Δανειακές συμβάσεις με διεθνή χαρακτηριστικά συναφθείσες πριν την προσχώρηση ενός κράτους μέλους στην ΕΕ

531

Προτάσεις γεν. εισαγγελέα ΔΕΕ: Αντίθετη προς το ενωσιακό δίκαιο η αναδρομική ισχύς εθνικής νομοθεσίας η οποία προβλέπει την ακυρότητα τέτοιων συμβάσεων

 

 

Στις δημοσιευθείσες την Πέμπτη, 14-11-2018 προτάσεις του ο γενικός εισαγγελέας ΔΕΕ Evgeni Tanchev προτείνει στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι ο κροατικός νόμος που προβλέπει ακυρότητα από τον χρόνο συνάψεώς τους συμβάσεων δανείων εξασφαλισμένων με υποθήκες επί ακινήτων στην Κροατία, οι οποίες συνήφθησαν μεταξύ Κροατών οφειλετών και αλλοδαπών πιστωτών μη αδειοδοτημένων από τη Hrvatska narodna banka (Εθνική Τράπεζα της Κροατίας) για την παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών στην Κροατία, δεν είναι συμβατός προς το δίκαιο της Ένωσης, και συγκεκριμένα το άρθρο 56 ΣΛΕΕ (θεμελιώδης ελευθερία παροχής υπηρεσιών εντός της ΕΕ), δεδομένου ότι δεν εφαρμόζεται και σε Κροάτες πιστωτές.

Επιπλέον, ο γεν. εισαγγελέας Tanchev επισημαίνει ότι ο συγκεκριμένος κανόνας δικαίου ο οποίος κηρύσσει άκυρες όλες τις δανειακές συμβάσεις με διεθνή χαρακτηριστικά που είχαν συναφθεί έως και πριν από 17 έτη (και οι οποίες παρέμειναν ενεργές για πολλά χρόνια, παρά την έλλειψη άδειας από την Εθνική Τράπεζα της Κροατίας), ενώ αντίθετα δεν εφαρμόζεται σε μη αδειοδοτημένους πιστωτές που είναι εγκατεστημένοι στο εν λόγω κράτος μέλος, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνον αν το οικείο κράτος μέλος προσκομίζει πειστικές αποδείξεις για την ύπαρξη πιεστικού προβλήματος απαιτούντος ακραίες δράσεις.

Ιστορικό της υπόθεσης

Το 2007, η Anica Milivojević, υπήκοος της Δημοκρατίας της Κροατίας, και ο θανών πλέον σύζυγός της, συνήψαν με τη Raiffeisenbank, της οποίας η καταστατική έδρα βρίσκεται στη Δημοκρατία της Αυστρίας, σύμβαση προσωπικού δανείου ύψους 47.000 ευρώ. Η σύμβαση συνήφθη με τη βοήθεια διαμεσολαβητή εδρεύοντος στην Κροατία, στον οποίο καταβλήθηκε προμήθεια. Η πίστωση ζητήθηκε με σκοπό την επέκταση και ανακαίνιση της κατοικίας της κυρία Milivojević, εν μέρει για ιδιωτική χρήση και εν μέρει για την εκμίσθωση διαμερισμάτων στην τουριστική αγορά. Προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου, η κυρία Milivojević προέβη σε εγγυοδοτική δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου, βάσει της οποίας ενεγράφη στο κτηματολόγιο υποθήκη επί ακινήτων της.

Το 2015, η κυρία Milivojević άσκησε αγωγή κατά της Raiffeisenbank με αίτημα την κήρυξη της ακυρότητας της συμβάσεως προσωπικού δανείου και της εγγυοδοτικής δηλώσεως που υπεγράφη ενώπιον συμβολαιογράφου, καθώς και την άρση της εγγραφείσας στο κτηματολόγιο υποθήκης.

Το Općinski sud u Rijeci (Πρωτοδικείο του Δήμου της Ριέκα, Κροατία) περάτωσε τη διαδικασία τον Ιούλιο του 2017, αλλά με απόφασή του διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως τον Αύγουστο του 2017, λόγω της ενάρξεως ισχύος του νόμου της 14ης Ιουλίου 2017, οι διατάξεις του οποίου θα μπορούσαν να έχουν εφαρμογή επί της διαφοράς της κύριας δίκης. Σημειωτέον ότι τότε η σύμβαση βρισκόταν σε ισχύ ήδη επί επτά έτη.

Με την από 25ης Μαΐου 2017 γνώμη της όσον αφορά το τότε σχέδιο του νόμου της 14ης Ιουλίου 2017, η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Κροατίας είχε δηλώσει ότι ο νόμος θα πρέπει να έχει αναδρομική ισχύ, δεδομένου ότι ο σκοπός του μέτρου δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με άλλον τρόπο. Στον εν λόγω νόμο προβλέπεται η ακυρότητα των δανειακών συμβάσεων που έχουν διεθνή χαρακτηριστικά και κάθε άλλης δικαιοπραξίας που καταρτίστηκε συνεπεία των συμβάσεων αυτών, που συνάπτονται στη Δημοκρατία της Κροατίας μεταξύ οφειλέτη και μη αδειοδοτημένου από τις αρμόδιες κροατικές αρχές πιστωτή. Από τη γνώμη της Κυβερνήσεως της Δημοκρατίας της Κροατίας προκύπτει ότι οι επίμαχες συμβάσεις είναι εκείνες που συνήφθησαν κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 2000 και 2010, διάστημα μετά το οποίο η Δημοκρατία της Κροατίας προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οπότε τα αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα μπορούσαν να παρέχουν προσωρινώς χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, χωρίς να απαιτείται άδεια από την Εθνική Τράπεζα της Κροατίας.

Το Općinski sud u Rijeci επισημαίνει ότι από τη γνώμη της Κυβερνήσεως της Δημοκρατίας της Κροατίας δεν προκύπτει ότι προστατεύονται τα δικαιώματα πληροφόρησης και προστασίας των οφειλετών (καταναλωτών και/ή μικρών επιχειρήσεων), όπως η κυρία Milivojević, από ανέντιμες πρακτικές, τα οποία ενδεχομένως αναγνωρίζονται από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως εξαιρέσεις από την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.

Το Općinski sud u Rijeci αναφέρει ότι συνεπεία της κηρύξεως της ακυρότητας των δανειακών συμβάσεων και των συναφών δικαιοπραξιών, η Raiffeisenbank θα εμποδίζεται στο εξής να παρέχει χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Κατά συνέπεια, ερωτά το Δικαστήριο αν το γεγονός αυτό αντίκειται στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στην εσωτερική αγορά της Ένωσης (άρθρο 56 ΣΛΕΕ) και, ενδεχομένως, στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων (άρθρο 63 ΣΛΕΕ).

Προτάσεις του γεν. εισαγγελέα ΔΕΕ

Με τις προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας ΔΕΕ Evgeni Tanchev επισημαίνει, καταρχάς, ότι το επιχείρημα της Κροατίας ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν έχει εφαρμογή στην επίμαχη σύμβαση επειδή η ημερομηνία σύναψής της προηγείτο της ημερομηνίας προσχώρησης της Κροατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δε μπορεί να γίνει αποδεκτό δεδομένου ότι η επίμαχη σύμβαση συνεχίζει να παράγει έννομα αποτελέσματα, αφού εξακολουθεί να ασφαλίζεται με υποθήκη, την άρση της οποίας επιδιώκει η ενάγουσα στην υπόθεση της κύριας δίκης, και το ίδιο το γράμμα της συμβάσεως αναφέρει ότι αυτή λήγει στις 31 Οκτωβρίου 2021. Επιπλέον, στη Συνθήκη προσχωρήσεως της Κροατίας δεν υπάρχει καμία παρέκκλιση στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ότι, ελλείψει διατάξεως περί του αντιθέτου στη Συνθήκη προσχωρήσεως νέου κράτους μέλους, το δίκαιο της Ένωσης έχει εφαρμογή, από τον χρόνο προσχωρήσεως, στα μελλοντικά αποτελέσματα των καταστάσεων που δημιουργήθηκαν πριν από την προσχώρηση του εν λόγω νέου κράτους μέλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Δεύτερον, ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι ο νόμος της 14ης Ιουλίου 2017 εισάγει διακρίσεις εις βάρος επιχειρήσεων εγκατεστημένων εκτός Κροατίας που επιθυμούν να παρέχουν πιστωτικές υπηρεσίες στο εν λόγω κράτος μέλος, επειδή  δεν έχει εφαρμογή για πιστωτές εγκατεστημένους στην Κροατία.  Ο ορισμός του «μη αδειοδοτημένου πιστωτή» στον συγκεκριμένο εθνικό νόμο αναφέρεται μόνο σε νομικά πρόσωπα των οποίων η καταστατική έδρα βρίσκεται εκτός της Κροατίας.

Επιπλέον, ο γενικός εισαγγελέας σημειώνει ότι οι μη αδειοδοτημένοι πιστωτές που είναι εγκατεστημένοι εκτός Κροατίας τυγχάνουν λιγότερο ευνοϊκής μεταχειρίσεως από τους μη αδειοδοτημένους πιστωτές εντός Κροατίας, λόγω της μη αναδρομικότητας των κανόνων περί ακυρότητας ορισμένων συμβάσεων που συνάπτονται από μη αδειοδοτημένους πιστωτές εγκατεστημένους στην Κροατία και λόγω του γεγονότος ότι η ακυρότητα αφορά μόνο συμβάσεις καταναλωτικής πίστεως.

Στη συνέχεια, ο γενικός εισαγγελέας εξετάζει κατά πόσον ο επίμαχος εθνικός νόμος μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο για λόγους δημόσιας τάξεως, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας, οι οποίοι σχετίζονται με τους περιορισμούς που εισάγουν άμεσες δυσμενείς διακρίσεις στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.

Σύμφωνα με τον γενικό εισαγγελέα, η επίκληση από την Κροατία της προστασίας της δημόσιας τάξεως και των θεμελιωδών δικαιωμάτων μεγάλου αριθμού Κροατών πολιτών που προέβησαν στη σύναψη τέτοιων δανειακών συμβάσεων, δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει τον υφιστάμενο περιορισμό. Πρόσθετα, ένας γενεσιουργός δυσμενών διακρίσεων νόμος ο οποίος κηρύσσει άκυρες όλες τις δανειακές συμβάσεις με διεθνή χαρακτηριστικά που είχαν συναφθεί έως και πριν από 17 έτη (και οι οποίες παρέμειναν ενεργές για πολλά χρόνια, παρά την έλλειψη άδειας από την Εθνική Τράπεζα της Κροατίας) θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνον αν η Κροατία προσκόμιζε πειστικές αποδείξεις για την ύπαρξη πιεστικού προβλήματος απαιτούντος ακραίες δράσεις.

Ο γενικός εισαγγελέας συμπεραίνει ότι  ένας γενεσιουργός δυσμενών διακρίσεων και γενικός κανόνας δικαίου, όπως ο επίμαχος εθνικός νόμος, προδήλως υπερβαίνει τα όρια του αναγκαίου για την επίτευξη του θεμιτού σκοπού που ενδεχομένως επιδιώκει, δεδομένου ότι η έλλειψη καθεστώτος αδειοδοτήσεων συνεχιζόταν επί πολλά έτη και η ακυρότητα ανατρέχει στην έναρξη της σύμβασης. Τα απαιτούμενα για την εξαγωγή συμπεράσματος περί του αντιθέτου στοιχεία δεν έχουν προσκομιστεί.

Ο γενικός εισαγγελέας προσθέτει ότι το δίκαιο της Ένωσης προστατεύει τους οφειλέτες που τυγχάνουν άδικης μεταχειρίσεως στο πλαίσιο συμβάσεων καταναλωτικής πίστεως, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων που έχουν στοιχείο αλλοδαπότητας, μέσω μέτρων όπως η οδηγία 93/13/ΕΟΚ, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, και η οδηγία 2008/48/ΕΚ, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης.

Εκ των ανωτέρω, ο γενικός εισαγγελέας καταλήγει ότι, υπό τις περιστάσεις της κύριας δίκης, το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία προβλέπει την ακυρότητα των δανειακών συμβάσεων, αναδρομικώς από τον χρόνο συνάψεώς τους, καθώς και τυχόν άλλων δικαιοπραξιών που καταρτίζονται συνεπεία των εν λόγω συμβάσεων, όταν οι συμβάσεις συνάπτονται με πιστωτή εγκατεστημένο σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος του προσώπου για το οποίο προορίζονται οι υπηρεσίες και μολονότι ο πιστωτής δεν διαθέτει τις άδειες που απαιτούν οι αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως.

Υπενθυμίζεται ότι οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο. Έργο του γενικού εισαγγελέα είναι να προτείνει στο Δικαστήριο, με πλήρη ανεξαρτησία, νομική λύση για την υπόθεση που του έχει ανατεθεί. Η υπόθεση τελεί υπό διάσκεψη στο Δικαστήριο, ενώ η απόφαση θα εκδοθεί αργότερα.

Το πλήρες κείμενο των προτάσεων δημοσιεύεται στον ιστότοπο CURIA