Η έρευνα για τραυματισμό γυναίκας από αστυνομικό που διήρκεσε άνω των εννέα ετών και οι νομοθετικές ελλείψεις για τη χρήση όπλων παραβίασαν το δικαίωμα στη ζωή

49

ΑΠΟΦΑΣΗ

Andreea-Marusi Dumitru κατά Ρουμανίας της 31.03.2020 (αρ. προσφ. 9637/16)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Χρήση όπλων από αστυνομικό. Μη ύπαρξη νομοθετικού πλαισίου για τη χρήση πυροβόλων όπλων.  Μη εύλογη διάρκεια της ποινικής έρευνας. Δικαίωμα στη ζωή (ουσιαστικό και διαδικαστικό σκέλος).

Η υπόθεση αφορούσε την αποτελεσματικότητα και τη διάρκεια της έρευνας για τον τραυματισμό της προσφεύγουσας από πυροβολισμούς κατά τη διάρκεια αστυνομικής επιχείρησης σε τρένο που μετέφερε  αποθηκευμένα μεταλλικά αντικείμενα.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου παρατήρησε ότι είχαν παρέλθει περισσότερα από 9 έτη και 3 μήνες μεταξύ των γεγονότων της 08.11.2005 και της αμετάκλητης δικαστικής απόφασης της 25.02.2015. Επομένως, η έρευνα στο πλαίσιο των διαδικασιών σχετικά με την αστυνομική επιχείρηση της 8 Νοεμβρίου 2005, δεν μπορούσε να θεωρηθεί έγκαιρη και αποτελεσματική. Επιπλέον, στο πλαίσιο συστημικής απουσίας λεπτομερών κανόνων για τη χρήση των πυροβόλων όπλων στη Ρουμανία και των πλημμελειών στο σχεδιασμό της αστυνομικής επιχείρησης, κρίθηκε ότι ο εν λόγω αστυνομικός δεν είχε λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία της ανθρώπινης ζωής. Παραβίαση της ουσιαστικής και διαδικαστικής πτυχής του δικαιώματος στη ζωή (άρθρο 2 της ΕΣΔΑ).

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 2

Άρθρο 6

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα Andreea-Marusia Dumitru, είναι υπήκοος της Ρουμανίας που γεννήθηκε το 1990 και κατοικεί στο  Bujoru (Ρουμανία).

Στις 08.11.2005, η προσφεύγουσα – η οποία ήταν τότε ηλικίας 15 ετών- επέστρεφε σπίτι μαζί με τη μητέρα της με τρένο που ήταν αποθηκευμένα μεταλλικά αντικείμενα. Ενώ ανέβαινε πάνω στο βαγόνι, η προσφεύγουσα δέχτηκε πυροβολισμό και τραυματίστηκε. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, η αστυνομία κλήθηκε να αναχαιτίσει μια ομάδα περίπου 90 ατόμων καταγωγής Ρομά που ετοιμάζονταν να κλέψουν κάποια «παλιοσίδερα» αποθηκευμένα στα βαγόνια των τρένων. Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι η προσφεύγουσα και η μητέρα της ήταν μέλη της ομάδας.

Τα μέλη της οικογένειας της προσφεύγουσας την μετέφεραν σε πτέρυγα έκτακτης ανάγκης όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για να αφαιρεθεί μέρος του ήπατος. Το 2006 και το 2007 εισήχθη στο νοσοκομείο αρκετές φορές για να αντιμετωπιστούν τα σοβαρά τραύματά της.

Στις 08.12.2005, η αστυνομία μεταφορών ξεκίνησε έρευνα σχετικά με την υποτιθέμενη συμμετοχή της προσφεύγουσας στην κλοπή. Στις 3 Ιουλίου 2012 ο εισαγγελέας έθεσε την υπόθεση στο αρχείο λόγω του ότι δεν υπήρχαν στοιχεία για την τεκμηρίωση των κατηγοριών.

Την 01.08.2006 η προσφεύγουσα υπέβαλε μήνυση για απόπειρα ανθρωποκτονίας. Στις 04.08.2009 ο Εισαγγελέας του δικαστηρίου του Βουκουρεστίου έθεσε την υπόθεση στο αρχείο, διαπιστώνοντας ότι ο εν λόγω αστυνομικός είχε ενεργήσει βρισκόμενος σε αυτοάμυνα. Στις 28.06.2010 ο Εισαγγελέας του Εφετείου του Βουκουρεστίου έκανε δεκτή έφεση της προσφεύγουσας και διέταξε την επανέναρξη της έρευνας. Στη συνέχεια με σχετική διάταξη της 31.07.2014 ο Εισαγγελέας του Ανώτατου Ακυρωτικού έθεσε την υπόθεση στο αρχείο. Ο Εισαγγελέας θεώρησε ότι ο εν λόγω αστυνομικός είχε χρησιμοποίησε πυροβόλο όπλο βρισκόμενος σε αυτοάμυνα στο πλαίσιο μιας επιχείρησης για την αποκατάσταση της δημόσιας τάξης. Στις 25.02.2015, το Δικαστήριο του Βουκουρεστίου απέρριψε την προσφυγή της προσφεύγουσας κατά της Διάταξης του  Εισαγγελέα.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 2 (δικαίωμα στη ζωή)

Ουσιαστική πτυχή

Δεν αμφισβητήθηκε ότι ο εν λόγω αστυνομικός είχε χρησιμοποιήσει ένα όπλο με αποτέλεσμα την πρόκληση επικίνδυνων για τη ζωή τραυματισμών στην προσφεύγουσα. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αστυνομικός και ο συνάδελφός του, οι οποίοι είχαν κληθεί να αντιμετωπίσουν απόπειρες κλοπής στο αποθηκευτικό βαγόνι, ήρθαν αντιμέτωποι με μια ομάδα ατόμων των οποίων η συμπεριφορά ήταν απρόβλεπτη. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν είναι απαραίτητο να εξεταστούν οι λόγοι για την παρουσία της προσφεύγουσας στο τρένο. Για τους σκοπούς την εκτίμησης της χρήσης ενός πυροβόλου όπλου από την άποψη του άρθρου 2 αρκεί να σημειωθεί ότι η προσφεύγουσα είχε υποστεί επικίνδυνους τραυματισμούς για τη ζωή της.

Το Δικαστήριο είχε προηγουμένως διαπιστώσει ότι το νομοθετικό πλαίσιο στη Ρουμανία για την ρύθμιση της χρήσης πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών ήταν ανεπαρκές για να προσφέρει το επίπεδο προστασίας του δικαιώματος στη ζωή που απαιτείται στις σημερινές δημοκρατικές κοινωνίες στην Ευρώπη (Soare κ.ά., 22 Φεβρουαρίου 2011 και Gheorghe Cobzaru, 25 Ιουνίου 2013). Σημείωσε ότι οι εν λόγω διατάξεις στο εσωτερικό δίκαιο εξακολουθούσαν να ισχύουν τη στιγμή των γεγονότων στην παρούσα υπόθεση και οι νόμοι που διέπουν την οργάνωση και τη λειτουργία της αστυνομικής δύναμης και τη χρήση όπλων και πυρομαχικών δεν είχαν αλλάξει στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο. Συνεπώς, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, η εθνική νομοθεσία δεν περιείχε καμία διάταξη που να ρυθμίζει τη χρήση πυροβόλων όπλων στο πλαίσιο αστυνομικών επιχειρήσεων, εκτός από την απαίτηση  προειδοποίησης, ούτε είχε συμπεριλάβει συστάσεις σχετικά με την εποπτεία και το σχεδιασμό των εν λόγω επιχειρήσεων.

Ως εκ τούτου, όσον αφορά τον προγραμματισμό της αστυνομικής επιχείρησης στις 8 Νοεμβρίου 2005, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η κατάσταση στο τρένο αποθήκευσης εμπορευμάτων ήταν γνωστή στα ανώτατα στρώματα της αστυνομίας. Κλοπές, σε ορισμένες περιπτώσεις και από παιδιά, ήταν καθημερινό φαινόμενο. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αστυνομία είχε αρκετό χρόνο για να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ρουμανικές αρχές δεν είχαν κάνει ό, τι μπορούσε να αναμένεται από αυτούς ώστε να ελαχιστοποιηθεί η θανατηφόρα χρήση βίας και να αποφευχθεί η ενδεχόμενη απώλειας ζωής.

Εξάλλου, πέραν της διαδικασίας που κινήθηκε κατά της προσφεύγουσας, δεν υπήρξε άλλη έρευνα σχετικά με την υπόθεση. Δεν συγκεντρώθηκαν ούτε αποθηκεύτηκαν αποδεικτικά στοιχεία. Δεν είχαν εκδοθεί εκθέσεις τεχνικών και ιατρικών πραγματογνωμόνων για αρκετά χρόνια μετά τα γεγονότα, εμποδίζοντας έτσι τις αρχές που διεξάγουν τις έρευνες να καταλήξουν σε οριστικά πορίσματα.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αρχές δεν μπορούσαν να ισχυριστούν ότι έχουν καταβάλει πραγματικές προσπάθειες, ώστε να διαπιστώσουν ακριβώς τι είχε συμβεί κατά τη διάρκεια της αστυνομικής επιχείρησης στις 8 Νοεμβρίου 2005. Δεδομένης των παραλείψεων των αρχών, το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα της κυβέρνησης ότι οι τραυματισμοί της προσφεύγουσας είχε προκληθεί τυχαία από τον εν λόγω αστυνομικό που ενεργούσε σε αυτοάμυνα.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις σκέψεις, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο αστυνομικός δεν είχε λάβει επαρκή μέτρα για την προστασία της ανθρώπινης ζωής, δεδομένου ότι απουσίαζε  ένα πλαίσιο λεπτομερών κανόνων σχετικά με τη χρήση των πυροβόλων όπλων από τις αστυνομικές δυνάμεις και επιπλέον υπήρξαν ελλείψεις στο σχεδιασμό της αστυνομικής επιχείρησης.

Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση της ουσιαστικής πτυχής του άρθρου 2 (δικαίωμα στη ζωή).

Διαδικαστική πτυχή

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η έρευνα ξεκίνησε μετά από μήνυση της προσφεύγουσας, αλλά ότι από την αρχή είχαν εντοπιστεί πολλές πλημμέλειες. Στην απόφασή του στις 28 Ιουνίου 2010, το Εφετείο του Βουκουρεστίου είχε επισημάνει τις ίδιες πλημμέλειες. Η πρώτη ιατροδικαστική έκθεση δεν είχε εκδοθεί μέχρι τις 3 Μαρτίου 2009, δηλαδή για διάστημα 3 ετών και 3 μηνών μετά τα γεγονότα και δεν εξέτασε τις πτυχές που συνδέονται με τις συνθήκες και τα χαρακτηριστικά των πυροβολισμών. Οι ελλείψεις στη λήψη αποδεικτικών στοιχείων, όπως επιβεβαιώνεται από την απώλεια αποδεικτικών στοιχείων, υπονόμευσαν έτσι την επάρκεια της έρευνας.

Όσον αφορά την ανεξαρτησία και την αμεροληψία των ανακριτικών αρχών, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η έρευνα είχε ανατεθεί αρχικά στην αστυνομική αρχή στην οποία εργάζονταν ο εν λόγω αστυνομικός.  Εντούτοις, η αρχή αυτή δεν έλαβε κανένα μέτρο. Προς το συμφέρον της αμεροληψίας της έρευνας, ο Εισαγγελέας είχε διατάξει να μεταφερθεί η υπόθεση στο  εισαγγελία του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου. Το γραφείο αυτό διέταξε την διενέργεια πραγματογνωμοσυνών, διοργάνωσε αναπαράσταση των γεγονότων και διεξήγαγε νέα εξέταση και ανάκριση των δραστών, αλλά και των μαρτύρων. Ως εκ τούτου, οι έρευνες που διενεργήθηκαν υπό την αιγίδα του Εισαγγελέα στο Ανώτατο Δικαστήριο δεν δημιούργησαν κανένα ζήτημα για τη συμβατότητά τους με τη Σύμβαση όσον αφορά την απαιτούμενη ανεξαρτησία και αμεροληψία.

Ωστόσο, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι έχουν περάσει περισσότερα από 9 έτη και 3 μήνες μεταξύ των γεγονότων της 08.11..005 και της αμετάκλητης απόφασης του Δικαστηρίου του Βουκουρεστίου στις 25.02.2015.

Η έρευνα στο πλαίσιο της διαδικασίας που αφορά την αστυνομική επιχείρηση της 8ης Νοεμβρίου 2005, δεν μπορούσε να θεωρηθεί έγκαιρη και αποτελεσματική. Ως εκ τούτου, υπήρξε επίσης παραβίαση της διαδικαστικής πτυχής του άρθρου 2.

Άρθρο 6 § 1

Λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους για τους οποίους διαπίστωσε παραβίαση της διαδικαστικής πτυχής του άρθρου 2, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν προέκυπτε χωριστό ζήτημα σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ρουμανία οφείλει να καταβάλει στην προσφεύγουσα 25.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 3.270 ευρώ για έξοδα και δαπάνες (επιμέλειαechrcaselaw.com).

https://www.echrcaselaw.com/apofaseis-edda/thematologia/zoi/i-erevna-gia-traymatismo-ginaikas-apo-astinomiko-diirkese-anw-twn-ennea-etwn-kai-oi-nomothetikes-ellipseis-gia-ti-xrisi-oplwn-paraviasan-to-dikaiwma-sth-zoi/