτείνω: Να απορριφθεί η από 2-10-2002 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Ι Μ του Β, κατοίκου Λάρισας, κατά του υπ΄αριθ. 197/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, Και Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου

Πέτρος Βέρροιος

Aφού άκουσε τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριο Λινό, που αναφέρθηκε στην παραπάνω πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα κατ’ άρθρο 3 παρ. 3 ν. 3810/1957 και 23 παρ. 1 ν. 1756/1988 εισάγεται ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο η από 2.10.2002 αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου Ι Β. Μ, κατοίκου Λάρισας, κατά του με αριθμ. 197/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, ως προς τους λόγους έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής δίωξης (484 παρ. 1 εδ. α και δ ΚΠΔ) με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, μετά την απόρριψη αυτών ως αβασίμων με διαφορά μιας ψήφου, με τη 252/2004 απόφαση (σε Συμβούλιο) του ΣΤ τμήματος του Αρείου Πάγου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 239 Π.Κ., υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη ή η ανάκριση αξιοποίνων πράξεων α)….β) αν εν γνώσει του εξέθεσε σε δίωξη ή τιμωρία κάποιον υπαίτιο ή προκάλεσε την απαλλαγή του από την τιμωρία τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταχρήσεως εξουσίας με τη μορφή της παράλειψης του υπαλλήλου να διώξει κάποιον υπαίτιο, απαιτείται αντικειμενικά μεν ο δράστης να ήταν αρμόδιος για την άσκηση της ποινικής δίωξης, υποκειμενικά δε δόλος αυτού που συνίσταται στη γνώση ότι εκείνος για τον οποίο παραλείπει τη δίωξη είναι υπαίτιος αξιόποινης πράξης. Υποκείμενο του ως άνω εγκλήματος είναι και ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών ο οποίος κατά τα άρθρα 27 παρ. 1 και 43 ΚΠΔ ασκεί την ποινική δίωξη στο όνομα της πολιτείας. Το έγκλημα αυτό της κατάχρησης εξουσίας διαπράττει ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών και με τη θέση της μήνυσης ή της αναφοράς στο αρχείο και τη σύνταξη και υποβολή της σχετικής αναφοράς του στον Εισαγγελέα Εφετών (κατ’ άρθρο 43 παρ. 2 ΚΠΔ όπως τώρα ισχύει η κατ’ άρθρο 43 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠΔ όπως ίσχυε προ της αντικατάστασης του με το άρθρο 5 του ν. 3160/2003), καίτοι τελεί εν γνώσει ότι η μήνυση ή η αναφορά στηρίζεται στο νόμο και δεν είναι προφανώς αβάσιμη, άρα ότι υποχρεούται σε άσκηση της ποινικής δίωξης, καθόσον η υποχρέωση του αυτή ανακύπτει από το νόμο ακόμη και όταν υπάρχουν απλές μόνο ενδείξεις για τέλεση της μηνυόμενης αξιόποινης πράξης ή υφίσταται ισχνή πιθανότητα να ευδοκιμήσει η εναντίον του μηνυομένου κατηγορία. Και ναι μεν η άσκηση ή μη της ποινικής δίωξης συνιστά για τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών κυρία λειτουργική αρμοδιότητα με οιονεί δικαιοδοτικό χαρακτήρα. Εξ αυτού δε έπεται ότι κατά την άσκηση της αρμοδιότητας του αυτής ο Εισαγγελέας απολαμβάνει της από το Σύνταγμα (άρθρο 87 παρ. 1, 2) και το νόμο (άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ, άρθρο 24 παρ. 1 Ν. 1756/88) θεσπιζόμενης προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και επομένως η εσφαλμένη δικαιοδοτική κρίση του, ακόμη και αν οφείλεται σε αμέλεια ή ανεπάρκεια δεν δύναται να οδηγήσει στην καθίδρυση της έννοιας της αξιόποινης «παράλειψης». Όταν όμως ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών τελεί εν γνώσει, από το περιεχόμενο της μήνυσης ή αναφοράς, πολύ δε περισσότερο, από τα στοιχεία της δικογραφίας, μετά προκαταρκτική εξέταση που διέταξε (43 παρ. 2 ΚΠΔ) ότι συντρέχουν οι νομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την άσκηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της ποινικής δίωξης, παρά ταύτα δε, σε αντίθεση με τα στοιχεία αυτά, αυθαίρετα και με αιτιολογία που αποκλίνει από την αντικειμενική και προσωπόληπτη κρίση, παραλείπει να πράξει τούτο, αρχειοθετώντας τη σχετική μήνυση ή αναφορά, διαπράττει το έγκλημα της κατάχρησης εξουσίας. Το εν λόγω έγκλημα, το οποίο, ως γνήσιο παραλείψεως, είναι ανεπίδεκτο απόπειρας, είναι τετελεσμένο με την αρχειοθέτηση της μήνυσης ή αναφοράς αφού δι’ αυτής ο Εισαγγελέας παραλείπει τελειωτικά να πράξει το οφειλόμενο από εκείνον, ήτοι να ασκήσει την ποινική δίωξη και δεν απαιτείται για τη στοιχειοθέτησή του η οριστική ματαίωση της ασκήσεως της ποινικής δίωξης με την έγκριση από τον Εισαγγελέα Εφετών της αρχειοθετήσεως στην οποία προέβη ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών. Και τούτο γιατί κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με συνδρομή εξωτερικού όρου του αξιοποίνου, τον οποίο όμως η άνω διάταξη του Π.Κ. δεν περιέχει. Περαιτέρω είναι χωρίς σημασία για το τετελεσμένο του εγκλήματος ότι τελικά η ποινική δίωξη ασκήθηκε με παραγγελία του Εισαγγελέα Εφετών, επειδή ο τελευταίος διεφώνησε με την αρχειοθέτηση της υπόθεσης, όπως επίσης είναι αδιάφορο αν παρά την παράλειψη του δράστη ο υπαίτιος τελικά τιμωρήθηκε. Εξάλλου έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ’ αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία – και όχι μόνο μερικά απ’ αυτά κατ’ επιλογή – όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με δικές του σκέψεις και με μνεία κατ’ είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: «… Την 23-6-1999 περιήλθε εις τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Τρικάλων ανώνυμος επιστολή-καταγγελία, η οποία είχε ως ακολούθως: «Κύριε Τσιαρδάκα έμαθα ότι κάνατε έρευνα για κυκλώματα επίορκων Αστυνομικών. Θέτω υπόψιν σας ένα έγγραφο που καταμαρτυρά πώς προ τετραετίας ο Σ Β. πιάσθηκε από το Α.Τ. Καλαμπάκας να μεταφέρει Αλβανούς και αφέθηκε ελεύθερος χωρίς να παραπεμφθεί στη Δικαιοσύνη. Ο Σ δεν πήγε κατηγορούμενος, διότι έδωσαν αυτός και ο Μ, που ήταν συνοδηγός, ΑΔΡΑ ΑΜΟΙΒΗ στον τότε Διοικητή του Α.Τ. Καλαμπάκας Τσάτσα και υπεύθυνο Ασφαλείας Α Λ. Αυτοκίνητο εδόθη στον Σ μετά από τρεις ημέρες και το ίδιο βράδυ ο Τ, ο Α ΟΙ ΑΔΙΑΦΘΟΡΟΙ του Α.Τ. ΚΑΛΑΜΠΑΚΑΣ μαζί με τον Μ έτρωγαν ψητό αρνί στο κέντρο ΒΡΑΧΟΣ απέναντι από το ξενοδοχείο ΑΜΑΛΙΑ». Το «έγγραφο», το οποίο ετίθετο υπ’ όψιν του ασχολουμένου με την αναφερομένη εις την επιστολή αυτή έρευνα, Αντεισαγγελέα Τρικάλων, Βασ. Τσιαρδάκα, ήτο μία έκθεση ενόρκου εξετάσεως μάρτυρος, με ημερομηνία 11-4-1995, εις απλή φωτοτυπία, με διαγεγραμμένα τα στοιχεία της ταυτότητας των προανακριτικών υπαλλήλων, που εφέροντο ότι έλαβαν αυτή και του φερομένου ως εξετασθέντος μάρτυρος, με πλήρη όμως την υπογραφή του τελευταίου, ενώ διεκρίνετο ότι όλοι οι ανωτέρω ήσαν αστυνομικοί του Α.Τ. Καλαμπάκας. Συνημμένη δε εις την αυτή ανώνυμον επιστολή ήτο και μία κάρτα ταχογράφου εις φωτοτυπία, με ημερομηνία 10-4-1995 τον αριθμό αυτοκινήτου ΤΕ-6114 και τα στοιχεία «Σ Β». Κατά το περιεχόμενο της, ως άνω, εκθέσεως εξετάσεως μάρτυρος, ο φερόμενος εις αυτή ως εξεταζόμενος μάρτυς, αστυνομικός, καταθέτει, ότι «την 10-4-1995 ήτο υπηρεσία από ώρα 22.00 έως 06.00 της 11-4-1995. Την 00.15’ ώρα περίπου της 11-4-1995 πήρε εντολή από τον Αξ/κό υπηρεσίας να μεταβεί μαζί με το συνάδελφό του, οδηγό της υπηρεσίας, στην Ε.Ο. Καλαμπάκας Τρικάλων, για έλεγχο υπόπτων αυτοκινήτων που μεταφέρουν Αλβανούς λαθρομετανάστες. Περί ώρα 01.00 και ενώ ευρίσκοντο στο 1ο χιλιόμετρο της ανωτέρω οδού αντελήφθησαν ένα Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, με αριθμό κυκλοφορίας ΤΕ, το οποίο τους φάνηκε ύποπτο και αποφάσισαν να το καταδιώξουν και να το σταματήσουν. Αυτό έγινε και μπόρεσαν να το σταματήσουν στο 5ο χιλ/ρο περίπου της Ε.Ο. Καλαμπάκας Τρικάλων, πλησίον του Ξενοδοχείου «ΑΜΑΛΙΑ». Μόλις κατέβηκαν από το περιπολικό, ο οδηγός και συνοδηγός του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου «τράπηκαν σε φυγή» αφού πρώτα ο συνοδηγός άνοιξε την πόρτα της καρότσας με αποτέλεσμα «να το σκάσουν» από εκεί μέσα περίπου 16 άτομα, που αργότερα έμαθαν ότι ήταν Αλβανοί λαθρομετανάστες. Μη μπορώντας να τους συλλάβουν, λόγω του σκότους που επικρατούσε, έτρεξαν και συνέλαβαν τους υπόλοιπους έξι Αλβανούς, που είχαν μείνει στην καρότσα του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου… Στη συνέχεια οδήγησαν το φορτηγό με τους Αλβανούς στο τμήμα και εκεί έμαθε ότι το φορτηγό τους φόρτωσε από το ποτάμι της αγροτικής περιοχής Διάβας Καλαμπάκας, με τελικό προορισμό τα Φάρσαλα, έναντι κομίστρου κατ’ άτομο 5.000 δραχμών. Σε έλεγχο που έκανε, μαζί με τον Αξ/κό υπηρεσίας, στο Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, δεν βρήκαν τίποτα, εκτός από την κάρτα του ταχογράφου, που ανέγραφε το ονομ/μο του οδηγού, που είναι Σ Β, τον αριθμό κυκλοφορίας του οχήματος και ημερομηνία 10-4-1995». Επί τη βάσει τούτων, (καταγγελλομένων) ο κατηγορούμενος, ως Εισαγγελέας Πρωτοδικών Τρικάλων, δια της υπ’ αριθμ.239/1999 παραγγελίας του, προς τον Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, Βασίλειο Τσιαρδάκα, διέταξε την διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, προκειμένου να διακριβωθεί αν ετελέσθησαν, εκ μέρους των, εις την ανώνυμον επιστολή αναφερομένων, προσώπων, αξιόποινες πράξεις και ειδικότερον αυτές: α) της υποθάλψεως εγκληματία, της δωροληψίας, υπεξαγωγής εγγράφων και παραβιάσεως κατασχέσεως εκ μέρους του πρώην Δ/ντού του Α.Τ. Καλαμπάκας Τ και του Υ/Α Λ Α του αυτού Α.Τ. και β) της παραβάσεως του άρθρου 33 παρ.1 του Ν. 1975,1991, με σκοπό το παράνομο κέρδος, της δωροδοκίας δια παράνομες πράξεις και της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις της υποθάλψεως εγκληματία, της υπεξαγωγής εγγράφων και της παραβιάσεως κατασχέσεως, εκ μέρους των Σ Β και Μ Χ, καθώς και λοιπές άλλες πράξεις. Ο ανωτέρω Αντεισαγγελέας, αφού επεραίωσε την διενέργεια της διαταχθείσης προκαταρκτικής εξετάσεως, κατά το στάδιο της οποίας προέβη εις την εξέταση μεγάλου αριθμού μαρτύρων (περί των οποίων θα γίνει λόγος κατωτέρω) και εις την συλλογή των αναγκαίων εγγράφων, υπέβαλε την σχηματισθείσα δικογραφία εις τον κατηγορούμενο, δια της υπ’ αριθμ. 3396/15-12-1999 αναφοράς του, δια τις περαιτέρω ενέργειες τούτου, αναφέροντας συνάμα εις αυτόν «… όπως και σεις θα διαπιστώσετε, από τις διάφορες καταθέσεις προκύπτουν νέες αξιόποινες πράξεις από διαφόρους τρίτους (αστυνομικούς υπαλλήλους και ιδιώτες), με την περαιτέρω έρευνα των οποίων δεν ασχολήθηκαν, ως εκ του κατεπείγοντος χαρακτήρος της παρούσης, λόγω επικειμένης παραγραφής των σ’ αυτή εγκλημάτων (τα οποία οπωσδήποτε αυτός εθεώρει ότι έχουν τελεσθεί) και είμαι πρόθυμος να συνεχίσω κατόπιν νέας εντολής σας…». Ο κατηγορούμενος, κατόπιν τούτου, αξιολογώντας τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία ετέθησαν υπ’ όψιν του και αφού την 31-1-1999 έλαβε ο ίδιος συμπληρωματική κατάθεση του ήδη μηνυτού Α Γ, κατέληξε εις την μη άσκηση ποινικής διώξεως κατά οποιουδήποτε προσώπου, θέτοντας την υπόθεση εις το αρχείο, και δια της από 1-2-2000 αναφοράς του προς τον Εισαγγελέα Εφετών Λαρίσης (κατ’ άρθρ. 43 παρ.1 Κ.Π.Δ.), αποτελουμένης από είκοσι πέντε σελίδες, ανέφερε τους λόγους της τοιαύτης ενεργείας του. Όμως, από το πραγματικό υλικό το οποίο προέκυψε από την διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση και ετέθη υπ’ όψιν τούτου, προέκυπτε όχι μόνο απλή πιθανότητα τελέσεως αξιοποίνων πράξεων, που επέβαλε υποχρεωτικώς την άσκηση ποινικής διώξεως, κατά τα ανωτέρω εις την μείζονα σκέψη εκτεθέντα, αλλά σοβαρές ενδείξεις τελέσεως αυτών, έτσι ώστε η παράλειψη διώξεως των υπαιτίων, από τον κατηγορούμενο, να μη ανταποκρίνεται προς την αντικειμενικώς ορθή αξιολόγηση του αυτού πραγματικού υλικού, αλλά αντιθέτως να έρχεται εις οξεία αντίθεση προς τα συμπεράσματα που συνάγονται από αυτό. Ειδικότερον, εν σχέσει προς τα, ως άνω, καταγγελλόμενα , αφού διεπιστώθη ότι, κατά τη νύκτα της 10ης προς 11-4-1995, που τοποθετείται το γεγονός της παρανόμου μεταφοράς Αλβανών λαθρομεταναστών, από τους Β Σ και Χ Μ, εξετέλουν υπηρεσία εις το Α.Τ. Καλαμπάκας οι αστυνομικοί Α Γ, ως Αξ/κός υπηρεσίας, και οι Ε Τ και Θ Α, εκλήθησαν αυτοί και εξητάσθησαν, ως μάρτυρες, από τον διενεργούντα την προκαταρκτική εξέταση, ως άνω, Αντεισαγγελέα, από τις καταθέσεις δε τούτων επιβεβαιώνονται τα γεγονότα, τα οποία αναφέρονται εις την προαναφερομένη ένορκον εξέταση μάρτυρος, που ήτο συνημμένη εις την ανώνυμον επιστολή-καταγγελία και των οποίων αυτοί είχαν ιδίαν αντίληψη, εφ’ όσον ο φερόμενος ως καταθέτων μάρτυς, εις αυτήν την έκθεση ενόρκου εξετάσεως μάρτυρος, είναι ο ανωτέρω Ε Τ, προανακριτικός υπάλληλος ο τότε Αξ/κός υπηρεσίας Α Γ και β’ προανακριτικός υπάλληλος ο Ασ/κας Θ Α. Ο ανωτέρω μάρτυς και νυν μηνυτής, Α Γ, δια της από 9-7-1999 καταθέσεώς του, αφού βεβαιώνει ότι οι συλληφθέντες αλλοδαποί λαθρομετανάστες και το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο κατέληξαν εις το Α.Τ. Καλαμπάκας, έγινε σωματική έρευνα των συλληφθέντων λαθρομεταναστών και αυτοί ωδηγήθησαν εις το κρατητήριο, ερευνήθη το αυτοκίνητο, εις το οποίο ανευρέθη η κάρτα ταχογράφου με τα στοιχεία του αριθμού κυκλοφορίας (ΤΕ-) και το ονοματεπώνυμο του οδηγού, Β Σ, με ημερομηνία 10-4-1995, εξιστορεί ότι, προ της περατώσεως του ελέγχου του ρηθέντος αυτοκινήτου, έλαβε τηλεφώνημα από τον Διοικητή του Α.Τ. Η Τ, ο οποίος εζήτησε επιβεβαίωση «αν έπιασαν ένα φορτηγό στο ξενοδοχείο «ΑΜΑΛΙΑ» με κατεύθυνση προς Τρίκαλα, και αν είναι του Σ». Αφού δε έλαβε την επιβεβαίωση αυτή, του έδωσε κατά λέξη την εξής εντολή «Μην κάνεις καμία ενέργεια, μην συντάξεις δικογραφία και να μην ενημερώσεις σηματικά τις προϊστάμενες υπηρεσίες, αλλά επικοινώνησε με τον Λ Α, γνωρίζει αυτός, έχουμε συζητήσει μαζί, το αυτοκίνητο θα δοθεί». Ο ίδιος, όμως, δεν υπήκουσε εις την προφορική από τηλεφώνου εντολή αυτή και αφού δεν ηδυνήθη να επικοινωνήσει με τον Υ/τη Λ Α, παρά τις προσπάθειές του» αφήρεσε, παρουσία των προαναφερομένων συναδέλφων του, τις βαλβίδες των εμπροσθίων ελαστικών του αυτοκινήτου, ώστε να φύγη ο αέρας από αυτά και να μη είναι δυνατή η απομάκρυνσή του και άρχισε τον σχηματισμό της σχετικής δικογραφίας, λαμβάνοντας την ανωτέρω κατάθεση του μάρτυρος Ε Τ (με το περιεχόμενο που προανεφέρθη) και συντάσσοντας έκθεση κατασχέσεως του ρηθέντος αυτοκινήτου που εχρησιμοποιήθη προς τέλεση της αξιοποίνου πράξεως της μεταφοράς λαθρομεταναστών, ενώ «αν θυμάται καλά» προέβη και εις σχετική εγγραφή του συμβάντος εις το βιβλίο αδικημάτων και συμβάντων του Α.Τ. Την σχηματισθείσα αυτή ημιτελή δικογραφία, κατά την λήξη της υπηρεσίας του, παρέδωσε, με τα κλειδιά του αυτοκινήτου (που είχαν αφεθή εις αυτό από τον οδηγό του, όταν ακινητοποιήθηκε, συνεπεία του ελέγχου και ο ίδιος εξηφανίσθη) εις τον αντικαταστάτη του, Θέμη Αργυρόπουλο, προκειμένου αυτός να μεριμνήσει δια την συμπλήρωσή της και την παράδοσή της εις τον Δ/ντή Η Τ ή τον Υ/ντή Λ Α, οι οποίοι θα μεριμνούσαν δια την ανακάλυψη του οδηγού και συνοδηγού του αυτοκινήτου, ενώ ο πρώτος ήτο και αποκλειστικός αρμόδιος δια την διαβίβαση αυτής εις τον Εισαγγελέα «και να υπογράψει το σχετικό διαβιβαστικό». Ωσαύτως, ότι ο ίδιος επανήλθε εις την υπηρεσία του μετά τετραήμερο, εφ΄ όσον παραδόξως του εδόθησαν δύο συνεχόμενα «ρεπό» και όταν ρώτησε τον υπαστυνόμο Λ Α για το αυτοκίνητο, «επειδή είχαν συμβεί τα προαναφερθέντα» αυτός του είπε «μην ασχολείσαι εσύ ασχολείται ο Διοικητής». Εξάλλου, ο ίδιος μάρτυς, δια της από 2-12-1999 καταθέσεώς του, συμπληρώνοντας την προηγουμένη κατάθεσή του, εξιστόρησε ότι, κατά τον μήνα Αύγουστο 1999, συνήντησε τυχαίως εις τον χώρο των Δικαστηρίων τον Β Σ και εις συζήτηση που εγένετο σχετικώς με το φορτηγό αυτοκίνητό του «που είχαν πιάσει τις νυκτερινές ώρες της 10 προς 11-4-1995, αυτός του είπε ότι «το φορτηγό το οδηγούσε ο ίδιος (Σ), με συνοδηγό τον Χ Μ» και ότι «το ίδιο βράδυ και αμέσως μετά την κατάληψη του φορτηγού, επικοινώνησε, με το κινητό του, με τον τότε Διοικητή του Α.Τ. Καλαμπάκας Η Τ και του ανέφερε το περιστατικό, αυτός δε τον καθησύχασε ότι όλα θα πάνε καλά». Ωσαύτως (του είπε) ότι «μετά από 1-2 ημέρες από το περιστατικό, μετά από αλλεπάλληλα τηλέφωνα που δέχθηκε από τον Η Τ, πήγε ο ίδιος μαζί με τον Μ Χ στο Α.Τ. Καλαμπάκας…ο Μ ανέβηκε στο γραφείο του Δ/ντή Η Τ, ο οποίος έδωσε τα κλειδιά του προαναφερθέντος αυτοκινήτου και στη συνέχεια ο Σ και Μ… έφυγαν μαζί με αυτό». Τα αυτά δε περιστατικά περιλαμβάνονται και στις από 8-10-1999 και 22-11-1999 αναφορές του. Ωσαύτως, τα ανωτέρω αναφερόμενα από τον ρηθέντα μάρτυρα πραγματικά περιστατικά, που αφορούν εις τον έλεγχο των συλληφθέντων λαθρομεταναστών και του φορτηγού αυτοκινήτου, την δέσμευση τούτου και της κάρτας ταχογράφου που ανευρέθη εις αυτό, την αφαίρεση του αέρα από τα εμπρόσθια ελαστικά του αυτοκινήτου, ώστε να μη είναι δυνατή η μετακίνηση αυτού, από τον προ του Α.Τ. Καλαμπάκας χώρο, επιβεβαίωσαν και οι μάρτυρες Ε Τ και Θ Α, δια των από 8-7-1999 ενόρκων καταθέσεών των, ενώπιον του Αντεισαγγελέως Βασ. Τσιαρδάκα. Ωσαύτως, αμφότεροι εβεβαίωσαν ότι, αμέσως μετά τον έλεγχο του αυτοκινήτου, εδόθη ένορκος κατάθεση από τον πρώτο (Ε Τ) εις τον Αξ/κό Υπηρεσίας, την οποία και το περιεχόμενό της ανεγνώρισαν εις το φωτοτυπικό αντίγραφο της προαναφερομένης από 11-4-1995 εκθέσεως ενόρκου εξετάσεως μάρτυρος, το οποίο τους επεδείχθη (εφόσον ο δεύτερος τούτων είχε παραστεί κατά την σύνταξη αυτής ως β’ προανακριτικός υπάλληλος). Πλέον τούτων, ο εξ αυτών Ε Τ, δια της από 13-10-1999 ομοίας καταθέσεώς του, εβεβαίωσε ότι ενθυμείται ότι «το πρωϊ, κατά την αλλαγή της βάρδιας (06.00΄), ο Α Γ, ό,τι έγγραφα είχε συντάξει για την υπόθεση, μαζί και τα κλειδιά του φορτηγού αυτοκινήτου, τα παρέδωσε στον πρωϊνό αξ/κό υπηρεσίας, Ε Α, ενημερώνοντάς τον σχετικά». Περαιτέρω την ύπαρξη του, ως άνω Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, εις τον χώρο του Α.Τ. Καλαμπάκας, εβεβαίωσε και ο μάρτυς αστυνομικός, Ε Μ, δια της από 21-7-1999 καταθέσεώς του, ενώπιον του αυτού, ως άνω, Αντεισαγγελέως, εκθέτοντας δι’ αυτής, ότι «ενώ ήταν υπηρεσία από ώρα 22.00 της 11-4-1995 έως 06.00’ της επομένης, επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του κάποια στιγμή ο Γ και τον πληροφόρησε ότι την προηγούμενη νύχτα κατέλαβαν το φορτηγό του Σ (δια τον οποίον ο ίδιος γνώριζε ότι ησχολείτο με μεταφορές λαθρομεταναστών) και ότι αυτό ευρίσκετο ακριβώς έξω από το τμήμα. Πράγματι διεπίστωσε ότι το αυτοκίνητο ήταν εκεί με ξεφουσκωμένα τα εμπρόσθια ελαστικά και αυτό το παρετήρησε γιατί ο συνάδελφός του είχε επιστήσει την προσοχή να μην το πάρει κανείς. Τα αυτά γεγονότα του εβεβαίωσε ακολούθως και ο συνάδελφός του Ε Τ, που είχε υπηρεσία το βράδυ εκείνο μαζί με τον Γρηγορίου, ενώ του ιδίου του έμεινε η εντύπωση ότι η υπόθεση πήρε το νόμιμο δρόμο και το αυτοκίνητο παραδόθηκε στο Τελωνείο προς φύλαξη, ενώ αυτό δεν συνέβη, όπως επληροφορήθη προ δεκαημέρου (από της καταθέσεώς του) και το αυτοκίνητο το παρέλαβε ο Σ ή κάποιος συνεργάτης του. Παραλλήλως, ο μάρτυς αυτός, δια της αυτής καταθέσεώς του, εξέθεσε την εκτίμησή του ότι «δεν υπάρχει περίπτωση να μη πληροφορήθηκε το περιστατικό αυτό ο Δ/της του τμήματος, καθ’ όσον ήταν κοινό μυστικό σε όλο το τμήμα ότι πιάστηκε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, ενώ, δια της από 131-12-1999 καταθέσεώς του, ενώπιον του Πταισ/κου Καλαμπάκας (εξ αφορμής άλλης υποθέσεως), διευκρίνισε ότι «το επόμενο βράδυ (της 11ης προς 12-4-1995), που ανέλαβε αυτός υπηρεσία ήταν καταχωρημένη η σχετική εγγραφή στο βιβλίο συμβάντων» του οποίου, όμως, αφηρέθη (σχίστηκε) το σχετικό φύλλο, όπου είχε καταχωρηθεί. Την παράνομον, εξάλλου, αφαίρεση και εξαφάνιση του σχετικού φύλλου από το Βιβλίο Αδικημάτων και Συμβάντων του Α.Τ. Καλαμπάκας, όπου είχε καταχωρηθεί το γεγονός της δεσμεύσεως του αυτοκινήτου του Β Σ, λόγω της παρανόμου μεταφοράς δι’ αυτού λαθρομεταναστών, καθώς και της συλλήψεως ωρισμένων από αυτούς, διεπίστωσε και ο κατά το έτος 1999 Διοικητής του Α.Τ. Καλαμπάκας Η Γ, κατόπιν προσωπικής του ερεύνης, εξ αφορμής σχετικού εγγράφου του διενεργούντος τότε την προανακριτική εξέταση Αντεισαγγελέως Τρικάλων, Βασιλείου Τσιαρδάκα, δια του οποίου εζητείτο η πληροφορία, περί του ποίοι αστυνομικοί είχαν εκτελέσει υπηρεσία από ώρα 22.00 της 10-4-1995 έως 06.00 της 11-4-1995, όπως ο ίδιος βεβαιώνει, δια της από 8-7-1999 καταθέσεώς του, ενώπιον του αυτού ως άνω Αντεισαγγελέως και μνημονεύει εις το υπ’ αριθμ. 3021/8/281-2/3-7-1999 έγγραφό του, προς την ΑΔ. Τρικάλων, κοινοποιούμενο και προς τον ανωτέρω Αντεισαγγελέα. Ειδικότερον, δια της ανωτέρω καταθέσεώς του, βεβαίωσε, ότι «ανέτρεξε στο Βιβλίο Αδικημάτων και Συμβάντων, προκειμένου να ενημερωθεί αν υπήρχαν εγγραφές περιστατικών εκείνης της ημέρας, όπου και διεπίστωσε ότι είχε αφαιρεθεί το σχετικό φύλλο. Στη συνέχεια εζήτησε πληροφορίες από τον Αστ/κα Ε Τ, ο οποίος, όπως είχε διαπιστώσει, ήταν υπηρεσία κατά τον κρίσιμο χρόνο, περί του εάν είχε συμβεί κάτι σημαντικό». Τότε αυτός του εξιστόρησε όλα τα γεγονότα, που αποτελούν το περιεχόμενό της, εις φωτοαντίγραφο, εκθέσεως καταθέσεως μάρτυρος, περί του οποίου εγένετο λόγος ανωτέρω. Καταλήγοντας δε ο μάρτυς ετόνισε ότι «από τον έλεγχο του Αρχείου της υπηρεσίας, δεν προκύπτει, ότι υποβλήθηκε δικογραφία στον Εισαγγελέα Πρωτ/κών Τρικάλων, ούτε είχαν γίνει άλλες υπηρεσιακές ενέργειες, όπως σύνταξη σήματος». Τα αυτά πραγματικά περιστατικά, που αφορούν εις το αυτοκίνητο του Β Σ και την σύλληψη ορισμένων από τους μεταφερόμενους δι’ αυτού λαθρομετανάστες, εβεβαίωσε και ο αστυνομικός, Χ Β, δια της από 5-10-1999 καταθέσεώς του, ενώπιον του αυτού, ως άνω, Αντεισαγγελέως, αναφέροντας ότι είδε έξω από το τμήμα ένα φορτηγό «με ξεφούσκωτα τα λάστιχα», εζήτησε πληροφορίες από τον Αξ/κό υπηρεσίας, Ανθ/μο Ε Α» τι είχε συμβεί και αυτός τον πληροφόρησε, ότι ο βραδινός αξ/κός υπηρεσίας, μετά των άλλων, συναδέλφων, που εκτελούσαν νυχτερινή υπηρεσία, είχαν καταλάβει το αυτοκίνητο να μεταφέρει Αλβανούς λαθρομετανάστες πλην όμως είχαν διαφύγει οι μεταφορείς, ενώ πήγε ο ίδιος στο κρατητήριο και εξήτασε τους Αλβανούς. Όμως, μετά από 2-3 ημέρες, αντελήφθη ότι το αυτοκίνητο έλειπε, χωρίς όμως αυτός να έχει συντάξει κάποιο έγγραφο σχετικό με την παράδοσή του στο Τελωνείο, εφόσον τα έγγραφα αυτά τα συνέτασσε πάντοτε ο ίδιος». Ετόνισε δε ο αυτός μάρτυς ότι «δια το πώς έφυγε το αυτοκίνητο έγιναν αρκετές συζητήσεις μεταξύ των ανδρών του Τμήματος και όλοι ήξεραν ότι κάτι παράνομο συνέβη αλλά δεν το έλεγαν καθαρά», ενώ, δια της από 10-11-1999 καταθέσεώς του, ενώπιον του αυτού, ως άνω, Αντεισαγγελέως, εβεβαίωσε, ότι, προ διετίας περίπου, από της λήψεως της καταθέσεώς του, ενώ ήταν στο γραφείο του υπαστυνόμου Α με τον ίδιον, ψάχνοντας στο γραφείο του τελευταίου για να βρει διάφορα έντυπα, προς διεκπεραίωση αυτοφώρων υποθέσεων, βρήκε μία δικογραφία, της έριξε μια ματιά και διεπίστωσε ότι αφορούσε την ανωτέρω υπόθεση (Σ). Συγκεκριμένα ήταν μία κατάθεση του Αστ/κα Ε. Τ, την οποία και διάβασε και κατάλαβε ότι επρόκειτο για το αυτοκίνητο του Σ, που είχε πιαστεί το 1995, μία κάρτα ταχογράφου, μία έκθεση κατασχέσεως που δεν πρέπει να ήταν τελειωμένη και ένα ημιτελές σήμα εις το οποίο είχαν γραφεί τα προκαταρκτικά. Χαρακτηριστική, όμως, είναι η κατάθεση και του συνεργάτη του Β. Σ, εις την μεταφορά δια του προαναφερομένου αυτοκινήτου, λαθρομεταναστών, συνοδηγού του αυτού αυτοκινήτου, Χ Μ, ο οποίος, δια της από 24-9-1999 καταθέσεώς του, ενώπιον του αυτού, ως άνω Αντεισαγγελέως, βεβαιώνει το γεγονός της παρανόμου μεταφοράς λαθρομεταναστών, κατά τον, ως άνω, χρόνο, της ακινητοποιήσεως του αυτοκινήτου του Β. Σ εις το οποίο επέβαινε, εις το ύψος του ξενοδοχείου «ΑΜΑΛΙΑ», από τους αστυνομικούς και της διαφυγής του Β. Σ και του ιδίου καθώς και ομάδος λαθρομεταναστών, μέσα στα χωράφια όπου κρύφθηκαν σ’ ένα χαντάκι, και επί πλέον καταθέτει ότι «από εκεί (όπου είχαν κρυφθεί) ο Σ επικοινώνησε, με το κινητό του, με τον Διοικητή του Α.Τ. Καλαμπάκας και του είπε «Κύριε διοικητά είναι ο Σ μόλις πιάσανε το φορτηγό μου» και εκείνος απάντησε» «θα το κανονίσω εγώ ή κάτι τέτοιο». Ότι την επομένη ημέρα επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί του ο Η Τ και του είπε «αν εύρη το Σ να του ειπή ή να του τηλεφωνήσει ή να πάει να πάρει το φορτηγό», ο ίδιος δε μετέφερε τα ανωτέρω εις το Σ. Όταν ενημέρωσε τον Σ, αυτός έχοντας πιθανόν ορισμένους ενδοιασμούς του είπε πως δεν θα πήγαινε εκείνη την ημέρα στην Καλαμπάκα, γιατί διαρκούσε το αυτόφωρο. Την άλλη ημέρα, ιδία περίπου ώρα, του τηλεφώνησε ξανά ο διοικητής του Α.Τ. Καλαμπάκας και τον ρώτησε αν ειδοποίησε τον Σ, αυτός του είπε ναι και του είπε «γιατί δεν πήγε να πάρει το αυτοκίνητο μπροστά από το Α.Τ. Καλαμπάκας». Αυτός του είπε ότι είχε φοβηθεί (ο Σ) και ότι ο Διοικητής του είπε πάλι «πες του να έλθει να πάρει το αυτοκίνητο μπροστά από το Α.Τ. για να μην το βλέπουν και αναρωτιούνται για ποιο λόγο είναι εκεί». Μετά δίωρο περίπου, ήλθε ο Σ στο μαγαζί του, του είπε τα παραπάνω και αυτός, αφού επικοινώνησε με το Διοικητή Καλαμπάκας, από το τηλέφωνο του μαγαζιού του, του πρότεινε να πάνε μαζί να πάρουν το αυτοκίνητο. Αυτός αρχικά αρνήθηκε, για να μην μπλέξει, αλλά τελικά πήγε, προκειμένου να φέρει πίσω το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, με το οποίο ο Σ είχε έλθει εκείνη την ημέρα. Έτσι, πήγαν στο Α.Τ. Καλαμπάκας, χαιρέτησαν τον Αξ/κό υπηρεσίας στο ισόγειο του κτιρίου, τον ρώτησε ο Σ αν ο Διοικητής ήταν επάνω, τους είπε ναι και πήγαν στο γραφείο του. Εκεί βρήκαν το Διοικητή, τους χαιρέτησε και ρώτησε τον Σ «γιατί δεν πήγε την προηγούμενη να πάρει το αυτοκίνητό του». Όταν αυτός του είπε ότι φοβόταν, ο Διοικητής του είπε γελώντας «γιατί, αφού όλα ήταν εντάξει». Στη συνέχεια ο Διοικητής βγήκε στο διάδρομο και κάλεσε ένα αστυνομικό, ο οποίος ήταν ηλικιωμένος, ψηλός, χονδρός και φαλακρός, τον οποίο αν το ιδεί θα τον γνωρίσει, και του είπε να φέρει τα κλειδιά του φορτηγού και μετά από λίγο εκείνος τα έφερε, χωρίς να ρωτήσει από ποιο φορτηγό και ποιανού, πράγμα που τον κάνει να πιστεύει πως γνώριζε το περιστατικό. Μαζί δε έφερε και κάτι ασφάλειες του αυτοκινήτου, τις οποίες είχαν ήδη αφαιρέσει από το φορτηγό. Τα πήραν, πήγαν στο φορτηγό, έβαλε ο Σ τις ασφάλειες, το έθεσε σε κίνηση και το οδήγησε στο μαγαζί του ίδιου, όπου και το στάθμευσε μπροστά «στο πάρκιν» του καταστήματός του, φανερά και στη συνέχεια έφυγε με το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του, προς άγνωστη κατεύθυνση. Όταν πήραν το αυτοκίνητο από το Α.Τ. Καλαμπάκας τα λάστιχα ήταν φουσκωμένα». Τα αυτά, ως άνω, πραγματικά περιστατικά, τα οποία αφορούν εις τον τρόπο παραλαβής του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου του Β. Σ, δια του οποίου εγένετο η παράνομος μεταφορά λαθρομεταναστών την νύκτα της 10ης προς 11-4-1995, επανέλαβε ο αυτός μάρτυς και δια της από 17-11-1999 καταθέσεώς του ενώπιον του αυτού, ως άνω, Αντεισαγγελέως, αναφέροντας, όμως, επί πλέον εις αυτήν, ότι, μετά την πρώτη, ως άνω, κατάθεσή του, ο Σ τον επίεσε να έλθει να αλλάξει την κατάθεσή του ολόκληρη», δηλαδή ότι δεν ωδήγει ο ίδιος το φορτηγό με αυτόν συνοδηγό, αλλά κάποιος Αλβανός, που δούλευε γι’ αυτόν, ούτε ότι ο Διοικητής Τ τους έδωσε το αυτοκίνητο». Την αυτή πίεση εδέχθη και από τον Διοικητή Τ, ο οποίος τον κάλεσε στο γραφείο του και του είπε «Έμαθα ότι έδωσες κατάθεση στον κ. Τσιαρδάκα και αυτά που είπες μας καίνε». Εις την απάντηση αυτού ότι «είπε μόνο την αλήθεια» εκείνος ανταπάντησε ότι «με αυτά που είπες θα καούμε και οι τρεις» και ότι πρέπει οπωσδήποτε να αλλάξει την κατάθεσή του». Ο ίδιος συνεννοήθηκε με δικηγόρο και αν χρειαζόταν θα τον πήγαινε στον Εισαγγελέα Εφετών Λαρίσης να δώσει εκεί μία κατάθεση τελείως αλλαγμένη». Ωσαύτως ότι οι πιέσεις από τον Διοικητή Τ ήσαν καθημερινές, εφόσον έπαιρνε τηλέφωνο και τον ρωτούσε συνέχεια πότε θα πάει να αλλάξει την κατάθεσή του, ο ίδιος δε όλο αυτό το διάστημα των αφορήτων πιέσεων από τους Σ και Τ είχε την άμεση συμπαράσταση της οικογένειάς του, που τον εμψύχωνε ηθικά, λέγοντά του ότι έκανε το σωστό, με το που κατέθεσε την αλήθεια. Περί των πιέσεων δε αυτών, προκειμένου όπως ο ανωτέρω Χ Μ αλλάξει την κατάθεσή του, καταθέτει και ο πατέρας του τελευταίου, Κ Μ, δια της από 13-12-1999 καταθέσεώς του, ενώπιον του αυτού, ως άνω, Αντεισαγγελέως, κατά την οποία…Ο πρώην Διοικητής του Α.Τ. Καλαμπάκας Η Τ τόσο τηλεφωνικά όσο και με επισκέψεις στο κατάστημά μου- τουλάχιστον τρεις φορές τον συνάντησα εγώ- μου είπε να πιέσω τον γυιό μου Χ να αλλάξει τις καταθέσεις που έδωσε για την υπόθεση του φορτηγού, που είχε πιαστεί το 1995 να μεταφέρει λαθρομετανάστες, με οδηγό τον Σ και συνοδηγό του γυιό μου…όταν εγώ του είπα «πως θα γίνει αυτό, αφού ήδη τα κατέθεσε ο Χρήστος», αυτός είπε να καταθέσει ο Χ ότι «πιέζεται από τον Εισαγγελέα, γι’ αυτό και τα κατέθεσε όσα κατέθεσε». Επίσης πιέσεις δέχεται ο Χ και από τον Σ, προκειμένου να αλλάξει την κατάθεσή του και να ειπεί ότι το φορτηγό το είχε κλέψει ένας Αλβανός, που μετέφερε Αλβανούς και όχι αυτοί, ενώ είναι γνωστό ότι το οδηγούσε ο Σ και τους το έδωσε πίσω ο Τ, παραδίδοντάς του τα κλειδιά και τις ασφάλειες και μάλιστα οι αστυνομικοί είχαν φροντίσει από πριν να φουσκώσουν τα λάστιχα του αυτοκινήτου. Εξάλλου την, ως άνω, παράδοση του αυτοκινήτου εις τον Β. Σ, είχε διηγηθεί ο Χ Μ εις τον μάρτυρα Ι Θ, αμέσως μετά το συμβάν, όπως εβεβαίωσε ο ίδιος, δια της από 5-11-1999 καταθέσεώς του, ενώπιον του αυτού, ως άνω Αντεισαγγελέως, τονίζοντας ότι «όπως γνωρίζω ο Β. Σ ασχολείται από πολλά χρόνια, το 1991 περίπου, με μεταφορά λαθρομεταναστών και είχε πάντοτε την κάλυψη της αστυνομίας, από την παράνομη δε αυτή δουλειά έβγαλε πολλά εκατομμύρια, μέρος των οποίων διέθεσε για την κατασκευή πολυτελέστατης βίλας. Ωσαύτως , κατά τον αυτό χρόνο, ο ίδιος επληροφόρησε, περί των ανωτέρω, τον μάρτυρα Β Μ, ο οποίος, δια της από 22-11-1999 ενόρκου καταθέσεώς του, ενώπιον του αυτού, ως άνω, Αντισαγγελέως, εβεβαίωσε «… Μετά από λίγες ημέρες με πληροφόρησε ο Χ Μ, όταν επισκέφθηκα το κατάστημά του επί της Ε.Ο., ότι το αυτοκίνητο, που πιάσθηκε ήταν του Βολιώτη (Σ), ο οποίος το οδηγούσε μαζί με το Μ, μεταφέροντας Αλβανούς και ότι το αυτοκίνητο το πήραν πίσω, από το Α.Τ. Καλαμπάκας, μετά από πρόσκληση του Δ/του του Α.Τ., ο οποίος τους παρέδωσε και τα κλειδιά. Αυτή έγινε γιατί, όπως μου είπε ο Μ, ο Σ ήταν πληροφοριοδότης της Αστυνομίας…». Επί τη βάσει τούτων, προέκυπταν επαρκή στοιχεία, δια την άσκηση ποινικής διώξεως, δια τις αξιόποινες πράξεις : 1) της καταχρήσεως εξουσίας εις βάρος των Η Τ και Λ Α, Διοικητού και Υποδιοικητού του Α.Τ. Καλαμπάκας (άρθρ. 239 εδ. β’ Π.Κ.) , εφόσον αυτοί, ως αρμόδιοι υπάλληλοι, ενεργούντες από κοινού, καίτοι έλαβαν γνώση, την 11-4-1995, της τελέσεως, από τους Β. Σακκά και Χ Μ, της αξιοποίνου πράξεως της παρανομου προωθήσεως εις την χώρα- μεταφοράς 22-25 αλλοδαπών (Αλβανών), που εστερούντο των αναγκαίων ταξιδιωτικών εγγράφων, αντί αμοιβής 5.000 δραχμών κατά μεταφερόμενο πρόσωπο, δια του υπ’ αριθμ. ΤΕ-Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου του πρώτου, το οποίο είχε μεταφερθεί και ακινητοποιηθεί εις τον προ του Α.Τ. Καλαμπάκας χώρο, καθώς και της ενεργείας από τον τότε Αξ/κό Υπηρεσίας, Α Γ, των πρώτων αναγκαίων προανακριτικών πράξεων, ήτοι της λήψεως ενόρκου καταθέσεως του μάρτυρος Αστ/κος Ε Τ και της συντάξεως εκθέσεως κατασχέσεως του ανωτέρω αυτοκινήτου και της κάρτας ταχογράφου αυτού, δεν μερίμνησαν δια την βεβαίωση της ταυτότητος και την σύλληψη των ανωτέρω, που είχαν διαφύγει αυτή, εν όψει του ότι το αδίκημα ήτο αυτόφωρο και παρέλειψαν την συμπλήρωση της σχηματισθείσης ατελούς δικογραφίας ή την διαβίβαση αυτής, έστω και ημιτελούς, εις τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Τρικάλων, προς άσκηση ποινικής διώξεως, αλλά αντιθέτως απέκρυψαν και εξαφάνισαν τα ανωτέρω έγγραφα, ενώ απέδωσαν το αυτοκίνητο παρανόμως εις τους προαναφερόμενους, με σκοπό αλλά και με αποτέλεσμα να αποτρέψουν την ποινική των δίωξη και να προκαλέσουν την απαλλαγή των από την νόμιμον τιμωρία. 2) της υπεξαγωγής εγγράφων, εις βάρος των αυτών, ως άνω, αναφερομένων (άρθρ. 242 παρ.2, 45 Π.Κ.), εφόσον αυτοί, από κοινού ως υπάλληλοι, κατά την έννοια του άρθρ. 13 παρ. α’ Π.Κ., εκ προθέσεως υπεξήγαγαν έγγραφα, που τους εμπιστεύθηκαν και ήσαν προσιτά , ως εκ της υπηρεσίας των, ήτοι, ενώ έλαβαν εις την κατοχή των την, ως άνω, σχηματισθείσα από τον Αξ/κό υπηρεσίας, Α Γ, ατελή δικογραφία, κατά των Β. Σ και Χ Μ, η οποία απετελείτο από την, από 11-4-1995, έκθεση εξετάσεως του μάρτυρος Ε Τ, την κάρτα ταχογράφου του υπ’ αριθμ. ΤΕ-Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου και έκθεση κατασχέσεως τούτου, δεν υπέβαλαν αυτή εις τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Τρικάλων, ώστε να κινηθεί κατά των ανωτέρω η ποινική διαδικασία, αλλά αντιθέτως απέκρυψαν τα, ως άνω, έγγραφα αυτής και τελικώς κατέστρεψαν αυτά, ώστε να είναι αδύνατος η χρήση των, 3) της παραβάσεως καθήκοντος κατά συναυτουργία, εις βάρος των αυτών, ως άνω, αναφερομένων (άρθρ. 259, 45 Π.Κ.), εφόσον αυτοί, την 13-4-1995, υπό την ανωτέρω ιδιότητά των, παρέβησαν τα καθήκοντα της υπηρεσίας των, με σκοπό να προσπορίσουν εις άλλους παράνομο όφελος, ήτοι, ενώ ήσαν αρμόδιοι δια την φύλαξη του προαναφερομένου αυτοκινήτου, το οποίο είχε κατασχεθεί, ως χρησιμοποιηθέν δια την παράνομον μεταφορά λαθρομεταναστών, μέχρι της εκδικάσεως της υποθέσεως εις βάρος των υπαιτίων, απέδωσαν αυτό παρανόμως εις τον, ως άνω, Β. Σ, με σκοπό να ωφελήσουν παρανόμως αυτόν. 4) Της ηθικής αυτουργίας εις την τέλεση των αξιοποίνων πράξεων της καταχρήσεως εξουσίας και της παραβάσεως καθήκοντος, από τους Η Τ και Λ Α, εις βάρος του Β Σ, ο οποίος, προκειμένου να αποφύγει ο ίδιος και ο Χ Μ την τιμωρία, δια την αξιόποινον πράξη της παρανόμου προωθήσεως λαθρομεταναστών εις το εσωτερικό της χώρας, που έλαβε χώρα την 10 προς 11-4-1995 και ανωτέρω αναφέρεται, προσέτι δε να λάβει παρανόμως εις την κατοχή του το υπ’ αριθμ. ΤΕ-Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, εκ προθέσεως, με παροτρύνσεις και προτροπές, προκάλεσε εις τους Η Τ και Λ Α την απόφαση δια την τέλεση των, ως άνω, αξιοποίνων πράξεων (άρθρ. 46, 239 εδ. β’, 259 Π.Κ.). 5) της παραπλανήσεως εις ψευδορκία (άρθρ. 224 παρ.2 εν συνδ. Προς 1 Π.Κ.), κατ’ εξακολούθηση, εις βάρος των Η Τ και Β Σ, εφόσον αυτοί, κατά το χρονικό διάστημα από 24-9-1999 έως 16-11-1999, και εις μη ειδικότερον διακριβωθείσες ημερομηνίες πλην της 19-10-1999 δια τον πρώτο και της 24-9-1999 δια τον δεύτερο, εις Καλαμπάκα και Τρίκαλα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, προσεπάθησαν να πείσουν τον Χ Μ, ο οποίος την 24-9-1999 και την 1-10-1999 είχε καταθέσει ενόρκως, ενώπιον του Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Τρικάλων, Β Τ, που διενήργει προκαταρκτική εξέταση, κατά τα ανωτέρω, δια την διακρίβωση της τελέσεως προηγουμένων πράξεων, εις βάρος των και τυχόν τρίτων (και ειδικότερον δια το όπως εξελίχθησαν τα γεγονότα της παρανόμου μεταφοράς λαθρομεταναστών, της συγκαλύψεως της υποθέσεως, της αποδόσεως του καταληφθέντος μεταφορικού μέσου κ.λ.π.), τα περιστατικά που προαναφέρθηκαν, να μεταβάλει την κατάθεσή του και να βεβαιώσει τα αντίθετα των όσων είχε καταθέσει, ήτοι ότι δεν οδήγει το προαναφερόμενο αυτοκίνητο ο Β Σ, με συνοδηγό τον ίδιο, αλλά κάποιος Αλβανός, που ειργάζετο δια λογαριασμό του πρώτου και εν αγνοία αυτού, ότι δεν υπήρξαν τηλεφωνικές επικοινωνίες δια το περιστατικό αυτό μεταξύ του Η Τ, του Β Σ και του ίδιου, ότι ο Η Τ δεν τους απέδωσε το ρηθέν αυτοκίνητο, ο μεν Β Σ με την απειλή ότι θα τιμωρηθεί και ο ίδιος, ο δε Η Τ με την υπόσχεση μελλοντικών εξυπηρετήσεων. Τούτο δε επεχείρησαν τόσον ευθέως οι ίδιοι όσον και δια παρενθέτων προσώπων (του Κ. Μ) και 6) της παρανόμου μεταφοράς λαθρομεταναστών (άρθρ. 33 και 1 του Ν. 1975/1991) εις βάρος των Β Σ και Χ Μ, που ετελέσθη από αυτούς την νύκτα της 10 προς 11-4-1995, δια του υπ’ αριθμ. ΤΕ-Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, κατά τα ανωτέρω. Όμως, ο κατηγορούμενος, ως αρμόδιος δια την ποινική δίωξη Εισαγγελέας, παρέλειψε την άσκηση ποινικής διώξεως κατά των, ως άνω, υπαιτίων, θέτοντας την υπόθεση εις το αρχείο, και δια της από 1-2-2000 αναφοράς του, προς τον Εισαγγελέα Εφετών Λαρίσης, ανέφερε τους λόγους της τοιαύτης ενεργείας του, που αφορούν εις το κατ’ ουσίαν προφανώς αβάσιμο της κατηγορίας. Ο τελευταίος, διαπιστώσας την αντίθεση μεταξύ της μη ασκήσεως ποινικής διώξεως και των συμπερασμάτων που συνήγοντο από το πραγματικό υλικό, που είχε τεθεί υπόψιν τούτου, δεν ενέκρινε την θέση της υποθέσεως εις το αρχείο και δια της υπ’ αριθμ. Επ. 2/8-2-2000 παραγγελίας του, αφού υπέμνησε ότι «η μήνυση ή αναφορά τίθεται στο αρχείο, εάν είναι προφανώς νόμω ή ουσία αβάσιμη, κατά δε τα παγίως γενόμενα αποδεκτά, ασκείται δίωξη, ακόμη και όταν υπάρχουν πιθανότητες και μόνον ευδοκιμήσεώς της, κατά μείζονα δε λόγον ασκείται δίωξη, όταν τα αποδεικτικά στοιχεία «είναι τοιαύτα και τοσαύτα» ώστε να δύνανται να οδηγήσουν σε παραπομπή σε δίκη, διέταξε την άσκηση ποινικής διώξεως, τον χωρισμό της υποθέσεως, ως προς τις αξιόποινες πράξεις, δια τις οποίες διέταξε την άσκηση ποινικής διώξεως, προς αποτροπή του κινδύνου παραγραφής τούτων, την συνέχιση της διενεργείας προκαταρκτικής εξετάσεως, δια την διερεύνηση των νέων αξιοποίνων πράξεων, που δεν είχαν διερευνηθεί επαρκώς και τον περαιτέρω χειρισμόν της υποθέσεως από τον Αντεισαγγελέα, Βασίλειο Τσαρδάκα, που ενεχειρίσθη και κατείχε αυτή. Ήδη, κατόπιν της ασκηθείσης διώξεως, κατά τα ανωτέρω, οι Η Τ, Λ Α, Β Σ και Χ Μ παραπέμφθησαν, αμετακλήτως, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης (Πλημ/των), λόγω της ιδιότητος των δύο πρώτων, ως Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας), προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι των αξιοποίνων πράξεων της προωθήσεως λαθρομεταναστών εις το εσωτερικό της χώρας οι γ’ και δ’ τούτων, της υποθάλψεως εγκληματίου από κοινού, κατά συρροήν οι α’ και β’, της ψευδούς βεβαιώσεως, υπεξαγωγής εγγράφων και της παραβάσεως καθήκοντος οι α’ και β’ τούτων, της ηθικής αυτουργίας εις υπόθαλψη εγκληματίου και παράβαση καθήκοντος ο γ’ τούτων και της παραπλανήσεως εις ψευδορκία κατ’ εξακολούθηση οι α’ και γ’ τούτων. Όμως, το ανωτέρω Δικαστήριο, δια της υπ’ αριθμ. 1249/2000 αποφάσεώς του, όπως διωρθώθη και συνεπληρώθη, χαρακτήρισε την, ως άνω, αποδιδόμενη εις τους Η Τ και Λ Α αξιόποινον πράξη της υποθάλψεως εγκληματίου, ως κατάχρηση εξουσίας (άρθρ. 239 εδ. β’ Π.Κ.) και παρέπεμψε όλους τους κατηγορουμένους εις το ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Δικαστικής Περιφέρειας του Εφετείου Λαρίσης, που θα ορισθεί αρμοδίως, από τον Εισαγγελέα Εφετών, προκειμένου να δικασθούν δια τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος παρέλειψε την, κατά τα ανωτέρω, ποινική δίωξη τελών εν γνώσει ότι υφίστανται οι ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις, δια την άσκηση αυτής, εφόσον, ως ικανός και έμπειρος Εισαγγελικός Λειτουργός , ο οποίος έφερε τον βαθμό του Εισαγγελέως Πρωτοδικών από 24-7-1992 (βλ. πίνακες αρχαιότητος Δικ. Λειτουργών έτους 2001) και επομένως είχε χειρισθεί μεγάλο αριθμό υποθέσεων, εγνώριζε ασφαλώς ότι, δια την άσκηση ποινικής διώξεως, είναι αρκετή και απλή πιθανότητα τελέσεως αξιοποίνων πράξεων και ότι εις την παρούσα περίπτωση υπήρχε πλούσιο αποδεικτικό υλικό, πολλαπλώς διασταυρούμενο, το οποίο επέβαλε την άσκηση ποινικής διώξεως κατά των υπαιτίων. Όμως, το αποδεικτικό αυτό υλικό το παρέκαμψε, εν γνώσει του, και κατέληξε εις την κρίση περί μη ασκήσεως ποινικής διώξεως, η οποία έρχεται εις οξεία αντίθεση προς αυτό. Τούτο συνάγεται και από το περιεχόμενο της από 1-2-2002 αναφοράς του, προς τον Εισαγγελέα Εφετών Λαρίσης, δια της οποίας αιτείται την έγκριση από αυτόν της ενεργείας του, περί θέσεως της υποθέσεως εις το αρχείο, χωρίς, όμως, να παραθέτει εις αυτή πραγματικά περιστατικά, δια των οποίων να ανατρέπεται ή να τίθεται υπό αμφισβήτηση το, ως άνω , αποδεικτικό υλικό, εις βαθμό τέτοιο, ώστε να εξάγεται ανενδοιάστως κρίση ότι δεν ετελέσθησαν παντάπασιν αδικήματα ή ότι οι κατηγορίες είναι προφανώς κατ’ ουσίαν αβάσιμες. Αντιθέτως, αυτός, παραθέτοντας αποσπάσματα των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων, επισημαίνει ασήμαντες διαφορές μεταξύ τούτων, που δεν θίγουν την ουσία των γεγονότων και προσπαθεί καταφανώς να μειώσει την αξιοπιστία των μαρτύρων, αστυνομικών, Α Γ και Ε Τ και να εξάρη την εντιμότητα και την προσωπικότητα του Διοικητού και Υποδιοικητού τότε του Α.Τ. Καλαμπάκας, Η Τ και Λ Α, οι οποίοι, όπως είναι φυσικό, δια των από 3-12-1999 και 5-11-1999 ενόρκων καταθέσεών των, αντιστοίχως, ενώπιον του αυτού, ως άνω. Αντεισαγγελέως, αρνούνται την οποιαδήποτε σχέση των, εις τα ανωτέρω, ισχυριζόμενοι ότι το πρώτον επληροφορήθησαν περί της υποθέσεως, κατά μήνα Ιούνιο-Ιούλιο 1999, εξ αιτίας της διεξαγομένης προκαταρκτικής εξετάσεως. Ειδικότερον, ως προς τον πρώτο των ανωτέρω μαρτύρων, αφού επισημαίνει ότι αυτός είχε τον πρωτεύοντα ρόλο εις την όλη πλοκή της υποθέσεως, αναφέρει ότι «το περιεχόμενο των πολυσέλιδων καταθέσεων και τα κείμενα των δύο εγγράφων αναφορών προς τις προϊστάμενες υπηρεσίες του, δια των οποίων αναφέρεται εις πρόσωπα και πράγματα και περί παντός επιστητού, είναι διαποτισμένα κατ’ επιεική χαρακτηρισμό από εμπάθεια και μίσος κυρίως προς τους Προϊσταμένους της υπηρεσίας του, από υπερβολή των γεγονότων και πέρα από κάθε αίσθηση ευπρέπειας και αστυνομικής δεοντολογίας». Προκειμένου δε να αμφισβητηθεί το, από τον ρηθέντα μάρτυρα κατατιθέμενο, γεγονός της, κατά την νύκτα της 10 προς 11-4-1995, επεμβάσεως του Διοικητού του Α.Τ. Καλαμπάκας, Η Τ, δια τηλεφωνικής επικοινωνίας του με τον ίδιον, κατά την οποία του είπε «Έλα Α, ο Αστυνόμος είμαι ο Τ, σε παίρνω από Καρδίτσα, έπιασες κανένα φορτηγό με Αλβανούς… είναι του Σ. Μην κάνεις καμία ενέργεια και να μην ενημερώσεις σηματικά τις Προϊστάμενες Υπηρεσίες, αλλά επικοινώνησε με τον Λ Α, γνωρίζει αυτός, έχουμε συζητήσει μαζί, το αυτοκίνητο θα δοθεί…» επισημαίνει εις την ανωτέρω αναφορά του: Ο ισχυρισμός του όμως αυτός αφ’ ενός μεν διαψεύδεται από τους δύο αστυνομικούς Τ και Α (προφανώς νοείται ο Α) γιατί δεν καταθέτουν κάτι τέτοιο, καίτοι όσο διαρκούσε η διαδικασία της ερεύνης του αυτοκινήτου ήταν μαζί του (παραβλέποντας ότι ο αυτός μάρτυς καταθέτει ότι «πριν ακόμη τελειώσει ο έλεγχος του αυτοκινήτου άκουσα να κτυπάει το τηλέφωνο του τμήματος και εγώ ως υπεύθυνος πήγα να απαντήσω…», αφετέρου ο ισχυρισμός του αυτός δεν στηρίζεται στην λογική και στην συνήθη χρήση του λόγου. Δεν είναι δυνατόν ο Αστυνόμος Η Τ να λέει από τηλεφώνου «Έλα Α, ο Αστυνόμος είμαι, ο Τ». Γιατί οπωσδήποτε ο Α. Γ γνώριζε την φωνή του Αστυνόμου του και αν τον έλεγε ο Αστυνόμος είμαι δεν θα χρειαζόταν να του πει ο Τ, γιατί ο Αστυνόμος ήτο ένας». Εν σχέσει δε προς το κατατιθέμενο από τον αυτόν μάρτυρα γεγονός ότι τον Αύγουστο 1999 συνήντησε τον Β Σ και αυτός τον εβεβαίωσε (ο Σ τον μάρτυρα) «ότι το φορτηγό το οδηγούσε ο ίδιος με συνοδηγό τον Χ Μ, ότι το ίδιο βράδυ επικοινώνησε με τον Δ/ντή του Α.Τ. Καλαμπάκας Η Τ και του ανέφερε σχετικά και ότι μετά από 1-2 ημέρες από το περιστατικό πήγε ο ίδιος μαζί με τον Χ Μ στο Α.Τ. Καλαμπάκας και ο Χ ανέβηκε στο γραφείο του Διοικητού και του έδωσε τα κλειδιά, ο ίδιος επισημαίνει: «Ο ισχυρισμός αυτός του μάρτυρος Α Γ διαψεύδεται κατ’ αρχήν από τον ίδιο τον Β. Σ διότι: 1. Στην από 24-9-1999 εξέτασή του ο Σ κατέθεσε ότι την 12-4-1995 τον πήρε στο κινητό του ο Χ Μ και του είπε ότι την προηγούμενη ημέρα είχε χρησιμοποιήσει το φορτηγό του εν αγνοία του, για να μεταφέρει λαθρομετανάστες και συνελήφθη από αστυνομικούς και 2) στην από 29-10-1999 συμπληρωματική κατάθεσή του ο Σ κατέθεσε ότι «την επομένη ημέρα πήγα με τον Χ Μ στο Α.Τ. Καλαμπάκας, εκεί συναντήσαμε δύο αστυνομικούς- μας απάντησαν δεν έγινε τίποτε με το αυτοκίνητο-έτσι εγώ πήρα το φορτηγό και έφυγα…». Όμως, εν σχέσει προς το χρησιμοποιούμενο, προς διάψευση, επιχείρημα, παραβλέπεται παντελώς η κατάθεση του συνεργάτου του Β Σ, Χ Μ, ο οποίος σαφώς και λεπτομερειακώς καταθέτει τα αντίθετα, ενώ εν σχέσει προς το δεύτερο επιχείρημα (της διαψεύσεως) χρησιμοποιείται περικοπή της καταθέσεως του Β Σ, από την οποία συνάγεται ότι πράγματι αυτός μετέβη, την επομένη εις το Α.Τ. μετά του Χ Μ και «πήρε το αυτοκίνητο και έφυγε», έστω και επειδή του είπαν ότι «δεν έγινε τίποτα» (ανεξαρτήτως του ότι το τελευταίο, ήτοι ότι του είπαν ότι «δεν έγινε τίποτα» δεν δύναται να ληφθεί σοβαρώς υπόψιν, από οποιονδήποτε αμερόληπτο κριτή). Παρά ταύτα, όσον αφορά τις καταθέσεις των Β Σ και Χ Μ, εις την αυτή αναφορά του, περιορίζεται να επισημάνει, ότι «έκαστος τούτων διαψεύδει τον έτερον, ως προς την συμμετοχή του ή μη στην μεταφορά των λαθρομεταναστών την συγκεκριμένη ημερομηνία της 10 προς 11-4-1995, τον τρόπο με τον οποίο έχει αφαιρεθεί το φορτηγό αυτοκίνητο, από το Α.Τ. Καλαμπάκας και αν δια την παράδοση αυτή ευθύνεται κάποιο αστυνομικό όργανο». Ωσαύτως, ως προς τον μάρτυρα Ε Τ, αμφισβητώντας τα, δια της από 13-10-1999 καταθέσεως αυτού κατατιθέμενα γεγονότα ότι «ο Α Γ επικοινώνησε, το βράδυ που είχαν καταλάβει το φορτηγό του Β Σ, τηλεφωνικά με την οικία του υπαστυνόμου Λ Α για να τον ενημερώσει αλλά δεν στάθηκε δυνατό» και ότι «ο Α Γ ότι έγγραφα είχε συντάξει για την υπόθεση και τα κλειδιά του αυτοκινήτου τα παρέδωσε στον πρωϊνό Αξ/κό υπηρεσίας, Ε Α, προκειμένου όπως μειωθεί η αξιοπιστία τούτου, παραθέτει περικοπές των καταθέσεων του και εντοπίζει επουσιώδεις διαφορές, ενώ θεωρεί την συμπλήρωση των, ως άνω, γεγονότων, ως αποτέλεσμα της εναρμονίσεως της καταθέσεως αυτού προς τις καταθέσεις του Α Γ, αναφέροντας «…τρεις καταθέσεις έδωσε ο μάρτυς και οι τρεις είναι διαφορετικές μεταξύ των, ως προς τον τόπο στον οποίο είχαν μεταβεί με το περιπολικό της υπηρεσίας, άλλοτε στην Ε.Ο. Καλαμπάκας Τρικάλων και άλλοτε στο σιδηροδρομικό σταθμό Καλαμπάκας, ως προς τον αριθμό των λαθρομεταναστών που τράπηκαν σε φυγή και τον αριθμό των συλληφθέντων, ανερχόμενων με την πρώτη σε 6 και με την δεύτερη σε 5-7 και ως προς τον ενδοιασμό «αν θυμάμαι καλά πρέπει να ξεφουσκώσαμε τα ελαστικά των εμπρόσθιων τροχών», αλλά παραδόξως ενθυμείται άλλα τα οποία τότε ήσαν ασήμαντα και αποτελούν σήμερα αντικείμενο έρευνας. Η τρίτη κατάθεσή του της 13-10-1999 είναι πιο βελτιωμένη από την δεύτερη της 8-7-1999… «Όσον αφορά δε εις την από 11-4-1995 κατάθεση του αυτού μάρτυρος, ενώπιον του τότε Αξ/κού Υπηρεσίας, Α Γ, αμφισβητεί ότι αυτή εδόθη κατά τον ανωτέρω χρόνο (αμφισβήτηση που επανέλαβε και ενώπιον του Συμβουλίου τούτου), εξ αιτίας του χρόνου που χρησιμοποιείται, κατά την διατύπωση του κειμένου της, ήτοι «… την 10-4-1995 ήμουν υπηρεσία…» γεγονός το οποίο, κατ’ αυτόν, σημαίνει ότι συνετάγη μεταγενεστέρως, «διότι ο χρόνος του ρήματος «ήμουν σημαίνει ότι τα ιστορούμενα γεγονότα έλαβαν χώρα εις παρελθόντα χρόνο». Χαρακτηριστικό, εξ’ άλλου, της προσπαθείας του κατηγορουμένου, όπως αιτιολογήσει την μη άσκηση ποινικής διώξεως, καίτοι το αποδεικτικό υλικό επέβαλε το αντίθετο, είναι και το, εις την ανωτέρω αναφορά αυτού, συμπέρασμα, που έχει ως εξής : «…Κατόπιν αυτών, δήλον καθίσταται ότι οιαδήποτε αξιόποινη πράξη ήθελε θεωρηθεί ότι έχει διαπλεχθεί εκ πράξεως ή παραλείψεως αστυνομικού τινός ή και περισσοτέρων οφείλεται στο πολυπρόσωπο της συγκροτήσεως του Αστυνομικού Τμήματος στην διαδοχική μεταξύ των αντικατάσταση μετά το πέρας της ημερήσιας βάρδιας και στην δυσκολία της παραδόσεως και παραλαβής των διαφόρων εγγράφων μεταξύ των, γεγονός το οποίο δημιούργησε σύγχυση στους κόλπους της υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Καλαμπάκας, σε βαθμό που να αίρει το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου και να καθίσταται η ικανοποίηση της ποινικής αξίωσης του κράτους ανενεργός». Κατά την εξαγωγή, όμως, του συμπεράσματος αυτού, δεν διευκρινίζεται από τον ίδιον πως «το πολυπρόσωπο» της συγκροτήσεως του Α.Τ και η δημιουργηθείσα «σύγχυση» στους κόλπους της υπηρεσίας, επηρεάζει και την αφαίρεση του σχετικού φύλλου του Βιβλίου Αδικημάτων και Συμβάντων του Α.Τ., όπου είχε καταχωρηθεί το γεγονός της καταλήψεως του, ως άνω, αυτοκινήτου του Β Σ να μεταφέρει, την νύκτα της 10 προς 11-4-1995, παρανόμως Αλβανούς λαθρομετανάστες, καθώς και την παραλαβή του αυτοκινήτου αυτού από τον Β Σ, από τον προ του Α.Τ. χώρο (ως περιλαμβανομένων και των πράξεων αυτών εις την έννοια της «οιασδήποτε αξιοποίνου πράξεως» ήθελε θεωρηθεί ότι είχε τελεσθεί). Ωσαύτως, δεν πρέπει να παραβλεφθεί και η επιφύλαξη του κατηγορουμένου, εις την αυτή αναφορά του, προς άσκηση ποινικής διώξεως κατά των Β Σ και Χ Μ, δια την αξιόποινον πράξη της προωθήσεως λαθρομεταναστών εις το εσωτερικό της χώρας- η οποία ας σημειωθεί παρεγράφετο μετά δύο μήνες και δέκα ημέρες από της υποβολής τη ανωτέρω αναφοράς του- (άρθρ. 33 παρ. 1β’ του Ν. 1975/1991), εφόσον, δια της επιφυλάξεως αυτής, παραβλέπεται από τον ίδιον, ότι, από το αυτό αποδεικτικό υλικό, που αποδέχεται δια την άσκηση ποινικής διώξεως, δια την ανωτέρω αξιόποινον πράξη, προέκυπτε και ότι το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο του Β Σ, δια του οποίου εγένετο η παράνομος μεταφορά των λαθρομεταναστών, μετεφέρθη και ακινητοποιήθηκε εις το προ του Α.Τ. Καλαμπάκας χώρο και ότι κατεσχέθη αυτό και η κάρτα ταχογράφου του, οπότε το εύλογο ερώτημα τι απέγινε το αυτοκίνητο αυτό και πώς απεδόθη, οδηγεί εις την πιθανότητα τελέσεως και των λοιπών, ως άνω, αξιοποίνων πράξεων, από τα πρόσωπα, τα οποία ενδιαφέροντο δια την απόδοση τούτου και την μη άσκηση ποινικής διώξεως κατά του οδηγού αυτού και του συνοδηγού του. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος, δια της ενδίκου εφέσεώς του, (και των πολυσέλιδων υπομνημάτων του), ενώπιον του Ανακριτού Α. Τμήματος Βόλου, του Συμβουλίου Πλημ/δικών Βόλου και του Συμβουλίου τούτου) ισχυρίζεται, ότι «δεν στοιχειοθετείται εις βάρος του η αποδιδόμενη εις αυτόν αξιόποινος πράξη της καταχρήσεως εξουσίας, εφόσον αυτός, αξιολογώντας το αποδεικτικό υλικό, έκρινε, κατά την ανέλεγκτο κρίση του», ότι έπρεπε να θέσει τη σχετική δικογραφία εις το αρχείο, κατ’ άρθρο 43 Κ.Π.Δ., δι’ ένα σκέλος της καταγγελίας, επιφυλασσόμενος να αποφανθεί δια το υπόλοιπο, εν συνεχεία δε υπέβαλε την πράξη του αυτή, προς έγκριση, εις τον Εισαγγελέα Εφετών Λαρίσης, ακολουθώντας όλες τις προβλεπόμενες δικονομικές πράξεις και διαδικασίες». Όμως, ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου κρίνεται απορριπτέος. Και τούτο διότι, επί τη βάσει όσων ανωτέρω εξετέθησαν, εις την συγκεκριμένη περίπτωση, η μη άσκηση ποινικής διώξεως, κατά των υπαιτίων, από τον ίδιον, δεν είναι αποτέλεσμα εσφαλμένης εκτιμήσεως από αυτόν του αποδεικτικού υλικού, που ετέθη υπό την κρίση του. Αντιθέτως, από το αποδεικτικό υλικό που ετέθη υπό την κρίση του, αυτός ετέλει εν γνώσει της υπάρξεως των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων δια την άσκηση ποινικής διώξεως κατά των υπαιτίων, ο ίδιος, όμως, παρέλειψε την άσκηση αυτής, ενεργώντας αντιθέτως από όσα διεπίστωσε, κατά την απροσωπόληπτον κρίση του, θέτοντας την υπόθεση εις το αρχείο, κατά παράβαση της, εκ του άρθρου 43 Κ.Π.Δ. υποχρεώσεώς του. Υπό τα περιστατικά δε αυτά, αποδοχή του τοιούτου ισχυρισμού αυτού, θα είχε την έννοια ότι ο αρμόδιος δια την άσκηση της ποινικής διώξεως και την κίνηση της ποινικής διαδικασίας Εισαγγελέας, καλυπτόμενος όπισθεν της κατά τον προσήκοντα δικονομικό τρόπο εκφραζομένης και υποβαλλομένης προς έγκριση οιονεί δικαιοδοτικής κρίσεώς του, δύναται να αυθαιρετεί, ασκώντας ποινική δίωξη επιλεκτικώς. Ωσαύτως, αυτός αμφισβητεί τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά και παραθέτοντας περικοπές των καταθέσεων των, ως άνω, μαρτύρων, που εδόθησαν ενώπιον του διενεργήσαντος την προκαταρκτική εξέταση Εισαγγελέως καθώς και αυτών που εδόθησαν από αυτούς ενώπιον άλλων αρχών και συγκρίνοντας αυτές μεταξύ των και μεταξύ των καταθέσεων των μαρτύρων- υπαιτίων, επισημαίνει αναντιστοιχίες εις αυτές και διαφορές μεταξύ των, καταλήγοντας, επί τη βάσει των επί μέρους ισχυρισμών του, ότι οι καταθέσεις των, ως άνω, μαρτύρων, Α Γ, Ε Μ και Ε Τ ήσαν ψευδείς και αντιφατικές, ότι οι κατηγορίες ήσαν προφανώς ουσιαστικώς αβάσιμες και ο ίδιος ενήργησε ορθώς, θέτοντας την υπόθεση εις το αρχείο. Περί αυτών, που συνιστούν λόγους εσφαλμένης εκτιμήσεως του αποδεικτικού υλικού, από το Συμβούλιο πλημμελειοδικών Βόλου, εγένετο λόγος ανωτέρω, ενώ οι αναντιστοιχίες και διαφορές που ο κατηγορούμενος επισημαίνει και τα συμπεράσματά του, δεν ανατρέπουν εις το ελάχιστο τα βασικά γεγονότα, όπως αυτά προεξετέθησαν, ως πιθανότητα τελεσθεισών αξιοποίνων πράξεων και δεν οδηγούν ανενδοιάστως και κατά τρόπον έκδηλον εις κρίση ότι δεν ετελέσθησαν παντάπασι αδικήματα. Ως εκ τούτου, τα γεγονότα αυτά έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο της περαιτέρω ανακρίσεως, δια της ασκήσεως ποινικής διώξεως, ώστε να κριθούν εις τα πλαίσια των αποχρωσών ενδείξεων ή και των αποδείξεων εις το ακροατήριο. ’λλωστε, όπως προελέχθη, δια τις αξιόποινες πράξεις, των οποίων ο ίδιος παρέλειψε την ποινική δίωξη, οι υπαίτιοι παρεπέμφθησαν αμετακλήτως εις δίκη και οι κατ’ αυτών κατηγορίες εκκρεμούν ήδη ενώπιον του Μ.Ο.Δ. της Δικαστικής Περιφερείας του Εφετείου Λαρίσης που θα ορισθεί αρμοδίως από τον Εισαγγελέα Εφετών Λαρίσης. Ο ανωτέρω δε μάρτυς και ήδη μηνυτής, Α Γ, δια της από 20-3-2000 μηνύσεώς του, το περιεχόμενο της οποίας εβεβαίωσε ενόρκως, εμμένει εις τα προαναφερόμενα γεγονότα, όπως και ο μάρτυς Ε Μ, αναφερόμενος εις την κατάθεσή του, ενώπιον του Αντεισαγγελέως Βασιλ. Τσιαρδάκα, κατά την από 11-6-2001 κατ’ αντιπαράσταση, μετά του κατηγορουμένου, εξέτασή του, ενώπιον του Ανακριτού Α’ Τμήματος Βόλου. Πρέπει, περαιτέρω, να σημειωθεί, ότι «τα κίνητρα» που ώθησαν τον κατηγορούμενο εις την παράλειψη της διώξεως, κατά τα ανωτέρω, τα οποία αποδέχεται το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βόλου, δια της αναφοράς του εις την πρόταση του Εισαγγελέως, δεν ασκούν επιρροή εις την στοιχειοθέτηση της αποδιδόμενης εις τούτον αξιοποίνου πράξεως της καταχρήσεως εξουσίας, εφ’ όσον καθοριστικό στοιχείο της πράξεως αυτής είναι η από αυτόν γνώση της υπάρξεως των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, δια την άσκηση ποινικής διώξεως και όχι τα κίνητρα τα οποία τον ώθησαν εις την παράλειψή της. Επομένως, η τυχόν ανυπαρξία τούτων, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, δεν επάγεται διάφορον αποτέλεσμα και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος της εφέσεώς του παρίσταται ως αλυστιτελής. Κατ’ ακολουθίαν πάντων όσων ανωτέρω εξετέθησαν, στοιχειοθετείται εις βάρος του κατηγορουμένου η αποδιδόμενη εις αυτόν αξιόποινος πράξη της καταχρήσεως εξουσίας, που προβλέπεται και τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 239 εδ. β’ Π.Κ. και όχι αυτή της παραβάσεως καθήκοντος (άρθρ 259 Π.Κ.), όπως, υπό τα αυτά, ως άνω, πραγματικά περιστατικά, διαλαμβάνεται εις την προπαρατεθείσα εισαγγελική πρόταση, εφόσον : α) Η αποδιδομένη εις τον κατηγορούμενο αξιόποινος πράξη είναι τετελεσμένη αφ’ ότου παρήλθε ο χρόνος της ασκήσεως από τον ίδιο ποινικής διώξεως, ήτοι από και δια της αρχειοθετήσεως, κατά τα ανωτέρω, της υποθέσεως και είναι ανεξάρτητο το ότι τελικώς ησκήθη κατά των υπαιτίων ποινική δίωξη, επειδή ο Εισαγγελέας Εφετών Λαρίσης δεν ενέκρινε την ενέργεια αυτού περί αρχειοθετήσεως της υποθέσεως και β) η διάταξη του άρθρου 259 Π.Κ. είναι επικουρική έναντι αυτής του άρθρου 239 ΠΚ, εν όψει της διατυπώσεως της πρώτης «… αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη». Υπάρχουν δε σοβαρές ενδείξεις τελέσεως από τον κατηγορούμενο της ανωτέρω πράξεως, ώστε να παρίσταται αναγκαίος ο ακροαματικός έλεγχος…».- 5.- Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου για να δικασθεί για την αποδιδόμενη σ’ αυτόν αξιόποινη πράξη και έτσι απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την έφεση του κατηγορουμένου, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα.- Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 239 στοιχ. β’ του Π.Κ, την οποία ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, από το προσβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει ότι διενεργήθηκε κυρία ανάκριση και όχι προανάκριση, το δε Εφετείο κατέληξε στην ως άνω κρίση του αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων κατ’ είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, «… και τις καταθέσεις των νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων κατά τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση» καθώς και «… πάντα τα συνημμένα εις την δικογραφία έγγραφα…». Επομένως, η αιτίαση ότι δεν ελήφθησαν υπόψη «αποδεικτικά μέσα της προανακρίσεως (απολογίες των κατηγορουμένων Χ Μ, Β Σ και Η Τ και το απολογητικό υπόμνημα του αστυνόμου Λ Α), η πειθαρχική αγωγή εις βάρος του, υπομνήματα και απολογίες αυτού και άλλων κατηγορουμένων που σχετίζονται με την υπόθεση και τα λοιπά έγγραφα που αναφέρει ο αναιρεσείων στην αίτηση αναιρέσεως, είναι αβάσιμη, διότι από την ανωτέρω αναφορά του Συμβουλίου ότι έλαβε υπόψη και «πάντα τα συνημμένα εις την δικογραφία έγγραφα…» συνάγεται ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα ως άνω έγγραφα, καθόσον για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί να προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα κατά κατηγορίες, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Η αιτίαση εξάλλου, ότι δεν αιτιολογείται η ύπαρξη στο πρόσωπό του ο άμεσος δόλος, είναι αβάσιμη. Και αυτό γιατί από την παραδοχή του προσβαλλόμενου βουλεύματος, «ο κατηγορούμενος παρέλειψε την κατά τ’ ανωτέρω) ποινική δίωξη, τελών εν γνώσει ότι υφίστανται οι ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις, δια την άσκηση αυτής, εφόσον ως ικανός και έμπειρος εισαγγελικός λειτουργός…..εγνώριζε ασφαλώς ότι δια την άσκηση ποινικής διώξεως είναι αρκετή και απλή πιθανότητα τελέσεως αξιοποίνων πράξεων και ότι στην παρούσα περίπτωση υπήρχε πλούσιο αποδεικτικό υλικό πολλαπλώς διασταυρούμενο το οποίο επέβαλε την άσκηση ποινικής διώξεως κατά των υπαιτίων. Όμως το αποδεικτικό αυτό υλικό το παρέκαμψε εν γνώσει του και κατέληξε στη κρίση περί μη ασκήσεως ποινικής διώξεως, η οποία έρχεται εις οξεία αντίθεση προς αυτό.» Προκύπτει ότι το Συμβούλιο διέλαβε πλήρη αιτιολογία αναφορικά με τον άμεσο δόλο του αναιρεσείοντος που απαιτείται για την αξιόποινη πράξη πο8υ του αποδίδεται. Επομένως οι παραπεμφθέντες στην Ολομέλεια λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, κατά το μέρος που με τις επιμέρους αιτιάσεις τους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, είναι αβάσιμοι, ενώ κατά το μέρος τους με το οποίο υπό την επίκληση των εκ των άνω διατάξεων του ΚΠΔ ιδρυομένων λόγων αναιρέσεως, πλήσσεται η περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, η οποία δε ελέγχεται αναιρετικά, είναι απαράδεκτοι.Κατά τη γνώμη όμως του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κασσαβέτη στην από τη διάταξη του άρθρου 239 περ. β’ Π.Κ. για τη στοιχειοθέτηση του και απ’ αυτή προβλεπόμενου και τιμωρούμενου εγκλήματος της κατάχρησης εξουσίας απαιτούμενη παράλειψη της δίωξης υπαιτίου δεν εμπίπτει και η από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 43 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. αρχειοθέτηση της υπόθεσης με απ’ αυτόν υποβολή της σύμφωνα με τη διάταξη αυτή της σχετικής αναφοράς στον Εισαγγελέα των Εφετών αφού η αρχειοθέτηση αυτή ως τελούσα κατά την ίδια δικονομική διάταξη υπό την έγκριση του Εισαγγελέα των Εφετών δεν είναι οριστική με αποτέλεσμα να μην εμπίπτει από τη φάση της στην έννοια της παράλειψης της δίωξης υπαιτίου. Επομένως και ενόψει του ότι κατά τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος τηρήθηκαν στην προκείμενη περίπτωση από τον αναιρεσείοντα τότε Εισαγγελέα οι διατυπώσεις του άρθρου 43 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. ο από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1β Κ.Ποιν.Δ. λόγος της αναίρεσης έπρεπε κατά την ίδια γνώμη να κριθεί βάσιμος. Κατά συνέπεια πρέπει οι άνω λόγοι αναιρέσεως να απορριφθούν, καθώς και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, μετά την απόρριψη με την 252/2004 απόφαση του Στ΄ Τμήματος του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο και του λόγου αυτής για απόλυτη ακυρότητα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.10.2002 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Ι Μ του Β, κατοίκου Λάρισας, κατά του με αριθμό 197/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2004.-

Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2005.-

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Πρόεδρος: Γ. ΚΑΠΟΣ
Εισηγητές: Α. ΜΑΡΚΑΚΗΣ
Λήμματα: Κατάχρηση εξουσιας ,Στοιχεία εγκλήματος

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ 

Δημοσίευση: ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
Ετος: 2006
Τόμος: 47
Σελ.: 1319

ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ

Α/Α  Νόμος Αριθμός Έτος Αρθρο Παράγραφος
ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ 484Α
ΝΟΜΟΣ 1756 1988 24Α
ΣΥΝΤΑΓΜΑ 87Β
«  ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ  » 239
«  ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ  » 43 2
ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ 43Α
«  ΝΟΜΟΣ  » 3160 2003 5
ΣΥΝΤΑΓΜΑ 93Γ
ΣΥΝΤΑΓΜΑ 87Α
10  ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ 177Α
11  «  ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ  » 139
12  ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ 43Β

 

 

Δικαστήριο:

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 1101
Ετος: 2004

 

Περίληψη

Κατάχρηση εξουσίας -. Υποκείμενο του εγκλήματος του άρθρου 239 στοιχ. β’ ΠΚ δεν μπορεί να είναι ο διενεργών αστυνομική προανάκριση.- Κατά τη γνώμη που μειοψήφησε μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη του υπαλλήλου που ενεργεί αυτεπάγγελτη προανάκριση για κατάχρηση εξουσίας.

Κείμενο Απόφασης

Αριθμός 1101/2004

Το

Δικαστήριο του Αρείου Πάγου

ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Λαφαζάνο, Αντιπρόεδρο, Θεόδωρο Μπάκα, Χρήστο Μπαβέα, Δημήτριο Γυφτάκη – Εισηγητή και Νικόλαο Συρόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2004, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ’ αριθμ.

73,74,75/2003 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας, με κατηγορούμενο τον Η. Τ. του Ε., κάτοικο Καρδίτσας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία

δικηγόρο του Μαριάννα Τύπα.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου,

ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3/19 Δεκεμβρίου 2003 έκθεση αναιρέσεως αυτού, που συντάχθηκε ενώπιον της γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Αργυρώς Κωνσταντάκη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 17/2004.

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και την πληρεξουσία του κατηγορουμένου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 239 στοιχ. β’ του ΠΚ, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών ο υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη ή η ανάκριση αξιόποινων πράξεων, αν εν γνώσει του εξέθεσε σε δίωξη ή τιμωρία κάποιον αθώο ή παρέλειψε να διώξει κάποιον υπαίτιο ή προκάλεσε την απαλλαγή του από την τιμωρία. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο ιδιαίτερες και ανεξάρτητες μεταξύ τους αξιόποινες πράξεις που τελούνται από υπάλληλο στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη ή η ανάκριση αξιόποινων πράξεων και συγκεκριμένα α) η εν γνώσει έκθεση αθώου σε ποινική δίωξη ή τιμωρία και β) η παράλειψη της δίωξης προσώπου που πράγματι τέλεσε το έγκλημα ή την πρόκληση με κάθε τρόπο της απαλλαγής από την τιμωρία του υπαίτιου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της πιο πάνω αξιόποινης πράξης, υπό τη μορφή της απαλλαγής του υπαιτίου από την τιμωρία, είναι απαραίτητο να έχει προηγηθεί άσκηση ποινικής δίωξης κατά του δράστη ορισμένου εγκλήματος, αφού απαλλαγή αυτού νοείται μόνον όταν έχει ασκηθεί σε βάρος του υπαιτίου ποινική δίωξη. Εκ τούτου παρέπεται ότι στην περίπτωση αυτή ενεργητικό υποκείμενο της πράξης μπορεί να είναι μόνον ο Εισαγγελέας, ο τακτικός προανακριτής ή ανακριτής, οι οποίοι, για παράδειγμα, αδρανούν για μακρό χρονικό διάστημα μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης και έτσι επέρχεται εξάλειψη του αξιοποίνου με παραγραφή και όχι ο διενεργών αστυνομική προανάκριση κατά τους όρους του άρθρου 243 παρ. 2 του ΚΠΔ,

διότι αυτός ενταγμένος στο δικονομικό στάδιο της αστυνομικής προανάκρισης δεν επεμβαίνει καθόλου στην απαλλαγή του δράστη από την τιμωρία, αφού μεσολαβεί το στάδιο της ποινικής δίωξης, η οποία ακόμη δεν έχει κινηθεί. Και τούτο διότι δεν

μπορεί να ταυτιστεί εννοιολογικά η απαλλαγή από την τιμωρία με τη μη δίωξη, αφού είναι έννοιες με σαφές εννοιολογικό περιεχόμενο, γνωστές στον ποινικό νομοθέτη, δεδομένου ότι τις χρησιμοποιεί εναλλακτικά στο ίδιο άρθρο 239 του ΠΚ,

καθιερώνοντας αυτοτελείς και χρονικώς διακρινόμενες μορφές τέλεσης του εγκλήματος αυτού, ήτοι την παράλειψη διώξεως και την πρόκληση απαλλαγής από την

τιμωρία που χρονικώς έπεται. Συνεπώς άλλο είναι η «μη δίωξη» και άλλο η «απαλλαγή απάο την τιμωρία». Η αντίθετη άποψη κατά την οποία στην περίπτωση αυτή δεν είναι αναγκαίο να έχει προηγηθεί άσκηση ποινικής δίωξης με τη σκέψη ότι η πρόκληση απαλλαγής από την τιμωρία μπορεί να επέλθει και με την παράλειψη

ενεργειών που θέτουν σε κίνηση την ποινική διαδικασία από τα πρόσωπα που ενεργούν στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης, ενώ δεν βρίσκει έρεισμα στον

νόμο όπου, κατά τα προεκτεθέντα προβλέπονται εναλλακτικοί τρόποι τέλεσης του εν

λόγω εγκλήματος, παράλληλα προβαίνει σε διασταλτική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 239 στοιχ. β’ ΠΚ, η οποία είναι νομικά ανεπίτρεπτη, αφού έτσι θεμελιώνεται το αξιόποινο για ευρύτερο κύκλο ενεργητικών υποκειμένων της πράξης

αυτής. Οι εκ μέρους των ενεργούντων αστυνομική προανάκριση ή γενικώς των αστυνομικών υπαλλήλων ενέργειες ή παραλείψεις, που προηγούνται της άσκησης ποινικής δίωξης και συνίστανται στη μη καταμήνυση, σύλληψη ή σχηματισμό δικογραφίας κατά δράστη κάποιας αξιόποινης πράξης, μπορούν, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, να στοιχειοθετήσουν την κατά το άρθρο 259 του ΠΚ αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος (ΑΠ 751/98, 1463/1997, 437/1997) ή της υπόθαλψης εγκληματία (άρθρ. 231 ΠΚ). Εξ άλλου κατά το άρθρο 42 του ΠΚ «όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ηλαττωμένη (άρθρ. 83 ΠΚ). Κατά την έννοιαν της διατάξεως αυτής, ως αρχή εκτελέσεως, για την ύπαρξη αποπείρας, θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη η οποία αποτελεί τμήμα εν όλω ή εν μέρει της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που έχει αποφασίσει να τελέσει και που οδηγεί κατ’ ευθείαν στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί προς αυτή σε άμεση και αναγκαία σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται τμήμα αυτής προς την οποίαν θα κατέληγε αμέσως αν δεν ήθελε ανακοπεί δι’ οιονδήποτε λόγο. Περαιτέρω η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3

του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν προκειμένου για αθωωτική απόφαση εν όψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) δεν εκτίθενται καθόλου στην

απόφαση τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πραγματώθηκε από τον κατηγορούμενο η αντικειμενική ή υποκειμενική του εγκλήματος που του αποδίδεται.

Κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά

και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της

απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και τη ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Τέλος κατά το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 δηλαδή μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο από το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ προβλεπόμενο ειδικό

βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

ΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Μικτό Ορκωτό Εφετέιο Λαρίσης,

που δίκασε κατ’ έφεση και την εξέδωσε δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα κατ’ είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείοντα αξιόποινες πράξεις της απόπειρας καταχρήσεως εξουσίας και της παραπλάνησης σε ψευδορκία. Το έτος 1995 ο πρώτος κατηγορούμενος, όντας δημόσιος υπάλληλος με την ιδιότητα του αστυνομικού, υπηρετούσε στο Αστυνομικό τμήμα Καλαμπάκας και είχε τη διοίκηση αυτού. Τη νύκτα της 10/11-4-1995 χρέη αξιωματικού υπηρεσίας εκτελούσε ο αστυνομικός Αχιλλέας Γρηγορίου, ανθυπαστυνόμος. Την 11.00′ ώρα περίπου τηλεφώνησε ο δεύτερος κατηγορούμενος, υποδιοικητής του τμήματος και του

ανακοίνωσε ότι κατά τις πληροφορίες του θα διερχόταν από την οδό Ι. στην περιοχή Καλαμπάκας φορτηγό αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν λαθρομετανάστες, το οποίο και περιέγραψε. Μετά τη λήψη της πληροφορίας αυτής ο εν λόγω αξιωματικός υπηρεσίας έδωσε διαταγή στους υφισταμένους του αστυνομικούς Ευάγγελο Τριανταφύλλου και Θωμά Αναστασίου να μεταβούν με το περιπολικό του τμήματος στην παραπάνω οδό προς περιπολία και σύλληψη του οδηγού και των επιβαινόντων στο αυτοκίνητο λαθρομεταναστών. Λίγο μετά τα μεσάνυκτα οι περιπολούντες αστυνομικοί αντιλήφθηκαν διερχόμενο αυτοκίνητο με τα χαρακτηριστικά της περιγραφής του και αμέσως έσπευσαν προς ακινητοποίησή του και σύλληψη των επιβαινόντων. Μόλις ακινητοποίησαν το αυτοκίνητο ο οδηγός και συνοδηγός του απομακρύνθηκαν και εξαφανίστηκαν εκμεταλλευόμενοι το σκότος που επικρατούσε, πράγμα που έπραξαν και οι περισσότεροι από τους είκοσι και πλέον λαθρομετανάστες, από τους οποίους συνελήφθησαν έξι (6) άτομα. Στη συνέχεια οι περιπολούντες αστυνομικοί οδήγησαν το αυτοκίνητο και τους λαθρομετανάστες στο Α.Τ. Καλαμπάκας. Μετά τη σύλληψη των λαθροματαναστών ο πρώτος κατηγορούμενος, προϊστάμενος-Διοικητής του τμήματος γνώστης του συμβάντος κατά πληροφόρηση του από τον οδηγό και ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου Βασιλ. Σακκά, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον αξιωματικό υπηρεσίας και έδωσε σ’ αυτόν εντολή να μην προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για τη βεβαίωση αξιόποινης πράξης. Όμως ο αξιωματικός υπηρεσίας έλαβε ένορκη κατάθεση από τον περιπολούντα αστυνομικό Ευάγγελο Τριανταφύλλου, και συνέταξε έκθεση κατάσχεσης του ταχογράφου του αυτοκινήτου, στον οποίο ήταν γραμμένο το όνομα του ιδιοκτήτη αυτού, καταχώρησε δε το περιστατικό στο βιβλίο συμβάντων. Για την ολοκλήρωση της προανάκρισης από τον ίδιο ενημέρωσε τον διάδοχό του αστυνομικό Ε. Αργυρόπουλο. Ο πρώτος κατηγορούμενος ήδη αναιρεσείων την επομένη που μετέβη στο Αστυνομικό τμήμα δεν ολοκλήρωσε την προανάκριση σχηματίζοντας σχετική δικογραφία για την αποστολή της στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Τρικάλων, ούτε έστειλε σ’ αυτόν σημαντική αναφορά για το συμβάν, αλλά μετά διήμερο απέδωσε το σταθμευμένο έξω από το Α.Τ.

αυτοκίνητο στον ιδιοκτήτη του Βασιλ. Σακκά. Η παράλειψη βεβαίωσης των αξιοποίνων πράξεων των μεταφερόντων τους λαθρομετανάστες ατόμων καθώς και των ιδίων των λαθρομεταναστών, από τους οποίους οι συλληφθέντες απελάθησαν, για την

άσκηση της ποινικής δίωξης αποδίδεται από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος ρητά στο ακροατήριο αποδέχθηκε την ιστορούμενη στο κατηγορητήριο συμπεριφορά του, στη συμμόρφωσή του σε εντολές των προϊσταμένων του για την προστασία του Βασιλ. Σακκά λόγω της συνεργασίας του με τις αστυνομικές αρχές αναφορικά με τη σύλληψη εμπόρων ναρκωτικών. Οι ανωτέρω πράξεις και παραλείψεις του πρώτου κατηγορουμένου κατέτειναν στην παράλειψη άσκησης ποινικής δίωξης των προσώπων που μετέφεραν τους λαθρομετανάστες και των ιδίων των λαθρομεταναστών για παράβαση του άρθρου 33 παρ. 1 ν. 1975/1975 της παράνομης προώθησης λαθρομεταναστών, η οποία ασκήθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο, και όχι της πρόκλησης

απαλλαγής τους από την τιμωρία, όπως στο κατηγορητήριο αναφέρεται. Κατά τον ανωτέρω χρόνο αποδείχθηκε ότι δεν είχε ανατεθεί με απόφαση από τον Αστυνομικό Διευθυντή Τρικάλων στον πρώτο κατηγορούμενο η άσκηση καθηκόντων δημοσίου κατηγόρου. Έτσι αφού ο πρώτος κατηγορούμενος δεν είχε αρμοδιότητα στην κυριολεξία κατά νόμο να ασκήσει ποινική δίωξη δεν στοιχειοθετείται κατ’ αυτού η

αποδιδομένη πράξη της απόπειρας κατάχρησης εξουσίας με τη μορφή της παράλειψης δίωξης των υπαιτίων και για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Περαιτέρω δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος συναντήθηκε με τον κατηγρούμενο σε άλλη δίκη Χ. Μ. στις 24-9-1999 και 16-11-1999, και συζήτησαν για την κατάσταση όπως διαμορφώθηκε σε βάρος τους, δεν προέκυψε όμως ότι ο κατηγορούμενος αυτός προσπάθησε να πείσει το Χ. Μ. να διαφοροποιηθεί στις

μεταγενέστερες της πρώτης καταθέσεις τους, αφού όπως διατείνεται ο Χρήστος μαργαρίτης οι καταθέσεις δεν διαφέρουν κατά τα κύρια στοιχεία τους. Έτσι, και για την πράξη αυτή ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές το Μικτό Ορκωτό Εφετείο δέχθηκε ότι δεν στοιχειοθετούνται οι αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο ως άνω αξιόποινες πράξεις και στη συνέχεια κήρυξε αυτόν αθώος. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας κατά την γνώμη της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου τούτου ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαραθείσες διατάξεις των άρθρων 42 και 239 στοιχ. β’ του ΠΚ

αναφορικά με την αποδοθείσαν στον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της απόπειρας κατάχρησης εξουσίας για την οποίαν τον κήρυξε αθώος τις οποίες δεν παραβίασε ούτε και εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές, ενώ επίσης διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση αναφορικά με την αποδιδόμενη σαυτόν αξιόποινη πράξη της παραπλάνησης σε ψευδορκία και την απαιτουμένην από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με την έννοιαν που προαναφέρθηκε αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία από τα οποία συνήγαγε την μη ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του πιο πάνω εγκλήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες τα συνήγαγε και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους, ύστερα από την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 228 του ΠΚ που το προβλέπει, έκρινε ότι δεν το τέλεσε και τον κήρυξε αθώον. Ειδικότερα δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ως προς την τελευταίαν αυτή αξιόποινη πράξη εκ του ότι δεν αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το περιεχόμενον των προηγουμένων καταθέσεων του μάρτυρα Χ. Μ. από τις οποίες ο αναιρεσείων φέρεται ότι επεχείρησε να πείσει τούτον να διαφοροποιεί, αφού αναφέρεται το περιεχόμενο των μεγανεστέρων καταθέσεων τούτου και γίνεται δεκτόν ότι δεν είναι

διαφορετικές των προηγουμένων. Επομένως οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου είναι αβάσιμοι και πρέπει μετά ταύτα η αίτηση ν’ απορριφθεί. Ένα όμως μέλος του Δικαστηρίου ο αντιπρόεδρος Θεόδωρος Λαφαζάνος έχει τη γνώμη ότι, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, ναι μεν η πρόκληση απαλλαγής κάποιου υπαίτιου από την τιμωρία προϋποθέτει, στη συνηθισμένη της περίπτωση, ότι έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη, πλην όμως η αυτοτελής αναφορά της παράλειψης διώξεως (ως μορφής τελέσεως του εγκλήματος) δεν σημαίνει ότι πριν από τη δίωξη (που ασκείται από εισαγγελέα ή δημόσιο κατήγορο) δεν μπορεί να θεμελιωθεί η ευθύνη των υπαλλήλων, στα καθήκοντα των οποίων ανάγεται η ανάκριση, για απαλλαγή του υπαιτίου από την τιμωρία, ιδίως με την απόκρυψη ή καταστροφή των αποδεικτικών στοιχείων, αφού έτσι αποτρέπεται η δίωξη και επέρχεται, ως αναγκαία συνέπεια, η μη τιμώρηση του υπαιτίου. Δεν προκύπτει βούληση του νομοθέτη (ιδίως από την αιτιολογική έκθεση του σχεδίου Ποινικού Κώδικα) να διαφοροποιήσει την ποινική μεταχείριση του προανακριτικού υπαλλήλου,

που ενεργεί αυτεπάγγελτη προανάκριση, ώστε η όμοια συμπεριφορά του μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης να τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, ως κατάχρηση εξουσίας, ενώ η προγενέστερη της δίωξης σε βαθμό πλημμελήματος, ως παράβαση καθήκοντος, η οποία άλλωστε στοιχειοθετείται μόνο αν η πράξη του υπαλλήλου δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη (άρθρο 259 ΠΚ). Και στις δύο περιπτώσεις το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό είναι το συμφέρον της πολιτείας για την τιμώρηση αξιόποινων πράξεων, έτσι ώστε να μη δικαιολογείται η διαφορετική ποινική μεταχείριση. Η ερμηνεία της πιο πάνω διάταξης (στην οποία προβαίνει και η γνώμη

της πλειοψηφίας) δεν είναι διασταλτική, αλλά γραμματική και προεχόντως τελλογική, καθόσον οδηγείται από το σκοπό της να προστατεύσει το συμφέρον της πολιτείας, που προαναφέρθηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Δεκεμβρίου 2003 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 73,74 και 75/2003 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2004. Και, Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 18 Μαϊου 2004.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Πρόεδρος: Θ. ΛΑΦΑΖΑΝΟΣ
Εισηγητές: Δ. ΓΥΦΤΑΚΗΣ
Λήμματα: Κατάχρηση εξουσίας

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ 

Δημοσίευση: ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ
ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ
Ετος: 2005
Τόμος: 53
Σελ.: 144

ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ

Α/Α  Νόμος Αριθμός Έτος Αρθρο Παράγραφος
«  ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ  » 239