Το φορολογικό απόρρητο, η προστασία των προσωπικών δεδομένων και η ελευθερία της έκφρασης

90

ΑΠΟΦΑΣΗ

Satakunnan Markkinapörssi Oy και Satamedia Oy κατά Φιλανδίας (αριθμ. προσφ. 931/13) 27-06-2017

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ελευθερία έκφρασης. Προσωπικά δεδομένα. Οι προσφεύγουσες  εκδίδουν την οικονομική εφημερίδα Veropörssi, η οποία δημοσιεύει πληροφορίες σχετικά με τη φορολογία.

Το 2003, η δεύτερη προσφεύγουσα εταιρεία, μαζί με μια τηλεφωνική εταιρεία, ξεκίνησε μια υπηρεσία μέσω SMS (μηνυμάτων), δίνοντας τη δυνατότητα στα άτομα να λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τη φορολογία από μια βάση δεδομένων.

Τον Απρίλιο του 2003, ο Διαμεσολαβητής για την Προστασία των Προσωπικών Δεδομένων κίνησε διοικητικές διαδικασίες σχετικά με τον τρόπο και την έκταση επεξεργασίας των φορολογικών στοιχείων από τους προσφεύγοντες. Το Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων απέρριψε τη προσφυγή του Διαμεσολαβητή με την αιτιολογία ότι οι προσφεύγουσες εταιρείες συσχετίζονταν με τη δημοσιογραφία και έτσι συνεπώς δικαιούνταν να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις του νόμου περί προσωπικών δεδομένων.

Ωστόσο, το Διοικητικό Δικαστήριο απαγόρευσε την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων των φορολογουμένων.

Το ΕΔΔΑ  έκρινε ότι η παρέμβαση έλαβε χώρα προκειμένου να προστατευθεί η «φήμη ή τα δικαιώματα τρίτων», σκοπός θεμιτός σύμφωνα με το άρθρο 10 § 2. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε επιτευχθεί δίκαιη ισορροπία και ότι οι εγχώριες αρχές έλαβαν δεόντως υπόψη τις σχετικές αρχές και τα κριτήρια που ορίζονται στη νομολογία του Δικαστηρίου.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 10

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγουσες εταιρείες, Satakunnan Markkinapörssi Oy και Satamedia Oy, είναι φινλανδικές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης με έδρα το Kokemäki (Φινλανδία). Και οι δύο εταιρείες εκδίδουν την εφημερίδα Veropörssi, η οποία δημοσιεύει πληροφορίες σχετικά με τη φορολογία.

Το 2003, η δεύτερη προσφεύγουσα εταιρεία, μαζί με μια τηλεφωνική εταιρεία, ξεκίνησε μια υπηρεσία μέσω SMS(μηνυμάτων), δίνοντας τη δυνατότητα στα άτομα να λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τη φορολογία από μια βάση δεδομένων. Η βάση δεδομένων δημιουργήθηκε χρησιμοποιώντας πληροφορίες που δημοσιεύτηκαν το 2002 στην εφημερίδα Veropörssi σχετικά με τα εισοδήματα και τα περιουσιακά στοιχεία 1.2 εκατομμυρίων ατόμων (Το οποίο αντιστοιχεί στο ένα τρίτο όλων των φορολογουμένων στη Φινλανδία).

Τον Απρίλιο του 2003, ο Διαμεσολαβητής για την Προστασία των Προσωπικών Δεδομένων κίνησε διοικητικές διαδικασίες σχετικά με τον τρόπο και την έκταση επεξεργασίας των φορολογικών στοιχείων από τους προσφεύγοντες. Το Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων απέρριψε τη προσφυγή του Διαμεσολαβητή με την αιτιολογία ότι οι προσφεύγουσες εταιρείες συσχετίζονταν με τη δημοσιογραφία και έτσι συνεπώς δικαιούνταν να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις του νόμου περί προσωπικών δεδομένων.

Ωστόσο, η υπόθεση  στη συνέχεια παραπέμφθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, το οποίο, τον Σεπτέμβριο του 2009 διαπίστωσε ότι η δημοσίευση ολόκληρης της βάσης δεδομένων δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί δημοσιογραφική δραστηριότητα, αλλά αντιθέτως ως επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, ενέργεια η οποία οι προσφεύγουσες εταιρείες δεν ήταν εξουσιοδοτημένες να πράξουν. Το δικαστήριο ακύρωσε τις προηγούμενες αποφάσεις και παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Συμβουλίου Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων.

Τον Νοέμβριο του 2009 το διοικητικό συμβούλιο απαγόρευσε στις επιχειρήσεις να επεξεργάζονται και να διαχειρίζονται τέτοιες πληροφορίες, στο βαθμό που το είχαν πράξει το 2002, και να διαβιβάζουν τα δεδομένα αυτά στην υπηρεσία SMS. Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε τελικά από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο τον Ιούνιο του 2012.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε παρέμβαση στο δικαίωμα της προσφεύγουσας εταιρίας να διαδίδει πληροφορίες βάσει του άρθρου 10, το οποίο απορρέει από τη απαγόρευση επεξεργασίας και δημοσίευσης των φορολογικών στοιχείων. Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10, επειδή η παρέμβαση ήταν «σύμφωνη με το νόμο”, επιδίωκε νόμιμο στόχο και ήταν “απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία”.

Όσον αφορά το ζήτημα αν η παρέμβαση ήταν “σύμφωνη με το νόμο”, το  Δικαστήριο έκρινε ότι είχε νομική βάση, και πιο συγκεκριμένα στα άρθρα 2 (5), 32 και 44 (1) του νόμου περί προσωπικών δεδομένων. Ήταν επαρκώς προβλέψιμο για τις προσφεύγουσες εταιρείες ότι  οι δραστηριότητές τους θα χαρακτηρίζονταν παράνομες δυνάμει της νομοθεσίας, και ότι η μαζική συλλογή και διάδοση δεδομένων δεν θα καλύπτονταν από τη παρέκκλιση του νόμου για δημοσιογραφικούς σκοπούς.

Αναφορικά με το ζήτημα του αν η παρέμβαση επιδίωκε θεμιτό σκοπό, το Δικαστήριο έκρινε ότι η παρέμβαση έλαβε χώρα προκειμένου να προστατευθεί η «φήμη ή τα δικαιώματα τρίτων», σκοπός θεμιτός σύμφωνα με το άρθρο 10 § 2. Η προστασία της ιδιωτικής ζωής ήταν στο επίκεντρο της νομοθεσίας προστασίας δεδομένων  καθώς και οι ενέργειες του Διαμεσολαβητή για την Προστασία των Προσωπικών Δεδομένων κατά των εταιρειών βασίζονταν σε συγκεκριμένες καταγγελίες ιδιωτών, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η ιδιωτική τους ζωή παραβιάστηκε.

Το βασικό ερώτημα ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν κατά πόσο η παρέμβαση ήταν “απαραίτητη και αναγκαία σε μια Δημοκρατική κοινωνία “. Κατά την εξέταση του εν λόγω ζητήματος, το Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να αξιολογήσει κατά πόσο οι εγχώριες αρχές είχαν εξισορροπήσει σωστά το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης. Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε επιτευχθεί δίκαιη ισορροπία και ότι οι εγχώριες αρχές έλαβαν δεόντως υπόψη τις σχετικές αρχές και τα κριτήρια που ορίζονται στη νομολογία του Δικαστηρίου.

Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο συμφώνησε με τα ευρήματα του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου, ότι δηλαδή η δημοσίευση των φορολογικών στοιχείων με τον τρόπο και στο βαθμό που περιγράφονται δεν συνέβαλαν σε συζήτηση δημόσιου συμφέροντος και ότι οι προσφεύγοντες δεν μπόρεσαν στην ουσία να ισχυριστούν ότι η δημοσίευση έλαβε χώρα για δημοσιογραφικούς και μόνο σκοπούς στο πλαίσιο της έννοιας του σχετικού νόμου.

Επιπλέον, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η συλλογή, η επεξεργασία και η διάδοση των δεδομένων εκ μέρους των προσφευγόντων είχε διεξαχθεί κυρίως, με τρόπο που επηρέαζε ολόκληρο τον ενήλικο πληθυσμό.

Η συλλογή των δεδομένων παρέκαμπτε τα φυσιολογικά μέσα που χρησιμοποιούσαν οι δημοσιογράφοι για να αποκτήσουν τις εν λόγω πληροφορίες καθώς και το σύστημα ελέγχου και ισορροπιών που έχει θεσπιστεί από τις αρχές για τη ρύθμιση της πρόσβασης στα εν λόγω δεδομένα. Η διάδοση των δεδομένων/ πληροφοριών από τους προσφεύγοντες κατέστη  προσιτή και με τρόπο, τον οποίο δεν είχε προβλέψει ο νομοθέτης.

Παρόλο που το φινλανδικό δίκαιο είχε δημοσιοποιήσει προσωπικές φορολογικές πληροφορίες, η νομοθεσία προστασίας προσωπικών δεδομένων έχει θεσπίσει επίσης σημαντικά όρια και περιορισμούς στην προσβασιμότητα των δεδομένων. Η κοινοβουλευτική αναθεώρηση μιας τέτοιας νομοθεσίας στη Φιλανδία ήταν τόσο ακριβής όσο και σχετική, μια διαδικασία η οποία η οποία αντανακλάται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Υπό αυτές τις συνθήκες, οι Φινλανδικές αρχές είχαν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά τη λήψη αποφάσεων εύρεσης δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των ανταγωνιστικών δικαιωμάτων της ιδιωτικής ζωής και εκείνων της ελευθερίας της έκφρασης  σχετικά με τη χρήση δεδομένων. Το Δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη το γεγονός ότι οι περισσότερες χώρες στην Ευρώπη δεν επέτρεπαν στους πολίτες τη πρόσβαση σε φορολογικές πληροφορίες προσωπικού χαρακτήρα και η φινλανδική νομοθεσία αποτελεί εξαίρεση υπό την άποψη αυτή. Επιπλέον, οι αποφάσεις των αρχών δεν απαγόρευαν πλήρως στις προσφεύγουσες εταιρείες τη δημοσίευση των φορολογικών δηλώσεων, αλλά τους ζητήθηκε να προβούν σε δημοσιεύσεις σύμφωνες με τους νόμους της Φιλανδίας και της ΕΕ, σχετικά με τη προστασία των δεδομένων.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι Φινλανδικές αρχές ενήργησαν στο πλαίσιο του περιθωρίου εκτιμήσεως και ότι οι λόγοι που προβάλλονται για την παρέμβαση του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης των προσφευγόντων ήταν τόσο σχετικοί όσο και επαρκείς, αποδεικνύοντας ότι ήταν «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία». Επομένως, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10.

Σημειώνοντας ότι οι εγχώριες διαδικασίες  διήρκεσαν από τον Φεβρουάριο 2004 μέχρι και τον Ιούνιο 2012, το Δικαστήριο έκρινε ότι – ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η νομική πολυπλοκότητα της υπόθεσης – η διάρκεια των διαδικασιών ήταν υπερβολική και δεν τηρήθηκε η εύλογη προθεσμία, κατά παράβαση του άρθρου 6 § 1.

Το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε την ύπαρξη ηθικής βλάβης, η οποία να προκλήθηκε από τη παραβίαση, αλλά έκρινε ότι η Φινλανδία έπρεπε να καταβάλει στις προσφεύγουσες επιχειρήσεις 9.500 ευρώ για δικαστικές δαπάνες και έξοδα.