Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Κανονισμός 207/2009 -– Αγωγή προσβολής σήματος και ανταγωγή ακύρωσης του σήματος

183

ΠΠρΑθ 1378/2016

Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης  Κανονισμός 207/2009 – Αγωγή προσβολής σήματος και ανταγωγή ακύρωσης του σήματος -.

Σύγκρουση σήματος με προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα. Αρχή της χρονικής προτεραιότητας. Το προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα υπερισχύει του σήματος, τόσο σε επίπεδο καταχώρισης (μητρώο) όσο και χρήσης (εμπόριο). Το σήμα ακυρώνεται και διατάσσεται η απαγόρευση της χρήσης του.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΤΜΗΜΑ ΕΙΔΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΚΟ

Αριθμός Απόφασης 1378/2016

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τις Δικαστές Ιωάννα Μάμαλη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Αντιγόνη Τζούμη, Πρωτοδίκη, Καλλιόπη Σμπυρούνια, Πρωτοδίκη-Εισηγητρια και από τη γραμματέα Μαριάνθη Μισαηλίδου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 14 Οκτωβρίου 2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εναγόντων-αντεναγομένων: 1) …, κατοίκου Αθηνών και 2) της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας με την επωνυμία «GREEK GREEN BUILDING COUNCIL-ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΡΑΣΙΝΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Ίριδας Ιοντικά.

Των εναγομένων-αντεναγόντων: 1) υπό εκκαθάριση αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας με την επωνυμία «Ελληνικό Συμβούλιο Αειφόρου Δόμησης και Κατασκευών -ELGBC The Hellenic Green Building Councils», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα και 2) …, υπό την ιδιότητα της ως πρώην Προέδρου του ΔΣ της εταιρείας, «Ελληνικό Συμβούλια Αειφόρου Δόμησης και Κατασκευών – ELGBC The Hellenic Green Building Council», κατοίκου Χαλανδρίου Αττικής, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Σταυριανού.

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 03.04.2014 αγωγή τους που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας με αριθμό κατάθεσης 43037/5919/2014, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 17,09.2014. Οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου στις 04.09.2014 άσκησαν ανταγωγή, η οποία συνεκδικάστηκε με την αγωγή, κατά την ανωτέρω δικάσιμο της 17.09.2014 και ακολούθως εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 6428/2014 απόφαση, η οποία παρέπεμψε λόγω αναρμοδιότητας την από 03.04.2014 αγωγή στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και απέρριψε την ασκηθείσα με τις από 04.09.2014 προτάσεις ανταγωγή. Οι ενάγοντες επανέφεραν προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την από 03.04.2014 αγωγή τους, δυνάμει της από 20.01.2015 κλήσης τους, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό κατάθεσης 8056/121/2015, προσδιορίστηκε να συζητηθεί για τη δικάσιμο της 22.04.2015, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο.

Οι εναγόμενοι με τις από 07.09.2015 νομότυπα κατατεθειμένες προτάσεις τους προς το παρόν Δικαστήριο ασκούν ανταγωγή και ζητούν να γίνει δεκτή για όσους λόγους επικαλούνται σε αυτή.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του σχετικού πινακίου και κατά τη συζήτηση της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τον διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που προκατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 20.01.2015 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 8056/121/2015 κλήση των εναγόντων ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, η από 03.04.2014 αγωγή τους που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό κατάθεσης 43037/5919/2014 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 17.09.2014, οπότε συνεκδικάστηκε με την ασκηθείσα με τις από 04.09,2014 προτάσεις ανταγωγή των εναγομένων, επί των οποίων (αγωγής και ανταγωγής) εξεδόθη η υπ’ αριθμόν 6428/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, η μεν αγωγή παραπέμφθηκε στο καθ’ ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η δε ανταγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη για έλλειψη προδικασίας, Η ανωτέρω κλήση είχε αρχικά προσδιοριστεί για τη δικάσιμο της 22.04.2015, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο.

Σύμφωνα με το άρθρο 246 του Κ.Πολ.Δ. “το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων”. Η συνεκδίκαση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αποσκοπεί στην ενοποίηση της διαδικασίας προς διευκόλυνση ή επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης ή προς μείωση των εξόδων, αποτελούσα ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της οικονομίας της δίκης, χωρίς όμως να επιφέρει καμία μεταβολή στις σχέσεις των διαδίκων των ενωμένων διαφορετικών δικών, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλεια τους (βλ. ΑΠ 360/2012 ΔΕΕ 2012.1031, ΑΠ 28/2009 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1355/2004 ΕλλΔνη 2005.1448, ΑΠ 632/2002 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, φέρονται προς συζήτηση στην ίδια δικάσιμο η από 03.04.2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 43037/5919/2014 αγωγή των εναγόντων και η από 07.09.2015 ανταγωγή των εναγομένων, ασκηθείσα με τις προτάσεις τους που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στις 07.9.2015, οι οποίες, σύμφωνα και με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, πρέπει να συνεκδικασθούν, καθόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 246 του ΚΠολΔ.

I. Ο Κώδικας Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α’ 208/27.9.2013) ορίζει στο άρθρο 61 παρ. 1, (όπως συμπληρώθηκε η παράγραφος αυτή με το άρθρο 7 παρ. 8 περ. α’ του ν. 4205/2013, Α’ 242/6.11.2013) ότι ο δικηγόρος για την άσκηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων και για την παράσταση του ενώπιον των δικαστηρίων και των δικαστικών συμβουλίων και γενικά για την παροχή υπηρεσιών, που σχετίζονται με την έναρξη και τη διεξαγωγή της δίκης [….] υποχρεούται να προκαταβάλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο εισφορές, αποκλειστικά και μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο Παράρτημα ΙΙΙ, οι οποίες προορίζονται για: αα) την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των υπηρεσιών του Συλλόγου, ββ) την απόδοση ως πόρου, στον τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων (ΤΕΑΑ) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (ΕΤΑΑ), γγ) την απόδοση ως πόρου στον αντίστοιχο για κάθε Δικηγορικό Σύλλογο Τομέα Προνοίας – Υγείας του   ΕΤΑΑ ή Ταμείο Αλληλοβοήθειας ή Λογαριασμούς Ενίσχυσης και Αλληλοβοήθειας Δικηγορούν (ΤΕΑΔ) και δδ) την απόδοση ως πόρου στον Ειδικό Διανεμητικό Λογαριασμό νέων δικηγόρων του άρθρου 33 του ν. 2915/2001 (Α’ 109), όπου ισχύει, ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 3, (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 8 περ. β’ του ν. 4205/2013), από την υποχρέωση της προκαταβολής, που ορίζεται και υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, απαλλάσσονται οι δικηγόροι όταν παρέχουν υπηρεσίες στους εαυτούς τους, καθώς και όταν εκπροσωπούν: α) διαδίκους που αναγνωρίζονται ότι δικαιούνται του ευεργετήματος πενίας, σύμφωνα με τα άρθρα 194 έως 204 του Κ.Πολ.Δ., ή δικαιούχους νομικής βοήθειας, σύμφωνα με το ν. 3226/2004 (Α 24), β) διαδίκους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 82 παράγραφος 2 και της περίπτωσης θ της παραγράφου 1 του άρθρου 95 του Κώδικα, γ) το Δημόσιο, δ) τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με σύμβαση πάγιας αντιμισθίας. Η συνδρομή των περιπτώσεων β, γ και δ αποδεικνύεται με υπεύθυνη δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου. Η δε παράγραφος 4 του ως άνω άρθρου ορίζει ότι ο δικηγόρος, για την κατάθεση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή ενδίκων μέσων, καθώς και για την παράσταση του ενώπιον των δικαστηρίων[…] και για κάθε στάδιο της δίκης, οφείλει, στο πλαίσιο της υποχρέωσης προκαταβολής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, να καταθέτει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής, αλλιώς η σχετική διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη. Σε περίπτωση αναβολής της συζήτησης ή ματαίωσης της δίκης, η προκαταβολή αναζητείται από τον δικηγόρο που προέβη σε αυτήν, άλλως η προκαταβολή ισχύει για τη νέα συζήτηση. Σύμφωνα δε με τη σχετική έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής του Κώδικα Δικηγόρων η έκδοση του γραμματίου προείσπραξης προορίζεται για την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των υπηρεσιών του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, την απόδοση ως πόρου στον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης    Δικηγόρων (ΤΕΑΔ) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ), την απόδοση ως πόρου στον αντίστοιχο για κάθε Δικηγορικό Σύλλογο Τομέα Προνοίας -Υγείας του ΕΤΑΑ ή Ταμείο Αλληλοβοήθειας ή Λογαριασμούς Ενίσχυσης και Αλληλοβοήθειας Δικηγόρων (ΑΕΑΔ) και την απόδοση ως πόρου στον Ειδικό Διανεμητικό Λογαριασμό Νέων Δικηγόρων του άρθρου 33 του ν. 2915/2001 (ΦΕΚ Α 109). Παρέπεται, έτσι, ότι ο σκοπός της διάταξης της παραγράφου 4 του άρθρου 61 του ν. 4194/2013 είναι να εισπραχθούν οι εισφορές των δικηγόρων προς τους δικηγορικούς συλλόγους και τα ασφαλιστικά τους ταμεία, καθώς και η προκαταβολή φόρου.

II. Δικαίωμα προστασίας κατά του προσβολέα του σήματος έχει και εκείνος στον οποίο παραχωρήθηκε, κατά τις διατάζεις του άρθρου 22 παρ. 1 του Κανονισμού 207/2009 για το κοινοτικό σήμα, άδεια χρήσης κοινοτικού σήματος, αποκλειστική ή μη. Ο έχων την άδεια δύναται να προσφύγει στο δικαστήριο για παραποίηση/απομίμηση κοινοτικού σήματος μόνο με τη συγκατάθεση του δικαιούχου του σήματος αυτού, ενώ ο κάτοχος αποκλειστικής άδειας δύναται να προσφύγει στο δικαστήριο εάν, μετά από όχληση, ο ίδιος ο δικαιούχος του σήματος δεν προσφύγει στο δικαστήριο εντός ευλόγου προθεσμίας. Η παραχώρηση ή η μεταβίβαση άδειας χρήσης κοινοτικού σήματος σημειώνεται στο μητρώο και δημοσιεύεται, κατ’ αίτηση ενός των συμβαλλομένων (άρθρο 22 Κανονισμού). Ωστόσο η επιβαλλόμενη από την ως άνω διάταξη καταχώριση ενέχει δηλωτική μόνο σημασία και δεν επιβάλλεται με ποινή την ακυρότητα της παραχώρησης σε περίπτωση μη τήρησης της (βλ. ΕΦΑΘ 1711/2013, ΝΟΜΟΣ).

ΙΙΙ. Η ονομασία πεδίου («domain name») δεν μπορεί καταρχήν να ταυτισθεί με την εμπορική επωνυμία, το διακριτικό τίτλο και το εμπορικό σήμα. Πρέπει, ωστόσο, να αποδίδεται σε αυτό λειτουργία τόσο διακριτικού τίτλου όσο και σήματος, κατά έμμεσο τρόπο, όταν αυτό χρησιμοποιείται ως διακριτικό στοιχείο για το πρόσωπο ή την επιχείρηση στο διαδίκτυο, διότι, όπως και τα προηγούμενα, έχει πρωταρχικά, εξατομικευτική και αναγνωριστική λειτουργία. Η ευχέρεια ελεύθερης χρήσης οποιασδήποτε ονομασίας, όσο γνωστή και φημισμένη και αν είναι, από τον πρώτο τυχόντα θα προκαλούσε τεράστιες ή ανεπανόρθωτες ζημίες στην επιχείρηση που καθιερώθηκε στις συναλλαγές με την επίμαχη ονομασία. Για τη διαφύλαξη έτσι των νομίμων συμφερόντων των παραπάνω επιχειρήσεων, θα πρέπει να αποδοθεί στο «domain name» μια οιονεί λειτουργία διακριτικού τίτλου και σήματος. Τούτο ενισχύεται και από το ότι οι κάτοχοι «domain name» στην πράξη  εμφανίζονται στο  διαδίκτυο διακριτικά γνωρίσματα που τους κατέστησαν γνωστούς στον υλικό κόσμο, δηλαδή χρησιμοποιούν το όνομα, την επωνυμία ή το σήμα τους, δεδομένων μάλιστα των περιορισμένων ορίων παροχής «domain name» για κάθε χρήση αλλά και της επιβαλλόμενης συντομίας για του είδους αυτού την επικοινωνία (ΠΠρΑΘ 4842/2005 Α δημοσίευση Νόμος). Ενόψει των ανωτέρω, το «domain name» θα πρέπει να απολαμβάνει προστασίας αντίστοιχης με εκείνη των διακριτικών γνωρισμάτων του άρθρου 13 § 1 εδ. 1 του ν. 146/1914 αλλά και ένα διακριτικό γνώρισμα θα πρέπει να προστατεύεται (εφόσον βεβαίως πληρούνται οι αναφερόμενες στη συνέχεια προϋποθέσεις προστασίας του) από τη χρήση ενός ονόματος πεδίου, παρά το γεγονός ότι προηγήθηκε χρονικά η καταχώριση αυτού στο διαδίκτυο, λαμβανομένων όμως υπόψη, υπό τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, των ιδιαιτεροτήτων του διαδικτύου και συγκεκριμένα, της παγκοσμιότητας του διαδικτύου ως μέσου ενημέρωσης, της μοναδικότητας των ηλεκτρονικών διευθύνσεων, της πεπερασμένης δυνατότητας συνδυασμών διευθύνσεων, του ιδιόρρυθμου συστήματος καταχώρισης των ονομασιών, κατά το οποίο η εξυπηρέτηση των αιτήσεων γίνεται κατά τη σειρά άφιξής τους, χωρίς διενέργεια προληπτικού ελέγχου, αρκεί να μην έχει χορηγηθεί το συγκεκριμένο όνομα σε άλλον αιτούντα (First Come First Served) (ΕφΑΘ 4776/2009 A’ δημοσίευση Νόμος, ΕφΑθ 6762/2007 ΕΕμπΔ 2008. 136, ΕφΑΘ 8247/2005 ΔΕΕ 2006. 386, ΕφΑΘ 6012/2005 ΔΕΕ 2006. 278, Β. Τουντόπουλο ΔΕΕ 99.1277 επ, Α. Ανθιμο,  ό.π„  Μαρίνο, ΕΕμπΔ 2000.146  επ.,  Παρατηρήσεις υπό ΜΠρΣυρ 637/1999, Ι. Ιγγλεζάκη, ΕπισκΕΔ 2000/1109 επ., Παρατηρήσεις υπό ΜΠρΑΘ 9485/2000). Η καταχώριση, γνωστού ξένου διακριτικού γνωρίσματος ως domain name ενδέχεται να συνιστά αθέμιτο παρεμποδιστικό ανταγωνισμό (άρθρο 1 ν. 146/1914), ενώ δεν αποκλείεται ότι μπορεί να συντρέξουν και οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 13 ν. 146/1914, όταν αυτό χρησιμοποιείται στο διαδίκτυο. Μπορεί ακόμη domain name να αποτελεί επωνυμία μιας επιχείρησης, αν αυτή δραστηριοποιήθηκε για πρώτη φορά στο διαδίκτυο. Ωστόσο, η καταχώριση στο διαδίκτυο δεν παρέχει οποιοδήποτε προβάδισμα έναντι των μη καταχωρημένων σε αυτό διακριτικών γνωρισμάτων και το αντίστροφο, ήτοι, η διαδικτυακή προτεραιότητα δεν υπερισχύει της αρχής της χρονικής προτεραιότητας, όπως αυτή ισχύει στο δίκαιο της βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Έτσι, σε κάθε περίπτωση προσβολής διακριτικού γνωρίσματος από domain name τρίτου, η χρονική προτεραιότητα κρίνεται με βάση το χρονικό σημείο γένεσης του δικαιώματος επί του διακριτικού γνωρίσματος (ΑΠ 1609/2014, ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η χρησιμοποίηση του διακριτικού γνωρίσματος ως ονομασία πεδίου (domain name – ηλεκτρονική διεύθυνση) συνιστά χρησιμοποίηση διακριτικού γνωρίσματος στις συναλλαγές και δημιουργούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 13 του ν. 146/1914.

IV. Αποτελεί κώλυμα καταχώρισης σήματος η ύπαρξη προγενέστερης ένδειξης που χρησιμοποιείται στις συναλλαγές ως διακριτικό γνώρισμα επιχείρησης (ιδίως ως επωνυμία) ή και καταστήματος (ιδίως ως διακριτικός τίτλος). Επιβεβαιώνεται, έτσι, η ισότιμη ισχύς των διακριτικών γνωρισμάτων τον τυπικού και του ουσιαστικού συστήματος (Ν. Ρόκας, Βιομηχανική Ιδιοκτησία, 2η έκδοση, σελ. 122). Ο διακριτικός τίτλος, ή σύμφωνα με το γράμμα του νόμου, το ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα καταστήματος ή βιομηχανικής επιχείρησης του άρθρου 13 παρ. 1 ν. 146/1914 χρησιμεύει για τη διάκριση και την εξατομίκευση ενός καταστήματος ή μιας επιχείρησης από άλλη. Διαφοροποιείται δε από την επωνυμία, η οποία διακρίνει και εξατομικεύει τον φορέα της επιχείρησης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Η προστασία τόσο του διακριτικού τίτλου, όσο και της επωνυμίας ξεκινάει από και με τη χρήση τους στις συναλλαγές και όχι από την αναγγελία τους στο αρμόδιο επιμελητήριο, δεδομένου ότι η εν λόγω αναγγελία έχει μόνο διοικητικής φύσεως σημασία και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την κτήση τους, ούτε κατοχυρώνει χρονική προτεραιότητα κτήσης (βλ. άρθρο 4 παρ. 2 ν. 1089/1980). Ως εκ τούτου προκύπτει ότι η προστασία του διακριτικού τίτλου και της επωνυμίας δεν προϋποθέτει προηγούμενη επικράτηση τους  στις συναλλαγές, σε αντίθεση με τα διακριτικά γνωρίσματα της παραγράφου 3 του άρθρου 13 του ν. 146/1914, η προστασία των οποίων προϋποθέτει προηγούμενη καθιέρωση τους στις συναλλαγές.  Έτσι, τόσο ο διακριτικός τίτλος, όσο και η επωνυμία προστατεύονται από την έναρξη χρήσης τους στις συναλλαγές, υπό τις περαιτέρω προϋποθέσεις ότι διαθέτουν διακριτική ικανότητα, ή ότι έχουν ευρέως χρησιμοποιηθεί στις συναλλαγές, με αποτέλεσμα το καταναλωτικό κοινό να τα έχει συνδέσει με συγκεκριμένη επιχείρηση και ότι δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης στις συναλλαγές, χωρίς να απαιτείται και πρόθεση πρόκλησης κινδύνου σύγχυσης (βλ. ΕφΑΘ 103/2009, ΔΕΕ 2009,443). Επομένως, απαραίτητη προϋπόθεση για την κατ’ άρθρο 13 παρ. 1 ν. 146/1914 απόκτηση δικαιώματος επί διακριτικού γνωρίσματος είναι η πραγματική και διαρκής χρήση της σχετικής ένδειξης στις συναλλαγές. Πραγματική είναι η χρήση που έχει το χαρακτήρα ουσιαστικής συμμετοχής της επιχείρησης στις συναλλαγές υπό ορισμένη ένδειξη. Διαρκής, εξάλλου, είναι η χρήση όταν εμφανίζεται ως «παρατεταμένη και σταθερή διείσδυση του προσώπου στον οικονομικό βίο, ως προσφορά αγαθών ή υπηρεσιών προορισμένη να διαρκέσει για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα και συνεπώς να οδηγήσει εις διενέργειαν  σειράς  συναλλαγών επί  των προσφερόμενων αντικειμένων» (βλ. Ρόκα, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, Αθήνα 1996, σελ. 334 επ. και τις εκεί παραπομπές σε Παμπούκη). Η απλή ανακοίνωση της επικείμενης συμμετοχής στις συναλλαγές μπορεί να Θεωρηθεί ως χρήση εφόσον το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ αυτής και της ουσιαστικής χρήσης είναι εύλογο. Η έννοια δε της επιχειρηματικής δραστηριότητας του ως άνω άρθρου είναι ευρεία και περιλαμβάνει κάθε ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα, έστω κι αν αυτή δεν έχει σαν σκοπό το κέρδος (βλ. Ρόκα ο.π.). Ειδικά, αναφορικά με τις ονομασίες πεδίου στο διαδίκτυο ανακύπτει το ζήτημα εάν για την απόκτηση δικαιώματος επ’ αυτών ως διακριτικών γνωρισμάτων κατ’ άρθρο 13 παρ. 1 ν. 146/1914, η απλή δέσμευση μιας ονομασίας πεδίου, χωρίς ουσιαστική ενεργοποίηση της, συνιστά και χρήση της στις συναλλαγές, υπό την έννοια του ανωτέρω άρθρου 13 παρ. 1. Σύμφωνα με την ορθότερη άποψη, που ακολουθεί το παρόν Δικαστήριο, η απλή δέσμευση ονομασίας πεδίου, άλλως μόνη η αποθήκευση domain name, δε συνιστά άνευ ετέρου και πράξη, συμμετοχής στις συναλλαγές, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 1 ν. 146/1914. Αντίθετη παραδοχή θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι  μόνη  η τεχνική εξασφάλιση μιας ηλεκτρονικής διεύθυνσης συνεπάγεται και χρήση της στις συναλλαγές και επομένως θεμελίωση δικαιώματος επί του αντίστοιχου διακριτικού γνωρίσματος, αποσυναρτώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο εσφαλμένα την απόκτηση δικαιώματος επί διακριτικού γνωρίσματος του άρθρου 13 παρ. 1 ν. 146/1914 από την ουσιαστική προϋπόθεση κτήσης του που προβλέπει ο νόμος, σύμφωνα με τα ανωτέρω, αυτής της πραγματικής χρήσης του στις συναλλαγές.

Η κρίση δε περί της ουσιαστικής χρήσης του διακριτικού γνωρίσματος στις συναλλαγές είναι αξιολογική, καθώς προϋποθέτει την εκτίμηση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, όπως τη διασύνδεση της κατοχύρωσης ονομασίας πεδίου με ορισμένη επιχειρηματική δραστηριότητα που εμφανίζεται στις συναλλαγές, το χρονικό διάστημα συμμετοχής σε αυτές, το διαρκές ή προσωρινό αυτής κ.α. και δεν είναι αυτόματη. Όπως, επομένως, η κατ άρθρο 4 παρ. 2β ν. 1089/1980 υποχρέωση αναγγελίας του διακριτικού τίτλου και της επωνυμίας της επιχείρησης στο οικείο επιμελητήριο είναι μεν υποχρεωτική εκ του νόμου, όμως δεν συνεπάγεται από μόνη της την κτήση του σχετικού δικαιώματος, αφού η εν λόγω αναγγελία δε συνιστά και ουσιαστική χρήση της ένδειξης στις συναλλαγές, έτσι και μόνη η τεχνική κατοχύρωση, άλλως δέσμευση μιας ονομασίας πεδίου στο διαδίκτυο δεν δύναται να οδηγεί αυτόματα και στην κτήση του σχετικού δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας, διότι δεν αποτελεί ουσιαστική χρήση της στις συναλλαγές μόνη η τεχνική δέσμευση της στο διαδίκτυο, εάν δεν συνοδεύεται από πραγματική χρήση της στις συναλλαγές, δηλαδή εάν δεν συνέχεται με συγκεκριμένη επιχειρηματική ή άλλη δραστηριότητα που εμφανίζεται στις συναλλαγές, γεγονότα τα οποία, ως πραγματολογική παράμετρος κτήσης του σχετικού δικαιώματος διακριτικού γνωρίσματος, υπόκεινται σε in concreto αξιολόγηση (βλ. όμως contra Β. Τουντόπουλος, Β. Χατζόπουλος, Ηλεκτρονικές Διευθύνσεις στο διαδίκτυο, το πρόβλημα των domain names, Νομική Βιβλιοθήκη, 2001, σελ. 106 επ.). Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα οδηγούσε και σε διάσπαση της αρχής της χρονικής προτεραιότητας, στο δίκαιο των διακριτικών γνωρισμάτων, καθώς η τεχνική προτεραιότητα που εξασφαλίζει η καταχώρηση ενός domain name στο διαδίκτυο θα εξισώνονταν ανεπίτρεπτα προς την παραπάνω νομική αρχή της χρονικής προτεραιότητας, ενόψει του συσχετισμού της καταχώρησης του με την χρήση του στις συναλλαγές, γεννώντας αυτόματα με την καταχώρηση και δικαίωμα επί του διακριτικού γνωρίσματος domain name.

V. Σε περίπτωση που το ίδιο ή παρεμφερές διακριτικό γνώρισμα χρησιμοποιείται από δύο ή περισσότερους, προηγείται κατά κανόνα εκείνος που πρώτος απέκτησε το δικαίωμα. Επομένως, ο πρώτος χρονικά δικαιούχος έχει κατά του δεύτερου αξίωση για παράλειψη της χρήσης. Η αρχή της χρονικής προτεραιότητας ισχύει ως τρόπος άρσης της σύγκρουσης μεταξύ όλων των κατηγοριών διακριτικών γνωρισμάτων, ανεξάρτητα δηλαδή αν πρόκειται για σύγκρουση μεταξύ διακριτικών γνωρισμάτων επιχείρησης μεταξύ τους, ή μεταξύ αυτών και διακριτικών γνωρισμάτων εμπορευμάτων ή υπηρεσιών, αλλά Kat ανεξάρτητα αν πρόκειται για διακριτικά γνωρίσματα που αποκτήθηκαν κατά το ουσιαστικό ή το τυπικό σύστημα, και τούτο διότι όλα τα διακριτικά γνωρίσματα είναι ισότιμα. Έτσι, εκείνος που πρώτος απέκτησε διακριτικό γνώρισμα επιχείρησης, δηλαδή διακριτικό γνώρισμα του ουσιαστικού συστήματος, προστατεύεται με τις προϋποθέσεις του νόμου κατά εκείνου που έχει κατοχυρώσει μεταγενέστερα ίδια ή παρεμφερή ένδειξη ως σήμα (βλ. ΕφΑΘ 103/2009, ΔΕΕ 2009,443 και Ρόκας, Βιομηχανική Ιδιοκτησία, 2η έκδοση, σελ. 90 επ.).

Με την υπό κρίση αγωγή οι ενάγοντες ισχυρίζονται, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου τους, ότι ο πρώτος εξ αυτών είναι πολιτικός μηχανικός και αντικείμενο της επαγγελματικής του δραστηριότητας είναι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ότι στο πλαίσιο της δραστηριότητας του αυτής κατοχύρωσε στις 05.05.2010 το domain name «www.ggbc.gr» που αποτελείται από τα αρχικά της επωνυμίας «GREEK GREEN BUILDING COUNCIL», ήτοι «Ελληνικό Συμβούλιο Πράσινων Κτιρίων» και ότι ακολούθως, δυνάμει της από 19.11.2011 αίτησης του στο Γραφείο Εναρμόνισης στο Πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς κατέστη δικαιούχος τον με αριθμό 010429796 κοινοτικού σήματος «GREEK GREEN BUILDING COUNCIL-ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΡΑΣΙΝΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ», για τις κλάσεις 35,36,37,41 και 42, Ότι στη συνέχεια, στις 25.06.2013 συστάθηκε η δεύτερη ενάγουσα αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία με την επωνυμία «GREEK GREEN BUILDING COUNCIL-ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΡΑΣΙΝΟΝ ΚΤΙΡΙΩΝ» που έχει ως αντικείμενο την πιστοποίηση κτιρίων και έργων ως προς τις πράσινες πρακτικές τους, στην οποία μεταβιβάστηκε το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του ανωτέρω σήματος, το οποίο έκτοτε χρησιμοποιείται από την τελευταία, παράλληλα, και ως επωνυμία και διακριτικός της τίτλος. Ότι η πρώτη εναγόμενη αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία με την επωνυμία «Ελληνικό Συμβούλιο Αειφόρου Δόμησης και Κατασκευών-ELGBC The Hellenic Green Building Council», της οποίας νόμιμη εκπρόσωπος είναι η δεύτερη εναγομένη, και η οποία παρέχει τις ίδιες με τη δεύτερη ενάγουσα υπηρεσίες, και ως εκ τούτου βρίσκεται σε ανταγωνιστική θέση με την τελευταία, χρησιμοποιεί στις συναλλαγές της ως επωνυμία, αλλά και εν είδει διακριτικού της τίτλου και διακριτικού γνωρίσματος των υπηρεσιών, της τη λεκτική ένδειξη «Hellenic Green Building Council», έχει δε κατοχυρώσει και το όνομα χώρου στο διαδίκτυο «www.elgbc.gr». Ότι η χρήση αυτή προσβάλλει το κοινοτικό σήμα, την επωνυμία, το διακριτικό τίτλο της επιχείρησης και το διακριτικό γνώρισμα των παρεχόμενων από τους ενάγοντες υπηρεσιών και δημιουργεί κίνδυνο σύγχυσης στο μέσο συναλλασσόμενο ως προς το φορέα της κάθε επιχείρησης και ως προς την προέλευση των υπηρεσιών που ο κάθε φορέας παρέχει, γίνεται δε κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη και με σκοπό άντλησης αθέμιτου οφέλους.

Με βάση τα παραπάνω, ζητούν: 1) να αναγνωριστούν δικαιούχοι χρήσης της επωνυμίας «GREEK GREEN BUILDING COUNCIL», 2) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη σε άρση και παράλειψη στο μέλλον της προσβολής του διακριτικού τους γνωρίσματος και ειδικότερα, α) να απαγορευθεί σε αυτήν να χρησιμοποιεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη λεκτική ένδειξη «Hellenic Green Building Gouncil», ή παρόμοια άλλη, από μόνη της ή σε συνδυασμό με κάθε περιγραφική ένδειξη, που συνιστά παραποίηση της λεκτικής ένδειξης «GREEK GREEN  BUILDING GOONCIL», β) να διαταχθεί αυτή να αφαιρέσει από τα προϊόντα της, τις (διαφημιστικές πινακίδες και κάθε έγγραφο της την ως άνω λεκτική ένδειξη, γ) να υποχρεωθεί  αυτή να παύσει στο εξής να χρησιμοποιεί την ένδειξη «www.elgbc.gr» με οποιονδήποτε τρόπο και να προβεί στην άρση της καταχώρησης που έχει πραγματοποιήσει στο διαδίκτυο, δ) να απαγορευθεί σε αυτήν να διαφημίζεται χρησιμοποιώντας την παραπάνω ένδειξη, ε) να απαγορευθεί σε αυτήν να προσφέρει στην αγορά προϊόντα ή υπηρεσίες που φέρουν την παραπάνω ένδειξη ή παρόμοια άλλη από μόνη της ή σε συνδυασμό με κάθε περιγραφική ένδειξη που συνιστά παραποίηση της λεκτικής ένδειξης «GREEK GREEN BUILDING COUNCIL», 3) να διαταχθεί η δημοσίευση του διατακτικού της απόφασης σε δύο ημερήσιες   εφημερίδες πανελλήνιας κυκλοφορίας, 4) να διαταχθεί κατά της δεύτερης εναγόμενης, νόμιμης εκπροσώπου της πρώτης, προσωπική κράτηση διάρκειας I έτους και κατά των δύο εναγομένων χρηματική ποινή ύψους 20.500 ευρώ για κάθε παράβαση των ανωτέρω υποχρεώσεων προς παράλειψη και 5) να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στην πληρωμή των δικαστικών τους εξόδων. Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα η αγωγή παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του αρμοδίου καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμοδίου παρόντος Δικαστηρίου [άρθρα 93, 94 παρ.1, 2 περ. α’ και 9 παρ.1 του Κανονισμού (ΕΚ)  207/2009 του Συμβουλίου (ο οποίος εφαρμόζεται εν προκειμένω, καθώς τα παραγωγικά των ένδικων αξιώσεων αίτια ανάγονται σε χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος του του υπ’ αριθμόν 2424/2015 Κανονισμού του Συμβουλίου της 16.12.2015, ο οποίος τροποποίησε τον κανονισμό 207/2009), 63 παρ.1, 66, 68 παρ.2 του Κανονισμού (EE) 1215/2012 του Συμβουλίου, ο οποίος αντικατέστησε τον Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001, ως προς την στηριζόμενη στην προσβολή του επίδικου κοινοτικού σήματος βάση, άρθρα 14 παρ. 2, 18, του ΚΠολΔ, όπως οι διατάξεις των άρθρων αυτών ισχύουν και εφαρμόζονται μετά την αντικατάσταση τους με τα άρθρα 1, 2 και 4 παρ. 1 του ν. 3994/2011, αντίστοιχα, και όπως η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 ισχύει και μετά τη δεύτερη κατά σειρά τροποποίηση της με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α’ 51/12.03.2012), άρθρο 22 του ΚΠολΔ και 7, 9 του ν. 2943/2001, σε συνδυασμό με την Απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης 50726/2006 (Φ.Β.Κ. Β’ 739/20.6.2006)], κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία (άρθρα 208 επ. ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα είναι παραδεκτή, απορριπτόμενου του ισχυρισμού τον εναγομένων-αντεναγόντων περί απαραδέκτου της αγωγής ως προς τη δεύτερη των εναγόντων, λόγω μη προσκόμισης γραμματίου προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, διότι, όπως προκύπτει από το προσκομισθέν με τις προτάσεις των εναγόντων υπ’ αριθμόν Π0241440 από 22.09.2014 Γραμμάτιο Προκαταβολής Εισφορών & Ενσήμων του ΔΣΑ, η δεύτερη εξ αυτών, αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία, εξέδωσε, μετά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έλαβε χώρα στις 17.09.2014, το εν λόγω Γραμμάτιο που αφορά τόσο στην κατάθεση της υπό κρίση αγωγής, όσο στις προτάσεις και στην παράσταση της πληρεξούσιας δικηγόρου της ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου. Η αυτόβουλη προσκόμιση του σχετικού Γραμματίου, έστω και μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παραπέμψαντος στο παρόν Δικαστήριο Μονομελούς Πρωτοδικείου, το οποίο περιλαμβάνει και την καταβολή ποσού που αφορά στην κατάθεση της αγωγής, ικανοποιεί το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης του άρθρου 61 παρ. 4 του ν. 4194/2013, ο οποίος, σύμφωνα με την ανωτέρω υπό I μείζονα σκέψη της παρούσας, συνίσταται στην είσπραξη των εισφορών των δικηγόρων προς τον οικείο ΔΣΑ, τα ασφαλιστικά ταμεία και την προκαταβολή φόρου, και ως εκ τούτου οι αντίστοιχες διαδικαστικές πράξεις, μεταξύ αυτών και η κατάθεση της υπό κρίσης αγωγής, είναι παραδεκτές και ως προς τη δεύτερη ενάγουσα, σύμφωνα με την αμέσως ανωτέρω διάταξη. Περαιτέρω, οι ενάγοντες νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της παρούσας αγωγής ως φορείς των επίδικων αξιώσεων, ο μεν πρώτος ενάγων ως δικαιούχος του επίδικου προσβαλλόμενου κοινοτικού σήματος, η δε δεύτερη ενάγουσα ως αδειούχος χρήσης αυτού, απορριπτόμενου ως μη νόμιμου του ισχυρισμού των εναγομένων-αντεναγόντων περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της δεύτερης των εναγόντων για το λόγο ότι δεν κατέστη αποκλειστική αδειούχος χρήσης του επίδικου κοινοτικού σήματος, λόγω μη καταχώρησης της παραχώρησης αδείας. Και τούτο διότι, ακόμη και εάν η παραχώρηση αποκλειστικής άδειας χρήσης του κοινοτικού σήματος στη δεύτερη ενάγουσα δεν έχει σημειωθεί στο μητρώο και δημοσιευθεί, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 22 του Καν. 207/2009, δεν ακυρώνει τα δικαιώματα της τελευταίας που απορρέουν από την παραχώρηση αυτή, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην ως άνω υπό Π μείζονα σκέψη της παρούσας, αφού η καταχώρηση έχει δηλωτική μόνο σημασία. Συνεπώς, η δεύτερη ενάγουσα, ως αποκλειστική αδειούχος χρήσης του προαναφερθέντος κοινοτικού σήματος του πρώτου ενάγοντος, νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής κατά της, με βάση τα  επικαλούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, προσβολέως του σήματος πρώτης εναγόμενης εταιρείας. Περαιτέρω, παραδεκτά η αγωγή στρέφεται και ονομαστικώς κατά της δεύτερης των εναγομένων ως, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, προέδρου του ΔΣ και νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εξ αυτών αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας, στα πλαίσια του αγωγικού αιτήματος περί προσωπικής κράτησης αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 947 ΚΠολΔ (ΕφΑΘ 1115/2000 ΕλΔ 2000. 812), απορριπτόμενου του ισχυρισμού των εναγομένων-αντεναγόντων περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της δεύτερης εξ αυτών, καθώς, κατ’ εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου, η τελευταία δεν ενάγεται ατομικά ως προς τα αντικείμενα της εταιρικής περιουσίας, αλλά στα πλαίσια του ως άνω αιτήματος του άρθρου 947 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4 έως 6, 9, 14, 31, 46, 101, 107 του Κανονισμού (ΕΚ) 207/2009, 150 παρ. 1 έως 4 και 9 έως 11, 157, 15S παρ. 1 και 175 ν. 4072/2012, ί, 13 παρ. 1 και 22 Ν. 146/1914, 4, 8 του Ν. 1089/1980, 58, 71, 914 ΑΚ, 176, 907, 908 παρ. 1 και 947 ΚΠολΔ. Ας σημειωθεί ότι το παρεπόμενο αίτημα περί απειλής κατά των εναγομένων χρηματικής ποινής ύψους 20.500 ? και κατά της δεύτερης αυτών προσωπικής κράτησης ενός (1) έτους για κάθε παραβίαση των όρων της εκδοθησόμενης απόφασης, είναι εν μέρει νόμιμο, κατ άρθρο 947 ΚΠολΔ και δη μόνον ως προς την παράλειψη προσβολής των δικαιωμάτων των εναγόντων, ενώ είναι απορριπτέο ως νόμω αβάσιμο ως προς την αφαίρεση και απόσυρση από τις συναλλαγές των αντικειμένων που προσβάλλουν τα ένδικα δικαιώματα τους, καθώς, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο, η απειλή χρηματικής ποινής συναρτάται με παράλειψη ή ανοχή πράξης, ενώ τα ως άνω αυτοτελή αγωγικά αιτήματα περί αφαίρεσης και απόσυρσης, κατατείνουν σε ενέργειες που μπορούν να γίνουν και από τρίτον (και δη τους ενάγοντες) κατά την έννοια του άρθρου 945 ΚΠολΔ. Επομένως, η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος της που κρίθηκε νόμω βάσιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της, δεδομένου ότι προσκομίζεται το υπ’ αριθμόν Π0447080 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών στο Δ.Σ.Α. της παρασταθείσας πληρεξούσιας δικηγόρου της δεύτερης ενάγουσας (άρθρο 61 παρ. 4 ν. 419472013 περί Κώδικα Δικηγόρων), ενώ, κατόπιν σχετικής δήλωσης της εν λόγω δικηγόρου προκύπτει ότι συντρέχει η περίπτωση του άρθρου 82 παρ. 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων ως προς τον πρώτο ενάγοντα και δεν υποχρεούται σε προσκόμιση γραμματίου προκαταβολής εισφορών στο Δ.Σ.Α ως προς αυτόν, διότι είναι σύζυγοι.

Αλλοδαπά, αλλά και ημεδαπά φυσικά και νομικά πρόσωπα μπορούν να αποκτήσουν και κοινοτικό σήμα με τις προϋποθέσεις του Κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 (L 78/24-3-2009) του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2009, ο οποίος κατήργησε τον Καν. ΕΟΚ 40/94 (L 11/14.1.1994) και κωδικοποίησε τις διατάξεις του, και εφαρμόζεται αντί του τελευταίου εφόσον τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης χρονολογούνται μετά την έναρξη της ισχύος του την 14-4-2009 (ΔΕΚ υποθ. 236/08 έως 238/08, αποφ. από 23/3/2010, Google, σκέψη 11), εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του και σύμφωνα με την εκεί προβλεπόμενη διαδικασία. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Καν. 207/2009 «Μπορεί να αποτελέσει κοινοτικό σήμα οποιοδήποτε σημείο επιδεκτικό γραφικής παράστασης, ιδίως λέξεις, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων των προσώπων, σχέδια, γράμματα, αριθμοί, το σχήμα προϊόντος ή της συσκευασίας του, υπό την προϋπόθεση ότι τα σημεία αυτά είναι ικανά να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης  από τα  προϊόντα  ή τις υπηρεσίες  άλλων επιχειρήσεων». Ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 9 του ίδιου Κανονισμού «1. Το κοινοτικό σήμα παρέχει στο δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα. Ο δικαιούχος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο, να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεση του: α) κάθε σημείο που ταυτίζεται με το κοινοτικό σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρηθεί, β) κάθε σημείο για το οποίο, λόγω του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας του με το κοινοτικό σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών οι οποίες καλύπτονται από το κοινοτικό σήμα και το σημείο, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης από μέρους του κοινού. Ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης μεταξύ σημείου και σήματος, γ) σημείο, που ταυτίζεται ή ομοιάζει με το κοινοτικό σήμα, για προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν ομοιάζουν με εκείνες για τις οποίες έχει καταχωρηθεί το κοινοτικό σήμα, εάν αυτό χαίρει φήμης στην Κοινότητα και η χρησιμοποίηση χωρίς εύλογη αιτία του σημείου, θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του κοινοτικού σήματος ή θα έβλαπτε τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη».

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 52 παρ. 1 του κανονισμού 207/2009 ένα κοινοτικό σήμα κηρύσσεται άκυρο μετά από αίτηση που υποβάλλεται στο Γραφείο ή μετά από άσκηση ανταγωγής στα πλαίσια αγωγής για παραποίηση/απομίμηση: α) εάν το κοινοτικό σήμα δεν καταχωρίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7, β) εάν ο καταθέτης ενήργησε κακόπιστα κατά την κατάθεση της αίτησης σήματος. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 53 παρ. 2 του ως άνω Κανονισμού, το κοινοτικό σήμα κηρύσσεται, επίσης, άκυρο μετά από αίτηση που υποβάλλεται στο Γραφείο ή μετά από άσκηση ανταγωγής στα πλαίσια αγωγής για παραποίηση/απομίμηση, όταν η χρήση του μπορεί να απαγορευθεί δυνάμει ενός άλλου προγενέστερου δικαιώματος σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία ή με το εθνικό δίκαιο που διέπει την προστασία του, και ιδίως: α) δικαιώματος στο όνομα· β) δικαιώματος στην εικόνα·γ) δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας δ) δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας· Η ακύρωση ενεργεί ex tunc (βλ. Μ. Μαρίνου, Δίκαιο Διακριτικών Γνωρισμάτων, εκδ. 2016, σελ. 387). Εξάλλου, στο δίκαιο της βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας ισχύει η αρχή της εδαφικότητας ή χωρικότητας. Πρόκειται για αρχή του διεθνούς δικαίου της “διανοητικής ιδιοκτησίας”, που προϋποθέτουν όλες οι Διεθνείς Συμβάσεις και αναγνωρίζουν όλες οι έννομες τάξεις. Έχει ιδιαίτερη σημασία για την προστασία των διακριτικών γνωρισμάτων. Σύμφωνα με την αρχή της εδαφικότητας, η προστασία των διακριτικών γνωρισμάτων περιορίζεται στα χωρικά όρια του u, κράτους στο οποίο κτήθηκαν (ΔΕΚ απόφαση από 22-06-1994, υπόθ. C-9/93 Ideal Standard, Αρμ. 1995, 832). Περαιτέρω, η κατάθεση που αντιβαίνει στην καλή πίστη προϋπήρχε υπό το προϊσχύσαν δίκαιο. Αποτυπώνεται στο άρθρο 3 στοιχ. δ της Οδηγίας 89/104 (Ο Κανονισμός 40/94 στο άρθρο 51 παρ.1 στοιχ. β περιέχει ένα ανάλογο λόγο απολύτου απαραδέκτου).

Επειδή πρόκειται για κοινοτική έννοια, η αυθεντική ερμηνευτική πλήρωση της επαφίεται σε τελευταίο βαθμό στο ΔΕΚ. Η διατύπωση του νόμου αναφέρει τόσο την κατάθεση που είναι αντίθετη προς την καλή πίστη, όσο και την κατάθεση που έγινε κακόπιστα. Είναι περιεκτική και επιδιώκει εν είδει γενικής ρήτρας, να κλείσει περιπτώσεις “καταχρηστικής” ή αθέμιτης καταθέσεως, όπου η κατάθεση αντιβαίνει στην ηθική και την εντιμότητα των συναλλαγών. Ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία και το εμπόριο (άρθρο 20 παρ. 1) και όχι με τη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη (ΠΕΚ απόφαση από 9-04-2003, υπόθ. Τ-224/01 Eharferrit GmbH, σκέψη 76). Για το σκοπό αυτό ανασύρονται ενδείξεις καθώς και οι συνοδευτικές περιστάσεις της συγκεκριμένης καταθέσεως, προκειμένου να πληρωθεί η αόριστη αυτή έννοια. Η εισαγωγή της κακόπιστης καταθέσεως ως εμπόδιο καταχωρήσεως και ως λόγος διαγραφής υποδηλώνει τη σχέση του δικαίου των σημάτων προς το “γενικότερο” δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού, Η κακή πίστη κρίνεται κατά πρώτο λόγο αντικειμενικά (ΣτΕ 1753/1998 ΔΔ 2000, 407). Ως αυτόνομη έννοια του κοινοτικού δικαίου των σημάτων εμπεριέχει κάτι περισσότερο από την έλλειψη καλής πίστεως στο αστικό δίκαιο, με την έννοια ότι ο καταθέτης υπαιτίως αγνοούσε ή θα έπρεπε να γνωρίζει ορισμένα νομικά σημαντικά γεγονότα. Απαιτεί δηλ. το επιπρόσθετο στοιχείο της καταχρηστικότητας ή της αντίθεσης προς τα χρηστά ήθη, Η υποκειμενική στάση του καταθέτη συνιστά απλώς ένα πρόσθετο επιβαρυντικό στοιχείο. Κατά πάγια νομολογία, η ιδιοποίηση του κύρους και της διαφημιστικής αξίας που ενσαρκώνει ένα σήμα ή άλλο διακριτικό γνώρισμα φήμης “ως ένα είδος στενογραφημένης διαφημίσεως” αντίκειται στην καλή πίστη (ΣτΕ 726/2005 ΕΕμπΔ 2006, 463). Η σημασία της διάταξης αυτής, υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, είχε επικεντρωθεί στην προστασία των σημάτων φήμης. Η διεύρυνση της προστασίας του ν. 2239/1994 και σε αυτά αποστέρησε το κύριο πεδίο εφαρμογής της. Όμως και η κατάθεση ονόματος ή εικόνας γνωστής προσωπικότητας δυνητικά εμπίπτει στην κανονιστική εμβέλεια της προκείμενης διάταξης, όπως και η κατάθεση σήματος   επιχειρήσεως από τον (πρώην) εμπορικό αντιπρόσωπο-διανομέα της ή κατά παράβαση άλλης συμβατικής σχέσεως (λ.χ, συμβάσεως μεταφοράς τεχνολογίας). Στην ίδια κατηγορία θα πρέπει να υπαχθεί και η περίπτωση, όπου η κατάθεση γίνεται εν γνώσει της συνδρομής λόγων απαραδέκτου με μοναδικό σκοπό να παρεμποδίσει τρίτες επιχειρήσεις, που ήδη χρησιμοποιούν το σημείο που έχει καταχωρηθεί ως σήμα για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως και η κατάθεση ως σήματος γνωστής επωνυμίας τρίτης επιχειρήσεως (ΔΠρΑΘ 7935/1994 ΕΕμπΔ 1994,656). Μια άλλη περίπτωση είναι η κατάθεση με την οποία ο καταθέτης επιδιώκει να “μπλοκάρει” την αγορά. Στον πυρήνα της υπάγονται οι περιπτώσεις παρεμποδιστικού ανταγωνισμού ή πειρατείας σημάτων (βλ. για τα ανωτέρω Μ.-Θ. Μαρίνος, Δίκαιο Διακριτικών Γνωρισμάτων, έκδ. 2016, σελ. 128-131). Ο νόμος περί σημάτων ομιλεί για κακόπιστη κατάθεση σήματος, η οποία στηρίζει και λόγο διαγραφής του (βλ. άρθρο 124 παρ, 3 στοιχ. γ’ σε συνδυασμό με άρθρο 161 παρ. 1 του ν. 4072/2012, ΔΕΕ (πρώην ΔΕΚ) απόφαση από 11-06-2009, υπόθ. 0529/07 Schokoladenfabriken  Lindt, απόφαση από 3-06-2010, υπόθ. 0569/08, Interaetportal, σκέψεις 40 επ., Μ,-Θ. Μαρίνος, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, έκδ. 2015, σελ. 210). Η καλή πίστη κρίνεται αντικειμενικά ως συναλλακτική καλή πίστη που απαιτείται στις συναλλαγές (για την έννοια της αντικειμενικής καλής πίστης, βλ. ΑΠ 615/1994 ΕλλΔνη 1995, 340). Η κακόπιστη κατάθεση κατά την έννοια του δικαίου των σημάτων αντίκειται στο άρθρο 1 του ν. 146/1914, εφόσον υπάρχει σχέση ανταγωνισμού. Πρόκειται για ρύθμιση η οποία προστατεύει από τον αθέμιτο ανταγωνισμό κάτω από το ένδυμα ενός λόγου απαραδέκτου και εισαγωγής ενός λόγου διαγραφής. Ως κανόνας ισχύει ότι η κατάθεση δεν είναι αθέμιτη, ήδη εκ του λόγου ότι ο καταθέτων γνώριζε την ύπαρξη του αλλοδαπού διακριτικού γνωρίσματος (ΔικΕΕ απόφαση από 27-06-2013, υπόθ. C-320/2012, Malaysia Dairy Industries, σκέψη 37). Απαιτούνται “ειδικές περιστάσεις”, οι οποίες μετατρέπουν μια νόμιμη καταρχήν πράξη σε αθέμιτη και διασπούν την αρχή της εδαφικότητας (ΔΕφΑθ 4258/1995 ΕΕμπΔ 1996, 844, ΔΠρΑΘ 12651/1996 ΕΕμπΔ 1997, 116). Η κακή πίστη κρίνεται κατά πρώτο λόγο αντικειμενικά κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως (ΔΕΚ απόφαση από 11-06-2009, υπόθ. C-52.9/07 Schokoladenfabriken Lindt σκέψη 35, ΣτΕ 244/2010 ΕλλΔνη 2010, 1222). Η υποκειμενική στάση του καταθέτη, όπως προσδιορίζεται βάσει αντικειμενικών στοιχείων (ΔΕΚ απόφαση από 11-06-2009, υπόθ. C-529/07 Schokoladenfabriken Lindt σκέψη 42, ΧρΙΔ 2009, 844), συνιστά χαρακτηριστικό στοιχείο της κακοπιστίας, όπως και ο σκοπός παρεμπόδισης εισόδου στην αγορά (ΔΕΚ απόφαση από 11-06-2009, υπόθ. 0529/07 Schokoladenfabriken Lindt σκέψεις 43, 53J. Απαιτείται σφαιρική αντιμετώπιση (ΔΕΕ απόφαση από 7-06-2011, υποθ. International, σκέψη 87), που συνδυάζει και αξιολογεί αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία. Ως μια τέτοια ειδική περίσταση θα πρέπει να εκτιμηθεί η παράβαση της σχέσεως εμπιστοσύνης που συνδέει τον αλλοδαπό παραγωγό και δικαιούχο του σήματος με τον. αποκλειστικό ημεδαπό διανομέα, ο οποίος σπεύδει να καταθέσει το αλλοδαπό γνώρισμα ως σήμα στο όνομα του, χωρίς τη συναίνεση του αλλοδαπού δικαιούχου, κατά τη διάρκεια ή και μετά τη λήξη της συμβάσεως διανομής, χωρίς να έχει κανένα δικαίωμα από τη μεταξύ τους συμβατική σχέση να προβεί στην πράξη αυτή (βλ. και άρθρο 6 επτάκις ΔΣ Παρισίων). Είναι νομικώς αδιάφορο αν ο ημεδαπός διανομέας είχε την πρόθεση βλάβης του αλλοδαπού παραγωγού. Ομοίως η προσβολή μιας σημαντικής περιουσιακής αξίας (φήμη σήματος) μπορεί να θεωρηθεί ως ειδική περίσταση. Προκειμένου περί σήματος καταχωρημένου στην αλλοδαπή, το οποίο σπεύδει να καταθέσει ημεδαπός στο όνομα του, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι υπάρχει αθέμιτη κατάθεση, μόνο όταν το σήμα αυτό χαίρει μεγάλης φήμης και δεν έχει χρησιμοποιηθεί καθόλου ή ελάχιστα στην ημεδαπή, ενώ η κατάθεση/καταχώριση του μεταγενέστερου ημεδαπού σήματος πλήττει την πολύτιμη οικονομική θέση που έχει αποκτήσει, οπότε καθίσταται αθέμιτη. Το πότε συντρέχει τούτο εξαρτάται από τη φήμη του αλλοδαπού σήματος, τη σημασία του για τη διαφήμιση και την προώθηση προϊόντων/υπηρεσιών, την ύπαρξη προηγούμενης συμβατικής σχέσης μεταξύ των μερών (λ.χ. σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας ή διανομής). Τα στοιχεία αυτά θεμελιώνουν και την πρόθεση παρεμποδίσεως/εκμεταλλεύσεως. Αθέμιτη θα πρέπει να κριθεί η κτήση του διακριτικού γνωρίσματος τρίτου παραγωγού, όταν ο δικαιούχος ημεδαπός θέλει να τον εξαναγκάσει να του παραχωρήσει το αποκλειστικό δικαίωμα διανομής στην Ελλάδα των σηματοδοτημένων προϊόντων. Η άσκηση των αρνητικών εξουσιών που πηγάζουν από το σήμα δεν μπορεί να προβληθεί στα πλαίσια μιας δίκης προσβολής, όταν η κτήση του δικαιώματος επί του σήματος, έγινε αθεμίτως με σκοπό την παρεμπόδιση του ανταγωνιστή. Η “κακόπιστη” ή αθέμιτη κτήση του δικαιώματος επί του σήματος συνιστά κατά συνέπεια όριο της ενασκήσεως τον εξουσιών εκ του σήματος (βλ. για τα ανωτέρω Μ.- Θ. Μαρίνος, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, 2015, σελ. 210-212). Ενέργειες κτήσεως και χρήσεως σήματος ελέγχονται και με το άρθρο 1 του ν. 146/1914. Το άρθρο 281 του ΑΚ. αποτελεί ένα δεύτερο αυτονόητο όριο της ενασκήσεως κάθε δικαιώματος, μεταξύ άλλων και του σήματος. Εφαρμόζεται τόσο στην κτήση όσο και την άσκηση του δικαιώματος.

Ειδικά ως προς την κτήση οι διατάξεις για την κακόπιστη κατάθεση συγκεκριμενοποιούν το άρθρο 281 του ΑΚ και, εφόσον συντρέχει σχέση ανταγωνισμού κατά την κρατούσα άποψη, το άρθρο 1 του ν. 146/1914. Η επίκληση του δικαιώματος επί του σήματος μπορεί να είναι καταχρηστική σε ορισμένες περιπτώσεις, αν και η άσκηση των αρνητικών εξουσιών από – το σήμα ερείδεται σε ένα ισχυρό δικαίωμα, το οποίο είναι χρονικά προγενέστερο. Η καταχρηστικότητα ενδέχεται να απορρέει ιδίως ήδη από το ίδιο το γεγονός της κτήσεως του δικαιώματος επί του σήματος, όταν δηλαδή η κτήση του παρίσταται ως “καταχρηστική” ή αντίθετη με τα χρηστά ήθη, λ.χ. κακόπιστη κατάθεση σήματος με σκοπό την άσκηση παρεμποδιστικού ή παρασιτικού ανταγωνισμού, χωρίς την παραμικρή δυνατότητα μελλοντικής χρήσεως. Κατά τα λοιπά ο θεσμός της διαγραφής του σήματος συγκεκριμενοποιεί το άρθρο 281 του ΑΚ. Τούτο δικαιολογεί την προβολή  της  ενστάσεως  της  ελλιπούς  ουσιαστικής  χρήσεως  κατά  του δικαιούχου διαγραπτέου σήματος, ο οποίος ασκεί τις αξιώσεις εκ του σήματος ή κατά προφανώς κακοπίστως καταθέσαντος. Η εφαρμογή του άρθρου 281 του ΑΚ είναι ανεξάρτητη από την επέμβαση των διατάξεων περί διαγραφής. Οι σχετικές διατάξεις δεν περιέχουν άλλωστε αποκλειστική ρύθμιση ή ρύθμιση που απαιτεί προβάδισμα. Η ισοτιμία μεταξύ των δικαιωμάτων κατά το ουσιαστικό σύστημα και του σήματος (δικαίωμα κατά το τυπικό σύστημα) μπορεί να οδηγήσει στην εφαρμογή του άρθρου 281 του ΑΚ, όταν το σήμα χρησιμοποιείται για να εκτοπίσει προγενέστερο δικαίωμα του άρθρου 13 του ν. 146/1914 (βλ. για τα ανωτέρω Μ. -Θ. Μαρίνος, Δίκαιο Σημάτων, έκδ. 2007, σελ. 220-221). Η επικοινωνία μεταξύ επιχείρησης και πελάτη απλοποιείται και ενεργοποιείται με την χρήση ενός διακριτικού γνωρίσματος προϊόντος, το οποίο ο καταναλωτής συνδέει με την επιχείρηση. Αν ένας ανταγωνιστής καταθέσει το διακριτικό αυτό γνώρισμα στο όνομα του, διαταράσσει τη σχέση αυτή. Ως εκ τούτου, ειδική περίπτωση αθέμιτης παρεμπόδισης εισόδου σε ξένη αγορά και συγχρόνως προσπάθεια εκμετάλλευσης ξένης φήμης μπορεί να αποτελεί η κατάθεση ξένου διακριτικού γνωρίσματος ως σήματος.

Αμυνόμενες στην ένδικη αγωγή οι εναγόμενες, με δήλωση του κοινού πληρεξούσιου δικηγόρου τους στο ακροατήριο  που αναπτύσσεται περαιτέρω στις, νόμιμα κατατεθείσες, κοινές έγγραφες προτάσεις τους, αρνούνται εν γένει το ιστορικό της και, περαιτέρω, δια του αυτού δικογράφου των προτάσεων τους που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού στις 07.09.2015, αφενός προβάλουν την ένσταση ότι είναι καταχρηστική και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη η επίκληση από τους ενάγοντες του δικαιώματος τους επί του επίδικου κοινοτικού σήματος που συνιστά ταυτόχρονα και την επωνυμία της δεύτερης ενάγουσας, καθόσον η κτήση αυτού έγινε αθεμίτως, αφού προσβάλει το προγενεστέρως κτηθέν δικαίωμα της πρώτης εναγομένης στην επωνυμία της και στο διακριτικό της γνώρισμα, ενώ γίνεται με σκοπό ανταγωνισμού, και αφετέρου ασκούν ανταγωγή εκθέτοντας ειδικότερα ότι το καλοκαίρι του έτους 2009 τα αναφερόμενα σε αυτές (προτάσεις) πρόσωπα συνέστησαν μια ένωση προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, μέσω της οποίας υποβλήθηκε αίτηση-εκδήλωση ενδιαφέροντος συμμετοχής προς το αλλοδαπό νομικό πρόσωπο (Οργανισμό) eWorld Green Building Council» (Παγκόσμιο Συμβούλιο Αειφόρου/Πράσινης Δόμησης), το οποίο έχει ως σκοπό τη διάδοση των αρχών της αειφόρου δόμησης στην κατασκευαστική δραστηριότητα. Ότι μέλη του οργανισμού αυτού είναι ενώσεις προσώπων που δεν έχουν κερδοσκοπικό σκοπό και χρησιμοποιούν κοινά διακριτικά και σύμβολα, κατά τρόπο ώστε να γίνεται παραπομπή σε μια παγκόσμια οργάνωση, που συγκροτεί ένα δίκτυο φορέων, ενώ κάθε χώρα εκπροσωπείται στον εν λόγω οργανισμό από έναν μόνο φορέα. Ότι στις 03.11.2009 γνωστοποιήθηκε η αποδοχή της ως άνω αίτησης και στις  22.12.2009, δια της διευθύντριας του ανωτέρω Οργανισμού, επιβεβαιώθηκε η χορήγηση δικαιώματος σύστασης νομικού προσώπου, το οποίο θα είχε ως σκοπό την αειφόρο δόμηση στην Ελλάδα, και το οποίο θα είχε δικαίωμα χρήσης όλων των διακριτικών και των συμβόλων του παγκόσμιου Οργανισμού, ενώ ζητήθηκε από τα μέλη της ανωτέρω ένωσης προσώπων η σύσταση νομικού προσώπου, κατά τα προβλεπόμενα στην ελληνική νομοθεσία. Ότι, παράλληλα, εγκρίθηκε από τον οργανισμό η χρήση της επωνυμίας «HELLENIC GREEN BUILDING COUNCIL» και του αντιστοιχούντος σε αυτή ονόματος χώρου «twww.elgbc.gr». Ότι, ακολούθως, τον Αύγουστο του έτους 2011 συστάθηκε νόμιμα η πρώτη εναγόμενη-αντενάγουσα αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΕΙΦΟΡΟΥ ΔΟΜΗΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ- ELGBC The Hellenic Green Building Council», της οποίας νόμιμη εκπρόσωπος είναι η δεύτερη εναγόμενη-αντενάγουσα και η οποία υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της ανωτέρω ένωσης προσώπων και διαμορφώθηκε ο διαδικτυακός τόπος «www.elgbc.gr», ο οποίος έκτοτε χρησιμοποιείται αδιαλείπτως, ενώ το έτος 2013 η ένδειξη «ELGBC» κατοχυρώθηκε από την πρώτη εναγόμενη-αντενάγουσα εταιρεία ως σύνθετο-λεκτικό και με ορισμένη απεικόνιση – ημεδαπό σήμα με αριθμό … Ότι ο πρώτος ενάγων-αντεναγόμενος έχει κατοχυρώσει κακόπιστα το επίδικο κοινοτικό σήμα που συνιστά ταυτόχρονα και την επωνυμία της δεύτερης ενάγουσας-αντεναγόμενης, αφού προσβάλλει το προγενεστέρως κτηθέν δικαίωμα της πρώτης εναγόμενης-αντενάγουσας στην ως άνω επωνυμία της, συνιστά δε παράλληλα και πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, διότι γίνεται με σκοπό να προκληθεί σύγχυση σχετικά με την εκπροσώπηση του ως άνω οργανισμού στην Ελλάδα και εν τέλει να. καρπωθούν οι ενάγοντες-αντεναγόμενοι το κύρος και τη φήμη του παγκοσμίου δικτύου, αξιοποιώντας τις επαγγελματικές προοπτικές που δημιουργεί η λαθραία ένταξη τους σε έναν διεθνές αναγνωρισμένο φορέα.

Σύμφωνα με τα παραπάνω ζητούν αφενός μεν την απόρριψη της κρινόμενης αγωγής, κατά παραδοχή της προσβαλλόμενης από αυτούς ως άνω ένστασης, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις αναφερόμενες στη νόμιμη σκέψη διατάξεις των άρθρων 281 του ΑΚ και 1 του ν. 146/1914 και αφετέρου ζητούν: α) να κηρυχθεί άκυρο το με αριθμό 010429769 κοινοτικό σήμα. β) να αναγνωριστούν αποκλειστικοί δικαιούχοι του με αριθμό 222897 εθνικού σήματος, της επωνυμίας «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΕΙΦΟΡΟΥ ΔΟΜΗΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ- ELGBC The Hellenic Green Building Council και του ονόματος χώρου «www.elgbc.gr», γ) να υποχρεωθούν οι ενάγοντες-αντεναγόμενοι σε άρση της προσβολής του ανωτέρω σήματος, επωνυμίας και ονόματος χώρου, και παράλειψη αυτής στο μέλλον, δ) να απαγορευθεί η χρήση του επίμαχου κοινοτικού σήματος, της επωνυμίας «Greelc Green Building Council-Ελληνικό Συμβούλιο Πράσινων Κτιρίων» και του ονόματος χώρου «www.ggbc.gr», με την απειλή χρηματικής ποινής κατά του πρώτου ενάγοντος-αντεναγομένου ύψους 1.000 ευρώ και προσωπικής κράτησης διάρκειας 3 μηνών για κάθε παράβαση της ως άνω υποχρέωσης του προς παράλειψη, ε) vex δημοσιευτεί η εκδοθησομένη απόφαση σε. δύο ημερήσιες εφημερίδες πανελλήνιας κυκλοφορίας, στ) να κηρυχθεί προσωρινά εκτέλεση η εκδοθησομένη απόφαση και να καταδικαστούν οι ενάγοντες-αντεναγόμενοι  στην πληρωμή των δικαστικών τους εξόδων. Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα η ανταγωγή παραδεκτά ασκείται με τις προτάσεις (βλ. άρθρο 268 παρ. 4 εδ. β’ του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 του εν λόγω άρθρου αντικαταστάθηκε από το άρθρο 26 παρ. 1 του Ν. 3994/2011), ενώπιον του, αρμόδιου καθ’ ύλην και κατά τόπο [άρθρα 93, 94, 95, 96 περ. δ και 97 του Κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, (ο οποίος εφαρμόζεται εν προκειμένω, καθώς τα παραγωγικά των ένδικων αξιώσεων αίτια ανάγονται σε χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος του του υπ’ αριθμόν 2424/2015 Κανονισμού του Συμβουλίου της 16.12.2015 και τροποποίησε τον κανονισμό 207/2009), 63 παρ. 1, 66, 68 παρ.2 του Κανονισμού (EE) 1215/2012 του Συμβουλίου που αντικατέστησε τον Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001, ως προς την στηριζόμενη στην ακύρωση του επίδικου κοινοτικού σήματος βάση, άρθρα 14 παρ. 2, 18, του ΚΠολΔ, όπως οι διατάξεις των άρθρων αυτών ισχύουν και εφαρμόζονται μετά την αντικατάσταση τους με τα άρθρα 1, 2 και 4 παρ. 1 του ν. 3994/2011, αντίστοιχα, και όπως η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 ισχύει και μετά τη δεύτερη κατά σειρά τροποποίηση της με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α’ 51/12.03.2012), άρθρο 22’του ΚΠολΔ και 7, 9 του ν. 2943/2001, σε συνδυασμό με την Απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης 50726/2006 (Φ.Ε.Κ. Β 739/20.6.2006)], παρόντος Δικαστηρίου, κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία (άρθρα 208 επ. ΚΠολΔ).

Επιπλέον, η πρώτη εναγόμενη-αντενάγουσα, υπό εκκαθάριση αστική  μη κερδοσκοπική εταιρεία, νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση της υπό κρίση ανταγωγής, δεδομένου ότι το σήμα, η επωνυμία και ο διακριτικός τίτλος αυτής αποτελούν στοιχεία της εταιρικής της περιουσίας, με οικονομική αποτίμηση, η προστασία των οποίων εμπίπτει στον σκοπό της εκκαθάρισης, που έγκειται στον προσδιορισμό του ενεργητικού, τη διαπίστωση και την εξόφληση των  πάσης φύσεως χρεών και στη συνέχεια στην επιστροφή των εισφορών κάι τη διανομή του τυχόν υπολοίπου μεταξύ των εταίρων (ΑΠ 1818/2014 ΝΟΜΟΣ), απορριπτόμενης ως μη νόμιμης της σχετικής ένστασης περί απαραδέκτου που υποβλήθηκε από τους ενάγοντες-αντεναγόμενους. Ωστόσο, η δεύτερη εναγόμενη-αντενάγουσα, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση της υπό κρίση ανταγωγής, ατομικά, υπό την ιδιότητα της ως πρώην νομίμου εκπροσώπου-προέδρου του Δ.Σ. της ήδη υπό εκκαθάριση αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας, διότι, κατά το στάδιο της εκκαθάρισης, η εταιρική περιουσία ανήκει αποκλειστικά στην εταιρεία, η οποία είναι κυρία όλων των αντικειμένων της εταιρικής περιουσίας και υποκείμενο των σχετικών με την εταιρική περιουσία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, νομιμοποιείται δε μόνο αυτή (εταιρεία) ενεργητικά, να μετέχει στις σχετικές δίκες εκπροσωπούμενη (απλά) από τον εκκαθαριστή της ή τους συνεκκαθαριστές της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 64 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι οποίοι όμως δε νομιμοποιούνται οι ίδιοι να ενάγουν και δη ούτε ως μέλη (εταίροι) της εταιρίας, ούτε και ατομικώς ακόμη, ως προς τα αντικείμενα της εταιρικής περιουσίας αυτής, ήτοι ούτε ως προς το ενεργητικό, ούτε και ως προς το παθητικό αυτής, μέχρι τη ρευστοποίηση της περιουσίας και τη διανομή αυτής (ΕφΑΘ 1410/2013 ΝΟΜΟΣ). Ως εκ τούτου, η υπό κρίση ανταγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης ως προς τη δεύτερη εναγομένη-αντενάγουσα. Περαιτέρω, η ανταγωγή, καθ’ όσον κρίθηκε παραδεκτή, είναι και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 52 παρ. 1β, 53 παρ. 2, 100,101, 107 του Κανονισμού (ΕΚ) 207/2009, 150 παρ. 1 έως 4 και 9 έως 11, 1ST, 15Β παρ. 1 και 175 ν. 4072/2012, 1, 13 παρ. 1 και 22 Ν. 146/1914, 4, 8 του Ν. 1089/1980, 58, 71, 914 ΑΚ, 176, 907, 908 παρ. 1 και 947 ΚΠολΔ. Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει η προκείμενη ανταγωγή, κατά το μέρος της που κρίθηκε παραδεκτή και νόμω βάσιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής προσκομίζεται το υπ’ αριθμόν Π0387440 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Α., του παρασταθέντος πληρεξούσιου δικηγόρου, κατά το άρθρο 61 παρ. 4 του ν. 4194/2013 «περί Κώδικα Δικηγόρων».

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων (ενός για κάθε πλευρά), που διεξήχθησαν στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη συνεδρίαση της 17.09.2014 και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την υπ’ αριθμόν 6428/2014 απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ανωτέρω Δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε για να χρησιμεύσουν προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο-336 παρ. 4 ΚΠολΔ), χωρίς, όμως, να λαμβάνεται υπόψη, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων η από Αυγούστου 2014 επιστολή της …, εκτελεστικής διευθύντριας του Οργανισμού “WGBG”, η οποία απευθύνεται στο Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμούσε κατά το ανωτέρω χρονικό σημείο η επίδικη αντιδικία και την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενες-αντενάγουσες ως σχετικό 12α, διότι συνιστά ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν δύναται να ληφθεί υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς αποτελεί μαρτυρία τρίτου, που κατά την κρίση  του Δικαστηρίου δόθηκε επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί  ως αποδεικτικό μέσο στην παρούσα δίκη (βλ. ΟλΑΠ 8/1987 ΕλλΔνη 28. 628, ΑΠ 906/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 635/2008 ΝοΒ 2008. 2184), ενώ λαμβάνονται υπόψη και τα  συνταγμένα  στην αγγλική γλώσσα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες-αντεναγόμενοι ως σχετικά υπ’ αριθμόν 37α, 37β, καθώς και οι εναγόμενες-αντενάγουσες ως σχετικά 1, Ιδ, 2σ, 3, 7, 8, χωρίς επίσημη μετάφραση στα ελληνικά, ως αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου κατ’ άρθρο 270 παρ. 2 εδ. β’ ΚΠολΔ, (βλ. ΑΠ 1511/2009 ΕΠολΔ 2010. 740, ΑΠ 1344/2007 ΝοΒ 200S.905,  ΑΠ  284/1999  ΕΕΝ 200.377), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το μήνα Νοέμβριο του έτους 1999 ιδρύθηκε στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ, με τη συμμετοχή φορέων από οκτώ χώρες, ένας διεθνής οργανισμός με την επωνυμία «World Green Building Councils (Παγκόσμιο Συμβούλιο Αειφόρου/Πράσινης Δόμησης), που έχει ως σκοπό, τη διάδοση των αρχών της αειφόρου δόμησης στην κατασκευαστική δραστηριότητα. Μέλη του οργανισμού αυτού είναι ενώσεις προσώπων που δεν έχουν κερδοσκοπικό σκοπό και χρησιμοποιούν κοινά διακριτικά και σύμβολα, κατά τρόπο ώστε να γίνεται παραπομπή σε μια παγκόσμια οργάνωση, που συγκροτεί ένα δίκτυο φορέων, ενώ κάθε χώρα εκπροσωπείται στον εν λόγω οργανισμό από έναν μόνο φορέα. Στην Ελλάδα, στις 07.08.2009, πέντε φυσικά πρόσωπα και συγκεκριμένα οι …, συνέστησαν μια ένωση προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, μέσω της Οποίας υποβλήθηκε αίτηση-εκδήλωση ενδιαφέροντος συμμετοχής προς τον ανωτέρω διεθνή οργανισμό «World Green Building Council», (εφεξής «WGBC»). Ακολούθως, στις 03.11.2009 γνωστοποιήθηκε η αποδοχή της ως άνω αίτησης και στις 22.12.2009, δια της διευθύντριας του οργανισμού, επιβεβαιώθηκε η χορήγηση δικαιώματος σύστασης νομικού προσώπου, το οποίο θα είχε ως σκοπό την αειφόρο δόμηση στην Ελλάδα, και το οποίο θα είχε δικαίωμα χρήσης όλων των διακριτικών και των συμβόλων του παγκόσμιου οργανισμού. Περαιτέρω, ζητήθηκε από τα μέλη της ανωτέρω ένωσης προσώπων η σύσταση νομικού προσώπου, κατά τα προβλεπόμενα στην ελληνική νομοθεσία, ενώ παράλληλα, εγκρίθηκε από τον οργανισμό η χρήση της επωνυμίας «HELLENIC GREEN BUILDING COUNCIL» και του αντιστοιχούντος σε αυτή ονόματος χώρου «www.elgbc.gr». Στη συνέχεια, τον Αύγουστο του έτους 2011 ολοκληρώθηκε η τεχνική κατοχύρωση και ξεκίνησε η λειτουργία στο διαδίκτυο της ονομασίας πεδίου «www.elgbc.gr», η οποία συναρτήθηκε με τη σχεδόν ταυτόχρονη ίδρυση και λειτουργία της πρώτης εναγόμενης-αντενάγουσας, αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας με την επωνυμία “Ελληνικό Συμβούλιο Αειφόρου Δόμησης και Κατασκευών- ELGBC The Hellenic Green Building Council”, το καταστατικό της οποίας δημοσιεύτηκε στα Βιβλία Εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 31.08.2011 και αναρτήθηκε στον ανωτέρω διαδικτυακό τόπο υπό το domain, name «www.elgbc.gr», όπου περιλήφθηκε και ανοιχτή πρόσκληση για  συμμετοχή στη νέα εταιρεία, υποκαθιστάμενη έκτοτε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της ανωτέρω ένωσης προσώπων. Έκτοτε, η ανωτέρω εταιρεία, υπό την εν λόγω επωνυμία, λειτούργησε αδιάκοπα στα πλαίσια του καταστατικού της σκοπού που έγκειται στη συμβολή στην προώθηση των σύγχρονων αρχών, μεθόδων και τεχνικών της περιβαλλοντικά εναρμονισμένης δόμησης και του συνόλου των κατασκευών, στο σχεδιασμό, στην κατασκευή και στη λειτουργία κτιρίων, έργων και λοιπών κατασκευών, μέχρι το έτος 2015, οπότε τέθηκε σε εκκαθάριση, γεγονός που συνομολογείται και από τους ενάγοντες-αντεναγόμενους. Ομοίως, αποδείχθηκε ότι ο διαδικτυακός τόπος «www.elgbc.gr», συναρτώ μένος άμεσα με την ανωτέρω επιχειρηματική δραστηριότητα της πρώτης εναγόμενης-αντενάγουσας εταιρείας και προωθώντας αυτήν, λειτούργησε αδιαλείπτως από την τεχνική κατοχύρωση του τον Αύγουστο του έτους 2011, μέχρι και το έτος 2015, οπότε διεκόπη η λειτουργία του στο διαδίκτυο. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι στις 03.10.2013 η πρώτη εναγόμενη-αντενάγουσα εταιρεία κατοχύρωσε την ένδειξη «ELGBC» ως σύνθετο ημεδαπό σήμα (λεκτικό και με ορισμένη απεικόνιση) με αριθμό 222897, προς διάκριση προϊόντων και υπηρεσιών των κλάσεων 37, 40, 41, 42, το οποίο βρίσκεται σε ισχύ. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων-αντεναγόμενος είναι πολιτικός μηχανικός, ενώ αντικείμενο της επαγγελματικής του δραστηριότητας είναι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Επιδιώκοντας την ίδρυση ενός Ελληνικού Πράσινου Συμβουλίου Δόμησης στα πλαίσια του ανωτέρω διεθνούς οργανισμού «WGBC», περί το καλοκαίρι του έτους 2010 επισκέφθηκε την ηλεκτρονική ιστοσελίδα του οργανισμού αυτού, όπου και βρήκε την καταχώρηση της πρώτης εναγομένης-αντενάγουσας, η οποία, ως ένωση προσώπων, είχε ήδη υποβάλλει αίτηση συμμετοχής στον εν λόγω οργανισμό από τον Αύγουστο του έτους 2009, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποθειχθέντα. Κατόπιν τούτου, στις 04.10.2010 επικοινώνησε με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με τη δεύτερη των εναγομένων-αντενάγουσα, τα στοιχεία της οποίας υπήρχαν διαθέσιμα στην ιστοσελίδα του ανωτέρω οργανισμού, αναφέροντας της ότι σκόπευε «να αιτηθεί την ίδρυση ενός ελληνικού GBC (green building council, ήτοι πράσινο συμβούλιο δόμησης) στον οργανισμό WGBC», και ότι γενικότερα «επιδίωκε την ίδρυση ενός επιστημονικού φορέα σχετικά με τη βιώσιμη ανάπτυξη», ζητούσε δε να τον ενημερώσει για την προσέγγιση της στο θέμα και να συνεργαστούν, ενόψει και της ήδη υποβληθείσας αίτησης της ως άνω ένωσης προσώπων στον οργανισμό «WGBC». Είχε προηγηθεί στις 05.05.2010, η κατοχύρωση από τον πρώτο ενάγοντα-αντεναγόμενο του domain name «www.ggbc.gr» που αποτελείται από τα αρχικά της επωνυμίας «GREEK GREEN BUILDING COUNCIL», ήτοι «Ελληνικό Συμβούλιο Πράσινων Κτιρίων». Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε ότι ο πρώτος ενάγων-αντεναγόμενος προέβη και σε ουσιαστική χρήση του ως άνω domain name μετά την τεχνική κατοχύρωση του, την οποία χρήση, εξάλλου, δεν επικαλέστηκαν οι ενάγοντες-αντεναγόμενοι, αφού δεν προέκυψε ούτε η δημιουργία home page κατά το εν λόγω χρονικό σημείο, ούτε, άλλωστε, αποδείχθηκε η συσχέτιση της εν λόγω ονομασίας πεδίου 1 με συγκεκριμένη δραστηριότητα στις συναλλαγές του πρώτου ενάγοντος ή της δεύτερης ενάγουσας-αντεναγόμενων. Και τούτο διότι, κατά το ως άνω χρονικό σημείο, ο πρώτος ενάγων-αντεναγόμενος δεν είχε συγκεκριμενοποιήσει ούτε τη μορφή, ούτε το μέσο και τον τρόπο δράσης του στις συναλλαγές αναφορικά με την αειφόρο, πράσινη δόμηση, γεγονός που προκύπτει και από το περιεχόμενο της ανωτέρω επιστολής του προς τη δεύτερη των εναγομένων-σντενάγουσα στις 04.10.2010, στην οποία, αποτυπώνεται μόνον η πρόθεση του να ιδρύσει ένα ελληνικό «GBC» στα πλαίσια του διεθνούς οργανισμού «WGBC» ή έναν επιστημονικό φορέα σχετικό με τη βιώσιμη ανάπτυξη, μη υπάρχουσας όμως κάποιας  ορισμένης δράσης στον ανωτέρω τομέα. Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου επιρρωνύεται από το γεγονός ότι η δεύτερη ενάγουσα-αντεναγόμενη, αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία με την επωνυμία «GREEK GREEN BUILDING COUNCIL-ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΡΑΣΙΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ», μέσω της οποίας μορφοποιήθηκαν οι ανωτέρω επιδιώξεις του πρώτου ενάγοντος-αντεναγόμενου, καθώς έχει ως στόχο την προαγωγή της βιώσιμης ανάπτυξης στον τομέα της κτιριακής κατασκευής, συστάθηκε το πρώτον στις 25.06.2013, ήτοι περί τα τρία χρόνια αργότερα από την τεχνική κατοχύρωση του ανωτέρω domain name. Η εν λόγω καταχώρηση αυτού του ονόματος χώρου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως χρήση διακριτικού τίτλου στις συναλλαγές, ούτε ως προπαρασκευαστική αυτής πράξη, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την τεχνική καταχώρηση του μέχρι την ουσιαστική ενεργοποίηση του, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα πριν τον Ιούνιο του έτους 2012 (βλ. απόσπασμα βιογραφικού του πρώτου ενάγοντος-αντεναγόμενου αναρτημένο στο διαδίκτυο, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι-αντενάγοντες ως σχετικό 22), υπερβαίνει τα δύο έτη, χρονικό διάστημα που δεν κρίνεται εύλογο, κατά τα διδάγματα της λογικής και της κοινής πείρας, για την ανακοίνωση και υλοποίηση συγκεκριμένης επιχειρηματικής δράσης. Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων-αντεναγόμενος επιχείρησε να κατοχυρώσει την ανωτέρω ένδειξη «GREEK GREEN BUILDING COUNCIL-ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΡΑΣΙΝΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ» ως εθνικό σήμα, υποβάλλοντας σχετική αίτηση στις 12.05.2011 στην αρμόδια Διεύθυνση Εμπορικής και Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας του τότε Υπουργείου Εμπορίου, για τη διάκριση προϊόντων και υπηρεσιών των κλάσεων 19, 41, 42, 35, 36, 37, 16, γεγονός που, ωστόσο, δεν επετεύχθη, καθώς εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 1355/2012 απορριπτική απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, σύμφωνα με την αιτιολογία της οποίας, η ανωτέρω υπό καταχώρηση ένδειξη παραπέμπει αορίστως σε κάποιον δημόσιο φορέα, ο οποίος όμως δεν προσδιορίστηκε από τον πρώτο ενάγοντα-αντεναγόμενο. Ακολούθως, ο πρώτος ενάγων-αντεναγόμενος στις 19.11.2011 υπέβαλε αίτηση κατοχύρωσης της ανωτέρω ένδειξης με σχετική απεικόνιση ενώπιον του Ευρωπαϊκού Γραφείου Κατοχύρωσης Σημάτων, η οποία έγινε δεκτή  στις 30.05.2012. Κατέστη, έτσι, δικαιούχος του με αριθμό 010429796 κοινοτικού σήματος, αρχομένης της καταχώρησης από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, ήτοι από 19.11,2011, για τις κλάσεις 35, 36, 37, 41, 42. Ακολούθησε η σύσταση της δεύτερης ενάγουσας-αντεναγόμενης αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας, στις 25.06.2013, υπό την επωνυμία «GREEK GREEN BUILDING COUNCIL-ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΡΑΣΙΝΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ», με αντικείμενο την πιστοποίηση κτιρίων και έργων ως προς τις πράσινες πρακτικές τους, στην οποία μεταβιβάστηκε, δυνάμει του από 24.06.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του ανωτέρω κοινοτικού σήματος, το οποίο έκτοτε χρησιμοποιείται από την τελευταία, παράλληλα, ως επωνυμία και διακριτικός της τίτλος.     Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα προκύπτει ότι ο πρώτος I ενάγων-αντεναγόμενος δεν απέκτησε δικαίωμα επί του διακριτικού γνωρίσματος «g» με την κατοχύρωση του  όμοιου domain name στις 05.05.2010, διότι, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, η εν λόγω καταχώρηση δεν συναρτώνταν με συγκεκριμένη επιχειρηματική δραστηριότητα του τελευταίου (της δραστηριότητας αυτής νοούμενης ευρέως, περιλαμβάνοντας κάθε ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα, χωρίς να απαιτείται σκοπός επίτευξης κέρδους), παρά μόνο με επιχειρηματικές επιδιώξεις του, οι οποίες, όμως, δεν συγκεκριμενοποιήθηκαν, ούτε υλοποιήθηκαν πριν το καλοκαίρι του έτους 2012. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων-αντεναγόμενος στις 19.11.2011, κατέστη δικαιούχος του υπ’ αριθμόν 010429796 κοινοτικού σήματος. Ωστόσο,  προηγήθηκε χρονικά του δικαιώματος του επί του εν λόγω κοινοτικού σήματος, η απόκτηση από πλευράς της πρώτης εναγομένης-αντενάγουσας δικαιώματος επί του διακριτικού γνωρίσματος-domain name «www.elgbc.gr», το οποίο, στην προκειμένη περίπτωση, λειτούργησε ως διακριτικός τίτλος της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης-αντενάγουσσς, η οποία συστάθηκε ως αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία ταυτόχρονα με την ανωτέρω κατοχύρωση του domain name, και συγκεκριμένα στις 31.08.2011, υπό την ανωτέρω επωνυμία, που αποτελεί ανάπτυξη των αρχικών «elgbc». Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη-αντενάγουσα απέκτησε τον Αύγουστο του έτους 2011 δικαίωμα επί της επωνυμίας «Ελληνικό Συμβούλιο Αειφόρου Δόμησης και Κατασκευών-ELGBC The Hellenic Green Building Council», δεδομένου ότι από το χρονικό αυτό σημείο ιδρύθηκε η εν λόγω εταιρεία, συμμετέχοντας εφεξής στις συναλλαγές, υπό την ανωτέρω επωνυμία της. Έτσι, στα πλαίσια της επιχειρηματικής της δραστηριότητας και προώθησης των εταιρικών της σκοπών και προς διευκόλυνση της ενημέρωσης του κοινού, δημιούργησε ταυτόχρονα την αντιπροσωπευτική της επιχείρησης της ιστοσελίδα στο διαδίκτυο, υπό το ανωτέρω όνομα χώρου «www.elgbc.gr», το οποίο, επίσης, στα πλαίσια αυτά, χρησιμοποίησε εν είδει διακριτικού τίτλου και επωνυμίας της στον ψηφιακό κόσμο. Αποδεικνύεται, επομένως, ότι η πρώτη εναγομένη-αντενάγουσα απέκτησε  δικαίωμα επί της επωνυμίας και του διακριτικού τίτλου-domain name τον Αύγουστο του έτους 2011, καθώς κατά το χρονικό αυτό σημείο ξεκινά η χρήση στις συναλλαγές της επωνυμίας και του domain name αυτής, υπό την έννοια ότι η λειτουργία του τελευταίου συναρτάται άμεσα με την ανωτέρω – συγκεκριμένη επιχειρηματική δραστηριότητα του υφιστάμενου νομικού προσώπου και την προώθηση των σκοπών του, με την ανάρτηση στην εν λόγω ιστοσελίδα του καταστατικού της εταιρείας, καθώς και ανοιχτής πρόσκλησης ενδιαφέροντος προς το κοινό, μη απαιτούμενης για τη κτήση των σχετικών δικαιωμάτων ύπαρξης εκτεταμένης δράσης και καθιέρωσης τους στις συναλλαγές, όπως αβάσιμα διατείνονται οι ενάγοντες-αντεναγόμενοι (βλ. υπό III νομική σκέψη της παρούσας). Συνεπώς, σύμφωνα με τη νομική αρχή της χρονικής προτεραιότητας που ισχύει στο δίκαιο της βιομηχανικής ιδιοκτησίας (βλ. ανωτέρω υπό V νομική σκέψη της παρούσας), εφόσον η πρώτη, εναγομένη-αντενάγουσα απέκτησε τον Αύγουστο του έτους 2011 δικαίωμα επί των ανωτέρω διακριτικών της γνωρισμάτων, προηγήθηκε χρονικά στην κτήση τους σε σχέση με τον πρώτο ενάγοντα-αντεναγόμενο, ο οποίος κατέστη δικαιούχος του επίδικου κοινοτικού σήματος δυόμιση μήνες αργότερα, ήτοι στις, 19.11.2011. Αλλωστε, η διαδικτυακή προτεραιότητα του πρώτου ενάγοντος-αντεναγόμενου που ερείδεται στην καταχώρηση στις 05.05.2010 της ονομασίας πεδίου «Vsiww.ggbc.gr», δεν υπερισχύει της ανωτέρω αρχής της χρονικής προτεραιότητας, καθόσον η καταχώριση της ένδειξης αυτής ως domain name έχει δηλωτικό χαρακτήρα, (βλ. υπό IV νομική σκέψη της παρούσας και ΕφΘ 498/2010, ΕΕμπΔ 2011. 191). Επιπλέον δε, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, δεν αποδείχθηκε κατά το χρονικό εκείνο διάστημα πραγματική χρήση της εν λόγω ονομασίας πεδίου από τους ενάγοντες-αντεναγόμενους, συναρτώμενη με ύπαρξη συγκεκριμένης επιχειρηματικής δραστηριότητας. Τα ανωτέρω διακριτικά γνωρίσματα της πρώτης εναγομένης-αντενάγουσας (επωνυμία και διακριτικός τίτλος) συντίθενται από τη δεσπόζουσα λεκτική ένδειξη «ELGBC» που αποτελείται από τα αρχικά των λέξεων “Hellenic Green Building Council”, η κατά λέξη μετάφραση των οποίων στα ελληνικά αποδίδεται ως «Ελληνικό Συμβούλιο Πράσινων Κτιρίων». Χρησιμοποιείται δε στις συναλλαγές από την τελευταία ήδη από τον Αύγουστο του έτους 2011, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, ως σημείο για τη διάκριση των υπηρεσιών που παρέχει η επιχείρηση της, οι οποίες αφορούν την ανάπτυξη και προώθηση της γνώσης σχετικά με την αειφορία και την πράσινη ανάπτυξη στον τομέα της δόμησης στην Ελλάδα. Περαιτέρω, τα ανωτέρω διακριτικά γνωρίσματα, ως επωνυμία της ως άνω επιχείρησης, χρησιμοποιούνται στις συναλλαγές και ως προσδιοριστικά στοιχεία του φορέα αυτής, νομικού προσώπου, προσδιορίζοντας, περαιτέρω, και την ιδιότητα αυτού ως μέλους του ως άνω διεθνούς οργανισμού «WGBC». Έτσι, η ανωτέρω λεκτική ένδειξη «Hellenic Green Building Council», ως σύνολο, και τα αρχικά αυτής «ELGBC», υπέχουν αρχική διακριτική δύναμη διαφοροποίησης από αλλά κοινότυπα σημεία, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 146/1914 (βλ. τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο III μείζονα πρόταση της παρούσας). Περαιτέρω, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα, ο πρώτος των εναγόντων-αντεναγομένων από τον Ιούνιο του έτους 2012, και από τις 24.06.2013 η δεύτερη των εναγόντων-αντεναγομένων, αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία, ως αποκλειστική αδειούχος χρήσης, χρησιμοποιούν μέχρι και σήμερα στις συναλλαγές ως σήμα, επωνυμία και διακριτικό τίτλο τη λεκτική ένδειξη “GREEK GREEN BUILDING COUNCIL”, η κατά λέξη μετάφραση της οποίας στα ελληνικά αποδίδεται ως «Ελληνικό Συμβούλιο Πράσινων Κτιρίων». Περαιτέρω, αμφότεροι χρησιμοποιούν ως ονομασία πεδίου στο διαδίκτυο την ένδειξη «wvyw.ggbc.gr», εν είδει διακριτικού τίτλου και επωνυμίας της επιχείρησης τους στον ψηφιακό κόσμο, η οποία (ένδειξη) αποτελείται από τα αρχικά του ανωτέρω κοινοτικού σήματος, επωνυμίας και διακριτικού τίτλου τους «GREEK GREEN BUILDING COUNCIL», προς διάκριση των προσφερόμενων υπηρεσιών, που αφορούν στην πιστοποίηση κτιρίων και έργων δόμησης ως προς τις πράσινες πρακτικές τους, με στόχο την προώθηση στην Ελλάδα των αρχών της αειφόρου-πράσινης ανάπτυξης. Υπό  αυτά τα δεδομένα, συνολικά θεωρούμενη, η χρησιμοποιούμενη από τους ενάγοντες-αντεναγόμενους  ανωτέρω λεκτική ένδειξη, ως κοινοτικό σήμα και διακριτικό γνώρισμα της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του ν. 146/1914, είναι σχεδόν όμοια με τα προγενεστέρως χρονικά κτηθέντα διακριτικά γνωρίσματα της πρώτης εναγομένης-αντενάγουσας, καθώς περιλαμβάνει αυτούσια τις ενδείξεις «green building councils ενώ προηγείται αυτών η ένδειξη «greek», η οποία εννοιολογικά ταυτίζεται με την ένδειξη «Hellanic» των διακριτικών γνωρισμάτων της πρώτης εναγομένης-αντενάγουσας, διότι και οι δύο αποδίδουν την έννοια «ελληνικό», με αποτέλεσμα να υπάρχει πλήρης εννοιολογική ταύτιση των συγκρινόμενων ενδείξεων. Έτσι, συνολικά θεωρούμενη η λεκτική ένδειξη “GREEK GREEN BUILDING COUNCIL”, ομοιάζει σφόδρα, κατά τη συνολική ηχητική, οπτική και εννοιολογική εντύπωση που δημιουργεί στο μέσο, ενημερωμένο άτομο του οικείου καταναλωτικού κοινού, με τα προαναφερόμενα διακριτικά γνωρίσματα της πρώτης εναγομένης-αντενάγουσας. Ομοίως, δεδομένου ότι οι επίδικες ονομασίες πεδίου (domain name) των διαδίκων αποτελούνται από τη συντετμημένη επωνυμία τους, υφίσταται σε εντονότατο βαθμό συνολική οπτική, ηχητική και εννοιολογική I ομοιότητα τους, υπό την έννοια ότι τα χρησιμοποιούμενα σε αυτές γράμματα παραπέμπουν στα επίδικα διακριτικά γνωρίσματα των διαδίκων. Έτσι, η χρήση του γράμματος «g» ως πρώτο γράμμα στην ένδειξη ονομασίας πεδίου των εναγόντων-αντεναγομένων, η οποία παραπέμπει στην πρώτη λέξη του επίδικου κοινοτικού σήματος-διακριτικού γνωρίσματος τους, ήτοι στη λέξη «greek», αντί του χρησιμοποιούμενου από την πρώτη εναγόμενη-αντενάγουσα σημείου «el», το οποίο παραπέμπει, ομοίως, στην πρώτη λέξη του επίδικου διακριτικού γνωρίσματος της τελευταίας «hellenic», ουδεμία ουσιαστική παράμετρο διαφοροποίησης προσδίδει στη συνολική εντύπωση που προκαλούν οι υπό κρίση ενδείξεις ονομασίας πεδίου, και τούτο διότι, οι δύο ενδείξεις («g» και «el»), αν και διαφορετικές οπτικά και ηχητικά, ωστόσο, ταυτίζονται εννοιολογικά, παραπέμποντας αμφότερες στην έννοια του «ελληνικού». Απευθύνονται, δε, οι ενάγοντες-αντεναγόμενοι ακριβώς στο ίδιο καταναλωτικό κοινό με την πρώτη εναγόμενη-αντενάγουσα, καθώς το αντικείμενο της δραστηριότητάς τους» σύμφωνα  με τα ανωτέρω απαδειχθέντα, είναι ομοειδές. Αποδεικνύεται, επομένως, ότι συντρέχει ο σχετικός κίνδυνος πρόκλησης σύγχυσης στο «μέσο» καταναλωτή της κατηγορίας των υπηρεσιών αυτών, ήτοι των ασχολούμενων σε επιστημονικό-επαγγελματικό επίπεδο με το αντικείμενο της δόμησης και των κατασκευών στην Ελλάδα, ήτοι σε εκείνους που έχουν τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικοί και ενημερωμένοι με βάση την γενική εντύπωση που τους δημιουργείται, ως προς την προέλευση των παρεχόμενων υπηρεσιών, εγκείμενη στην πεπλανημένη και σφαλερή εντύπωση ότι οι υπηρεσίες που προσφέρουν οι ενάγοντες-αντεναγόμενοι προέρχονται από την πρώτη εναγόμενη-αντενάγουσα ή ότι μεταξύ τους υφίσταται οργανωτική σύνδεση ή επιχειρηματική συνεργασία. Ο  εν λόγω κίνδυνος σύγχυσης επιτείνεται, περαιτέρω, διότι από την αυτούσια, χρήση εκ  μέρους των εναγόντων-αντεναγομένων των ενδείξεων «GRE£N BUILDING COUNCIL», οι οποίες παραπέμπουν ευθέως στον ανωτέρω διεθνή οργανισμό «WORLD GREEN BUILDING COUNCIL/WGBC», μέλος του οποίου είναι η πρώτη εναγόμενη-αντενάγουσα, ως μοναδικό ελληνικό μέλος στα πλαίσια του οργανισμού αυτού, δημιουργείται η εσφαλμένη εντύπωση ότι πρόκειται για συνεργαζόμενο με την πρώτη εναγόμενη-αντενάγουσα καθώς και με τον ανωτέρω διεθνή οργανισμό νομικό πρόσωπο. Καθίσταται έτσι σαφές ότι η υπό κρίση πρακτική των εναγόντων-αντεναγομένων, τελείται με ανταγωνιστικό της πρώτης εναγόμενης-αντενάγουσας σκοπό, με την οποία βρίσκεται σε σχέση ανταγωνισμού, ενόψει του ότι απευθύνονται στον ίδιο κύκλο πελατών, προσφέροντας ίδιες υπηρεσίες, κινούμενοι στον ίδιο οικονομικό-επιστημονικό-επαγγελματικό κλάδο, και κατά τρόπο που αντίκειται στα χρηστά ήθη, συνιστώντας παράλληλα αθέμιτο εις βάρος της- ανταγωνισμό, καθώς τούτοι (ενάγοντες-αντεναγόμενοι) επιδιώκουν να προσελκύσουν τον κύκλο πελατών της πρώτης εναγόμενης-αντενάγουσας και να αποκομίσουν εύκολο και γρήγορο επιχειρηματικό κέρδος σε βάρος της, εκμεταλλευόμενοι τις θετικές παραστάσεις ποιότητας τον προερχόμενων από αυτήν υπηρεσιών, οι οποίες βρίσκονται υπό την αιγίδα του ανωτέρω διεθνούς οργανισμού «WGBC». Έτσι, ο πρώτος των εναγόντων-αντεναγομένων αθέμιτα και κακόπιστα προέβη στην καταχώρηση του υπό κρίση κοινοτικού σήματος, διότι γνώριζε, αφενός μεν ότι είχε προηγηθεί και ολοκληρωνόταν η διαδικασία ένταξης ως επίσημου μέλους στο διεθνή οργανισμό «WGBC» της πρώτης εναγόμενης-αντενάγουσας, αφετέρου δε, ότι η χρήση των ενδείξεων Green Building Council παραπέμπει ευθέως στον παραπάνω διεθνή οργανισμό, προϋποθέτοντας οργανωτική σε αυτόν ένταξη, η οποία, όμως, προορίζεται μόνο για τα επίσημα, διαπιστευμένα μέλη του, ιδιότητα που, ωστόσο, γνώριζε ότι δεν μπορούσε να αποκτήσει, δεδομένου ότι είχε προηγηθεί και ολοκληρωθεί η επίσημη  ένταξη  της πρώτης εναγόμενης-αντενάγουσας, ως  μέλους  του οργανισμού αυτού. Η γνώση του δε για το ότι μόνον ένα εθνικό νομικό πρόσωπο μπορεί να γίνει μέλος του εν λόγω διεθνούς οργανισμού ανά χώρα, προκύπτει και από το γεγονός ότι ουδέποτε υπέβαλε και ο ίδιος αίτηση για ένταξη στον οργανισμό αυτό, καθώς ήξερε ότι προϋπήρχε η αίτηση ένταξης και τελικώς η αποδοχή αυτής εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης-αντενάγουσας, ως μέλους του οργανισμού. Ωστόσο, με την καταχώρηση και χρήση του επίδικου κοινοτικού σήματος-διακριτικού γνωρίσματος δημιούργησε την πεπλανημένη εντύπωση ότι είναι μέλος του ανωτέρω οργανισμού, επιδιώκοντας να αποσπάσει αθέμιτα το κύρος και τη φήμη που παρέχει η ένταξη σε αυτόν και να προωθήσει τις επαγγελματικές του επιδιώξεις. Ως εκ τούτου, εφόσον αποδεικνύεται ότι η κτήση από τους ενάγοντες-αντεναγόμενους του δικαιώματος επί του επιδίκου κοινοτικού σήματος έγινε αθεμίτως, με σκοπό την παρεμπόδιση της ανταγωνίστριας πρώτης εναγομένης-αντενάγουσας, η επίκληση από αυτούς του δικαιώματος είναι καταχρηστική και αντίθετη με τα χρηστά ήθη.

Περαιτέρω, καταφάσκεται η από τους ενάγοντες-αντεναγόμενους προσβολή της επωνυμίας, διακριτικού τίτλου-domain name της πρώτης εναγόμενης-αντενάγουσας, (τα οποία σύμφωνα  με τις  ανωτέρω νομικές  αιτιολογίες, ως παλαιότερα, προηγούνται), μέσω της χρήσης της λεκτικής ένδειξης GREEK GREEN BUILDING COUNCIL και της λεκτικής ένδειξης «www.ggbc.gr», οι οποίες (ενδείξεις) χρησιμοποιούνται και κατά τον παρόντα χρόνο ως σήμα, διακριτικό γνώρισμα και όνομα χώρου, εν είδη σήματος και διακριτικού τίτλου, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, διότι, οι ενδείξεις αυτές αποτελούν απομίμηση, άλλως παραποίηση των επίδικων διακριτικών γνωρισμάτων της πρώτης εναγομένης-αντενάγουσας και κατ’ επέκταση καταφάσκεται η παροχή έννομης προστασίας της. Επιπλέον, συντρέχει και η άμεσα συνυφασμένη με αυτή πρακτική αθέμιτου ανταγωνισμού εκ μέρους των εναγόντων-αντεναγομένων, δια της παράνομης χρήσης από αυτούς των ανωτέρω λεκτικών ενδείξεων («GREEK GREEN BUILDING COUNCIL-Ελληνικό    Συμβούλιο Πράσινων Κτιρίων» και «www.ggbc.gr») στις παρεχόμενες από τους ίδιους υπηρεσίες. Συνεπώς, καθώς στοιχειοθετήθηκε προσβολή από τους ενάγοντες-αντεναγόμενους των ανωτέρω προγενέστερων διακριτικών γνωρισμάτων της πρώτης    εναγόμενης-αντενάγουσας, καθώς και του διακριτικού τίτλου και της επωνυμίας της στο διαδίκτυο, δια της χρήσης του ανωτέρω ονόματος χώρου, (αρξαμένη το έτος 2012), κοινοτικού σήματος, επωνυμίας και διακριτικού τίτλου και συνεχιζόμενη επί του παρόντος, συντρέχει έννομο συμφέρον της πρώτης εναγόμενης-αντενάγουσας να διαταχθεί η διαγραφή του επίδικου κοινοτικού σήματος κατ’ άρθρο 53 παρ. 2 Καν. 207/2009, καθώς και η άρση και η παράλειψη της προσβολής αυτής στο μέλλον. Συνακόλουθα, λοιπόν, με βάση τα παραπάνω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, δεκτής γενομένης και ως ουσιαστικά βάσιμης της προβληθείσας από τους εναγομένους-αντενάγοντες ένστασης των άρθρων 281 του ΑΚ και 1 του ν. 146/1914. Αντιθέτως, η υπό κρίση ανταγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσία, ως προς την πρώτη εναγόμενη-αντενάγουσα και: 1) να κηρυχθεί άκυρο το υπ’ αριθμόν 010429769 κοινοτικό σήμα «GREEK GREEN BUILDING COUNCIL-Ελληνικό Συμβούλιο Πράσινων Κτιρίων», δικαιούχος του οποίου είναι ο πρώτος ενάγων-αντεναγόμενος και αποκλειστική αδειούχος χρήσης του η δεύτερη ενάγουσα-αντεναγόμενη, 2) να αναγνωριστεί η πρώτη εναγόμενη-αντενάγουσα ως αποκλειστική δικαιούχος του με αριθμό 222897 εθνικού σήματος, της επωνυμίας-διακριτικού τίτλου «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΎΛΙΟ ΑΕΙΦΟΡΟΤ ΔΟΜΗΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ- ELGBC The Hellenic Green Building Council», και του ονόματος χώρου «www.elgbc.gr», 3) να υποχρεωθούν οι ενάγοντες-αντεναγόμενοι να παύσουν τη με οποιονδήποτε τρόπο χρήση στο μέλλον του κοινοτικού σήματος, της επωνυμίας-διακριτίκού τίτλου «Greek Green Building Conncil-Ελληνικό Συμβούλιο Πράσινων Κτιρίων» και του ονόματος χώρου «www.ggbc.gr» και να απαγορευθεί σε αυτούς η με οποιονδήποτε τρόπο χρήση τους, 4) να απειληθεί για κάθε παράβαση της αμέσως ανωτέρω διάταξης από τους ενάγοντες-αντεναγομένους, κατ’ αυτών χρηματική ποινή 1.000 ευρώ και κατά του πρώτου ενάγοντος-αντεναγομένου επιπλέον προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) μήνα, 5) να διαταχθεί η δημοσίευση του διατακτικού της παρούσας απόφασης σε δύο ημερήσιες εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας, επιλογής της πρώτης εναγομένης-αντενάγουσας, με επιμέλεια δική της και δαπάνη των εναγόντων-αντεναγομένων, κατά τα αιτούμενα στην ανταγωγή, για λόγους ενημέρωσης του καταναλωτικού κοινού. Τέλος, όσον αφορά το παρεπόμενο αίτημα της πρώτης εναγομένης-αντενάγουσας για κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι οι οποίοι επιβάλλουν την προσωρινή εκτελεστότητα, εγκείμενοι στη συνεχιζόμενη διαρκή προσβολή των κριθέντων απόλυτων δικαιωμάτων επί των ενδίκων διακριτικών γνωρισμάτων, και στις καταγνωσθείσες πρακτικές αθεμίτου ανταγωνισμού εκ μέρους των εναγόντων-αντεναγομένων.

Τέλος, το Δικαστήριο πρέπει να διατάξει αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 4 του Καν. 207/2009, την ανακοίνωση στο Γραφείο Εναρμόνισης Εσωτερικής Αγοράς (ΟΗΙΜ) της ημερομηνίας άσκησης της υπό κρίση ανταγωγής, η οποία είναι η 07.09,2015, επιμέλεια της Γραμματείας του -παρόντος Δικαστηρίου. Τα δικαστικά έξοδα της αγωγής και της ανταγωγής πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων την από 03.04.2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 43037/5919/2014 αγωγή και την ασκηθείσα με τις από 07.09.2015 προτάσεις των εναγόμενων – αντεναγόντων ανταγωγή.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 03.04.2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 43037/5919/2014 αγωγή.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ασκηθείσα με τις από 07.09.2015 προτάσεις των εναγόμενων -αντεναγόντων ανταγωγή ως προς τη δεύτερη εναγόμενη- αντενάγουσα.

ΔΕΧΕΤΑΙ την ασκηθείσα με τις από 07.09.2015 προτάσεις των εναγόμενων-αντεναγόντων ανταγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη-αντενάγουσα.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ άκυρο το υπ’ αριθμόν 010429769 κοινοτικό σήμα «GREEK GREEN BUILDING COUNCIL-Ελληνικό Συμβούλιο Πράσινων Κτιρίων», δικαιούχος του οποίου είναι ο πρώτος ενάγων-αντεναγόμενος και αποκλειστική αδειούχος χρήσης του η δεύτερη ενάγουσα-αντεναγόμενη.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την πρώτη εναγόμενη-αντενάγουσα ως αποκλειστική δικαιούχο της επωνυμίας διακριτικού τίτλου “ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΎΛΙΟ ΑΕΙΦΟΡΟΥ ΔΟΜΗΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ- ELGBG The Hellenic Green Building Council”, του ονόματος χώρου «www.elgbc.gr, και του με αριθμό 222897 εθνικού σήματος.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους ενάγοντες-αντεναγόμενους να παύσουν να χρησιμοποιούν με οποιονδήποτε τρόπο στο μέλλον το κοινοτικό σήμα, την επωνυμία-διακριτικό τίτλο «Greek Green Building Council -Ελληνικό Συμβούλιο Πράσινων Κτιρίων» και το όνομα χώρου «www.ggbc.gr» και απαγορεύει σε αυτούς τη με οποιονδήποτε τρόπο χρήση τους.

ΑΠΕΙΛΕΙ για κάθε παράβαση της αμέσως παραπάνω διάταξης από τους ενάγοντες-αντεναγόμενους, κατ’ αυτών χρηματική ποινή 1.000 ευρώ, και κατά του πρώτου ενάγοντος-αντεναγόμενου επιπλέον προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) μήνα.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη δημοσίευση του διατακτικού της απόφασης σε δύο ημερήσιες εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας της επιλογής της πρώτης εναγομένης-αντενάγουσας, με επιμέλεια δική της και δαπάνη των εναγόντων-αντεναγομένων.

ΚΗΡΎΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή κατά τις ανωτέρω διατάξεις της.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την ανακοίνωση, επιμέλεια της Γραμματείας του  παρόντος Δικαστηρίου, στο Γραφείο Εναρμόνισης Εσωτερικής Αγοράς της ημερομηνίας άσκησης της υπό κρίση ανταγωγής, η οποία είναι η εβδόμη Σεπτεμβρίου δύο χιλιάδες δέκα πέντε (07.09.2015).

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολο της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 01.06.2016

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, στην Αθήνα, στις 23.06.2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/pprath1378.htm