Αίτημα για άσυλο μελών θρησκευτικής κοινότητας. Απόρριψη λόγω μη αποδεδειγμένου κινδύνου για απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση

75

ΑΠΟΦΑΣΗ

A.S.N. κ.α. κατά Κάτω Χωρών της 25.2.2020 (αρ. προσφ.  68377/17 και 530/18)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ 

Οι προσφεύγοντες και στις δύο προσφυγές, είναι οικογένειες  με ανήλικα παιδιά, καταγόμενες από το Αφγανιστάν και ανήκοντες στη θρησκευτική κοινότητα των Sikhs. Επικαλούμενοι φόβο δίωξης λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων διέφυγαν στην Ολλανδία όπου ζήτησαν άσυλο. Οι αιτήσεις τους απορρίφθηκαν αμετάκλητα γιατί δεν κατάφεραν να αποδείξουν δικαιολογημένο φόβο δίωξης.

Στην παρούσα υπόθεση παρενέβη η Ύπατη  Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και ο οργανισμός Defence for Children – Κάτω Χωρών.

Το Στρασβούργο ερεύνησε  κατά πόσον οι προσφεύγοντες κινδυνεύουν  όταν επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους,  και  διαπίστωσε από διάφορες αναφορές  ότι η κατάσταση των Sikhs στο Αφγανιστάν δεν είναι τέτοια ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι μέλη μιας ομάδας που είναι συστηματικά εκτεθειμένη σε μια κακή μεταχείριση.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι ισχυρισμοί των προσφευγόντων  όσον αφορά την κατά το παρελθόν  κακομεταχείριση δεν ήταν αξιόπιστοι και διαπραχθείσες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εναντίων  Sikhs στον «άμεσο κύκλο» τους, δεν  είχαν αποδειχθεί. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απέλαση των προσφευγόντων στο Αφγανιστάν δεν θα συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης.

Χορήγηση προσωρινού μέτρου (άρθρο 39 του Κανονισμού του Δικαστηρίου) με αναστολή της  απέλασης  προσφευγόντων β΄ προσφυγής έως ότου η απόφαση καταστεί αμετάκλητη.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 3

Άρθρο 2

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες με την προσφυγή αριθ. 68377/17 είναι ο κ. A.S.N. και η κα.  T.K.M., ενώ οι προσφεύγοντες στην υπόθεση αριθ. 530/18 είναι ο κ. S.S.G., M.K.G., και η κ. D.K.G. Οι προσφεύγοντες είναι Αφγανοί  υπήκοοι που γεννήθηκαν το 1977, το 1982, το 1974, το 1982 και το 1947 αντιστοίχως και ζουν στις Κάτω Χώρες στο Capelle aan den IJssel (A.S.N. and Τ.Κ.Μ.) και Emmen (S.S.G., M.K.G. and D.K.G.).

Όλοι οι προσφεύγοντες είναι Sikhs που ζούσαν στο Αφγανιστάν. Η υπόθεση αφορούσε την καταγγελία τους ότι θα υποστούν κακομεταχείριση εάν απελαθούν στη χώρα αυτή.

Οι A.S.N. και Τ.Κ.Μ. είναι ανδρόγυνο που έχουν επίσης καταθέσει προσφυγή για λογαριασμό των δύο παιδιών τους, τα οποία είναι ανήλικα. Η οικογένεια ζήτησε άσυλο στις Κάτω Χώρες τον Οκτώβριο του 2015, ισχυριζόμενη στις ολλανδικές αρχές ότι είχαν εγκαταλείψει το Αφγανιστάν αφού η αδελφή της Τ.Κ.Μ. είχε απαχθεί ενώ πήγαινε προς την Gurdwara (Ναός Sikh) και ότι ο αδελφός της είχε δεχθεί απειλή για λύτρα από τους  Ταλιμπάν και είχε έκτοτε και ο ίδιος εξαφανιστεί. Οι προσφεύγοντες είχαν αρχίσει να λαμβάνουν επιστολές που απαιτούσαν να γνωρίζουν πού βρίσκεται ο αδελφός τους και απειλούσαν την οικογένεια με  απαγωγή και δολοφονία, αν δεν γνωστοποιούσαν που βρίσκονταν.

Οι προσφεύγοντες ήρθαν σε επαφή με κάποιον που τους εξασφάλισε τη δυνατότητα να ταξιδέψουν στο εξωτερικό. Πριν από την αναχώρησή τους η  T.K.M. και τα παιδιά παρέμεναν κλεισμένοι στο σπίτι τους συνεχώς, το οποίο τελικά μεταβίβασαν  για να πληρώσουν το ταξίδι τους. Ισχυρίστηκαν επίσης ότι είχαν αποτελέσει στόχο βίας και απειλών στο Αφγανιστάν λόγω της θρησκείας τους.

Οι ολλανδικές αρχές απέρριψαν τόσο την αρχική όσο και την δεύτερη  αίτηση ασύλου από τους προσφεύγοντες, αποφάσεις οι οποίες επικυρώθηκαν από το δικαστήριο. Οι αποφάσεις διαπίστωσαν ιδίως ότι η εκδοχή των προσφευγόντων δεν ήταν αξιόπιστη, ότι δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι είχαν εγκαταλείψει το Αφγανιστάν μόλις πρόσφατα και ότι δεν είχαν αποδείξει ότι υπήρχε φόβος δίωξης.

Οι προσφεύγοντες με την προσφυγή αριθ. 530/18 είναι πατέρας, μητέρα, δύο παιδιά και η γιαγιά από τη μεριά της μητέρας. Ζήτησαν άσυλο τον Ιούνιο του 2014, λέγοντας στις αρχές ότι περίπου οκτώ μήνες πριν εγκαταλείψουν την Καμπούλ τρία άτομα είχαν εισέλθει στο σπίτι τους και ότι ο σύζυγος της γιαγιάς είχε πεθάνει από ξυλοδαρμό. Δέχονταν απειλές πολύ συχνά επειδή ήταν Sikhs. Είχαν αποφασίσει να φύγουν από το Αφγανιστάν και είχαν κάνει  συμφωνίες με μεσάζοντα.

Οι ολλανδικές αρχές απέρριψαν την αρχική και την δεύτερη  αίτηση ασύλου, εκφράζοντας τις αμφιβολίες τους ιδιαίτερα για το αν είχαν εγκαταλείψει πρόσφατα το Αφγανιστάν, πράγμα που σημαίνει με τη σειρά του ότι δεν μπορούσε η εκδοχή τους να θεωρηθεί αξιόπιστη. Τα δικαστήρια επικύρωσαν, τελικά, τις αποφάσεις.

Οι προσφεύγοντες και στις δύο προσφυγές διαμαρτύρονταν ότι η απέλασή τους στο Αφγανιστάν θα τους εξέθετε σε μεταχείριση που θα παραβίαζε το άρθρο 3 (απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης) ή στο άρθρο 2 (δικαίωμα στη ζωή) ή αμφότερα μαζί.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το ζήτημα που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι κατά πόσον οι προσφεύγοντες, όταν επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους, θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο να υποστούν βασανιστήρια ή να υποστούν απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, που απαγορεύεται από το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ.

(i)  για την κατάσταση των Sikhs στο Αφγανιστάν

Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η γενική κατάσταση των Sikhs στο Αφγανιστάν είναι τέτοια ώστε η απομάκρυνσή τους στη χώρα αυτή να τους εκθέτει σε πραγματικό κίνδυνο υποβολής σε μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3. Το Δικαστήριο κατανοεί ότι αυτό σημαίνει ότι οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι οι Sikhs στην Αφγανιστάν είναι μια ομάδα που εκτίθεται συστηματικά σε μια κακή μεταχείριση.

Το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι δεν θα καθιστούσε απαγορευτική την προστασία που παρέχει το άρθρο 3 της Σύμβασης να απαιτεί από τα μέλη Sikhs να αμφισβητήσουν την απομάκρυνσή τους στο Αφγανιστάν για να αποδείξουν την ύπαρξη περαιτέρω ειδικών διακριτικών χαρακτηριστικών που θα τους έθεταν σε πραγματικό κίνδυνο κακομεταχείρισης αντίθετο προς αυτό Άρθρο .

Οι τρίτοι παρεμβαίνοντες στην αίτηση αριθ. 68377/17

(α) UNHCR

Κατά την άποψη της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, η πρόσφατη διαμονή στη χώρα προέλευσης δεν ήταν απαραίτητη για τη δημιουργία βάσιμου φόβου δίωξης. Ενώ η ύπαρξη προηγούμενων διώξεων αποτελούσε σημαντικό στοιχείο για την εξέταση μιας αίτησης ασύλου, δεδομένου του προσανατολισμού του πρόσφυγα, οι προηγούμενες διώξεις δεν ήταν από μόνες  τους καθοριστικές για βάσιμο φόβο δίωξης. Επιπλέον, αν ένα πρόσωπο ανήκε σε μια μειονοτική ομάδα, δεν αποτελεί προϋπόθεση  για ατομική στόχευση κατά την επιστροφή στη χώρα προέλευσης και  τη δημιουργία βάσιμου φόβου δίωξης.

(β) Defence for Children – the Netherlands

O Οργανισμός για την Προστασία των Παιδιών  – Κάτω Χωρών θεώρησε ότι η αξιολόγηση της παραβίασης του άρθρου 3 της Σύμβασης σε υποθέσεις που αφορούν την απομάκρυνση παιδιών στο Αφγανιστάν πρέπει να διεξαχθεί υπό το πρίσμα της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, και ειδικότερα του άρθρου 3 της εν λόγω Σύμβασης, σύμφωνα με το οποίο το  βέλτιστο συμφέρον  του παιδιού πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό μέλημα σε όλες τις ενέργειες που αφορούν παιδιά, είτε από δημόσιους, είτε από ιδιωτικούς φορείς κοινωνικής πρόνοιας, δικαστήρια, διοικητικές αρχές ή νομοθετικά όργανα. Οι προβληματισμοί σχετικά με τον γενικό έλεγχο της μετανάστευσης δεν πρέπει να υπερισχύουν των ζητημάτων που άπτονται των συμφερόντων. Επιπλέον, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις πολλαπλές ευπάθειες των παιδιών που ανήκουν σε μια πολύ μικρή θρησκευτική μειονότητα, όπως οι Sikhs, οι οποίοι αναφέρθηκαν ότι διατρέχουν κίνδυνο διακρίσεων, κακομεταχείρισης, αυθαίρετης κράτησης ή θανάτου στο Αφγανιστάν.

  1. ii) για την ύπαρξη περαιτέρω ειδικών χαρακτηριστικών των προσφευγόντων

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι προσφεύγουσες υποστήριξαν, προς στήριξη των αιτήσεών τους για άσυλο στις Κάτω Χώρες, καθώς και των αιτήσεών τους ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι είχαν υποστεί συγκεκριμένα γεγονότα που χαρακτηρίζονταν από κακή μεταχείριση, γεγονός που τους οδήγησε να αποφασίσουν να εγκαταλείψουν το Αφγανιστάν και να ταξιδέψουν στις Κάτω Χώρες. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το γεγονός της κατά το παρελθόν κακομεταχείρισης παρέχει ισχυρή ένδειξη για έναν μελλοντικό, πραγματικό κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετο με το άρθρο 3, στις περιπτώσεις όπου ο προσφεύγων έχει προβεί σε γενικά συνεπή και αξιόπιστο απολογισμό των γεγονότων που συνάδει με τις πληροφορίες από αξιόπιστες και αντικειμενικές πηγές σχετικά με τη γενική κατάσταση της υπό εξέταση χώρας. Στη συνέχεια, σε έφεση και περαιτέρω προσφυγή, δεν βρέθηκε λαθεμένη η εκτίμηση του Αναπληρωτή Υπουργού για την αξιοπιστία της υποτιθέμενης κακομεταχείρισης. Είναι αλήθεια ότι η προσφυγή που κατέθεσαν οι προσφεύγουσες με την προσφυγή με αριθμ. 530/18 επιβεβαιώθηκε από το Περιφερειακό Δικαστήριο. Ωστόσο, αυτό δεν οφείλεται στο γεγονός ότι το εν λόγω δικαστήριο διαφώνησε με την εκτίμηση του Αναπληρωτή Υπουργού ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν προσκομίσει ικανοποιητικά στοιχεία ότι είχαν εγκαταλείψει το Αφγανιστάν πρόσφατα, αλλά επειδή σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις, όπου ο Αν. Υπουργός είχε ομοίως κρίνει,  διαπίστωσε ότι οι ενδιαφερόμενοι για άσυλο είχαν εγκαταλείψει το Αφγανιστάν εδώ και πολύ καιρό, παρά ταύτα  το άσυλο είχε παραχωρηθεί.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο  παρατηρεί ότι, πριν από τον Υπουργό που έλαβε τις αποφάσεις του, οι προσφεύγοντες έδωσαν  συνεντεύξεις  που διεξήχθησαν από αξιωματούχους του IND πολλές φορές και τους επιτρεπόταν να διορθώνουν και να συμπληρώνουν τις εκθέσεις που συντάχθηκαν από αυτές τις συνεντεύξεις, καθώς και να υποβάλουν τις απόψεις τους σχετικά με την ανακοίνωση της πρόθεσης του Αναπληρωτή Υπουργού να αρνηθεί τις αιτήσεις ασύλου τους.

Εντούτοις, για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να διαπιστώσει εν προκειμένω ότι οι προσφεύγουσες απέδειξαν ότι, αν επέστρεφαν στο Αφγανιστάν, θα εκτίθετο σε πραγματικό κίνδυνο να υποβληθούν σε μεταχείριση αντίθετη προς άρθρο 3 της Σύμβασης.

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι προσφεύγοντες, προς στήριξη των αιτήσεών τους για άσυλο στην δευτεροβάθμια επιτροπή – οι οποίες οδήγησαν στις αμετάκλητες  αποφάσεις κατά την έννοια του άρθρου 35 § 1 της Σύμβασης – αναφέρθηκαν καταρχάς στην επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας των Sikhs στο Αφγανιστάν. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, το Δικαστήριο  έχει ήδη διαπιστώσει ότι η κατάσταση των Sikhs στο Αφγανιστάν δεν είναι τέτοια ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι μέλη μιας ομάδας που είναι συστηματικά εκτεθειμένη σε μια κακή μεταχείριση.

Το Δικαστήριο παρατηρεί επίσης ότι η εκτίμηση των αιτημάτων των προσφευγόντων  σε εθνικό επίπεδο – και στις δύο διαδικασίες – περιοριζόταν κατ’ ουσία στο ζήτημα στα κριτήρια που καθορίζονται στην ειδική για κάθε χώρα πολιτική ασύλου σε σχέση με τις ευάλωτες μειονοτικές ομάδες. Κατά την εφαρμογή αυτής της πολιτικής στην προκειμένη περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν συμμορφωθεί με τις σχετικές απαιτήσεις, δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί τους όσον αφορά την κακομεταχείριση διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν αξιόπιστοι και οι φερόμενες ως διαπραχθείσες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εναντίων  Sikhs, δεν  είχαν αποδειχθεί. Έτσι δεν κατάφεραν να προσκομίσουν τις απαιτούμενες «ελάχιστες ενδείξεις».

Όντως, το Δικαστήριο  θεωρεί ότι οι ατομικές αυτές περιστάσεις, τις οποίες κατέθεσε οι προσφεύγοντες ως αιτιολογία κατά της απομάκρυνσής τους στο Αφγανιστάν, δεν μπορούν, έστω και αν αποδεικνυόταν, να αποκαλύπτουν ένα σοβαρό ζήτημα στο επίπεδο του άρθρου 3 της Σύμβασης.

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι και οι δύο σύζυγοι στις παρούσες αιτήσεις αποτελούνται από φαινομενικά υγιείς ενήλικες που προηγουμένως κατοικούσαν στην Καμπούλ, όπου οι άνδρες  ήταν σε θέση να εξασφαλίσουν τις οικογένειές τους. Επιπλέον, ακόμη και αν οι αριθμοί έχουν μειωθεί, οι προσφεύγοντες δεν θα είναι οι μόνοι Sikhs στην Καμπούλ και δεν έχει αποδειχθεί ότι ούτε οι αρχές, ούτε όλος ο μουσουλμανικός πληθυσμός της πόλης θα είναι εχθρικός προς αυτούς. Επιπλέον, και όπως προαναφέρθηκε πιο  πάνω, αυτό φαίνεται και από το υλικό που έχει στην διάθεση του το Δικαστήριο,  τουλάχιστον ένα σχολείο για παιδιά Sikh είναι ανοιχτό στην Καμπούλ.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το απαιτούμενο όριο σοβαρότητας δεν πληρούται εν προκειμένω. Επιπλέον, δεν έχει αποδειχθεί ότι η υπόθεση είναι τόσο εξαιρετική, ώστε οι ανθρωπιστικοί λόγοι κατά της απέλασης να είναι επιτακτικοί.

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απέλαση των προσφευγόντων στο Αφγανιστάν δεν θα συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης.

Προσωρινό μέτρο (άρθρο 39 του Κανονισμού του Δικαστηρίου). Το ΕΔΔΑ ζήτησε να μην απελαθούν οι προσφεύγοντες της προσφυγής με αρ. 530/18 έως ότου η απόφαση καταστεί αμετάκλητη ή μέχρι την έκδοση νεότερης απόφασης (επιμέλεια echrcaselaw.com).

https://www.echrcaselaw.com/apofaseis-edda/aitima-gia-asulo-melon-thriskeftikis-koinotitas-aporripsi-logo-mi-apodedeigmenou-kindunoun-gia-apanthropi-i-ekseftelistiki-metaxeirisi/