ΤρΕφΠατρών 81/2018 Ιόνιος Αστικός Κώδικας – Κληρονομική διαδοχή εξ αδιαθέτου -Νομή ακινήτου – Αποδοχή περισσότερων κληρονόμων – Κτήση κυριότητας ακινήτου – Χρησικτησία -.

65

Κατάργηση του Ιόνιου Αστικού Κώδικα και ισχύς του Αστικού Κώδικα. Κληρονομικό δίκαιο. Κληρονομική διαδοχή αποβιούντος χωρίς διαθήκη. Ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομία μόλις γίνει η επαγωγή. Προκειμένου περί ακινήτου αποκτά με την προϋπόθεση της αποδοχής της κληρονομίας και τη μεταγραφή της σχετικής δηλώσεως. Δυνατή η αποδοχή περισσότερων κληρονομιών με μία συμβολαιογραφική πράξη ή και αποδοχή για λογαριασμό αποβιώσαντος κληρονόμου, από τον κληρονόμο του τελευταίου. Με τον θάνατο του κληρονομουμένου η νομή ακινήτου που είχε αυτός μεταβιβάζεται στον κληρονόμο και χωρίς την αποδοχή της κληρονομίας και μεταγραφή της σχετικής δηλώσεως ή του κληρονομητηρίου. Ο καθολικός ή ειδικός διάδικος δικαιούται να συνυπολογίσει και τον χρόνο νομής του προκτήτορά του στον δικό του χρόνο νομής, εφόσον τόσο αυτός όσο και οι διάδοχοι έχουν νομή χρησικτησίας και δεν χώρησε διακοπή στη διαδοχή της νομής ανάμεσά τους. Στην έκτακτη χρησικτησία για τον συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων αρκεί ειδική διαδοχή στη νομή. Στην τακτική χρησικτησία χωρεί συνυπολογισμός χρόνου του δικαιοπαρόχου στη νομή του διαδόχου τόσο στην καθολική, όσο και στην ειδική διαδοχή, μόνο αν έχει και ο διάδοχος τα ίδια προσόντα της τακτικής χρησικτησίας.

Αριθμός 81/2018

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Γεώργιο Αλεξόπουλο, Πρόεδρο Εφετών, Μαρία Γαϊτάνη, Παναγιώτη Κωστή, Εισηγητή, Εφέτες, και από τη Γραμματέα Αφροδίτη Γεωργίου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2017, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλούντων : 1) … 4) … τους οποίους εκπροσώπησε στο Δικαστήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Παναγιώτης Λεβεντάκος, ο οποίος παρίσταται δια   δηλώσεως κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..

Των εφεσίβλητων : 1) Εδρεύουσας στα Χαλιωτάτα Σάμης Κεφαλληνίας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία « ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑΤΟΣ ΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΛΑΤΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ – ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ – ΥΓΡΩΝ ΚΑΥΣΙΜΩΝ ΛΙΠΑΝΤΙΚΩΝ – ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ   ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ » και το διακριτικό τίτλο «… ΑΕ » με Α.Φ.Μ. … Δ.Ο.Υ. Αργοστολίου, που εκπροσωπείται νόμιμα, 2) …, 5) …, από τους οποίους η μεν πρώτη εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεράσιμο Θεοδωράτο και Μιχαήλ-Διονύσιο Μοσχονά, οι οποίοι παρίστανται δια δηλώσεως κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., οι δε λοιποί δεν παραστάθηκαν.

Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες με την από 19-7-2005 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου 198/22-7-2005 αγωγής τους, ενώπιον του Μονομελούς    Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 43/2009 απόφαση του με την κήρυξε εαυτό καθύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, το οποίο εξέδωσε τις υπ’ αριθμ. 36/2011  και 99/2012 αποφάσεις του με τις οποίες κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υποθέσεως. Εν συνεχεία το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 2/2014 απόφαση του με την οποία απέρριψε την αγωγή.

Την τελευταία αυτή απόφαση προσβάλλουν οι εκκαλούντες – ενάγοντες με την από 2-5-2014 έφεσή τους, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 44/2014, για την οποία ορίσθηκε με την υπ’ αριθ. 148/8-9-2014 πράξη της Γραμματέως του παρόντος Δικαστηρίου δικάσιμος η 10η Μαρτίου 2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε και συζητήθηκε, ζητώντας να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτή.

Κατά την συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρισταμένων διαδίκων κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ’ αριθμ. 11.194Γ’/18-5-2015 και 3449/19-3-2015 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών … και της δικαστικής επιμελήτριας του πρωτοδικείου Κεφαλληνίας … αντιστοίχως , αποδεικνύεται ότι οι δεύτερη, τρίτος, τέταρτος, πέμπτη και έκτος των εφεσίβλητων επισπεύδουν την συζήτηση της υπό κρίση εφέσεως επιδίδοντας στους λοιπούς διαδίκους επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση έφεσης με την πράξη προσδιορισμού ως δικασίμου της 10ης Μαρτίου 2016 και με κλήση για συζήτηση, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Όμως οι άνω εφεσίβλητοι, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα δημοσίως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, δεν παραστάθηκαν και δεν έλαβαν μέρος στην συζήτηση κατά την εκδίκαση της υποθέσεως. Επομένως πρέπει να δικαστούν ερήμην. Το Δικαστήριο, ωστόσο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρα 524 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.).

Η υπό κρίση έφεση των εναγόντων, ήδη εκκαλούντων κατά της υπ’ αριθμ.   2/2014 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, το οποίο δίκασε την από 19-7-2005 αγωγή τους, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη, εφόσον η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε σε αυτούς την 11-4-2014 ημέρα Πέμπτη (βλ. την υπ’αριθμ. 2431 /11-4-2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας …), η δε έφεση ασκήθηκε (κατατέθηκε) την 5-5-2014, ήτοι εντός της από το άρθρο 518 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. τασσόμενης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι κατατέθηκαν τα υπ’ αριθμ. 1651185, 1651186 Παράβολα Δημοσίου και τα υπ’ αριθμ. 082092 και 082093 Παράβολα ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ..

Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες με την από 19-7-2005 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου 198/2005 αγωγή τους εξέθεσαν ότι την 22-01-1936 απεβίωσε στα Χαλιωτάτα Κεφαλλονιάς ο …, ο οποίος κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους την εν ζωή σύζυγο του … και τα τέσσερα τέκνα του, ήτοι τον …, τον …, τον … (πρώτο ενάγοντα-πρώτο εκκαλούντα) και την …, οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία κατά τα εξής ποσοστά, η μεν πρώτη κατά 16/64 εξ αδιαιρέτου, οι δε λοιποί κατά 12/64 έκαστος εξ αδιαιρέτου. Ότι την 08-10-1954 απεβίωσε η εν ζωή σύζυγος του αποβιώσαντος και μητέρα των υπολοίπων συγκληρονόμων … και υπεισήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία της αποβιωσάσης τα τέκνα της, ήτοι ο …, ο …, ο …(πρώτος ενάγων-πρώτος εκκαλών) και η …, με αποτέλεσμα το ποσοστό συγκυριότητας να διαμορφωθεί σε 16/64 εξ αδιαιρέτου για έκαστο εξ αυτών. Ότι την 15-09-1975 απεβίωσε ο …, καταλείποντας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους την εν ζωή σύζυγο του … (δεύτερη ενάγουσα-δεύτερη εκκαλούσα) και τα δύο τους παιδιά, ήτοι τον … (τρίτο ενάγοντα-τρίτο εκκαλούντα) και την … (τέταρτη ενάγουσα-τέταρτη εκκαλούσα), οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία του αρχικού κληρονομουμένου … κατά ποσοστά 4/64 (η δεύτερη ενάγουσα-δεύτερη εκκαλούσα), 6/64 (ο τρίτος ενάγων-τρίτος εκκαλών) και 6/64 (η τέταρτη ενάγουσα-τέταρτη εκκαλούσα). Ότι την 29-01-1989 απεβίωσε ο …, ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την εν ζωή σύζυγο του … (δεύτερη εναγομένη-δεύτερη εφεσίβλητη) και τα τέκνα τους, ήτοι τον … (τρίτο εναγόμενο-τρίτο εφεσίβλητο), τον … (τέταρτο εναγόμενο-τέταρτο εφεσίβλητο), την …(πέμπτη εναγομένη-πέμπτη εφεσίβλητη) και τον … (έκτο εναγόμενο-έκτο εφεσίβλητο), οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία του αρχικού κληρονομουμένου … κατά ποσοστό 4/64, 3/64, 3/64, 3/64 και 3/64 εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως. Ότι μεταξύ των άλλων ακινήτων, τα οποία περιήλθαν στους κληρονόμους του αρχικού κληρονομουμένου …, είναι και ένα ακίνητο στην ειδικότερη θέση «Ράχες» η «Έλαφος» της Κοινότητας Χαλιωτάτων Κεφαλλονιάς, εκτάσεως περίπου 11 στρεμμάτων ή, κατά νεότερη εμβαδομέτρηση,  9.971,24 τ.μ.,  το οποίο είχε περιέλθει στον αρχικό δικαιοπάροχο … από τον πατέρα του … προ του 1900 με άτυπη δωρεά, ο δε πατέρας του … νεμόταν αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ότι την 06-11-1995 οι δεύτερη, τρίτος, τέταρτος, πέμπτη και έκτος εναγόμενοι – εφεσίβλητοι, μολονότι τυγχάνουν συγκύριοι μόνο κατά ποσοστό 50 % επί του ως άνω ακινήτου, προέβησαν στην πώληση του κατά ποσοστό 100% στην πρώτη εναγομένη- πρώτη εφεσίβλητη, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην υπό κρίση αγωγή. Ότι, πριν την υπογραφή του ως άνω συμβολαίου, οι πωλητές προέβησαν σε αποδοχή της κληρονομιάς του …, αποδεχόμενοι ποσοστό 100% επί του ως άνω ακινήτου, και όχι το ποσοστό 50 % που τους ανήκε επ’ αυτού, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, ομοίως, στην υπό κρίση αγωγή. Ότι τόσο ο δικαιοπάροχος της δεύτερης, του τρίτου, του τετάρτου, της πέμπτης και του έκτου των εναγομένων-εφεσιβλήτων …, όσο και η αδελφή του …, είχαν αναγνωρίσει τα ποσοστό της συγκυριότητας των εναγόντων-εκκαλούντων επί του ως άνω ακινήτου. Ότι, δυνάμει της υπ’ αριθμ. …/15-07-2005 πράξεως δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών …, η οποία μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαμαίων, ο πρώτος ενάγων-πρώτος εκκαλών αποδέχθηκε το αντιστοιχούν ποσοστό συγκυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου (16/64). Ότι, δυνάμει της υπ’ αριθμ…./19-07-2005 πράξεως δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …, η οποία μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαμαίων, η δεύτερη, ο τρίτος και η τέταρτη των εναγόντων-εκκαλούντων αποδέχθηκαν το αντιστοιχούν ποσοστό συγκυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου (4/64, 6/64 και 6/64 αντιστοίχως). Ότι η πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη αμφισβητεί τη συγκυριότητα τους και αρνείται να αποδώσει σε αυτούς το επίδικο ακίνητο κατά το ποσοστό αυτής. Με βάση τα ως άνω ιστορούμενα, ζήτησαν α) να αναγνωρισθούν οι ενάγοντες-εκκαλούντες συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου κατά το ποσοστό συγκυριότητας εκάστου εξ αυτών, β) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη να τους αποδώσει το επίδικο ακίνητο κατά το ποσοστό συγκυριότητας εκάστου εξ αυτών, καθώς και να διαταχθεί η αποβολή της τελευταίας από το επίδικο ακίνητο και η εγκατάσταση των εναγόντων-εκκαλούντων σ’ αυτό και γ) να διαταχθεί η κατεδάφιση οιουδήποτε κτίσματος εντός του επιδίκου ακινήτου. Επί της αγωγής εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας  η οποία την απέρριψε. Κατά της αποφάσεως αυτή παραπονούνται ήδη οι εκκαλούντες, με την κρινόμενη έφεση τους, για κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν να γίνει δεκτή η αγωγή.

Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 629, 638 και 667 του Ιονίου Αστικού Κώδικα, κατά τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω μέρη τους, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Υπό την ισχύ του Ιονίου Αστικού Κώδικα, κληρονόμοι του αποβιούντος χωρίς διαθήκη ήταν κατ’ αρχάς μεν τα άρρενα τέκνα του ή οι από αυτά (εξ αρρενογονίας) κατιόντες και μάλιστα κατ’ ισομοιρία και κατά κεφαλές όταν ήταν όλοι πρώτου βαθμού, στη συνέχεια δε και εάν ο αποβιώσας δεν κατέλειπε υιούς, θυγατέρες, ούτε κατιόντες αυτών, ούτε και ανιόντες, ως κληρονόμοι του εκαλούντο οι αμφιθαλείς ή ομαίμονες αδελφοί του και οι άρρενες, από αρρενογονία, κατιόντες των προαποβιωσάντων αμφιθαλών ή ομαιμόνων αδελφών του. Η σχετική αποδοχή κληρονομιάς μπορούσε να ήταν ρητή ή σιωπηλή. Ρητή εθεωρείτο η αποδοχή όταν κάποιος λάμβανε το όνομα του κληρονόμου σε δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο και σιωπηλή όταν ο κληρονόμος ενεργούσε κάποια πράξη, από την οποία να προέκυπτε αναγκαίως η θέληση του προς αποδοχή της κληρονομιάς και την οποία (πράξη) είχε δικαίωμα να κάνει μόνο ως κληρονόμος. Για τη σιωπηλή, δηλαδή, αποδοχή ήταν απαραίτητο να προβούν οι κληρονόμοι σε εμφανείς υλικές πράξεις, οι οποίες να μαρτυρούν σαφώς τη θέληση τους να εξουσιάζουν τα κληρονομιαία ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος (ΑΠ. 857/2007 ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, με το άρθρ. 13 εδ. α’ ν. 2310/1920 (ΦΕΚ Α’ 148/03-07-1920), καταργήθηκαν όλες οι διατάξεις που ήταν αντίθετες στο νόμο αυτό και, ιδίως, τα άρθρα 615-662 του Ιονίου Πολιτικού (Αστικού) Κώδικα, κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 1813, 1814 και 1820 του ΑΚ, που ισχύει από 23-02-1946, και οποίες επαναλαμβάνουν τη διατύπωση των άρθρων 1, 2 και 7 του ν. 2310/1920, αντιστοίχως (βλ. Απ. Γεωργιάδη, Κληρονομικό Δίκαιο, 2010, σελ. 449), ως κληρονόμοι του αποβιούντος, χωρίς διαθήκη, καλούνται κατά σειρά οι κατιόντες, όπως αναφέρονται στο άρθρ. 1813 ΑΚ, εκ των οποίων τα τέκνα κατ’ ισομοιρία και στη συνέχεια οι γονείς και αδελφοί του κληρονομουμένου και τα τέκνα και οι εγγονοί προαποβιωσάντων αδελφών του, κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 1814 ΑΚ, και τέλος ο επιζών σύζυγος, ο οποίος, όταν μεν συντρέχει με τους συγγενείς της πρώτης τάξεως, λαμβάνει το ένα τέταρτο της κληρονομιάς, ενώ όταν συντρέχει με συγγενείς των άλλων τάξεων καλείται στο μισό της κληρονομιάς (πλέον του “εξαίρετου”).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 1846 ΑΚ, ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομιά μόλις γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρ. 1198 ΑΚ, δηλαδή, προκειμένου περί ακινήτου, με την προϋπόθεση της αποδοχής της κληρονομιάς και την μεταγραφή της σχετικής δηλώσεως, με τη σημείωση εδώ ότι είναι δυνατόν να γίνει αποδοχή περισσοτέρων κληρονομιών με μία συμβολαιογραφική πράξη ή και αποδοχή, για λογαριασμό αποβιώσαντος κληρονόμου, από τον κληρονόμο του τελευταίου (Α.Π. 857/2007 ΝΟΜΟΣ). Τέλος, κατά το άρθρ. 983 ΑΚ η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέως, κατά δε το άρθρ. 1051 ΑΚ εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο του δικαιοπαρόχου του. Από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει, ότι με το θάνατο του κληρονομουμένου η νομή ακινήτου που είχε αυτός, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο και χωρίς την αποδοχή της κληρονομιάς και μεταγραφή της σχετικής δηλώσεως ή του κληρονομητηρίου. Ο καθολικός και ο ειδικός διάδοχος δικαιούται να συνυπολογίσει και το χρόνο νομής του προκτήτορά του στο δικό του χρόνο νομής, εφόσον τόσο αυτός όσο και οι διάδοχοι έχουν νομή χρησικτησίας και δεν χώρησε διακοπή στη διαδοχή της νομής ανάμεσα τους. Στην έκτακτη χρησικτησία για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων αρκεί ειδική διαδοχή στη νομή, η οποία επέρχεται ακόμη και αν πρόκειται για μεταβίβαση του ακινήτου με άτυπη και αφηρημένη ή αναιτιώδη σύμβαση. Στην τακτική χρησικτησία χωρεί συνυπολογισμός χρόνου του δικαιοπαρόχου στη νομή του διαδόχου τόσο στην καθολική, όσο και στην ειδική διαδοχή, μόνο αν έχει και ο διάδοχος τα ίδια προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, διότι ο νόμος καθιερώνει και εδώ διαδοχή στη νομή και όχι στη χρησικτησία (Α.Π. 165/2004 ΝΟΝΟΣ, Α.Π. 1415/2003 ΝΟΜΟΣ, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρΝομΑΚ, άρθ. 1051, παρ. 10Β). Εν προκειμένω από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του    Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την υπ’ αριθμ. 43/2009 απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης,  τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά από τα οποία αναφέρονται κατωτέρω, χωρίς ωστόσο να παραλείπεται κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, μεταξύ των οποίων αντίγραφα απομαγνητοφωνημένων πρακτικών της συνεδριάσεως της 25-6-2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, τα οποία περιέχουν ένορκη κατάθεση μάρτυρα, καθώς και την υπόλοιπη διαδικασία αποδεικνύονται σε σχέση με τους λόγους της έφεσης τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο … απεβίωσε την 22-01-1936 χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατέλειπε δε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη και δεδομένου ότι απεβίωσε μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2130/1920 και πριν την έναρξη ισχύος του Αστικού Κώδικα, την εν ζωή σύζυγο του … και τα τέσσερα τέκνα του, ήτοι το …, τον …, τον … (πρώτο   ενάγοντα-πρώτο  εκκαλούντα) και την …, οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία κατά ποσοστά 16/64 εξ αδιαιρέτου η … και 12/64 εξ αδιαιρέτου έκαστος των λοιπών κληρονόμων. Οι ως άνω κληρονόμοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά, με αποτέλεσμα να καταστούν κληρονόμοι από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, συντάχθηκαν δε, μετά την πάροδο πλέον των εξήντα εννέα (69) ετών από το θάνατο: α) η υπ’ αριθμ. …/15-07-2005 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών …, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαμαίων την 21-07-2005 στον Τόμο … αρ. …, με την οποία ο πρώτος ενάγων-πρώτος εκκαλών δήλωσε ότι αποδέχεται την κληρονομιά του ως άνω αποβιώσαντος και β) η υπ’ αριθμ. …/19-07-2005 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαμαίων την 21-07-2005 στον Τόμο … αρ. …, με την οποία η δεύτερη, ο τρίτος και ο τέταρτος των εναγόντων-εκκαλούντων δήλωσαν ότι αποδέχονται την κληρονομιά του ως άνω αποβιώσαντος (η οποία, εν τω μεταξύ και κατά τα εκτιθέμενα στην ως άνω πράξη αποδοχής κληρονομιάς, είχε περιέλθει λόγω κληρονομικής διαδοχής στους ήδη αποβιώσαντες  … και …, ο οποίος κληρονομήθηκε από τη δεύτερη, τον τρίτο και τον τέταρτο των εναγόντων-εκκαλούντων). Ακολούθως, την 08-10-1954 απεβίωσε η …, χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατέλειπε δε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη και δεδομένου ότι απεβίωσε μετά την έναρξη ισχύος του Αστικού Κώδικα, τα τέσσερα τέκνα της, ήτοι το …,  τον …, τον … (πρώτο ενάγοντα-πρώτο εκκαλούντα) και την …, οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία της κατά ποσοστό 16/64 εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών, με αποτέλεσμα να υπεισέλθουν στην αρχική κληρονομιά του … κατά ποσοστό 16/64 εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών (ήτοι προσαυξημένο κατά ποσοστό 4/64 εξ αδιαιρέτου για έκαστο εξ αυτών λόγω της κληρονομικής διαδοχής της ως άνω αποβιωσάσης). Οι ως άνω κληρονόμοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά, καθώς δεν την αποποιήθηκαν εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από το θάνατο της ως άνω κληρονομουμένης, οπότε και έλαβαν γνώση της επαγωγής και του λόγου της (άρθρα 1847 εδ. α’ και 1850 εδ. β’ ΑΚ), με αποτέλεσμα να καταστούν κληρονόμοι από το χρόνο του θανάτου της (άρθρ. 1711 εδ. γ’ ΑΚ) συντάχθηκαν δε, μετά την πάροδο πλέον των πενήντα (50) ετών από το θάνατο, οι ήδη αναφερθείσες υπ’ αριθμ. 3805/15-07-2005 και 7570/19-07-2005 πράξεις αποδοχής κληρονομιάς. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ως άνω κληρονομούμενος (άμεσος δικαιοπάροχος του πρώτου ενάγοντος-πρώτου εκκαλούντος και απώτερος δικαιοπάροχος της δεύτερης, τρίτου και τέταρτης των εναγόντων-εκκαλούντων), είχε συνεχή, αδιάκοπη, ειρηνική, δημόσια, αναμφίβολη και με σκοπό την προσπορισμό κυριότητας διακατοχή στο επίδικο ακίνητο, το οποίο βρίσκεται στην ειδικότερη θέση «Ράχες» ή «Ράχε» ή «Έλαφος» της πρώην Κοινότητας και νυν Τοπικής Κοινότητας Χαλιωτάτων Σάμης Κεφαλλονιάς, εκτάσεως περίπου 11 στρεμμάτων, επί τουλάχιστον μία τριακονταετία (από το 1900 ως το 1936), με αποτέλεσμα να αποκτήσει την κυριότητα του με την τριακονταετή παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) του Ιονίου Αστικού Κώδικα. Ακολούθως, την 15-09-1975, απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη ο …, ο οποίος κατέλειπε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους την εν ζωή σύζυγό του … (δεύτερη ενάγουσα-δεύτερη εκκαλούσα) και τα δύο τέκνα του, ήτοι τον … (τρίτο ενάγοντα-τρίτο εκκαλούντα) και την … (τέταρτη ενάγουσα-τέταρτη εκκαλούσα). Οι ως άνω κληρονόμοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά,  καθώς δεν την αποποιήθηκαν εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από το θάνατο του ως άνω κληρονομουμένου, οπότε και έλαβαν γνώση της επαγωγής και του λόγου της (άρθρ. 1847 εδ. α’ και 1850 εδ. β’ ΑΚ), με αποτέλεσμα να καταστούν κληρονόμοι από το χρόνο του θανάτου του (άρθρ. 1711 εδ. γ’ ΑΚ) και να κληρονομήσουν τον ως άνω κληρονομούμενο κατά ποσοστό 4/16, 6/16 και 6/16 εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως και, κατά συνέπεια, να υπεισέλθουν στην αρχική κληρονομιά του … κατά ποσοστό 4/64 εξ αδιαιρέτου η δεύτερη ενάγουσα-δεύτερη εκκαλούσα και 6/64 εξ αδιαιρέτου έκαστος των τρίτου και τετάρτου των εναγόντων-εκκαλούντων, σύμφωνα με τις εκτεθείσες στην ανωτέρω νομική σκέψη διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Ακολούθως, την 29-01-1989, απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη ο …, ο οποίος κατέλειπε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους τη εν ζωή σύζυγο του … (δεύτερη εναγομένη-δεύτερη εφεσίβλητη) και τα τέσσερα τέκνα του, ήτοι τον … (τρίτο εναγόμενο-τρίτο εφεσίβλητο), τον … (τέταρτο εναγόμενο-τέταρτο εφεσίβλητο), την … (πέμπτη εναγομένη-πέμπτη εφεσίβλητη ) και τον … (έκτο εναγόμενο-έκτο εφεσίβλητο). Οι ως άνω κληρονόμοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά, καθώς δεν την αποποιήθηκαν εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από το θάνατο του ως άνω κληρονομουμένου, οπότε και έλαβαν γνώση της επαγωγής και του λόγου της (άρθρα 1847 εδ. α’ και 1850 εδ. β’ ΑΚ), με αποτέλεσμα να καταστούν κληρονόμοι από το χρόνο του θανάτου του (άρθρ. 1711 εδ. γ’ ΑΚ) και να κληρονομήσουν τον ως άνω κληρονομούμενο κατά ποσοστό 4/16, 3/16, 3/16, 3/16 και 3/16 εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως και, κατά συνέπεια, να υπεισέλθουν στην αρχική κληρονομιά του … κατά ποσοστό 4/64 εξ αδιαιρέτου η δεύτερη εναγομένη-δεύτερη εφεσίβλητη και κατά ποσοστό 3/64 εξ αδιαιρέτου έκαστος των τρίτου, τετάρτου, πέμπτης και έκτου των εναγομένων-εφεσιβλήτων, σύμφωνα με τις εκτεθείσες στην ανωτέρω νομική σκέψη διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Περαιτέρω, η πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη, η οποία φέρει το βάρος αποδείξεως των περιστατικών που θεμελιώνουν την ένσταση ιδίας κυριότητας (άρθρα 262 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, Α.Π. 718/2010 ΝΟΜΟΣ, πρβλ. Α.Π. 551/2012 ΝΟΜΟΣ), δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό μέσο που να αποδεικνύει, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αρχική νομική σκέψη, ότι ο … (απώτερος δικαιοπάροχος της ίδιας και άμεσος δικαιοπάροχος της δεύτερης, του τρίτου, του τετάρτου, της πέμπτης και του έκτου των εναγομένων – εφεσίβλητων, δυνάμει κληρονομικής διαδοχής) διενέργησε πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, προϋπόθεση απαραίτητη για την κτήση κυριότητας με την έκτακτη χρησικτησία του Αστικού Κώδικα. Τέτοιο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από την κατάθεση των μαρτύρων αποδείξεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, καθώς οι μάρτυρες αποδείξεως των  εναγόντων-εκκαλούντων και της  πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης δεν αναφέρθηκαν σε πράξεις νομής του …, ο δε  μάρτυρας  αποδείξεως  των  λοιπών εναγομένων-εφεσιβλήτων δεν αναφέρθηκε στη διενέργεια πράξεων νομής από το … πλην της καλλιέργειας του επιδίκου ακινήτου από αυτόν (π.χ. οριοθέτηση του ακινήτου, επισκέψεις στο ακίνητο, επίβλεψη του, προσφορά προς πώληση ή μίσθωση, υποβολή δηλώσεων προς τη Διοίκηση, κ.λπ.), παρά μόνο κατέθεσε ότι α) τα αδέλφια συμφώνησαν να πάρει το ακίνητο ο τελευταίος, β) η συμφωνία αυτή έγινε το 1948, γ) έκτοτε έβλεπε τον τελευταίο μέσα στο ακίνητο, έως και το χρόνο θανάτου του, δ) δεν ήξερε για το ακίνητο στις Ράχες (επίδικο) ποιος το πήρε, αλλά μόνο ότι απ’ όταν έκαναν την άτυπη διανομή ο τελευταίος ήταν εκεί (στο ακίνητο) και ε) ο τελευταίος καλλιεργούσε το ακίνητο, χωρίς να εξειδικεύει τον τρόπο της καλλιέργειας, με αποτέλεσμα η κατάθεση αυτή να μην αρκεί για να αποδειχθεί κατά τρόπο αναμφίβολο η διενέργεια πράξεων νομής από τον τελευταίο, δεδομένου και ότι ο ίδιος μάρτυρας συνομολογεί ότι είναι πρώτος εξάδελφος της δεύτερης εναγομένης-δεύτερης εφεσίβλητης και θείος των λοιπών εναγομένων-εφεσιβλήτων και ότι μέχρι τρία (3) με τέσσερα (4) χρόνια πριν την κατάθεση του ως μάρτυρος (που έλαβε χώρα την 28-04-2009) δεν ήταν μόνιμος κάτοικος της περιοχής όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, αλλά έμενε στην Αθήνα. Την κρίση αυτή επιρρωνυει και το από 17-08-1986 άτυπο συμφωνητικό στο οποίο συνέπραξε, μεταξύ άλλων, ο …, το οποίο λαμβάνεται υπόψη μόνο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς δεν συνιστά έγγραφο που μπορεί να στηρίξει την κτήση κυριότητας επί ακινήτου λόγω ελλείψεως του συμβολαιογραφικού τύπου και της μεταγραφής (άρθρα 369, 1033 και 1192 ΑΚ). Ειδικότερα, με το ως άνω άτυπο συμφωνητικό α) ο …,  β) ο …, γ) η … και δ) η …, φέρονται να προβαίνουν σε άτυπη διανομή ακινήτων, μερικά εκ των οποίων βρίσκονται στη θέση «Ράχες» της κτηματικής περιφέρειας Χαλιωτάτων Σάμης Κεφαλλονιάς, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαινε ο … εφόσον είχε την βέβαιη πεποίθηση ότι είχε ήδη καταστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου, νεμόμενος το ήδη επί τριάντα οκτώ (38) έτη (από το έτος 1948). Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο … γνωστοποίησε ως το έτος 1986 στους λοιπούς συγκυρίους του επιδίκου ακινήτου, με τους οποίους υφίστατο σχέση κοινωνίας (άρθρ. 785 επ. ΑΚ), την πρόθεση του να χρησιδεσπόσει επί του ακινήτου αυτού, ούτε, έστω, ότι οι λοιποί συγκύριοι – συγκοινωνοί έλαβαν γνώση, με οποιοδήποτε τρόπο, της αποφάσεως του να νέμεται εφεξής αυτό ως αποκλειστικός κύριος και ότι πέρασε από τη γνώση αυτή η προθεσμία της αποσβεστικής ή κτητικής παραγραφής, ώστε να θεμελιωθεί έκτακτη χρησικτησία σε βάρος τους (Α.Π. 106/2011 ΝΟΜΟΣ, Α.Π. 479/2010 ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως, δυνάμει της υπ’ αριθμ. …/6-11-1995 πράξεως αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Σαμαίων …, η οποία μεταγράφηκε νομίμως την 09-11-1995 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαμαίων (Τόμος … αρ. …), η δεύτερη, ο τρίτος, ο τέταρτος, η πέμπτη και ο έκτος των εναγομένων-εφεσιβλήτων  δήλωσαν ότι αποδέχονται την κληρονομιά του …, στην οποία συμπεριλαμβανόταν το επίδικο ακίνητο, δηλώνοντας ότι υφίσταται συγκυριότητα της δεύτερης των εναγομένων-εφεσιβλήτων κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου και του τρίτου, τέταρτου, πέμπτης και έκτου των εναγομένων-εφεσιβλήτων κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου για έκαστο εξ αυτών. Ακολούθως, δυνάμει του υπ’ αριθμ. …/06-11-1995 συμβολαίου του ιδίου συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε νομίμως την 10-11-1995 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαμαίων (Τόμος … αρ. …), η δεύτερη, ο τρίτος, ο τέταρτος, η πέμπτη και ο έκτος των εναγομένων-εφεσιβλήτων, ως συγκύριοι εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου, κατά τα ανωτέρω ποσοστά, δήλωσαν ότι πωλούν και μεταβιβάζουν στην πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη, νομίμως εκπροσωπούμενη, το επίδικο ακίνητο, ήτοι ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη Σάμη Κεφαλλονιάς (θέση «Ράχες» ή «Έλαφος» της κτηματικής περιφέρειας Χαλιωτάτων), είχε έκταση 11.000 τ.μ. (ένδεκα στρέμματα) και συνόρευε γύρωθεν: με παλαιό αγροτικό δρόμο και με ιδιοκτησίες …, κληρονόμων … και με άλλη ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης. Συνεπώς, η ένσταση ιδίας κυριότητας που προέβαλε η πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη, κατά την κύρια βάση της που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας δυνάμει του υπ’ αριθμ. …/06-11-1995 συμβολαίου του ως άνω συμβολαιογράφου, πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, καθώς στο ποσοστό συγκυριότητας 1/4 (25 %) εξ αδιαιρέτου [4/64 + 3/64 + 3/64 + 3/64 + 3/64 = 16/64 (1/4)] ανέρχονταν, κατά τα ανωτέρω, τα ποσοστά συγκυριότητας των ως άνω δικαιοπαρόχων της (και όχι σε ποσοστό 100 % όπως εσφαλμένως ισχυρίζεται η πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη) και στο οποίο ανερχόταν, κατά το χρόνο συντάξεως του ως άνω συμβολαίου, το ποσοστό συγκυριότητας της πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης, ως ειδικής διαδόχου των λοιπών εναγομένων και δεν υπερβαίνει το ποσοστό συγκυριότητας 1/2 (50 %) εξ αδιαιρέτου, στο οποίο οι ίδιοι οι ενάγοντες-εκκαλούντες προσδιορίζουν το ποσοστό συγκυριότητας της τελευταίας.

Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη, ο τρίτος, ο τέταρτος, η πέμπτη και ο έκτος των εναγομένων-εφεσιβλήτων, νέμονταν (ήτοι είχαν την φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου) από κοινού το επίδικο ακίνητο με νόμιμο τίτλο (την ως άνω πράξη αποδοχής κληρονομιάς, η οποία, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη, επάγεται συνέπειες αναδρομικώς από το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, βλ. και άρθρ. 1199 ΑΚ) – ήτοι τίτλο που εξωτερικώς έχει όλους τους όρους του εγκύρου, έλλειπε δε εν μέρει, ήτοι κατά το ποσοστό συγκυριότητας που υπερέβαινε το 1/4 (25 %) εξ αδιαιρέτου, η κυριότητα του δικαιοπαρόχου (βλ. ΑΠ 1474/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1033/2003 ΧρΙΔ 2004 σελ. 130) – και καλή πίστη – θεωρώντας, έστω και εσφαλμένως, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, όχι όμως από βαριά αμέλεια (άρθρ. 1042 ΑΚ), ότι ο δικαιοπάροχος τους … απέκτησε την κυριότητα του ως άνω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και, ότι, επομένως, οι ίδιοι απέκτησαν την κυριότητα του ακινήτου αυτού με κληρονομική διαδοχή -επί περισσότερα από πέντε έτη, ήτοι από τον κρίσιμο, κατά τα εκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη, χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου (29-01-1989), ως την προηγουμένη του κρισίμου χρόνου μεταγραφής του ως άνω συμβολαίου πωλήσεως (την 09-11-1995, βλ. ΑΠ 783/1992 ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 3362/2006 ΕλλΔικ 2007 σελ. 636). Η κρίση αυτή για την άσκηση πράξεων νομής από τη δεύτερη, τον τρίτο, τον τέταρτο, την πέμπτη και τον έκτο των εναγομένων-εφεσιβλήτων επιρρωνύεται από α) το από 17-08-1986 άτυπο συμφωνητικό στο οποίο συνέπραξε, μεταξύ άλλων, ο …, το οποίο λαμβάνεται υπόψη μόνο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, κατά τα ειδικότερα εκτεθέντα ανωτέρω, με το οποίο ο … φέρεται να προέβη, από κοινού με τα πρόσωπα που αναφέρθηκαν ανωτέρω, σε άτυπη διανομή ακινήτων, μερικά εκ των οποίων βρίσκονται στη θέση «Ράχες» της  κτηματικής  περιφέρειας Χαλιωτάτων Σάμης Κεφαλλονιάς και β) την κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως των εναγόντων-εκκαλούντων, υιού του πρώτου εξ αυτών, ο οποίος επιβεβαίωσε τη σύνταξη του ως άνω ατύπου συμφωνητικού και κατέθεσε ότι από το 1986 ως το 2004 δεν έγινε επί του επιδίκου καμία ενέργεια από τον ίδιο (το μάρτυρα) ή τους ενάγοντες-εκκαλούντες. Η κατάθεση αυτή επιρρωνύει και το συμπέρασμα ότι από το χρόνο συντάξεως του ως άνω ατύπου συμφωνητικού (17-08-1986) ως το χρόνο του θανάτου του …, ο τελευταίος νεμόταν το επίδικο ακίνητο, θεωρώντας (έστω και εσφαλμένως) ότι αυτό, βάσει της ανωτέρω συμφωνίας, περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα του, η δε διενέργεια από αυτών πράξεων νομής περιήλθε σε γνώση των λοιπών συγκυρίων, προϋπόθεση αναγκαία, κατά τα ανωτέρω, προκειμένου να θεμελιωθεί και τακτική χρησικτησία σε βάρος τους (βλ. ΑΠ 106/2011 ό.π.). Το συμπέρασμα αυτό επιρρωνύεται και από τη σύνταξη των ανωτέρω πράξεων αποδοχής κληρονομιάς μετά την πάροδο πλέον των εξήντα εννέα (69) ετών από το θάνατο του … και πλέον των πενήντα (50) ετών από το θάνατο της …, με αποτέλεσμα να κρίνεται ότι πριν από το έτος 2005, κατά το οποίο συντάχθηκαν οι ως άνω πράξεις αποδοχής κληρονομιάς και ασκήθηκε η υπό κρίση αγωγή, οι ενάγοντες-εκκαλούντες δεν διεκδίκησαν την ανωτέρω κληρονομιαία περιουσία τους, ούτε προέβησαν σε πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο χρόνος της τακτικής χρησικτησίας δεν ξεκίνησε από τη διενέργεια πράξεων νομής από το … βάσει του ανωτέρου ατύπου συμφωνητικού, καθώς, ελλείψει του συμβολαιογραφικού τύπου, δε συνιστά νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο (άρθρ. 1043 εδ. β’ ΑΚ), αλλά από το θάνατο του τελευταίου (29-01-1989) και την αποδοχή της κληρονομιάς του από τους κληρονόμους του (δεύτερη, τρίτο, τέταρτο, πέμπτη και έκτο των εναγομένων-εφεσιβλήτων).

Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί, όσον αφορά τη συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστεως, ότι κατά το χρόνο θανάτου του …, οι ως άνω κληρονόμοι του, χωρίς βαριά αμέλεια, είχαν την πεποίθηση ότι απέκτησαν την κυριότητα, διότι βρίσκονταν σε συγγνωστή πλάνη (πρβλ. ΑΠ 147/2012 ΝΟΜΟΣ), καθώς α) στην ως άνω πράξη αποδοχής κληρονομιάς δεν αναφερόταν ως τίτλος κτήσεως του ακινήτου από το δικαιοπάροχο των κληρονόμων η κληρονομιά του … (δικαιοπαρόχου των εναγόντων), ώστε να δημιουργηθεί στους ως άνω κληρονόμους η υποχρέωση να ελέγξουν τη μερίδα του τελευταίου στα δημόσια βιβλία, αλλά η έκτακτη χρησικτησία του … και β) σε κάθε περίπτωση, οι υπ’ αριθμ. …/2005 και   …/2005 πράξεις αποδοχής της κληρονομιάς του … από τον πρώτο ενάγοντα-εκκαλούντα και τους λοιπούς ενάγοντες-εκκαλούντες, αντιστοίχως, μεταγράφηκαν αμφότερες νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαμαίων την 21-07-2005, ήτοι δεν είχαν μεταγραφεί κατά το χρόνο συντάξεως και μεταγραφής της ως άνω υπ’ αριθμ. …/1995 πράξης αποδοχής κληρονομιάς, ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση του δικαιώματος που επικαλούνται οι ενάγοντες επί του επιδίκου με έλεγχο στα δημόσια βιβλία του ως άνω Υποθηκοφυλακείου.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη, νεμόμενη (ήτοι έχουσα τη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου) το επίδικο ακίνητο, όπως εκπροσωπείται νομίμως, με νόμιμο τίτλο (το ως άνω συμβόλαιο πωλήσεως) -ήτοι τίτλο που εξωτερικώς έχει όλους τους όρους του εγκύρου, έλλειπε δε, εν μέρει, ήτοι κατά το ποσοστό συγκυριότητας που υπερέβαινε το 1/4 (25%) εξ αδιαιρέτου,  η κυριότητα των δικαιοπαρόχων (βλ. ΑΠ 1474/2008 ΑΠ 1033/2003, ό.π.) – και καλή πίστη – θεωρώντας, έστω και εσφαλμένως, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, όχι όμως από βαριά αμέλεια (άρθρ. 1042 ΑΚ), ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος της … απέκτησε την κυριότητα του ως άνω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και, συνεπώς, οι ως άνω  δικαιοπάροχοι  της απέκτησαν την κυριότητα του  ακινήτου  με κληρονομική διαδοχή) – επί δέκα και πλέον έτη, προσαυξημένου στο χρόνο χρησικτησίας των ως άνω δικαιοπαρόχων της (από την 29-01-1989 ως την 09-11-1995) του χρόνου της δικής της χρησικτησίας, που διήρκησε από τον κρίσιμο χρόνο μεταγραφής του ως άνω συμβολαίου (την 10-11-1995, βλ. ΑΠ 783/1992, ΕΑ 3362/2006 ό.π), ως το χρόνο ασκήσεως (καταθέσεως και επιδόσεως) της υπό κρίση αγωγής (22-07-2005), οπότε και διακόπηκε η χρησικτησία της (άρθρ. 1048 εδ. α’ ΑΚ), απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τακτική χρησικτησία (άρθρ. 1041, 1042 και 1051 ΑΚ). Η κρίση αυτή για την άσκηση πράξεων νομής από την πρώτη εναγομένη επιρρωνύεται από: α) την υπ’ αριθμ. …/03-10-1997 οικοδομική άδεια του Τμήματος Πολεοδομίας Εφαρμογών Αργοστολίου, δυνάμει της οποίας η πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη προέβη στην κατασκευή ισογείου κτιρίου επί του επιδίκου ακινήτου εμβαδού 331 τ.μ. β) την υπ’ αριθμ. πρωτ. 316/19-11-1997 απόφαση του Τμήματος Βιομηχανίας της τότε Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κεφαλληνίας και Ιθάκης, με την οποία επιτράπηκε στην πρώτη εναγομένη να εγκαταστήσει εντός του επιδίκου ακινήτου εξοπλισμό ελαιοτριβείου γ) την υπ’ αριθμ. 473/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), δυνάμει της οποίας ενεγράφη στο επίδικο ακίνητο προσημείωση υποθήκης υπέρ της Τραπεζικής Εταιρείας «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» για το ποσό των 470.000,00 ευρώ, δ) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως των εναγόντων και της  πρώτης εναγομένης -πρώτης εφεσίβλητης, σύμφωνα με τις οποίες εντός του επιδίκου ακινήτου υφίσταντο κατά το χρόνο καταθέσεως τους (28-04-2009) εγκαταστάσεις που ανέγειρε η πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη (ελαιοτριβείο κατά το μάρτυρα των εναγόντων-εκκαλούντων, ελαιοτριβείο και εργοστάσιο τσιμεντόλιθων κατά το μάρτυρα της πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης) και ε) τα όσα συνομολογούν οι ενάγοντες-εκκαλούντες με την υπό κρίση αγωγή, στο κείμενο της οποίας αναφέρεται ότι η πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη αρνείτο να τους αποδώσει το επίδικο ακίνητο. Πρέπει να σημειωθεί ότι η άσκηση της υπό κρίση αγωγής (υπό την έννοια της συντελέσεως τόσο της καταθέσεως  όσο  και  της επιδόσεως  στην  πρώτη  εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη) την 22-07-2005 (βλ. την υπ’ αριθμ. 7511/22-07-2005 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας …), δεν διέκοψε την τακτική χρησικτησία της πρώτης εναγομένης κατ’ άρθρ. 1048 εδ. α’ ΑΚ, διότι είχε ήδη παρέλθει ο δεκαετής χρόνος της τακτικής χρησικτησίας, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα ανωτέρω.

Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί, όσον αφορά τη συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστεως, ότι κατά το χρόνο συντάξεως του ως άνω συμβολαίου, η πρώτη  εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη-αγοράστρια, όπως εκπροσωπείτο νομίμως, χωρίς βαριά αμέλεια είχε την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα, διότι βρισκόταν σε συγγνωστή πλάνη (πρβλ. ΑΠ 147/2012 ό.π.), θεωρώντας ότι υφίστατο συγκυριότητα των λοιπών εναγομένων – πωλητών κατά ποσοστό 100% εξ αδιαιρέτου, δικαιολογημένη από την πεποίθηση συνδρομής νομίμου τίτλου, δεδομένου και ότι στο ως άνω συμβόλαιο ως τίτλος κτήσεως των πωλητών αναφέρεται η κληρονομιά του …, την οποία αποδέχθηκαν οι τελευταίοι με την υπ’ αριθμ. …/1995 Πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Σαμαίων …, η οποία μεταγράφηκε νομίμως την 09-01-1995 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαμαίων, και στην οποία αναφερόταν ότι το επίδικο ακίνητο κληρονομήθηκε από αυτούς κατά ποσοστό συγκυριότητας 100% εξ αδιαιρέτου, καθώς και από τη μη διενέργεια πράξεων νομής από τους ενάγοντες-εκκαλούντες επί του επιδίκου ακινήτου, την οποία, άλλωστε, ούτε οι τελευταίοι επικαλούνται με την υπό κρίση αγωγή. Αλλωστε, α) όπως προαναφέρθηκε, στην ως άνω πράξη αποδοχής κληρονομιάς δεν αναφερόταν ως τίτλος κτήσεως του ακινήτου από το δικαιοπάροχο των πωλητών … η κληρονομιά του … (δικαιοπαρόχου των εναγόντων-εκκαλούντων), ώστε να δημιουργηθεί στην πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη, όπως εκπροσωπείται νομίμως, η υποχρέωση να ελέγξει τη μερίδα του τελευταίου στα δημόσια βιβλία, αλλά η έκτακτη χρησικτησία του …, την οποία ευλόγως υπέλαβε η πρώτη εναγομένη – πρώτη εφεσίβλητη – αγοράστρια ως υφισταμένη, δεδομένου ότι έως τότε, όπως επίσης προαναφέρθηκε, δεν είχε λάβει χώρα αμφισβήτηση της κυριότητας των λοιπών εναγομένων-εφεσιβλήτων και β) σε κάθε περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, οι υπ’ αριθμ. …/2005 και …/2005 πράξεις αποδοχής της κληρονομιάς του … από τον πρώτο ενάγοντα-πρώτο εκκαλούντα και τους λοιπούς ενάγοντες-εκκαλούντες, αντιστοίχως, μεταγράφηκαν αμφότερες νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαμαίων την 21-07-2005, ήτοι δεν είχαν μεταγραφεί κατά το χρόνο συντάξεως και μεταγραφής του ως άνω υπ’ αριθμ. …/1995 συμβολαίου πωλήσεως, ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση του δικαιώματος που επικαλούνται οι ενάγοντες-εκκαλούντες επί του επιδίκου με έλεγχο στα δημόσια βιβλία του ως άνω Υποθηκοφυλακείου.

Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί, ως προς το ίδιο στοιχείο της καλής πίστεως, ότι η άσκηση της ως άνω αγωγής και η οφειλόμενη σ’ αυτή μεταγενέστερη κακή πίστη της πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης, δεν βλάπτει, κατά την αρχή “mala fides superveniens non nocet”, την καλή πίστη της τελευταίας, η οποία υφίστατο κατά το χρόνο αποκτήσεως της νομής (άρθρ. 1044 ΑΚ). Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ίδια και απέρριψε την αγωγή δεν έσφαλε σωστά εφάρμοσε τον νόμο και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις. Περαιτέρω με την υπό κρίση έφεση τους οι ενάγοντες-εκκαλούντες παραπονούνται ότι η εκκαλουμένη κακώς τους καταδίκασε στην καταβολή των δικαστικών εξόδων εκ ποσού 6950 ευρώ, ενώ τα έξοδα έπρεπε να συμψηφιστούν. Ο λόγος αυτός της έφεσης είναι παραδεκτός και βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαιτέρα δυσχερής ( άρθρο 179 ΚΠολΔ).

Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση μόνο όσον αφορά την διάταξη της εκκαλουμένης αποφάσεως με την οποία καταδίκασε τους ενάγοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων εκ ποσού έξι χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα (6.950) ευρώ απορριπτόμενης κατά τα λοιπά της εφέσεως, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά τα άνω ήτοι μόνο ως προς την διάταξη της με την οποία καταδίκασε τους ενάγοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων εκ ποσού έξι χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα (6.950) ευρώ, να κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο κατά το μέρος που εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, να δικαστεί η αγωγή μόνο ως προς το μέρος αυτό και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαιτέρα δυσχερής (179 και 183 Κ.Πολ.Δ). Επίσης για την περίπτωση που οι δεύτερη, τρίτος, τέταρτος, πέμπτη και έκτος των εφεσίβλητων ασκήσουν ανακοπή ερημοδικίας κατά της αποφάσεως αυτής, πρέπει να ορισθεί παράβολο ερημοδικίας (501, 502, 505 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος λόγω του ότι έγινε δεκτή η έφεση κατά ένα μέρος κατά τα άνω πρέπει να επιστραφεί το παράβολο αυτής στους εκκαλούντες, για το οποίο έχουν κατατεθεί τα υπ’ αριθμ. 1651185, 1651186 Παράβολα Δημοσίου και τα υπ’ αριθμ. 082092 και 082093 Παράβολα ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. (άρθρο 495 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει ερήμην των δεύτερης, τρίτου, τετάρτου, πέμπτης και έκτου των εφεσίβλητων και αντιμωλία λοιπών διαδίκων.

Ορίζει για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας αποφάσεως από τους άνω εφεσίβλητους που δικάζονται ερήμην, παράβολο από ευρώ διακόσια ενενήντα (290) για κάθε ανακόπτοντα.

Δέχεται τυπικά την έφεση.

Δέχεται κατ’ ουσίαν την έφεση μόνο όσον αφορά την διάταξη της εκκαλουμένης αποφάσεως, με την οποία καταδίκασε τους ενάγοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων εκ ποσού έξι χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα (6.950) ευρώ, απορριπτόμενης κατά τα λοιπά της εφέσεως.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση κατά τα άνω ήτοι μόνο ως προς την διάταξη της με την οποία καταδίκασε τους ενάγοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων εκ ποσού έξι χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα (6.950) ευρώ.

Κρατεί την υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο κατά το μέρος που εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και δικάζει την αγωγή, μόνο ως προς το μέρος αυτό.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Διατάσσει την επιστροφή στους εκκαλούντες του παραβόλου της έφεσης, για το οποίο έχουν κατατεθεί τα υπ’ αριθμ. 1651185, 1651186 Παράβολα Δημοσίου και τα υπ’ αριθμ. 082092 και 082093 Παράβολα ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ..

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Πάτρα την …, δημοσιεύτηκε δε στο ίδιο μέρος, την …, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του απόντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 

Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/trefpatr81.htm