Παρένθετη μητρότητα: Ο προοδευτικός ελληνικός νόμος

384

Δεκατέσσερα χρόνια μετρά ο θεσμός της παρένθετης μητρότητας  από τότε που ο Έλληνας νομοθέτης θέσπισε τη σχετική διαδικασία  προσδιορίζοντας με σαφήνεια τους όρους και τις προϋποθέσεις , ώστε να μην υποκρύπτονται πίσω από μία τέτοια πράξη ενδεχόμενες έκνομες συναλλαγές.

Απαράβατο όριο για την  παρένθετη μητρότητα είναι η προσφυγή  στη Δικαιοσύνη εκ μέρους της μητέρας που έχει διαγνωσμένο και αξεπέραστο πρόβλημα υγείας και η έκδοση της αναγκαίας δικαστικής απόφασης, με την οποία ουσιαστικά σφραγίζεται αυτό το δώρο ζωής .

Η Ελλάδα αποτελεί μία από τις χώρες που διαθέτουν  προοδευτικό και στέρεο οπλοστάσιο για τη διαδικασία αυτή. Ωστόσο, τα πρώτα χρόνια  της εφαρμογής του νόμου ελάχιστες υποθέσεις έφταναν μέχρι τα δικαστήρια, ενώ αντίθετα τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότερες γυναίκες, όπως λένε νομικοί που ασχολούνται με υποθέσεις οικογενειακού δικαίου ,  επιλέγουν να εκπληρώσουν το όνειρο της μητρότητας μέσω αυτής της νομοθετικής  πρόβλεψης.

Αξιοποιώντας την Ελληνική νομοθεσία

Αξίζει να σημειωθεί ότι στις αιτήσεις που φτάνουν κατά καιρούς ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων  συγκαταλέγονται και ζευγάρια  από άλλες χώρες τις Ε.Ε. που επέλεξαν να έρθουν στην Ελλάδα να τεκνοποιήσουν, αξιοποιώντας τη δική μας νομοθεσία.

Από τις πλέον γνωστές υποθέσεις παρένθετης μητρότητας που είχαν  απασχολήσει τη δημοσιότητα  ήταν αυτή μίας 67χρονης γυναίκας, η οποία κυοφόρησε το εγγόνι της, καθώς η κόρης της λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας δεν μπορούσε να γίνει μητέρα.

Η γυναίκα αυτή μάλιστα  θεωρείται ως η μεγαλύτερη σε ηλικία παρένθετη μητέρα ανά τον κόσμο .
Το άρθρο 1458 του Οικογενειακού Δικαίου του Αστικού Κώδικα (όπως τροποποιήθηκε) αναφέρεται στην παρένθετη μητέρα τονίζοντας ότι «η μεταφορά στο σώμα άλλης γυναίκας γονιμοποιημένων ωαρίων, ξένων προς την ιδίαν και η κυοφορία από αυτήν επιτρέπεται με δικαστική άδεια που παρέχεται πριν από τη μεταφορά, εφ’ όσον υπάρχει έγγραφη και χωρίς αντάλλαγμα συμφωνία των προσώπων που επιδιώκουν να αποκτήσουν τέκνον και της γυναίκας που θα κυοφορήσει, καθώς και του συζύγου της, αν αυτή είναι έγγαμη.

Ιατρικώς αδύνατο να κυοφορήσει

Η δικαστική άδεια παρέχεται ύστερα από αίτηση της γυναίκας που επιθυμεί να αποκτήσει τέκνον, εφ’ όσον αποδεικνύεται ότι αυτή είναι ιατρικώς αδύνατο να κυοφορήσει και ότι η γυναίκα που προσφέρεται να κυοφορήσει είναι, εν όψει της κατάστασης της υγείας της, κατάλληλη για κυοφορία.

Η παρένθετη δε μητρότητα αποτελεί απαγορευμένη πρακτική στην Ιταλία, την Αυστραλία, την Ισπανία και την Κίνα. Επιτρέπεται υπό περιορισμούς στις ΗΠΑ, τη Γαλλία και τη Γερμανία.

Ο θεσμός αυτός δεν έχει τύχει κοινής αποδοχής σε όλες τις χώρες του κόσμου. Όπως κάθε θεσμός του οικογενειακού δικαίου άπτεται όχι μόνο των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών, αλλά και θρησκευτικών αντιλήψεων που άλλοτε συνηγορούν στην εφαρμογή του και άλλοτε  το απαγορεύουν.

Σε συνταγματικό επίπεδο, το δικαίωμα της αναπαραγωγής βρίσκει την κατοχύρωσή του στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο ο κάθε ένας έχει δικαίωμα να αποκτήσει απογόνους σύμφωνα με τις επιθυμίες του ως στοιχείο ανάπτυξης της προσωπικότητάς του. Συνεπώς, η προσφυγή στις ιατρικές μεθόδους που προβλέπονται από το νόμο για να αποκτηθούν τέκνα, εντάσσεται στο προστατευτικό πεδίο του Συντάγματός μας, αρκεί η άσκηση του δικαιώματος αναπαραγωγής να μην προσκρούει σε δικαιώματα άλλων, να μην παραβιάζει το Σύνταγμα και να μην προσβάλει τα χρηστά ήθη.

Για την υιοθέτηση του θεσμού αυτού στην χώρα μας ελήφθησαν υπόψη το Σύνταγμα  και  η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του Οβιέδο του 1997 για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη βιοιατρική που κυρώθηκε στην Ελλάδα με το ν.2619/1998.

ΠΗΓΗdikastiko.gr