Τεκμήριο αθωότητας και αστικές διαφορές: Ένας ενδο-νομολογιακός διάλογος

56

Του Αρεοπαγίτη κ. Γεώργιου Αποστολάκη

ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ Ένας ενδο-νομολογιακός διάλογος.

Γεώργιος Αποστολάκης, Αρεοπαγίτης

1.- Το εξεταζόμενο ζήτημα.

Η διαρκής συνδιαλλαγή των δικαιοδοτικών κλάδων οδηγεί στην εξέταση του ίδιου βιοτικού γεγονότος περισσότερες φορές, υπό το πρίσμα, όμως, κάθε φορά των σκοπών του εκάστοτε εφαρμοζόμενου δικαίου. Έτσι, η τέλεση μιας ποινικά κολάσιμης πράξης, πέραν της αξιολόγησης του άδικου χαρακτήρα της και του καταλογισμού της στην ενοχή του φερόμενου ως δράστη, προκειμένου να επιβληθεί σ’ αυτόν ορισμένη ποινή, δικαιολογεί αστική αξίωση του παθόντος για προστασία των οικονομικών του συμφερόντων και αποκατάσταση τόσο της περιουσιακής του ζημίας, όσο και της ηθικής βλάβης του.

Το ερώτημα, λοιπόν, που γεννάται από αυτή τη συνάντηση είναι αν κατά την εκδίκαση του συγκεκριμένου βιοτικού γεγονότος ή εν μέρει πτυχών του στα πολιτικά δικαστήρια, θα τύχει εφαρμογής το τεκμήριο της αθωότητας και υπό ποία έννοια και συνέπειες.

Ειδικότερα, ο προβληματισμός εντοπίζεται στο εξής: Επί αγωγής αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας, εάν η παράνομη ζημιογόνα πράξη ή παράλειψη ταυτίζεται κατά την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση με ποινικό αδίκημα, η αθώωση του υπαίτιου από το ποινικό δικαστήριο, όπως η έκταση της έννοιας του τεκμηρίου αθωότητας του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) ερμηνεύεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ), δημιουργεί ή όχι για το πολιτικό δικαστήριο της αποζημιώσεως αποδεικτική δέσμευση ως προς το ότι δεν τελέσθηκε από τον εναγόμενο η παράνομη ζημιογόνα πράξη ή παράλειψη;

Το ίδιο ερώτημα ισχύει φυσικά και για τα διοικητικά δικαστήρια, όταν δικάζουν αγωγές αποζημιώσεως στις περιπτώσεις αστικής ευθύνης του δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από παράνομες πράξεις των οργάνων τους.

2.- Διάκριση δικαιοδοσιών και διακριτό δεδικασμένο.

Εφόσον το εξεταζόμενο ερώτημα είναι απότοκο της συνδιαλλαγής των διάφορων δικαιοδοτικών κλάδων της ημεδαπής έννομης τάξης, είναι ανάγκη για την έννοια, το βαθμό και την ποιότητα της αλληλεπιδράσεως των κρίσεων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) να ληφθεί πρωτίστως υπόψη η καθιερούμενη στο Σύνταγμα διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, η οποία αποτελεί ειδικότερη διάκριση της δικαστικής ή αλλιώς δικαιοδοτικής λειτουργίας.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 93-96 Συντ., που αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία, προκύπτει η διάκριση των δικαιοδοσιών σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ’ αντιστοιχία των προβλεπόμενων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων. Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διάκρισης των δικαιοδοσιών, είναι η περίπτωση του δεδικασμένου: η ρύθμιση του θεσμού αυτού, που αποτελεί προεξάρχον χαρακτηριστικό της ίδιας της δικαιοδοτικής λειτουργίας και συνέπεια της κατ’ ενάσκηση αυτής εκδοθείσας δικαστικής απόφασης, οφείλει να βρίσκεται σε συστοιχία με την ανωτέρω διάκριση των δικαιοδοσιών.

Ο σκοπός αυτός της συστοίχισης εξηγεί με τρόπο πειστικό τις επιλογές του δικονομικού νομοθέτη, ο οποίος δεν ρυθμίζει τον θεσμό του δεδικασμένου ενιαία και για τις τρεις δικαιοδοσίες, αλλά καθιερώνει στα άρθρα 321 επ. ΚΠολΔ το δεδικασμένο που αναπτύσσουν οι αποφάσεις των ασκούντων πολιτική δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων, στο άρθρο 57 ΚΠοινΔ προβλέπει τη δημιουργία δεδικασμένου από τις αποφάσεις των ασκούντων ποινική δικαιοδοσία ποινικών δικαστηρίων, ενώ δεδικασμένο στις αποφάσεις των δικαστηρίων που ασκούν διοικητική δικαιοδοσία απονέμει με τη διάταξη του άρθρου 197 ΚΔΔ. Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ότι ο σεβασμός της συνταγματικής διάκρισης των δικαιοδοσιών επιτάσσει αφενός μεν την πρόβλεψη διακριτού δεδικασμένου για κάθε δικαιοδοσία, αφετέρου δε επιβάλλει το δεδικασμένο αυτό να είναι, κατ’ αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας.

Η συνταγματική πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών έχει ως αναπόδραστη συνέπεια τη δημιουργία διασταυρώσεων μεταξύ της πολιτικής, ποινικής και διοικητικής δικαιοδοσίας. Κάθε μία από τις διακρινόμενες δικαιοδοσίες είναι ισότιμη με τις υπόλοιπες και a contrario καμία δικαιοδοσία δεν μπορεί να υπερκεράσει τις άλλες δύο. Διακριτές δικαιοδοσίες που διασταυρώνονται, διατηρώντας την ισοτιμία τους, σημαίνει συνακόλουθα και δικαιοδοσίες ανεξάρτητες.

Με βάση αυτές τις διαπιστώσεις, δεν μπορούμε να μιλάμε για μία και ενιαία έννομη τάξη, στα πλαίσια της οποίας η κρίση ενός δικαστηρίου (π.χ. ποινικού), αυτόματα και άνευ άλλου, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από ένα άλλο δικαστήριο (π.χ. αστικό) ώστε, αν δεν γίνει αποδεκτή, να δημιουργείται “ρήγμα” της ενιαίας αυτής έννομης τάξης. Το αναφέρω αυτό διότι “η ενότητα της έννομης τάξης” προβάλλεται από μέρος της νομολογίας του Αρείου Πάγου ως επιχείρημα, που δικαιολογεί την υποχρεωτική αποδοχή της αθωωτικής ποινικής απόφασης από το πολιτικό δικαστήριο, όταν δικάζει την αντίστοιχη αγωγή αποζημιώσεως, με την έννοια ότι “η επιδίκαση αποζημίωσης εις βάρος του πρώην κατηγορουμένου δεν είναι επιτρεπτό στα πλαίσια της ενότητας της έννομης τάξης να δημιουργεί αμφιβολίες όσον αφορά την προηγούμενη αθώωσή του”.1

Η ανεξαρτησία αυτή των δικαιοδοσιών προσλαμβάνει αναντίρρητα μία οργανική όψη. Η οργανική ανεξαρτησία αφορά στην εξουσία έκαστης δικαιοδοσίας να επιλαμβάνεται των κατά τη φύση τους υπαγόμενων σ’ αυτήν διαφορών ή και υποθέσεων, εξουσία η οποία πρέπει να ασκείται ακώλυτα και χωρίς αναμίξεις ή παρεμβάσεις από τις άλλες δικαιοδοσίες. Στην περίπτωση του συσχετισμού της πολιτικής με την ποινική δικαιοδοσία, η οργανική ανεξαρτησία δεν εκδηλώνεται μόνο με αρνητικό περιεχόμενο, δηλαδή ως αποκλειστική εξουσία ορισμένης δικαιοδοσίας να επιλαμβάνεται ορισμένων διαφορών, απαγορεύοντας την ανάμιξη και κρίση από μία άλλη δικαιοδοσία, αλλά προσλαμβάνει και ένα θετικό νόημα. Ειδικότερα, η οργανική ανεξαρτησία των δικαιοδοσιών, απολαμβάνοντας και συνταγματικής κατοχύρωσης, επιτρέπει τη δημιουργία τόσο μιας πολιτικής όσο και μιας ποινικής διαφοράς από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, διαφορές που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Στο πλαίσιο αυτό είναι δυνατό να επιλαμβάνονται του αυτού βιοτικού συμβάντος τόσο τα πολιτικά δικαστήρια, για την υπαγόμενη στη δικαιοδοσία τους πολιτική διαφορά, όσο και τα ποινικά δικαστήρια, για το υπαγόμενο σε αυτά ποινικό σκέλος.

Περαιτέρω, η διάκριση των δικαιοδοσιών μπορεί να προσλάβει και μία λειτουργική όψη, ώστε να διαφυλάξει την ομαλή και απρόσκοπτη εκπλήρωση του δικαιοδοτικού έργου κάθε δικαιοδοσίας από τη στιγμή που έχει πια επιληφθεί μίας διαφοράς μέχρι την επίλυσή της με την έκδοση απόφασης. Υπ’ αυτό το περιεχόμενο, η επίλυση της διαφοράς θα πρέπει να πραγματοποιείται επί τη βάσει των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου, αποκλειόμενης κατ’ αρχήν κάθε πραγματικής ή νομικής επίδρασης από τις άλλες δικαιοδοσίες μέσω των εφαρμοστέων σε αυτές κανόνων δικαίου ή των δικαστικών αποφάσεων που αυτές έχουν τυχόν εκδώσει.

Πάντως, η αρχή της διάκρισης των δικαιοδοσιών επιδιώκει αυτό και μόνο που υποδηλώνει, δηλαδή να διακρίνει τις τρεις δικαιοδοσίες και όχι να τις φέρει σε αντιπαράθεση. Η αρμονική τους δε συνύπαρξη μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την αποτροπή επεμβάσεων της μίας στο λειτουργικό έργο της άλλης. Επομένως, δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική (ειδική) νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας.2

3.- Η πάγια μέχρι το 2013 νομολογία.

Με βάση τις παραπάνω διαπιστώσεις, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη του ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση είτε είναι αθωωτική είτε καταδικαστική και μπορεί να αφίσταται απ’ αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση.

Το 2013 διατυπώθηκε στη νομολογία του Αρείου Πάγου3 για πρώτη φορά η θέση ότι “δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες μετά την αθώωση του κατηγορουμένου ερμηνεύουν, για τις ανάγκες της νέας δίκης, την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα της νέας δίκης, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του, παραβιάζουν το τεκμήριο της αθωότητάς του”, το δε πολιτικό δικαστήριο “που αναγνώρισε την αστική ευθύνη των αναιρεσειόντων, ενώ έπρεπε να την αποκλείσει και να οδηγηθεί σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση” έσφαλε.

Μέχρι τότε, η νομολογία ήταν ομοιόμορφα σταθερή. Γινόταν δεκτά τα εξής:

α) Η τελεσίδικη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου για την πολιτική αγωγή, που ασκήθηκε ενώπιόν του, για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία, ως αποτέλεσμα έχει τη δημιουργία δεδικασμένου, που εμποδίζει τη νέα άσκηση της ίδιας αγωγής ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, εκτός αν ο δικαιούχος αυτής επιφυλάχθηκε κατά την εκδίκαση της κατηγορίας να ζητήσει μεγαλύτερο ποσό  από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, οπότε δεν εμποδίζεται να πράξει αυτό εφόσον το ποινικό δικαστήριο επιδίκασε ολόκληρο το μικρότερο ποσό που ζητήθηκε. Το ως άνω δεδικασμένο δεν καταλαμβάνει και την έννομη σχέση της αδικοπραξίας, αν και αυτή αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της επιδίκασης αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης, δηλαδή και αν υφίσταται σχέση παρεμπίπτοντος και κυρίου ζητήματος, και τούτο γιατί το ποινικό δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει απόφαση για την αδικοπραξία που είναι έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου και συνεπώς δεν συντρέχουν οι όροι της διατάξεως του άρθρου 331 ΚΠολΔ.4

β) Υπό τον ΚΠολΔ, οι (καταδικαστικές ή αθωωτικές) αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν παράγουν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη.5 Το ποινικό δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει για την αδικοπραξία κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ. Δεν παράγει δεδικασμένο απόφαση σε θέμα που αναφέρεται σε έννομη σχέση, για την οποία στερείται δικαιοδοσίας να αποφασίσει. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο στην πολιτική δίκη αποτελούν μόνο οι οριστικές και τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων6. Δεν έχουν τέτοια δύναμη οι καταδικαστικές ή αθωωτικές για ποινικά αδικήματα αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων. Δεν υπάρχει διάταξη του ΚΠολΔ ή του ΚΠοινΔ, από την οποία να προκύπτει ότι η αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου παράγει δεδικασμένο για τα πολιτικά δικαστήρια.7

γ) Η καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου μπορεί να χρησιμεύσει στην πολιτική δίκη ως αποδεικτικό μέσο. Δηλαδή να συνεκτιμηθεί ως δικαστικό τεκμήριο (άρθρο 339 ΚΠολΔ), ισχυρό μάλιστα δικαστικό τεκμήριο, η αποδεικτική απόκλιση από το οποίο απαιτεί ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

δ) Η υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη την ποινική απόφαση και να αιτιολογήσει το αντίθετο αποδεικτικό πόρισμά του φρουρείται ικανοποιητικά, σε αναιρετικό επίπεδο, μέσω των λόγων αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11γ και 19 του ΚΠολΔ.

4.- Η απόφαση ΕΔΔΑ στην υπόθεση “Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας” και η επιρροή της στη νομολογία του Αρείου Πάγου.

Ρήγμα στις προαναφερόμενες πάγιες νομολογιακές τοποθετήσεις των ελληνικών δικαστηρίων έφερε η απόφαση του ΕΔΔΑ της 27.9.2007 (προσφυγή 35522/2004) που εκδόθηκε επί της υποθέσεως “Β. Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος”.8

Είναι βέβαιο ότι οι σκέψεις της επηρέασαν εκείνη τη μερίδα της νομολογίας του Αρείου Πάγου, που συντάχθηκε με τη θέση ότι οι αθωωτικές ποινικές αποφάσεις δεσμεύουν αποδεικτικά τα πολιτικά δικαστήρια. Γι’ αυτό νομίζω ότι πρέπει να διαβάσουμε πάλι, προσεκτικότερα, την απόφαση αυτή του ΕΔΔΑ.9

Αφορούσε περίπτωση παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας από τα διοικητικά δικαστήρια με τη σκέψη ότι, δικάζοντας διοικητική διαφορά (που ως βάση είχε την διοικητική ανάκληση χορήγησης εργατικής κατοικίας λόγω ψευδούς δηλώσεως) ταυτιζόμενη πλήρως κατά το υποκειμενικό και αντικειμενικό μέρος της με το ποινικό αδίκημα της ψευδούς βεβαιώσεως, από το οποίο όμως ο διοικούμενος είχε αθωωθεί από το ποινικό δικαστήριο, το διοικητικό δικαστήριο δεν συντάχθηκε αποδεικτικά με το αθωωτικό πόρισμα, διατυπώνοντας την αιτιολογία ότι η αθώωση δεν έγινε λόγω μη διαπράξεως του αδικήματος, αλλά λόγω αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου.

Το ΕΔΔΑ αναφέρθηκε στην πάγια μέχρι τότε νομολογία του ΣτΕ, κατά την οποία τα διοικητικά δικαστήρια, όταν κρίνουν επί διοικητικών κυρώσεων, δεν δεσμεύονται από την προηγούμενη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια, οφείλουν απλά να λαμβάνουν υπόψη την ποινική απόφαση προκειμένου να εκδώσουν την απόφασή τους.

Το ΕΔΔΑ επανέλαβε τις θέσεις του ότι: α) το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6 § 2 ΕΣΔΑ δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις που ο προσφεύγων έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας που θα μπορούσε να οδηγήσει σε προσβολή του τεκμηρίου αθωότητάς του, αλλά καταλαμβάνει τις δικαστικές διαφορές που έπονται της τελεσίδικης αθώωσης του κατηγορουμένου και β) οι αθωωτικές αποφάσεις δεν διαφοροποιούνται βάσει των αιτιολογιών που κάθε φορά εκφέρει ο ποινικός δικαστής (λ.χ. λόγω αμφιβολιών) γιατί “καμία ποιοτική διαφοροποίηση δεν πρέπει να υπάρχει μεταξύ της αθώωσης ελλείψει αποδείξεων και της αθώωσης μετά από τη διαπίστωση πέραν πάσης αμφιβολίας της αθώωσης του κατηγορούμενου”.

Αναφορικά όμως με το καθ’ αυτό ζήτημα που μας απασχολεί, δηλαδή αν η αθωωτική απόφαση δεσμεύει αποδεικτικά το μεταγενέστερα επιλαμβανόμενο δικαστήριο (και εν προκειμένω τα διοικητικά δικαστήρια), διατυπώνει καθαρότατα τη θέση του: “Το ΕΔΔΑ τονίζει ότι δεν καλείται να εξετάσει σε ποιο βαθμό τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονταν από την υπ’ αριθ. 1008/1991 απόφαση του Εφετείου, δοθέντος ότι το έργο του δεν συνίσταται στο να υποκαθίσταται στην κρίση των εθνικών δικαστηρίων. Η ερμηνεία του εθνικού δικαίου είναι έργο των εθνικών αρχών και, κατά πρώτο λόγο, των δικαστηρίων (βλ., mutatis mutandis, τις αποφάσεις Brualla Gomez de la Torre κ. Ισπανίας της 19 Δεκεμβρίου 1997, Συλλογή 1997-VIII, σ. 2955, § 31, και Edificacio-nes March Gallego S.A. κ. Ισπανίας της 19 Φεβρουαρίου 1998, Συλλογή 1998-1, σ. 290, § 33). Το ερώτημα που τίθεται στην υπό κρίση περίπτωση είναι να ελεγχθεί αν, από τον τρόπο ενέργειάς τους, από την αιτιολογία των αποφάσεών τους ή από τη χρησιμοποιούμενη γλώσσα στις αποφάσεις τους, τα διοικητικά δικαστήρια δημιούργησαν αμφιβολίες ως προς την αθωότητα του προσφεύγοντα και έτσι παραβίασαν την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 § 2 ΕΣΔΑ (Puig Panella κ. Ισπανίας, no 1483/02, § 54, 25 Απριλίου 2006).”

Ακολούθως προέβη στη διαπίστωση ότι “τα διοικητικά δικαστήρια βασίστηκαν, ρητά και χωρίς καμία επιφύλαξη, στο γεγονός ότι ο προσφεύγων είχε αθωωθεί λόγω αμφιβολιών για να αιτιολογήσουν την κρίση τους ότι η παράλειψη του (διοικουμένου) ήταν εσκεμμένη, …χρησιμοποίησαν όρους που υπερέβαιναν το διοικητικό πλαίσιο της διαφοράς και δεν άφηναν καμία αμφιβολία ως προς την πρόθεση του προσφεύγοντα να μην συμπεριλάβει στη δήλωση του όλα τα ακίνητα κυριότητάς του..”, και κατέληξε στο πόρισμα ότι η κρίση του ΣτΕ και του Διοικητικού Εφετείου είναι ασυμβίβαστη με το τεκμήριο αθωότητας και υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 2 ΕΣΔΑ.

Από τη συνδυαστική ανάγνωση των θέσεων αυτών προκύπτει αβίαστα ότι η απαίτηση του ΕΔΔΑ, κατά την οποία “στα πλαίσια του άρθρου 6 § 2 ΕΣΔΑ, το διατακτικό μιας αθωωτικής απόφασης πρέπει να γίνεται σεβαστό από κάθε άλλη αρχή που κρίνει, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, επί της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου”, δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι ο σεβασμός αυτός υποχρεώνει το πολιτικό δικαστήριο να αποκλείει την αστική ευθύνη του αθωωθέντος εναγομένου οδηγούμενο σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθώωση, δηλαδή σε υποχρεωτική αποδεικτική συμπόρευση με το πόρισμα του ποινικού δικαστηρίου. Και τούτο γιατί ρητά το ΕΔΔΑ τονίζει ότι “δεν καλείται να εξετάσει σε ποιο βαθμό τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονταν από την υπ’ αριθ. 1008/1991 απόφαση του Εφετείου, δοθέντος ότι το έργο του δεν συνίσταται στο να υποκαθίσταται στην κρίση των εθνικών δικαστηρίων”.

Εντοπίζει τον αξιούμενο για το τεκμήριο αθωότητας “σεβασμό” στη διαπίστωση ότι “τα διοικητικά δικαστήρια βασίστηκαν, ρητά και χωρίς καμία επιφύλαξη, στο γεγονός ότι ο προσφεύγων είχε αθωωθεί λόγω αμφιβολιών για να αιτιολογήσουν την κρίση τους ότι η παράλειψη του (διοικουμένου) ήταν εσκεμμένη… χρησιμοποίησαν όρους που υπερέβαιναν το διοικητικό πλαίσιο της διαφοράς και δεν άφηναν καμία αμφιβολία ως προς την πρόθεση του προσφεύγοντα να μην συμπεριλάβει στη δήλωση του όλα τα ακίνητα κυριότητας του..” Με άλλα λόγια, αν τα διοικητικά δικαστήρια δεν αμφισβητούσαν το αθωωτικό αποτέλεσμα με τη γλώσσα και τη διατύπωση που χρησιμοποίησαν, αλλά οδηγούνταν στο ίδιο αποδεικτικό αποτέλεσμα με μία άλλη, προσεκτικότερη, διατύπωση, το τεκμήριο θα είχε γίνει σεβαστό.

Με άλλη έκφραση, “το ΕΔΔΑ δεν εντόπισε την παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας στην υιοθέτηση διαφορετικών οντολογικών παραδοχών από τα διοικητικά δικαστήρια, αλλά στο γεγονός ότι η διαφοροποίηση αυτή θεμελιώθηκε σε μία ευθεία αμφισβήτηση της ισοσθένειας της αθώωσης λόγω αμφιβολιών με εκείνη η οποία χωρεί κατόπιν αδιαμφισβήτητης απόδειξης της αθωότητας του κατηγορουμένου”.10

Με βάση κυρίως αυτή την απόφαση του ΕΔΔΑ άρχισε να προβάλλεται στα πολιτικά δικαστήρια ο ισχυρισμός ότι, εφόσον ο εναγόμενος για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κηρύχθηκε αθώος από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο για την αξιόποινη πράξη, που αποτελεί συγχρόνως και την υπαίτια παράνομη ζημιογόνα πράξη ή παράλειψη, πρέπει να γίνει σεβαστό το αθωωτικό αυτό αποτέλεσμα, με την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο δεν μπορεί να το αμφισβητήσει, αλλά αντίθετα πρέπει να το θέσει ως βάση στο αποδεικτικό του πόρισμα και αναγκαστικά να οδηγηθεί σε συμπέρασμα που αποκλείει την αστική ευθύνη του αθωωθέντος. Ανάλογα διατυπώθηκε και ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ότι, σε περίπτωση που το πολιτικό δικαστήριο της ουσίας δεν στοιχηθεί με το αθωωτικό αποτέλεσμα, υφίσταται παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, δηλαδή του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ.

5.- Διάσταση στη νομολογία του Αρείου Πάγου. Παραπομπή στην Ολομέλεια.

Στο Άρειο Πάγο δημιουργήθηκαν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις: Η μία, που επικρατεί αριθμητικά, δέχεται ότι η μη εναρμόνιση των πραγματικών παραδοχών του Εφετείου με εκείνες του ποινικού δικαστηρίου δεν αποτελούν παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας. Η άλλη το αντίθετο. Εν τέλει το ζήτημα έχει παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια.

Πιο συγκεκριμένα, έχουν εκδοθεί οι ακόλουθες αποφάσεις:

5Α.- Υπέρ της απόψεως ότι το τεκμήριο αθωότητας δεν γεννά δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου να στοιχηθεί αποδεικτικά με την ποινική αθωωτική απόφαση.

Α1. ΑΠ 1364/2011 (Τμήμα Α2 – πρόεδρος: Ρ. Ασημακοπούλου, εισηγητής: Χρ. Ευαγγέλου).

Η υπόθεση αφορούσε αποζημίωση για ανθρωποκτονία από αμέλεια σε τροχαίο ατύχημα.

Η απόφαση θέτει κατ’ αρχήν ως βάση της σκέψεώς της ότι με το τεκμήριο αθωότητας “δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου” καθώς και ότι “το τεκμήριο αθωότητας δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου”.

Στην δε υπαγωγή, απορρίπτοντας τον αναιρετικό ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, μη στοιχηθείσα αποδεικτικά με την ποινική, “δεν σεβάστηκε το διατακτικό της”, έκρινε ότι “ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, όσον αφορά μεν την αιτίαση για παραβίαση του δεδικασμένου, διότι … από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δεν παράγεται ούτε κατά το άρθρο 321 του ΚΠολΔ ούτε κατά τα άρθρα 6 της ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα δεδικασμένο στην πολιτική δίκη, η οποία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη της ποινικής δίκης, όσον αφορά δε την αιτίαση για παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, διότι πέραν του ότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο (ούτε παρατέθηκαν στο δικόγραφο της έφεσης ) τα στοιχεία που αποτέλεσαν τη βάση της κατηγορίας για ανθρωποκτονία από αμέλεια, από την οποία απαλλάχθηκε ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο βαθμό ταυτίζονται με εκείνα που θεμελιώνουν την ένδικη αγωγή, η μη εναρμόνιση των πραγματικών παραδοχών του Εφετείου με εκείνες του ποινικού δικαστηρίου δεν αποτελούν παραβίαση υπό την ανωτέρω έννοια του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου”.

Επικουρικά δε έκρινε ότι “σε κάθε περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την ως άνω αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του άνω εναγόμενου και τότε κατηγορούμενου (απηλλάγη λόγω αμφιβολιών), ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του εξ αυτής παραγόμενου και από τις ανωτέρω διεθνείς συμβάσεις προστατευόμενου τεκμηρίου αθωότητας του δεύτερου αναιρεσείοντος για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε”.

Α2.- ΑΠ 215/2013 (Δ ́ τμήμα, πρόεδρος: Γ. Γιαννούλης, εισηγητής: Β. Λαμπρόπουλος).

Και αυτή η υπόθεση αφορούσε αποζημίωση για σωματικές βλάβες από αμέλεια σε τροχαίο ατύχημα. Ο Άρειος Πάγος κινήθηκε στις ίδιες θέσεις όπως και στην προηγούμενη απόφαση.11

Α3.- ΑΠ 1398/2015 (Α2 Τμήμα, πρόεδρος: Δ. Παπαντωνοπούλου, εισηγητής: Γ. Κοντός).

Η υπόθεση αφορούσε αποζημίωση για την κατάρρευση ενός κτίσματος εξ αιτίας παραβίασης κανόνων οικοδομικής. Ο Άρειος Πάγος κινήθηκε στις ίδιες ακριβώς θέσεις όπως και στην πρώτη απόφαση.12

Α4.- ΑΠ 344/2016 (Α2 Τμήμα, πρόεδρος: Δ. Παπαντωνοπούλου, εισηγήτρια: Α. Θούα).

Η υπόθεση αφορούσε αποζημίωση για ανθρωποκτονία από αμέλεια σε τροχαίο ατύχημα.

Εδώ ο Άρειος Πάγος, αφού επαναλαμβάνει τις ίδιες ως άνω νομικές σκέψεις για την έννοια του τεκμηρίου, στην υπαγωγή δέχεται ότι ο αναιρετικός λόγος, με τον οποίο “ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι παρεβίασε το τεκμήριο αθωότητος, που απορρέει από την αμετάκλητη 107/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία κηρύχθηκε αθώος για τον εξ αμελείας θάνατο της συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, την οποία αγνόησε και την οποία, σε κάθε περίπτωση, ερμήνευσε κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του” είναι αβάσιμος “ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του αφού… το Εφετείο, για να διαμορφώσει το αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την άνω αθωωτική απόφαση … χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του αναιρεσείοντος, ούτε να αποφανθεί, καθοιονδήποτε τρόπο, άμεσο ή έμμεσο, για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του εξ αυτής παραγόμενου και από τις ανωτέρω διεθνείς συμβάσεις προστατευόμενου τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσείοντος για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκε…” Επομένως, και η απόφαση αυτή έμμεσα, αν και δεν το αναφέρει ρητά, απορρίπτει τη θέση ότι το πολιτικό δικαστήριο οφείλει να στοιχηθεί αποδεικτικά με το αποδεικτικό αποτέλεσμα της αθωώσεως. Αρκείται για το σεβασμό του τεκμηρίου στο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη την αθωωτική απόφαση και δεν αμφισβήτησε με κάποια ερμηνεία ή φραστική διατύπωσή του την αθώωση.

Α5.- ΑΠ 1656/2017 (Δ ́ Τμήμα, πρόεδρος: Ειρ. Κιουρτσόγλου-Πετρουλάκη, εισηγήτρια: Μ. Τζανακάκη).

Η υπόθεση αφορούσε αποζημίωση για ανθρωποκτονία από αμέλεια σε τροχαίο ατύχημα. Εδώ ο Άρειος Πάγος, αφού πρώτα επανέλαβε την πάγια θέση του ότι από την αθωωτική ποινική απόφαση δεν γεννάται δεδικασμένο για το πολιτικό δικαστήρια, απέρριψε τον ισχυρισμό περί παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας πρωτίστως ως αόριστο διότι “δεν εξειδικεύεται η ανωτέρω ποινική απόφαση (αριθμός, αδίκημα κ.λπ.)” και επικουρικά ως απαράδεκτο, κρίνοντας ότι “η μη εναρμόνιση των πραγματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης με εκείνες του ποινικού δικαστηρίου δεν αποτελούν παραβίαση υπό την ανωτέρω έννοια του τεκμηρίου αθωότητας και της αρχής της δίκαιης δίκης. Σε κάθε περίπτωση, το εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία της ποινικής απόφασης, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή … ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του τεκμηρίου αθωότητας…”

Α6.- ΑΠ 1422/2017 (Α2 Τμήμα, πρόεδρος: Δ. Παπαντωνοπούλου, εισηγητής: Γ. Αποστολάκης).

Η υπόθεση αφορούσε χρηματική ικανοποίηση λόγω συκοφαντικής δυσφήμισης.

Με την απόφαση αυτή ο Άρειος Πάγος βελτίωσε την παραπάνω θέση του. Αφού αναλύεται η κατά την ΕΣΔΑ έννοια του τεκμηρίου, διατυπώνεται η θέση ότι “εάν η τέλεση μιας ποινικά κολάσιμης πράξης δικαιολογεί παράλληλα και αστική αξίωση του παθόντος για προστασία των οικονομικών του συμφερόντων, κατά την εκδίκαση του συγκεκριμένου βιοτικού γεγονότος στα πολιτικά δικαστήρια, θα τύχει μεν εφαρμογής το τεκμήριο της αθωότητας, πλην όμως η εφαρμογή του πρέπει να περιορίζεται στα όρια, που η δογματική του θέση και κατάταξη προσδιορίζουν”.

Με βάση τα όρια αυτά, που η ανωτέρω απόφαση ρητά διαγράφει, “κατά την αναφορά του πολιτικού δικαστηρίου σε τυχόν προεκδοθείσα αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αμφισβήτηση του αθωωτικού αποτελέσματος αυτής, ιδίως με την επίκληση ότι α) είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητα, β) λήφθηκε όχι ομόφωνα αλλά κατά πλειοψηφία, γ) ότι στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) ότι διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας κ.α. Ωστόσο, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο κωλύεται να καταλήξει μετά από αποδείξεις και με πλήρως αιτιολογημένη δικανική κρίση, συνεκτιμώντας φυσικά και την αθωωτική ποινική απόφαση- σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί οπωσδήποτε την ποινική αθώωση και να τη θέσει ως βάση στην απόφασή του”.

Περαιτέρω, κρίνει ότι “αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας… Επομένως, το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική. Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη του ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση.

Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό αποτέλεσμα σύμφωνο με την αθωωτική απόφαση και κατ’ ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6§2 ΕΣΔΑ και 14§3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.

Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα αφού έτσι δημιουργείται ένα είδος “αποδεικτικής δέσμευσης”, ένα νέο είδος “δεδικασμένου”, μη προβλεπόμενο από την από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας … ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών. Δηλαδή αν η “δέσμευση” αυτή νοηθεί ως ιδιαίτερο είδος δεδικασμένου, το κώλυμα είναι συνταγματικό από τις διατάξεις περί χωριστής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων. Αν πάλι το νέο αυτό είδος “δέσμευσης” μεταξύ δικαιοδοσιών συνιστά μία έκφραση της βεβαιωτικής ενέργειας ή αλλιώς διαπιστωτικής δύναμης των δικαστικών αποφάσεων, έννοια άγνωστη στο αστικό δικονομικό δίκαιο, τότε για τη δημιουργία τέτοιου είδους δέσμευσης απαραίτητη είναι η ύπαρξη ρητής νομοθετικής πρόβλεψης…που εν προκειμένω δεν υφίσταται”.

7.- ΑΠ 1747/2017 (Δ ́ Τμήμα, πρόεδρος: Ειρ. Κιουρτσόγλου- Πετρουλάκη, εισηγήτρια: Μ. Τζανακάκη).

Η υπόθεση αφορούσε αποζημίωση για ανθρωποκτονία από αμέλεια σε τροχαίο ατύχημα. Το Τμήμα έκρινε τα ίδια όπως και στην προηγηθείσα υπ’ αριθ. 1656/2017 απόφασή του ότι “η μη εναρμόνιση των πραγματικών παραδοχών του Εφετείου με εκείνες του ποινικού δικαστηρίου, δεν αποτελούν παραβίαση, υπό την ανωτέρω έννοια, του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου”.13

5Β.- Υπέρ της απόψεως ότι το τεκμήριο αθωότητας γεννά δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου να στοιχηθεί αποδεικτικά με την ποινική αθωωτική απόφαση, διαφορετικά παραβιάζεται.

Β1.- ΑΠ 1652/2013 (Α1 Τμήμα, πρόεδρος: Β. Λυκούδης, εισηγητής: Δ. Κράνης).

Η υπόθεση αφορούσε χρηματική ικανοποίηση λόγω συκοφαντικής δυσφήμισης.

Με την απόφαση αυτή γίνεται η ανατροπή της μέχρι τότε απόλυτα κρατούσας αρεοπαγιτικής νομολογίας.14

Αφού γίνεται η αυτονόητη αναφορά ότι με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ “δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου”, στη συνέχεια εισάγεται από την “πίσω πόρτα” ένα νέου είδους δεδικασμένου της ποινικής αθωωτικής απόφασης με το επιχείρημα ότι “το τεκμήριο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και σε κάθε άλλη διαδικασία, στην οποία κρίνονται ζητήματα αστικής, διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης που τον αφορούν”. Κατόπιν, αναφέρεται στη σύμφωνη με τη νομολογία του ΕΔΔΑ θέση ότι “δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες μετά την αθώωση του κατηγορουμένου ερμηνεύουν, για τις ανάγκες της νέας δίκης, την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα της νέας δίκης, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του, παραβιάζουν το τεκμήριο της αθωότητάς του”. Στη συνέχεια, κάνει ένα λογικό άλμα: “Το Εφετείο, συνεπώς, που αναγνώρισε την αστική ευθύνη των αναιρεσειόντων, ενώ έπρεπε να την αποκλείσει και να οδηγηθεί σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική για τον πρώτο αναιρεσείοντα ποινική απόφαση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις”, κρίνοντας βάσιμο τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο. Με το άλμα αυτό υπερβαίνει ακόμη και αυτό το ΕΔΔΑ, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, αποφεύγει να δογματίσει ότι ο οφειλόμενος σεβασμός του τεκμηρίου, που αυτό αξιώνει με την μη αμφισβήτηση της αθώωσης, συνεπάγεται -υποχρεωτικά και οπωσδήποτετην αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου και εν τέλει την ουσιαστική απόρριψη των κατά του αθωωθέντος πολιτικών αξιώσεων του παθόντος.

Β2.- ΑΠ 715/2017 (Τμήμα Α1, πρόεδρος: Β. Πέππας, εισηγητής: Γ. Λέκκας).

Η υπόθεση αφορούσε αποζημίωση λόγω παραβίασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Εδώ, στη μείζονα σκέψη, για τη θεμελίωση του αναιρετικού λόγου για ευθεία παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ γίνεται επίκληση της ανάγκης να προστατευθεί η φήμη του αθωωθέντος μετά την ποινική του αθώωση. Επίσης, γίνεται και επίκληση της ανάγκης να αντιμετωπίζεται το ζήτημα της ενοχής ενιαία “στα πλαίσια της ενότητας της έννομης τάξης”, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι “δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες μετά την αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου ερμηνεύουν, για τις ανάγκες της νέας δίκης, την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, με εκείνα της νέας δίκης, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες, ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του, παραβιάζουν το τεκμήριο της αθωότητάς του”.15

Στην δε υπαγωγή, η απόφαση, αναφερόμενη στην παραδοχή του Εφετείου ότι ο εναγόμενος αθωώθηκε από το ποινικό δικαστήριο για την (ταυτιζόμενη με την αδικοπρακτική συμπεριφορά) παράβαση του Ν. 2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το Εφετείο “κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 6 § 2 της ΕΣΔΑ και 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, η κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης των ως άνω αναιρεσειόντων δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωση των ανωτέρω ως κατηγορουμένων και την αποδυναμώνει…” Κρίνει δε εν τέλει ότι “το Εφετείο, που αναγνώρισε την αστική ευθύνη των αναιρεσειόντων, ενώ έπρεπε να την αποκλείσει και να οδηγηθεί σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις”. Ουσιαστικά, χωρίς να το λέγει ρητά, δέχεται ότι ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δημιουργεί για τον πολιτικό δικαστή ένα είδος αποδεικτικής δέσμευσης που τον υποχρεώνει να δεχθεί, χωρίς άλλη ουσιαστική έρευνα, ότι δεν συντελέσθηκε η προβαλλόμενη από τον ενάγοντα αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου.

Β3.- ΑΠ 322/2018 (Τμήμα Α2, πρόεδρος: Β. Πέππας, εισηγήτρια: Αγ. Τζαβάρα).

Η υπόθεση αφορούσε αποζημίωση λόγω εμπρησμού. Η απόφαση16κινήθηκε στα ίδια ακριβώς πλαίσια με την προηγούμενη.

Μετά από αυτά, επόμενο ήταν να οδηγηθεί το εριζόμενο ζήτημα στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Με την υπ’ αριθ. 889/2018 απόφαση του Α2 Τμήματος ΑΠ (πρόεδρος: Γ. Σακκάς, εισηγητής: Ι. Τσαλαγανίδης), παραπέμφθηκε ο οικείος λόγος αναιρέσεως στην Τακτική Ολομέλεια γιατί η απόφαση λήφθηκε με τη διαφορά μίας ψήφου.

Ας σημειωθεί, ότι μετά την παραπομπή αυτή εκδόθηκε και η η υπ’ αριθ. 1626/2018 απόφαση ΑΠ (Τμήμα Α2, Πρόεδρος: Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, εισηγητής: Γεώργιος Αποστολάκης)17 που αναφέρεται στις προϋποθέσεις του παραδεκτού προβολής του σχετικού αναιρετικού λόγου.

Συγκεκριμένα, ο λόγος αναιρέσεως περί προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας κρίθηκε απαράδεκτος κατ’ αρχάς λόγω αοριστίας “διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία ακριβώς είναι τα επί μέρους πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή της υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως του ποινικού αδικήματος ή των ποινικών αδικημάτων αν είναι περισσότερα, για τα οποία κηρύχθηκε αθώα και ποία ακριβώς η (υπαίτια) αδικοπρακτική της συμπεριφορά (δηλαδή το αστικό αδίκημα), για την οποία αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή της να πληρώσει αποζημίωση στο ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο Ταμείο, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί κατά πόσο το ποινικό αδίκημα του οποίου κρίθηκε αθώα ταυτίζεται ή όχι απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά του με το αστικό αδίκημα επί του οποίου θεμελιώθηκε η ευθύνη της. Επάλληλα, κρίθηκε ως απαράδεκτος και γιατί “η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός περί της παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας προτάθηκε απ’ αυτήν στο δικαστήριο της ουσίας με λόγο εφέσεως. Επομένως δεν πληρούται η καθιερούμενη από το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο” που σε κάθε περίπτωση δεν είχε προταθεί.

Θα μου επιτραπεί στο σημείο αυτό να γίνουν κάποιες κριτικές παρατηρήσεις αναφορικά με τις προαναφερόμενες αποφάσεις, που δέχονται ότι ο από το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ αξιούμενος σεβασμός της αμετάκλητης αθωώσεως του εναγομένου σε αστική δίκη αποζημιώσεως παράγει, για να μην αμφισβητείται η αθωότητα αυτού, υποχρέωση του αστικού δικαστηρίου να οδηγηθεί σε αποτέλεσμα αποδεικτικό (δεν το χαρακτηρίζουν ρητά αλλά είναι φανερό ότι αυτό εννοούν) συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, πράγμα που κατ’ αποτέλεσμα θα οδηγεί στην περαιτέρω παραδοχή ότι δεν έλαβε χώρα αδικοπρακτική συμπεριφορά και επομένως σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής.

Εν τέλει το τεκμήριο αθωότητας στην προκείμενη περίπτωση πώς λειτουργεί; Τί καθιερώνει;

Μήπως ένα νέο αποδεικτικό μέσο, με την έννοια του αμάχητου αποδεικτικού τεκμηρίου ότι δεν τελέσθηκε η προβαλλόμενη με την αγωγή παράνομη και υπαίτια πράξη; Αν αυτό είχαν κατά νου τα μέλη του Αρείου Πάγου που συντάχθηκαν με την παραπάνω θέση, τότε ορθότερο θα ήταν ο λόγος αναιρέσεως που έγινε δεκτός να θεμελιωθεί στο σφάλμα του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,18 αφού δεν προσδόθηκε στην αθωωτική απόφαση εκείνη η αποδεικτική δύναμη που (κατά την άποψή τους) ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας απαιτεί. Εδώ όμως τίθεται το ερώτημα: Ποιος νόμος ορίζει μία τέτοια αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην αθωωτική απόφαση;

Αν πάλι με τον “σεβασμό” του τεκμηρίου καθιερώνεται μία ουσιαστικού δικαίου ένσταση επιγενόμενου αποκλεισμού της αδικοπρακτικής ευθύνης του αμετάκλητα αθωωθέντος, τότε όντως ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1, ενδεχόμενα σε συνδυασμό με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Έτσι όμως προστίθεται ερμηνευτικά στο πραγματικό του κανόνα του άρθρου 914 ΑΚ ότι η αξίωση αποζημίωσης καταλύεται αν ο ζημιώσας αθωωθεί για την ταυτιζόμενη με ποινικό αδίκημα αδικοπρακτική συμπεριφορά του. Αν όμως δεν εννοείται ούτε το ένα ούτε το άλλο, αλλά απλά ο σεβασμός του τεκμηρίου επιβάλλει να μην αμφισβητείται από το πολιτικό δικαστήριο της ουσίας, με τη συγκεκριμένη διατύπωση αναφοράς στην αθώωση, η ποινική διάσταση της αθωώσεως, τότε ο λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί παρά να είναι απαράδεκτος αν ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ποία επίδραση είχε η προβαλλόμενη παράβαση (σφάλμα) στο διατακτικό της απόφασης, ιδιαίτερα αν αυτό δεν στηρίχθηκε στη διηγηματική αναφορά για την εξέλιξη της ποινικής δίκης, αλλά σε άλλες εκτός αυτής αποδείξεις.

Δείτε ολόκληρο το άρθρο στο ddikastes.gr

  • 1.ΑΠ 715/2017, 322/2018
  • 2.Όπως λ.χ. προβλέφθηκε για τις διοικητικές διαφορές στο άρθρο 5 παρ. 2 του ΚΔΔ, κατά το οποίο “Τα δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ισχύουν έναντι όλων. Δεσμεύονται, επίσης, από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη, από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και από τα αμετάκλητα αποφαινόμενα να μην γίνει η κατηγορία βουλεύματα, εκτός εάν η απαλλαγή στηρίχθηκε στην έλλειψη αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων που δεν αποτελούν προϋπόθεση της διοικητικής παράβασης.[Όπως η παρ. 2 του άρθρου 5 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 17 του Ν. 4446/2016].
  • 3.ΑΠ 1652/2013, πρόεδρος: Β. Λυκούδης, εισηγητής: Δ. Κράνης (αφορά συκοφαντική δυσφήμιση).
  • 4.ΑΠ 1294/2017, ΑΠ 410/2016, ΑΠ 726/2015, ΑΠ 1699/2014, ΑΠ 215/2013, ΑΠ 1098/2011, ΑΠ 443/2009, ΑΠ 1777/2008, ΑΠ 1475/1996 Δ 28.466, ΑΠ 218/1975 ΝοΒ 23.1040, ΑΠ 891/1973 ΝοΒ 22.365.
  • 5.ΑΠ 580/2001, ΑΠ 431/2000 αμφότερες σε ΤΝΠ-Νόμος, Κονδύλης, Το δεδικασμένο κατά τον ΚΠολΔ, β` έκδοση 2007, σ. 105.
  • 6.ΑΠ 580/2001.
  • 7.ΑΠ 431/2000.
  • 8.ΝοΒ 2008/457, ΕΔΚΑ 2008/198, ΔΦΟΡΝ 2008/954, ΔΕΕ 2008/883, ΔΕΕ 2008/1031.
  • 9.Παρόμοια και η: ΕΔΔΑ 25.9.2008, Παραπονιάρης κατά Ελλάδος (42132/2006), ΝοΒ 2009.173].
  • 10.Δ. Μπαμπινιώτης, παρατηρήσεις υπό ΑΠ 987/2008 ΕΠολΔ 2008 σελ. 839-842.
  • 11.Από τη διάταξη του άρθρου 321 του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι όσες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο, προκύπτει ότι οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν αποτελούν δεδικασμένο στην πολιτική δίκη (Α.Π. 410/2010, 1349/2008, 987/2008). Εξ’ άλλου, κατά το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν. 53/1974, “παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως (παρ. 1 εδ. α’). Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του” (παρ. 2). Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τo οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2642/1997 και ορίζει ότι “Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο”. Με τις τελευταίες αυξημένης τυπικής ισχύος δύο διατάξεις, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου (βλ. ΕΔΛΑ απόφαση της 27-9- 2007 Σ. κατά Ελλάδος σκέψη 37, ΕΔΔΑ απόφαση της 11-2-2003 R. και Υ κατά Νορβηγίας). Το τελευταίο δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου (ΑΠ 1364/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθ.1 περ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως της αναιρεσίβλητης εταιρίας κατά της υπ’αριθ. 2331/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων και οδηγός του υπ’αριθμ. κυκλ. … ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, είναι συνυπαίτιος για τον τραυματισμό του συνεπιβάτη του Δ. Σ., τον οποίο αποζημίωσε η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας του αναιρεσείοντος, αφού δεν έλαβε υπόψη του το διατακτικό της υπ’αριθμ. 93819/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο κήρυξε αυτόν αθώο για παράβαση του άρθρου 42 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ) (οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την ως άνω αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία ως προς τους λόγους απαλλαγής του ως άνω αναιρεσείοντος και στην ποινική δίκη κατηγορουμένου, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησής του εξ αυτής παραγομένου και από τις ανωτέρω διεθνείς συμβάσεις προστατευομένου τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσείοντος για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε ( άρθρο 42 Ν.2696/1999). Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε και στην πλημμέλεια του άριθ.16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι επίσης απαράδεκτος, καθόσον οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων καταδικαστικές ή αθωωτικές δεν αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη (ΑΠ 443/2009).
  • 12.Κατά το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν. 53/1974, “παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως (παρ. 1 εδ. α’ ). Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του” (παρ.2). Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2642/1997 και ορίζει ότι ” Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο”. Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος δύο διατάξεις, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου (βλ. ΕΔΔΑ απόφαση της 27-9-2007 Σ. κατά Ελλάδος σκέψη 37, ΕΔΔΑ απόφαση της 11-2-2003 R. και Υ κατά Νορβηγίας). Το τελευταίο δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου (ΑΠ 215/2013, 1364/2011, Ολ. ΣΤΕ 1741/2015). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων στην κατάρρευση της ως άνω αποθήκης, παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας των αναιρεσειόντων, αφού δεν έλαβε υπόψη το διατακτικό της υπ’ αριθμ. 793/2012 αμετάκλητης ήδη απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία αυτοί κηρύχθηκαν αθώοι της αποδοθείσης σ’ αυτούς αξιόποινης πράξης της εξ αμελείας παραβάσεως των κανόνων της οικοδομικής. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η μη εναρμόνιση των πραγματικών παραδοχών του Εφετείου με εκείνες του ποινικού δικαστηρίου, δεν αποτελούν παραβίαση υπό την ανωτέρω έννοια του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, σε κάθε περίπτωση δε, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την ως άνω αθωωτική απόφαση, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής των αναιρεσειόντων και στην ποινική δίκη κατηγορουμένων, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή τους ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του εξ αυτής παραγομένου και από τις ανωτέρω διεθνείς συμβάσεις προστατεθομένου τεκμηρίου αθωότητας των αναιρεσειόντων για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκαν.
  • 13.Κατά το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν. 53/1974 και κατ’ ακριβή λεκτική αντιγραφή ορίζεται ότι “παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως (παρ. 1 εδ. α’)… Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του” (παρ. 2). Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2642/1997 και ορίζει ότι “Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο…”. Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος δύο διατάξεις, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου (βλ. ΕΔΔΑ απόφαση της 27-9-2007 Σ. κατά Ελλάδος σκέψη 37, ΕΔΔΑ απόφαση της 11-2-2003 R. και Υ κατά Νορβηγίας). Το τελευταίο δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα, είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος, είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου (ΑΠ 1398/2015, πρβλ. επίσης, ΑΠ 215/2013, 1364/2011, Ολ.ΣΤΕ 1741/2015). Με τον 3ο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ, 14 παρ. 3 Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και αυτές σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ λόγω παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας, διότι με το να δεχθεί υπαιτιότητα του 1ου αναιρεσείοντα στην πρόκληση του δυστυχήματος παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας αυτού, αφού δεν έλαβε υπόψη το διατακτικό της υπ’ αρ. 10848/2015 αμετάκλητης ήδη απόφασης του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτός κηρύχθηκε αθώος για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρ. 302 ΠΚ). Ο λόγος αυτός πρέπει κατ’ αρχήν να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η μη εναρμόνιση των πραγματικών παραδοχών του Εφετείου με εκείνες του ποινικού δικαστηρίου, δεν αποτελούν παραβίαση, υπό την ανωτέρω έννοια, του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, σε κάθε περίπτωση δε, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το φάκελο της ποινικής δικογραφίας, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του 1ου αναιρεσείοντα-οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του εξ αυτής παραγομένου και από τις ανωτέρω διεθνείς συμβάσεις προστατευομένου τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσείοντα οδηγού για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκε. Ανεξάρτητα όμως από όλα τα παραπάνω ο 3ος αναιρετικός λόγος είναι και αλυσιτελής, διότι η ποινική αθωωτική απόφαση εκδόθηκε στις 27-10-2015, δηλαδή, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου, στις 24-5-2015 και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είχε τη δικονομική δυνατότητα να λάβει υπόψη της την αθωωτική απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας άλλωστε δεν μπορούσε να γνωρίζει τότε και να την συνεκτιμήσει με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία.
  • 14.Από τη διάταξη του άρθρ. 321 ΚΠολΔ…, που ορίζει ότι είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, συνάγεται ότι οι αμετάκλητες αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων εμποδίζουν μεν κατά το άρθρ. 57 ΚΠΔ την άσκηση κατά του κατηγορουμένου νέας δίωξης για την αυτή πράξη και κατ’ αυτή την έννοια αποτελούν δεδικασμένο, όμως το δεδικασμένο αυτό δεν εκτείνεται και στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 987/2008? 1349/2008? 410/2010), τα οποία συνεπώς δεν δεσμεύονται σε αστικής φύσης θέματα από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, εκτός αν τα θέματα αυτά κρίθηκαν στο πλαίσιο της πολιτικής αγωγής που άσκησε κατά το άρθρ. 63 ΚΠΔ ο παθών από το έγκλημα. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 65 και 67 ΚΠΔ, το ποινικό δικαστήριο, καταδικάζοντας τον κατηγορούμενο, είναι υποχρεωμένο να αποφασίσει και για την πολιτική αγωγή, με μόνη επιφύλαξη αυτή της §2 του άρθρ.65 ΚΠΔ, ορίζεται δε με την §1 του άρθρ. 67 ΚΠΔ ότι η πολιτική αγωγή, που κρίθηκε ήδη από το ποινικό δικαστήριο, δεν μπορεί να ασκηθεί πια στα πολιτικά δικαστήρια παρά μόνο για την εκκαθάριση ζημιών που γεννήθηκαν μετά την καταδικαστική απόφαση. Αυτό σημαίνει ότι από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δημιουργείται δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει και τα πολιτικά δικαστήρια, όμως το δεδικασμένο αυτό αναφέρεται μόνο στο μέρος κατά το οποίο η αξίωση του παθόντος κρίθηκε από το ποινικό δικαστήριο και συνεπώς αυτός, που ρητά ή σιωπηρά επιφυλάχθηκε να επιδιώξει το υπόλοιπο της αξίωσής του στα πολιτικά δικαστήρια, δεν εμποδίζεται να προσφύγει ακολούθως στα δικαστήρια αυτά για το υπόλοιπο της αξίωσής του (ΑΠ 1474/2000? 1098/2011). Στην περίπτωση αυτή το δεδικασμένο από την παραδοχή ή την απόρριψη της πολιτικής αγωγής δεν καταλαμβάνει και την όλη έννομη σχέση της αδικοπραξίας, παρότι αυτή ως παρεμπίπτον ζήτημα αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης, αφού το ποινικό δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει γενικώς για την αδικοπραξία ως έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, οπότε ούτε κατά τη διάταξη του άρθρ. 331 ΚΠολΔ μπορεί να προκύψει για τα πολιτικά δικαστήρια δεδικασμένο από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου (ΑΠ 1777/2008). Εξ άλλου κατά το άρθρ. 6§2 της ΕΣΔΑ, κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο μέχρι νομίμως να αποδειχθεί η ενοχή του. Ταυτόσημη είναι και η διατύπωση της διάταξης του άρθρ. 14§3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που ορίζει ότι κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο. Με τις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις αυτές δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου. Το τεκμήριο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και σε κάθε άλλη διαδικασία, στην οποία κρίνονται ζητήματα αστικής, διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης που τον αφορούν [ΕΔΔΑ 19.5.2005, Διαμαντίδης κατά Ελλάδος (71563/2001)]. Έτσι δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες μετά την αθώωση του κατηγορουμένου ερμηνεύουν, για τις ανάγκες της νέας δίκης, την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα της νέας δίκης, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του, παραβιάζουν το τεκμήριο της αθωότητάς του (ΑΠ 1364/2011). Γενικότερα το τεκμήριο αυτό και κατ’ επέκταση η αρχή της δίκαιης δίκης παραβιάζονται και δημιουργείται συνεπώς λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ όταν από τη μεταγενέστερη απόφαση προκύπτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπόνοιες ή αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του κατηγορουμένου [ΕΔΔΑ 27.9.2007, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος (35522/2004), ΝοΒ 2008.457, ΕΔΔΑ 25.9.2008, Παραπονιάρης κατά Ελλάδος (42132/2006), ΝοΒ 2009.173]… Το Εφετείο, συνεπώς, που αναγνώρισε την αστική ευθύνη των αναιρεσειόντων, ενώ έπρεπε να την αποκλείσει και να οδηγηθεί σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική για τον πρώτο αναιρεσείοντα ποινική απόφαση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις.
  • 15.Ειδικότερα, το άρθρο 6 παρ. 2 αποβλέπει στην προστασία των ατόμων που έχουν απαλλαγεί από τα ποινικά δικαστήρια ή έπαυσε η κατ’ αυτών ποινική δίωξη, έτσι ώστε να μην αντιμετωπίζονται από τις δημόσιες αρχές ή άλλα όργανα σαν να ήταν στην πραγματικότητα ένοχοι για την παράβαση που τους είχε αποδοθεί (ΕΔΔΑ, .. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 12-7-2013, αριθμ. προσφυγής …/09, § 94). Αυτό οφείλεται στο γεγονός, ότι το τεκμήριο της αθωότητας, ως δικονομικό δικαίωμα, συμβάλλει κυρίως στην τήρηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης και προωθεί ταυτόχρονα τον σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του διωκόμενου προσώπου (ΕΔΔΑ, … κατά Ελλάδος, απόφαση της 28- 11- 2011, αριθμ. προσφυγής …07, § 32). Σε τέτοιες περιπτώσεις, το τεκμήριο της αθωότητας έχει ήδη εμποδίσει να απαγγελθεί άδικη ποινική καταδίκη. Χωρίς προστασία που αποσκοπεί στην τήρηση, σε κάθε μεταγενέστερη διαδικασία, μιας αθώωσης ή μιας απόφασης παύσης της ποινικής δίωξης, οι εγγυήσεις μιας δίκαιης δίκης που προβλέπει το άρθρο 6 παρ. 2 θα κινδύνευαν να καταστούν θεωρητικές και απατηλές. Αυτό που είναι κρίσιμο, επίσης, μόλις τελειώσει η ποινική διαδικασία, είναι η φήμη του ενδιαφερομένου και ο τρόπος με τον οποίο την αντιλαμβάνεται το κοινό. Έτσι, δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες μετά την αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου ερμηνεύουν, για τις ανάγκες της νέας δίκης, την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, με εκείνα της νέας δίκης, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες, ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του, παραβιάζουν το τεκμήριο της αθωότητάς του (ΑΠ 1364/2011). Επομένως, η επιδίκαση αποζημίωσης εις βάρος του πρώην κατηγορουμένου δεν είναι επιτρεπτό στα πλαίσια της ενότητας της έννομης τάξης να δημιουργεί αμφιβολίες όσον αφορά την προηγούμενη αθώωσή του (ΕΔΔΑ, … κατά Νορβηγίας απόφαση της 15-5-2008, §§ 51 επ., αριθμ. προσφυγής …/2004). Γενικότερα, το τεκμήριο αυτό και κατ’ επέκταση η αρχή της δίκαιης δίκης παραβιάζονται και δημιουργείται συνεπώς λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν από τη μεταγενέστερη απόφαση προκύπτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπόνοιες ή αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του κατηγορουμένου (ΑΠ 1652/2013).
  • 16.Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν. 53/1974, “παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του”. Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2642/1997 και ορίζει ότι “Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο”. Με τις τελευταίες αυξημένης τυπικής ισχύος δύο διατάξεις, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου (ΕΔΔΑ απόφαση της 27-9-2007 Σ. κατά Ελλάδος σκέψη 37, ΕΔΔΑ απόφαση της 11-2-2003 R. κατά Νορβηγίας, αριθμ. Προσφυγής …97). Το τελευταίο δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες, ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου (ΑΠ 1364/2011, ΑΠ 302/2016). Ειδικότερα το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ αποβλέπει στην προστασία των ατόμων που έχουν απαλλαγεί από τα ποινικά δικαστήρια ή έπαυσε η κατ’ αυτών ποινική δίωξη, έτσι ώστε να μην αντιμετωπίζονται από τις δημόσιες αρχές ή άλλα όργανα σαν να ήταν στην πραγματικότητα ένοχοι για την παράβαση που τους είχε αποδοθεί (ΕΔΔΑ, Α. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 12-7-2013, αριθμ. Προσφυγής …/09 § 94). Τούτο οφείλεται στο γεγονός, ότι το τεκμήριο της αθωότητας, ως δικονομικό δικαίωμα, συμβάλλει κυρίως στην τήρηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης και προωθεί ταυτόχρονα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του διωκόμενου προσώπου (ΕΔΔΑ, Κ. κατά Ελλάδος, απόφαση της 28-11- 2011, αριθμ. Προσφυγής … § 32). Σε τέτοιες περιπτώσεις, το τεκμήριο της αθωότητας έχει ήδη εμποδίσει να απαγγελθεί άδικη ποινική καταδίκη. Χωρίς προστασία που αποσκοπεί στην τήρηση, σε κάθε μεταγενέστερη διαδικασία, μιας αθώωσης ή μιας απόφασης παύσης της ποινικής δίωξης, οι εγγυήσεις μιας δίκαιης δίκης που προβλέπει το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ θα κινδύνευαν να καταστούν θεωρητικές και απατηλές. Αυτό που είναι κρίσιμο, επίσης, μόλις τελειώσει η ποινική διαδικασία, είναι η φήμη του ενδιαφερομένου και ο τρόπος με τον οποίο την αντιλαμβάνεται το κοινό. Έτσι, δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες μετά την αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου ερμηνεύουν, για τις ανάγκες της νέας δίκης, την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, με εκείνα της νέας δίκης, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες, ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του, παραβιάζουν το τεκμήριο της αθωότητάς του (ΑΠ 1364/2011). Επομένως, η επιδίκαση αποζημίωσης εις βάρος του πρώην κατηγορουμένου δεν είναι επιτρεπτό στο πλαίσιο της ενότητας της έννομης τάξης, να δημιουργεί αμφιβολίες, όσον αφορά την προηγούμενη αθώωσή του (ΕΔΔΑ, Ο. κατά Νορβηγίας απόφαση της 15-5-2008, §§ 51 επ., αριθμ. Προσφυγής …/2004). Γενικότερα, το τεκμήριο αυτό και κατ’ επέκταση η αρχή της δίκαιης δίκης παραβιάζονται και δημιουργείται συνεπώς λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν από τη μεταγενέστερη απόφαση προκύπτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπόνοιες ή αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του κατηγορουμένου (ΑΠ 1652/2013, ΑΠ 715/2017)… Ετσι όμως, κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, η κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος δημιουργήσει αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωσή του, ως κατηγορούμενου και την αποδυναμώνει. Ειδικότερα δε, με τον τρόπο αυτό, παρά την παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης περί αθωώσεως του αναιρεσείοντος, κατ’ αποτέλεσμα, καταφάσκεται η ποινική ευθύνη του τελευταίου για το αδίκημα για το οποίο αθωώθηκε. Το Εφετείο, συνεπώς, που αναγνώρισε την αστική ευθύνη του αναιρεσείοντος, ενώ έπρεπε να οδηγηθεί σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις.
  • 17.Με τον πρώτο λόγο αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αιτίαση, ότι κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώα για το ποινικό αδίκημα της απάτης σε βάρος της περιουσίας του αναιρεσίβλητου δυνάμει της υπ’ αριθ. 3463/2003 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει αν η κατηγορία από την οποία αθωώθηκε ταυτίζεται απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά του με το αστικό αδίκημα επί του οποίου το Εφετείο θεμελίωσε την ευθύνη της για την καταβολή αποζημίωσης στο αναιρεσίβλητο. Ότι, παρά ταύτα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις (αθωωτικές) παραδοχές της ποινικής απόφασης, αποκλείοντας ως εκ τούτου την αστική της ευθύνη, αλλά αντίθετα έκανε δεκτή την αγωγή δεχόμενη την αστική της ευθύνη, με αποτέλεσμα η κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής της ευθύνης να δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωσή της κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 6§2 της ΕΣΔΑ και 14§3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα τις οποίες δεν εφάρμοσε, παραβιάζοντας το υπέρ αυτού τεκμήριο αθωότητας. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι διπλά απαράδεκτος. Πρώτον, λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία ακριβώς είναι τα επί μέρους πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή της υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως του ποινικού αδικήματος ή των ποινικών αδικημάτων αν είναι περισσότερα, για τα οποία κηρύχθηκε αθώα και ποία ακριβώς η (υπαίτια) αδικοπρακτική της συμπεριφορά (δηλαδή το αστικό αδίκημα), για την οποία αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή της να πληρώσει αποζημίωση στο ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο Ταμείο, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί κατά πόσο το ποινικό αδίκημα του οποίου κρίθηκε αθώα ταυτίζεται ή όχι απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά του με τοαστικό αδίκημα επί του οποίου θεμελιώθηκε η ευθύνη της. Η αναιρεσείουσα περιορίζεται στην ανεπαρκή για τον ως άνω έλεγχο αναφορά ότι κηρύχθηκε αθώα απάτης από κοινού κατ’ εξακολούθηση σε βάρος της περιουσίας του Ταμείου, χωρίς να εξειδικεύει –έστω συνοπτικά- τα ως άνω αναγκαία για την πληρότητα του προβαλλόμενου λόγου στοιχεία. Δεύτερον, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός περί της παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας προτάθηκε απ’ αυτήν στο δικαστήριο της ουσίας με λόγο εφέσεως. Επομένως δεν πληρούται η καθιερούμενη από το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Σε κάθε δε περίπτωση, ο ισχυρισμός αυτός είναι και αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης της αναιρεσείουσας, τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε με λόγο εφέσεως στο δικαστήριο της ουσίας. Ούτε πάλι η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ιδίως ότι πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, ενώ στο αναιρετήριο δεν γίνεται επίκληση ότι τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται ο ισχυρισμός, που αφορά ο λόγος αναιρέσεως, είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας.
  • 18.“Αναίρεση επιτρέπεται μόνο …12) αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων”.