Ποινικό δεδικασμένο και διοικητική δίκη: το άρθρο 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας

27

Πριν και μετά την έναρξη ισχύος του ν.4446/2016 και οι ιδιαίτερες δικονομικές του όψεις

Ποινικό δεδικασμένο και διοικητική δίκη: το άρθρο 5 παρ.2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας πριν και μετά την έναρξη ισχύος του ν.4446/2016 και οι ιδιαίτερες δικονομικές του όψεις1

Β. Μπουκουβάλα, Πρωτοδίκης Δ.Δ.-Δ.Ν.

Ι. Δεδικασμένο ή δεσμευτική ενέργεια των ποινικών (καταδικαστικών και αθωωτικών) αποφάσεων για τα διοικητικά δικαστήρια; Διαχρονική θεώρηση

Πριν από την έναρξη ισχύος του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), ρύθμιση περί της δέσμευσης ή του δεδικασμένου που δημιουργεί η αμετάκλητη (καταδικαστική) απόφαση του ποινικού δικαστηρίου για τα διοικητικά δικαστήρια υπήρχε στο άρθρο 120 παρ.3 του προϊσχύοντος Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (Κ.Φ.Δ.)2. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, που είχε περιληφθεί συστηματικά στις διατάξεις περί δεδικασμένου, «δεδικασμένο αποτελούν και οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, ως προς την ενοχή και τις ποινές που επιβλήθηκαν».

Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δημιουργούν δεδικασμένο, για τις αντίστοιχες κατ’ ουσίαν διαφορές, ενώπιον των τότε φορολογικών και μετέπειτα Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων (Τ.Δ.Δ.). Αντίθετα, όπως προκύπτει, εξ αντιδιαστολής, οι αμετάκλητες αθωωτικές ποινικές αποφάσεις δεν δημιουργούν δεδικασμένο για τον διοικητικό δικαστή.

Παρόλα αυτά, στο πλαίσιο εφαρμογής του Κ.Φ.Δ είχε κριθεί ότι, ναι, μεν, οι (αμετάκλητες) αθωωτικές ποινικές αποφάσεις δεν δημιουργούν δεδικασμένο για τα διοικητικά δικαστήρια, ωστόσο, ο διοικητικός δικαστής υποχρεούται να τις λάβει υπόψη του και να τις συνεκτιμήσει προς διαμόρφωση της κρίσης του3.

Η ανωτέρω υποχρέωση του διοικητικού δικαστή ερμηνεύθηκε άλλοτε διασταλτικά και άλλοτε συσταλτικά στη νομολογία, στο πλαίσιο εφαρμογής της ανωτέρω ρυθμίσεως. Έτσι, κατά την παλαιότερη νομολογία, θα πρέπει το διοικητικό δικαστήριο να προβεί σε συγκεκριμένη συνεκτίμηση της ποινικής αθωωτικής αποφάσεως και των στοιχείων στα οποία αυτή στηρίχθηκε4. Μ’ αυτή την έννοια, η απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου ως προς το ζήτημα αυτό θα πρέπει να διαλαμβάνει ειδική αιτιολογία, άλλως καθίσταται αναιρετέα5. Κατά μία δε πιο διευρυμένη ερμηνεία, η οποία, όμως, τελικώς δεν επικράτησε, δεν αρκεί η τυπική μνεία της αποφάσεως, δηλαδή, δεν αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου ότι συνεκτιμήθηκε η ποινική απόφαση, αλλά θα πρέπει η τελευταία να αντικρούεται ως προς τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη, ιδίως, αν η απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου αποκλίνει σε σχέση με τα κριθέντα από αυτή. Επομένως, θα πρέπει στην απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου να λαμβάνει χώρα συνοπτική παράθεση του ουσιώδους περιεχομένου του σκεπτικού της ποινικής αποφάσεως και αντίκρουση των γενομένων δεκτών, ώστε να προκύπτει ότι αξιολογήθηκαν οι ουσιαστικές και νομικές κρίσεις του ποινικού δικαστή και «μετά λόγου απεκρούσθησαν»6.

Τελικώς, κατά τη νομολογία που επικράτησε, αρκεί να προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως του διοικητικού δικαστηρίου ότι εκτιμήθηκε η αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου και δεν απαιτείται επαρκής αιτιολόγηση της περί του αντιθέτου κρίσεως7. Υπό την ίδια λογική, η απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου δεν καθίσταται αναιρετέα, εάν ο αναιρεσείων δεν προβάλει τι θα προσέθετε η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου και πως θα κλόνιζε την κρίση του διοικητικού δικαστή8.

Μετά την έναρξη ισχύος του Κ.Δ.Δ., η ανωτέρω ρύθμιση εντάχθηκε στο άρθρο 5 παρ.2 του ως άνω Κώδικα. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Κ.Δ.Δ. επί του ανωτέρω άρθρου «έγινε κατά βάση δεκτό να μεταφερθούν, περίπου ως είχαν, οι ρυθμίσεις του άρθρου 120 ΚΦορΔ. Κρίθηκε δε ότι έπρεπε το σχετικό άρθρο να τεθεί στο κεφάλαιο για τη “Δικαιοδοσία”, αφού αναφέρεται σε δεσμεύσεις του δικαστηρίου κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής αρμοδιότητάς του».

Ενόψει της ως άνω συστηματικής ένταξης της ανωτέρω ρυθμίσεως και των όσων αναφέρονται στην αιτιολογική έκθεση του Κ.Δ.Δ. υποστηρίχθηκε στη θεωρία ότι η δέσμευση των διοικητικών δικαστηρίων από τις αμετάκλητες ποινικές καταδικαστικές αποφάσεις δεν αποτελεί πλέον δέσμευση πηγάζουσα από το δεδικασμένο, αλλά πρόκειται για μία διαδικαστική δέσμευση, για την αποκληθείσα δεσμευτικότητα ή δεσμευτική ενέργεια των κριθέντων μεταξύ των δικαιοδοσιών9. Πάντως, το ΣτΕ συνέχισε να χρησιμοποιεί την έννοια του δεδικασμένου, για να αντανακλάσει ή να αναπαραστήσει νομικά τη δέσμευση των διοικητικών δικαστηρίων από τις αμετάκλητες ποινικές καταδικαστικές αποφάσεις. Έτσι, έκρινε ότι σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., «μόνο οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο στα πλαίσια της διοικητικής δίκης ως προς την ενοχή του δράστη»10. Επίσης, ότι οι διατάξεις του άρθρου 5 παρ.2 του Κ.Δ.Δ. είναι αντίστοιχες με αυτές του άρθρου 120 παρ.3 του Κ.Φ.Δ.11.

Εξάλλου, αν θεωρήσουμε ότι οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν παράγουν δεδικασμένο αλλά απλώς δεσμευτική ενέργεια ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων για όσα πραγματικά ζητήματα και νομικά ζητήματα κρίθηκαν με αυτές, τότε δεν θα μπορούσαμε να δικαιολογήσουμε στην περίπτωση αυτή την εφαρμογή του άρθρου 5 παρ.4 του Κ.Δ.Δ., σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη το δεδικασμένο, αν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας. Αντιθέτως, παγίως η νομολογία του ΣτΕ έχει κρίνει ότι το διοικητικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το δεδικασμένο αυτό, ήτοι τον αμετάκλητο χαρακτήρα της ποινικής (καταδικαστικής) αποφάσεως, αν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας12.

Συνεπώς, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 5 παρ.2 του Κ.Δ.Δ. αναγνωρίζει το ποινικό δεδικασμένο που δημιουργείται από την αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση, το οποίο δεσμεύει τον διοικητικό δικαστή να μην αποστεί απ’ όσα κατέγνωσε το δικαστήριο αυτό αναφορικά με την ενοχή του δράστη. Τούτο σημαίνει και συνεπάγεται ότι ο διοικητικός δικαστής δεσμεύεται από την αμετάκλητη ποινική καταδικαστική απόφαση ως προς την κρίση της περί της πλήρωσης της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης ενός ποινικού αδικήματος που αποτελεί ταυτόχρονα υπό τα ίδια πραγματικά και νομικά περιστατικά την ελεγχόμενη από αυτόν διοικητική παράβαση, κι ως εκ τούτου, δεν έχει εξουσία επανεκτίμησης ή διαφορετικής εκτίμησης από το ποινικό δικαστήριο13 ή το σχετικό δεδικασμένο καλύπτει μόνο την ενοχή του δράστη και τις κατεγνωσθείσες ποινές14;

Κατά την ορθότερη έννοια, η δέσμευση αυτή κωλύει το Τ.Δ.Δ. να κρίνει περί της ενοχής του διοικουμένου-παραβάτη, αφού αυτή έχει αποδειχθεί, κι ως εκ τούτου, αποκλείει από το δικαστήριο να κρίνει όσα πραγματικά ή νομικά ζητήματα επιλύθηκαν συναφώς στο πλαίσιο αυτό δεσμευτικά από το ποινικό δικαστήριο. Έτσι, το διοικητικό δικαστήριο δεν δεσμεύεται μόνον από το διατακτικό της αμετάκλητης καταδικαστικής ποινικής αποφάσεως, αλλά και από τα στοιχεία του αιτιολογικού με τα οποία αυτό δένεται, από τα πραγματικά ή νομικά ζητήματα που επιλύθηκαν δεσμευτικά με τη συγκεκριμένη ποινική απόφαση, εφόσον (τα ζητήματα) αυτά ασκούν πραγματική ή νομική επιρροή στο πλαίσιο της δικής του δικαιοδοσίας15.

Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη νομολογία επί της ανωτέρω ρυθμίσεως, πρέπει να γίνει μία διάκριση μεταξύ των αμετάκλητων αθωωτικών ποινικών αποφάσεων και των μη αμετάκλητων, ενόψει και της ανάγκης σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας. Όταν έχει εκδοθεί αμετάκλητη ποινική αθωωτική απόφαση, ο διοικητικός δικαστής πρέπει να συνεκτιμά την απόφαση αυτή και τούτο να προκύπτει από ειδική αιτιολόγηση στο σκεπτικό της απόφασής του, αν δε αποκλίνει από αυτή, θα πρέπει να συντάξει τον δικανικό του συλλογισμό με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη θέτει σε αμφισβήτηση την απαλλακτική κρίση του ποινικού δικαστή16. Αντιθέτως, οι ποινικές αθωωτικές αποφάσεις που δεν έχουν καταστεί ή έστω δεν προκύπτει ότι έχουν καταστεί αμετάκλητες, απλώς συνεκτιμώνται από το διοικητικό δικαστήριο, με τρόπο γενικό και χωρίς ειδική μνεία17.

Επομένως, δημιουργείται μία πρόσθετη υποχρέωση στον διοικητικό δικαστή να αιτιολογήσει επαρκώς και ειδικότερα την απόκλισή του από την (αμετάκλητη αθωωτική) κρίση του ποινικού δικαστή είτε μέσω της στήριξής της σε νέα αποδεικτικά μέσα ή σε κοινά αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, όμως, διαφορετικά18 είτε στον διαφορετικό βαθμό απόδειξης που ισχύει στη διοικητική δίκη σε σχέση με τον βαθμό απόδειξης τέλεσης της παράβασης που ισχύει στην ποινική δίκη19.

Ως εκ τούτων, η νομολογία δεν εγκλωβίστηκε στην έννοια του δεδικασμένου- που η ανωτέρω διάταξη, καταρχήν, ήθελε να κατοχυρώσει- αλλά μετέβη στην έννοια της οριακής δεσμεύσεως εν γένει του διοικητικού δικαστηρίου από τα κριθέντα της ποινικής αποφάσεως, ακόμη κι αν αυτή είναι αθωωτική.

Δείτε ολόκληρο το άρθρο στο ddikastes.gr

  • 1.Η μελέτη αυτή αποτελεί αναθεωρημένη και επικαιροποιημένη γραπτή αποτύπωση της προφορικής εισηγήσεώς μου στο επιμορφωτικό σεμινάριο που διοργάνωσε η Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών στη Θεσσαλονίκη στις 14 και 15 Ιουνίου 2018 με θέμα «ΣΧΕΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕ ΠΟΛΙΤΙΚΗ & ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ ΚΑΙ ΕΠΙΡΡΟΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ & ΔΙΚΗ».
  • 2.2Ο Κ.Φ.Δ. κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.4125/1960 και μεταφέρθηκε στη δημοτική με το άρθρο μόνο του π.δ/ος 331/1985.
  • 3.ΣτΕ 4505/1988, 2950/1990, 2178/1992.
  • 4.ΣτΕ 1378/2006, 3900/1999.
  • 5.Πρβλ. ΣτΕ 3552/1998, 2905/1997, βλ. 4549/1997.
  • 6.ΣτΕ 5569/1996, παραπεμπτική στην επταμελή, η οποία, όμως, με την ΣτΕ 753/1997 επταμελούς συνθέσεως δεν επικράτησε.
  • 7.ΣτΕ 459/1999 (σκ.2, 4), 753/1997, 2034/1996, 3915/1995, 2563/1994.
  • 8.ΣτΕ 4091/1996.
  • 9.Ε.ΠΑΥΛΙΔΟΥ, Η δεσμευτική ενέργεια των αποφάσεων της ποινικής και πολιτικής δικαιοδοσίας στη διοικητική δίκη, Διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 2013, σ.59.
  • 10.ΣτΕ 2168/2003 (σκ.3), 1797/2006 (σκ.6), 2845/2007 (σκ.4), 3925/2012 (σκ.5).
  • 11.ΣτΕ 3606/2004 (σκ.4).
  • 12.ΣτΕ 2403/2015, 1067, 2951/2013, 1522/2010 7μ.
  • 13.ΣτΕ 1659/2004 (σκ.5), όπου κρίθηκε ότι δεν καθίσταται αναιρετέα απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι εφόσον προσκομίσθηκε αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου αυτό στερείτο της εξουσίας να εξετάσει εκ νέου την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της διοικητικής παράβασης, με την αιτιολογία ότι η αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δέσμευε εν προκειμένω την κρίση του διοικητικού δικαστηρίου ως προς την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της αποδοθείσας στον αναιρεσείοντα λαθρεμπορίας.
  • 14.ΣτΕ 1004/1965, 1841/1991, 2487/2001.
  • 15.Ε.ΠΑΥΛΙΔΟΥ, Η δεσμευτική ενέργεια των αποφάσεων της ποινικής και πολιτικής δικαιοδοσίας, ό.π., σ.59.
  • 16.ΣτΕ 1992/2016, 434/2017, καθώς και Ι.ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, «Ne bis in idem και τεκμήριο αθωότητας στις υποθέσεις φορολογικών ή τελωνειακών παραβάσεων, κατόπιν των αποφάσεων ΣτΕ Β ́ Τμ. 1992/2016, 1993/2016, 434/2017, 680/2017», σ.1-23(5) σε http://www.humanrightscaselaw.gr/uploads/4/8/0/3/48039377/ne_bis_in_idem…%BA%CE%BC_%CE%B1%CE%B8%CF%89%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82_- _esdi_-_march_2017.pdf
  • 17.ΣτΕ 2503/2016.
  • 18.Πρβλ., ΣτΕ 2067/2011 επταμ., 1713/2014 (σκ.5), 2069/2014, 3968/2014, 6/2015, 1184/2015, 2403/2015, 434/2017 επταμ.
  • 19.Με τελευταίες αποφάσεις του ΣτΕ κρίθηκε ότι ναι, μεν, η φορολογική διοίκηση φέρει το βάρος απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την τέλεση της παράβασης, ενόψει, όμως, της αρχής της αναλογικότητας, ήτοι «την ανάγκη ανεύρεσης δίκαιης ισορροπίας μεταξύ, αφενός, των θεμελιωδών αρχών του κράτους δικαίου, της αναλογικότητας και του τεκμηρίου αθωότητας και, αφετέρου, του επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος της πάταξης της φοροδιαφυγής, που από τη φύση της είναι συνήθως δυσχερώς εντοπίσιμη και η αποτελεσματική αντιμετώπιση της οποίας επιβάλλει να μην καθιστούν οι αρχές ή οι κανόνες που διέπουν το είδος και το βαθμό απόδειξης της ύπαρξής της αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας από τη Διοίκηση», δεν υποχρεούται να αποδείξει την παράβαση με αδιάσειστα στοιχεία, που αποδεικνύουν άμεσα και με πλήρη βεβαιότητα την τέλεσή της, αλλά αρκεί (η τέλεση της παράβασης) να προκύπτει και «από έμμεσες αποδείξεις (άλλως, “τεκμήρια”), ήτοι από αντικειμενικές και συγκλίνουσες ενδείξεις οι οποίες, συνολικά θεωρούμενες και ελλείψει άλλης εύλογης και αρκούντως τεκμηριωμένης, ενόψει των συνθηκών, εξήγησης, που ευλόγως αναμένεται από τον φορολογούμενο, είναι ικανές να προσδώσουν στέρεη πραγματική βάση στο συμπέρασμα περί διάπραξης της αποδιδόμενης παράβασης». Βλ. ΣτΕ 884/2016, 1897/2016, 1992/2016, 1897/2018.