Η υπερβολική τυπολατρία των δικαστηρίων παραβιάζει τη δίκαιη δίκη! Απόρριψη προσφυγής ως απαράδεκτης γιατί ανεγράφη εσφαλμένο εδάφιο διάταξης!

130

ΑΠΟΦΑΣΗ

Dos Santos Calado κ.α. κατά Πορτογαλίας της 31.03.2020 (αριθ. προσφ. 55997/14, 6843/16, 78841/16, και 370617)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Υπερβολικός φορμαλισμός του Συνταγματικού δικαστηρίου. Παραβίαση δίκαιης δίκης.

Στην απόφαση συνεκδικάσθηκαν 4 προσφυγές κατά Πορτογαλίας.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ως  υπερβολικά φορμαλιστική την απόρριψη   της συνταγματικής προσφυγής  ως  απαράδεκτης αποκλειστικά λόγω εσφαλμένης διατύπωσης στο δικόγραφο του εδαφίου της διάταξης που παραβιάστηκε, παρότι  ο λόγος προσφυγής  ήταν σαφής και ορισμένος  και είχε εντοπιστεί από τους δικαστές.  Με το απαράδεκτο  στερήθηκε η προσφεύγουσα το ένδικο μέσο που παρείχε το εθνικό δίκαιο σε σχέση με το επίμαχο ζήτημα. Παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης (άρθρο 6 §1 της ΕΣΔΑ).

Επίσης έκρινε ως εξαιρετικά τυπολατρική – φορμαλιστική την απόρριψη συνταγματικής προσφυγής λόγω μη πανηγυρικής διατύπωσης του λόγου της αντισυνταγματικότητας του νόμου στο διοικητικό δικαστήριο. Παραβίαση επίσης του άρθρου 6 §1.

Αντιθέτως  έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση της δίκαιης δίκης τόσο η απόρριψη της προσφυγής από το Συνταγματικό Δικαστήριο λόγω αναρμοδιότητας όσο και για έλλειψη αντικειμενικής  αμεροληψίας του εθνικού δικαστηρίου (Τριμελής Επιτροπή Συνταγματικού Δικαστηρίου), επειδή συμμετείχε στην σύνθεση  του ως εισηγητής δικαστής, αυτός  που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη τη συνταγματική προσφυγή και εκρίνετο στη συνέχεια η ένσταση κατά της απόρριψης. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η Τριμελής Επιτροπή και ο Δικαστής που απέρριψε αρχικά την προσφυγή ως απαράδεκτη ήταν το ίδιο όργανο και όχι ανεξάρτητα μεταξύ τους και δεν λειτουργούσε η Επιτροπή ως ένδικο μέσο.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 6§1

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Το ΕΔΔΑ συνένωσε τέσσερες προσφυγές για αυτή την απόφαση.

Στην πρώτη, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων αμφισβητώντας το ύψος της σύνταξής της. Οι ισχυρισμοί της απορρίφθηκαν. Η προσφεύγουσα  άσκησε συνταγματική προσφυγή ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου, η οποία κρίθηκε απαράδεκτη. Στη συνέχεια κατέθεσε ένσταση στην Τριμελή  Επιτροπή  του  Συνταγματικού Δικαστηρίου, η οποία απορρίφθηκε.

Οι προσφεύγοντες στη δεύτερη προσφυγή προς το ΕΔΔΑ είναι υπάλληλοι του τμήματος οδοποιΐας  που λειτουργούσαν ως de facto επιθεωρητές. Παραπονέθηκαν για την έλλειψη κανονισμών που διέπουν τη υπηρεσιακή εξέλιξη τους. Η προσφυγή τους απορρίφθηκε από το Κεντρικό Διοικητικό Δικαστήριο για τη Βόρεια περιοχή («Κεντρικό Διοικητικό Δικαστήριο») και το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο. Οι προσφεύγοντες άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου, η οποία κρίθηκε απαράδεκτη. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από την Τριμελή  Επιτροπή του Συνταγματικού Δικαστηρίου

Ο προσφεύγων στην τρίτη προσφυγή στο ΕΔΔΑ, ο οποίος είχε καταδικαστεί για κακουργηματική  απάτη, διαμαρτυρήθηκε για παραβίαση της αρχής ne bis in idem. Η καταγγελία του απορρίφθηκε από τα δικαστήρια σε πρώτο και δεύτερο βαθμό. Άσκησε  προσφυγή ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο την κήρυξε απαράδεκτη. Η Τριμελής Επιτροπή του Συνταγματικού Δικαστηρίου επιβεβαίωσε την απόφαση αυτή.

Τέλος, με την τέταρτη προσφυγή, ο προσφεύγων, ο οποίος καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών ετών και δύο μηνών με αναστολή για ενδοοικογενειακή βία, αμφισβήτησε, μεταξύ άλλων, την αλήθεια  των γεγονότων που οδήγησαν στην καταδίκη του και την ερμηνεία της νομοθεσίας από τα εθνικά δικαστήρια. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η δίωξή του για ενδοοικογενειακή βία είχε παραγραφεί. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι η καταδίκη του παραβίασε την απαγόρευση της αναδρομικής εφαρμογής του ποινικού νόμου και το τεκμήριο αθωότητας. Τα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαστήρια απέρριψαν τους ισχυρισμούς  του. Άσκησε προσφυγή ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο την έκρινε απαράδεκτη. Δεν υπέβαλε ένσταση στην Τριμελή Επιτροπή του Συνταγματικού Δικαστηρίου.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 § 1 (πρόσβαση σε δικαστήριο)

α) Προσφυγή αριθ. 55997/14 (Dos Santos Calado)

Η προσφεύγουσα έθεσε δύο ζητήματα στην προσφυγή  της ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Το πρώτο αφορούσε την αντισυνταγματικότητα ενός νόμου  και το δεύτερο αφορούσε τον παράνομο χαρακτήρα της νομοθεσίας. Και στις δύο περιπτώσεις η προσφεύγουσα επικαλέστηκε το ίδιο εδάφιο του άρθρου 70 παράγραφος 1 του θεσμικού νόμου για το Συνταγματικό Δικαστήριο (στο εξής: LOTC) που αποτελεί τη βάση για τη δικαιοδοσία του Συνταγματικού Δικαστηρίου για την εκδίκαση των αιτιάσεών της.

Το ΕΔΔΑ παρατήρησε ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε απαράδεκτο το τμήμα της συνταγματικής προσφυγής  της προσφεύγουσας σχετικά με τον παράνομο χαρακτήρα του νόμου, με το σκεπτικό ότι στο δικόγραφο της προσφυγής στηρίχθηκε σε εσφαλμένο εδάφιο διάταξης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η απαίτηση να διευκρινιστεί σε ποιο εδάφιο βασιζόταν,  ήταν νόμιμη, όπως προβλεπόταν από τον ίδιο νόμο και  επιδίωκε τον θεμιτό στόχο να εξασφαλίσει σεβασμό στο  κράτος δικαίου και στην ορθή εφαρμογή των διατάξεων του Συντάγματος.

Επομένως, το Δικαστήριο  έπρεπε να εξακριβώσει αν ο περιορισμός ήταν ανάλογος στην υπό κρίση υπόθεση. Επισήμανε ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο είχε κατορθώσει να προσδιορίσει τους δύο λόγους που επικαλέστηκε  η προσφεύγουσα. Επομένως, η απόφαση που την έκρινε ως απαράδεκτη βασίστηκε αποκλειστικά στο σφάλμα της διατύπωσης του εδαφίου της φερόμενης ως παραβιασθείσας διάταξης, καθώς ο λόγος συνταγματικής προσφυγής  ήταν σαφής στο δικόγραφο της προσφεύγουσας και είχε εντοπιστεί από τους δικαστές. Κατά συνέπεια και σύμφωνα με τη νομολογία του, το Δικαστήριο έκρινε ότι η προσέγγιση του Συνταγματικού Δικαστηρίου ήταν υπερβολικά φορμαλιστική, καθόσον στερούσε από την προσφεύγουσα το ένδικο μέσο που παρέχει το εθνικό δίκαιο σε σχέση με το επίμαχο ζήτημα.

Επικουρικά, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο θα μπορούσε να ζητήσει από την προσφεύγουσα να διορθώσει το παραπάνω σφάλμα, όπως προέβλεπε το Σύνταγμα, δεδομένου ότι ο λόγος της προσφυγής  ήταν σαφής και ορισμένος στο δικόγραφό της. Συνεπώς, διαπίστωσε παραβίαση της δίκαιης δίκης (άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ).

β) Προσφυγή αριθ. 68143/16 (Amador de Faria e Silva κ.α.)

Το Δικαστήριο σημείωσε εξ αρχής ότι ο λόγος που προβλήθηκε στην απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου που έκρινε ως απαράδεκτη την προσφυγή ήταν η παράλειψη των προσφευγόντων  να προβάλουν το επίμαχο ζήτημα αντισυνταγματικότητας στη διαδικασία ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου.

Αν και το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η απαίτηση αυτή αντικατόπτριζε το γεγονός ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο ήταν απλώς δικαστήριο τελευταίου βαθμού, παρατήρησε ωστόσο ότι οι προσφεύγοντες έθεσαν ένα ζήτημα αντισυνταγματικότητας στις παρατηρήσεις τους απευθυνόμενοι  στα Υπουργεία, λόγω της διαφορετικής μεταχείρισης μεταξύ αξιωματούχων των αυτόνομων περιοχών της Μαδέρας και των Αζορών και εκείνων της ηπειρωτικής χώρας.

Το Διοικητικό Δικαστήριο δεν εξέτασε το θέμα αυτό και έκανε διάκριση μεταξύ διαφόρων κατηγοριών υπαλλήλων αντί να εξετάσει τη διαφορετική μεταχείριση που είχαν οι προσφεύγοντες μεταξύ επιθεωρητών στην ηπειρωτική Πορτογαλία και εκείνων στις αυτόνομες περιοχές της Μαδέρας και των Αζορών.

Το Δικαστήριο παρατήρησε επίσης ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο είχε κρίνει ότι οι προσφεύγοντες θα έπρεπε να είχαν τη δυνατότητα να προβλέψουν την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, δεδομένου ότι το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας που έθεσαν αυτοί αποτέλεσε αντικείμενο πρόσφατης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Ωστόσο, το Δικαστήριο  επισήμανε ότι η υπόθεση δεν αφορούσε τους προσφεύγοντες  και ότι η απόφαση εκδόθηκε μερικούς μήνες πριν από την πρώτη απόφαση που έκρινε υπέρ τους και η οποία δεν προέβη σε διάκριση μεταξύ διαφόρων κατηγοριών υπαλλήλων. Ως εκ τούτου, οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν να εκπλαγούν από την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο είχε επιδείξει υπερβολικό φορμαλισμό και ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.

γ) Προσφυγή με αριθμ78841/16 (Antunes Cardoso)

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο προσφεύγων δεν είχε προβάλει ένσταση αντισυνταγματικότητας βασιζόμενη στην ερμηνεία ενός νόμου και ότι η προσφυγή του δεν εμπίπτει επομένως στην αρμοδιότητα του Συνταγματικού Δικαστηρίου.

Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, λόγω των ιδιαιτεροτήτων του Συνταγματικού Δικαστηρίου, ενδέχεται να ισχύουν αυστηρότερες απαιτήσεις του παραδεκτού. Ως εκ τούτου, για την ερμηνεία ενός κανόνα που υπόκειται  στη συνταγματική αναθεώρηση, έπρεπε να διατυπωθεί με αρκετά γενικούς και αφηρημένους όρους. Εν προκειμένω, η παραβίαση της αρχής ne bis in idem που επικαλείται ο προσφεύγων αφορούσε την εφαρμογή της αρχής αυτής από το πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο στις πράξεις των οποίων κατηγορήθηκε. Κατά συνέπεια, δεν υπήρχε κανένας κανόνας βάσει κριτηρίου κατά την έννοια της νομολογίας του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Επομένως, δεν υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 6 § 1.

Άρθρο 6 § 1  (έλλειψη  αμεροληψίας τηςΤτριμελούς Επιτροπής  του Συνταγματικού Δικαστηρίου)

Οι προσφεύγοντες  των προσφυγών αριθ. 55997/14 και 68143/16 καταγγέλλουν ότι η Τριμελής Επιτροπή του Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν διέθετε αμεροληψία λόγω της  παρουσίας του δικαστή της μονομελούς σύνθεσης του αυτού δικαστηρίου που είχε εκδώσει τις  αποφάσεις επί του παραδεκτού  κατά των οποίων ασκήθηκε ένσταση ενώπιον της Τριμελούς Επιτροπής, ο οποίος ήταν μάλιστα  και ο εισηγητής δικαστής. Επομένως, οι προσφεύγοντες αμφισβήτησαν την αντικειμενική αμεροληψία της Τριμελούς Επιτροπής  που είχε αποφανθεί αμετακλήτως  επί του παραδεκτού των συνταγματικών προσφυγών τους.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι αυτή η Επιτροπή ήταν το όργανο που εξέδωσε την αμετάκλητη απόφαση σχετικά με το παραδεκτό των συνταγματικών προσφυγών. Η απόφαση του εισηγητή δικαστή ήταν μόνο το αρχικό πρώτο στάδιο αυτής της διαδικασίας. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν ήταν ένα πλήρως αυτόνομο όργανο  που κλήθηκε να καθορίσει το επίμαχο ζήτημα. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε απαράδεκτες τις καταγγελίες  σχετικά με την αμεροληψία της σύνθεσης της Τριμελούς Επιτροπής.

Δίκαιη ικανοποίηση : (άρθρο 41) Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Πορτογαλία οφείλει να  καταβάλει ποσό 3.300 ευρώ για ηθική βλάβη σε κάθε έναν από τους προσφεύγοντες στις προσφυγές με  αριθ. 55997/14 και 68143/16 (επιμέλεια echrcaselaw.com).

https://www.echrcaselaw.com/apofaseis-edda/thematologia/dikaih-diki/i-ipervoliki-tipolatria-twn-dikastiriwn-paraviazei-ti-dikaii-diki-aporripsi-prosfigis-ws-araradektis-giati-anegrafi-esfalemno-edafio-diataksis/