ΑΠ ποιν. 1818/2019: Ελαφρυντικό 84 §2 ε μετά το νέο ΠΚ

44

Απόφαση 1818 / 2019    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1818/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ’αριθμ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού και Σταματική Μιχαλέτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης Β. Μ. του Α., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Μήλιο, για αναίρεση της υπ’αριθ. 2567/2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Μ. Λ. του Λ., κάτοικο …, που δεν παρέστη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα – κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’αριθ.πρωτ. 3777/27-3-2019 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 599/2019.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 512- παρ. 1 εδ. γ’ και 3 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο, ενώ, κατά την παρ. 2 του άρθρου 515 του ίδιου Κώδικα, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 3-5-2019 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ., η πολιτικώς ενάγουσας της κρινόμενης υπόθεσης Μ. Λ. του Λ., με αναιρεσείουσα τη Β. Μ. του Α., κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1 εδ. β’ του ως άνω Κώδικα, για να εμφανιστεί με συνήγορο στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου κατά τη δικάσιμο, αρχικά, στις 21-5-2019, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση για την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως αυτής συνεδρίαση, που είχε οριστεί για να συζητηθεί η από 26-3-2019 και με αριθμό πρωτ. ….77/27-3-19 αίτηση της ως άνω αναιρεσείουσας για αναίρεση της υπ’αριθμ. 2567/2018 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, πλην αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Μετά από αυτά, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους σαν να ήταν και αυτή παρούσα (βλ. και άρθ. 515 § 1 ΚΠΔ).
II. Κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 242 ΠΚ, όπως το ποσό της παρ. 3 αναπροσαρμόστηκε με την περ. ζ’ της παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 4055/2012, (1) “υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους” (3) “αν όμως ο υπαίτιος κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 και 2 είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ”. Εξάλλου με τα άρθρα 46 παρ 1 α, 48 και 49 παρ. 2 του ΠΚ ορίζονται: με το πρώτο άρθρο ότι “με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε”, με το δεύτερο τούτων ότι “το αξιόποινο των συμμέτοχων κατά τα άρθρα 46 και 47 είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο εκείνου που τέλεσε την πράξη” και με το τελευταίο ότι “οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις που επιτείνουν, μειώνουν ή αποκλείουν την ποινή λαμβάνονται υπόψη μόνο για εκείνον το συμμέτοχο στον οποίο υπάρχουν”. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι, λόγω του ότι ο χαρακτήρας της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση είναι περιορισμένα παρακολουθηματικός, όταν ο σκοπός πορισμού αθέμιτου οφέλους υπάρχει αποκλειστικά στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού, η πράξη καθίσταται κακούργημα μόνον ως προς αυτόν, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχει αποκλειστικά η ειδική προσωπική επιβαρυντική περίσταση της παρ. 3 του άρθρου 242 ΠΚ. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ” είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ’ επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε κατά πλάγιο τρόπο. Παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης κατά πλάγιο τρόπο υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο κακουργημάτων Αθηνών, με την τελεσίδικη 1172/2014 απόφαση του , καταδίκασε την αναιρεσείουσα σε συνολική ποινή κάθειρξης 7 ετών για τις αποδιδόμενες σ’αυτήν πράξεις της διακεκριμένης α) ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση κατ’εξακολούθηση και β) απόπειρας απάτης στο δικαστήριο (με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ΠΚ), ενώ έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής , ως προς τις πράξεις της κατάρτισης ψευδούς βεβαιώσεως από τον συγκατηγορούμενό της (Β. Δ.) και ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή από την ίδια , με την αιτιολογία ότι οι πράξεις αυτές έφεραν πλημμεληματικό χαρακτήρα . Κατά της απόφασης αυτής ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου άσκησε αναίρεση και στη συνέχεια εκδόθηκε η απόφαση 1816/2017 του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε μερικά η ανωτέρω απόφαση του εφετείου και ειδικότερα, ως προς τα κεφάλαια α) της οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω παραγραφής, για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, β) της αναγνώρισης σ’αυτήν, για τις πράξεις που κηρύχθηκε ένοχη, της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη και γ) της επιμέτρησης των επιβληθεισών σ’αυτήν ποινών. Μετά ταύτα, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 2567/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που δικάζοντας την υπόθεση, ως προς τα αναιρεθέντα κεφάλαια, κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη για την πράξη της διακεκριμένης ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση και την καταδίκασε σε συνολική ποινή κάθειρξης 15 ετών. Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “Ο Γ. Κ. του Ά. – Δ., που γεννήθηκε στην ….το έτος 1930 απεβίωσε στις 29-4-2002 μετά μακρά νοσηλεία του στην ιδιωτική κλινική με την επωνυμία …. Ο εν λόγω θανών εφέρετο ότι με την από 26-3-2002 ιδιόγραφη διαθήκη του με υποτιθέμενη ημεροχρονολογία σύνταξης της στις 26-3-2002, η οποία ήταν καθ’ολοκληρίαν πλαστή, κατέλειπε την περιουσία του στην κατηγορουμένη, η αξία της οποίας ξεπερνούσε το ποσό των 10.000.000 ευρώ. Η τελευταία κηρύχθηκε ένοχη με την 3796/2013,769 και 1172/2014 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού που δίκασε κατόπιν άσκησης έφεσης κατά της εκκαλούμενης απόφασης για τις πράξεις α) ηθικής αυτουργίας στην κατάρτιση πλαστού εγγράφου με σκοπό τον πορισμό οφέλους άνω των 73.000 ευρώ κατ’ εξακολούθηση και χρήση πλαστού εγγράφου και β) απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο με σκοπό το όφελος άνω των 73.000 ευρώ. Ειδικότερα κηρύχθηκε ένοχη του ότι: Α) Στην …., στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους τέλεσε με πρόθεση το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση δηλαδή με πρόθεση, με πειθώ και φορτικότητα, αλλά και υποσχέσεις για οικονομικά ανταλλάγματα προκάλεσε σε άλλον, η ταυτότητα του οποίου δεν εξακριβώθηκε, την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε ήτοι το έγκλημα της κατάρτισης των παρακάτω πλαστών εξ υπαρχής εγγράφων κατ’ εξακολούθηση με σκοπό αυτή να παραπλανήσει με την χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό της περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου, το δε συνολικό όφελος ή συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, στη συνέχεια δε, η ίδια (πρώτη κατηγορουμένη), έκανε χρήση των εγγράφων αυτών και ειδικότερα ο κατά τα ως άνω άγνωστος αυτουργός κατόπιν της προαναφερθείσης απόφασης που του προκάλεσε η κατηγορουμένη με τα προεκτεθέντα μέσα: 1) σε άγνωστο ακόμη στην ανάκριση χρόνο, και πάντως μικρό χρονικό διάστημα πριν τις 30-6-2003, να συμπληρώσει σε έντυπο υπευθύνου δηλώσεως του ν.1599/1986, κατ’ απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα του Γ. Κ., στη θέση των στοιχείων του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται η δήλωση τα στοιχεία του συγκατηγορουμένου της Γ. Κ. και στη θέση του κειμένου της δηλώσεως το παρακάτω κείμενο: “εξουσιοδοτώ τον Γ. Κ. του Ν., … αρ. ταυτότητος …4/69 όπως άμεσα διαπραγματευτεί την πώληση ενός οικοπέδου μου ευρισκομένου εις … 1.566 τ.υ. επί του 180 Ο.Τ. με κατασκευαστάς, με αμοιβήν 2% επί της πραγματικής αξίας, της τιμής πώλησης”, έθεσε δε ως ημερομηνία την 27-3-2002, κατά την οποία δεν είχε κυκλοφορήσει ακόμη το ανωτέρω έντυπο, που τέθηκε για πρώτη φορά σε κυκλοφορία την 1-11-2002, και, τέλος, στη θέση της υπογραφής του δηλούντος να θέσει κατ’ απομίμηση την υπογραφή του Γ. Κ., ο οποίος είχε ήδη αποβιώσει στις 29-4-2002, 2) Να καταρτίσει εξ υπαρχής, κατ’ απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα του Γ. Κ., δύο πλαστές επιστολές, χωρίς ημερομηνία, με το παρακάτω περιεχόμενο: η μεν πρώτη “Β., πήγα στην “…” όμως είχες φύγει. Έλα στις 7.30’μ.μ. στην ταβέρνα δίπλα να φάμε κάτι και να φύγουμε νια ….. Αν πάρεις το σημείωμά μου πριν το μεσημέρι θα είμαι στο Δήμο για τα οικόπεδα, έχω ραντεβού για 2 ώρες θα λείπω από το σπίτι. Σ’ αγαπώ Γ.” και η δεύτερη “Β. μου, θέλω να έλθεις το συντομότερο στην …., σου έχω έτοιμο διαμέρισμα, δεν θα σε αφήσω ούτε λεπτό πλέον μακρυά μου. Την Μ. την παντρέψαμε, ο Α. έχει το γραφείο, εμείς πρέπει να ζήσουμε μαζί σε έχω ανάγκη δεν μπορώ άλλο μακρυά σου. Άκου την καρδιά σου κι. εμένα. ας μου λένε ότι, είσαι μια, χωρισμένη και διάφορα “καλά”, ούτε εσύ να μηv πιστεύης κανέναν σ’ αγαπάω και αισθάνομαι ολοκληρωμένος μαζί σου σαν άνδρας. Τους δικούς μου ποιος τους ακούει, η αγάπη υπάρχει μέσα μας, έλα γλυκειά μου την Τρίτη να πάμε το βράδυ να Φάμε στη λίμνη να μείνουμε στο ….. και το πρωί ν’ ανέβουμε …. να δούμε το σπίτι αν σου αρέσει να το κλείσω. Από εδώ και εις το εξής η ζωή μας αλλάζει…” 3) στην …., σε άγνωστο ακόμη στην ανάκριση χρόνο, και πάντως μικρό χρονικό διάστημα πριν τις 15-1-2004, στην οπίσθια πλευρά μιας φωτογραφίας όπου απεικονίζεται ο Γ. Κ. με την οικιακή βοηθό του Β. Χ., μιμούμενη τον γραφικό του χαρακτήρα το εξής κείμενο: “να ξέρεις όταν χάσω αυτή τη γυναίκα, η επόμενη γυναίκα της ζωής μου θα είσαι εσύ Β. μου. Με αγάπη” και έθεσε στο τέλος αυτού κατ’ απομίμηση την υπογραφή του. Στις πράξεις δε αυτές προέβη με σκοπό να δημιουργήσει συγκριτικό γραφολογικό υλικό, περιέχον δήθεν τη γνήσια γραφή και υπογραφή του Γ. Κ., ώστε να παραπλανήσει κάθε τρίτο (δικαστικούς γραφολόγους, δικαστικές αρχές) ότι η από 26-03-2002 πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη του, που είχε γραφεί με τον ίδιο με τα ανωτέρω πλαστά έγγραφα γραφικό χαρακτήρα, ήταν γνήσια και έφερε δήθεν την γραφή και την υπογραφή του διαθέτη, σκοπεύοντας έτσι να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος, που συνίστατο στην κτήση από την ίδια της ακίνητης περιουσίας στην οποία οριζόταν ως κληρονόμος με την ως άνω διαθήκη, αξίας 10.000.000 ευρώ περίπου, με αντίστοιχη ισόποση βλάβη των αληθινών εξ’ αδιαθέτου κληρονόμων του, που ήταν η αδελφή του Α. θυγατέρα Ά.-Δ. Κ. και, μετά την αποποίηση της κληρονομιάς από αυτήν, η θυγατέρα της και ανηψιά του διαθέτη Μ. θυγατέρα Λ. Λ., σύζυγος Γ. Φ.. Στη συνέχεια, δε, έκανε χρήση των προαναφερόμενων εγγράφων, των μεν δύο πρώτων αφενός με την παράδοσή τους σε μη επακριβώς προσδιορισθέντα χρόνο, πάντως μικρό χρονικό διάστημα πριν τις 30-06-2003 και 09-01-2004, στις γραφολόγους Χ. Τ.-Σ. και Λ. Α.- Α., προκειμένου να προβούν σε αξιολόγηση τους στα πλαίσια διεξαγωγής αιτηθείσας από την ίδια ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, προς σύνταξη των από 30-06-2003 και 09-01-2004 αντίστοιχα σχετικών εκθέσεων τους, αφετέρου με την επίκληση και προσκόμιση τους με τις από 11-01-2004 προτάσεις της σης 12-01-2004 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την κατάθεση φακέλου ενόψει της συζήτησης στις 02-02-2004 των από 23-05-2003 και 15-07-2003 αγωγών των μηνυτριών Α. Κ. και Μ. Λ. εναντίον της με αίτημα την αναγνώριση ακυρότητος της προαναφερόμενης πλαστής διαθήκης και της από 22-07-2003 δικής της αγωγής εναντίον τους με αίτημα την αναγνώριση της ιδιότητός της ως εκ διαθήκης κληρονόμου του Γ. Κ., ενώ το τρίτο έγγραφο αφενός στις 16-01-2004 με την επίκληση και προσκόμισή του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την από 15-01-2004 προσθήκη, ενόψει της ίδιας ως άνω συζήτησης και στις 22-03-2004 ενώπιον της Ανακρίτριας του 20ου Τμήματος Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί μαζί με τα υπόλοιπα έγγραφα ως συγκριτικό υλικό για την γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που είχε διαταχθεί με την υπ’ αριθμ. 87/2004 διάταξη της ως άνω Ανακρίτριας. Για την πράξη που φέρει το στοιχ. γ στο παραπεμπτικό υπ’ αριθμ. 1403/2007 βούλευμα του συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών και αποδίδεται στην κατηγορουμένη ότι στην Αθήνα στις 12-01-2004 έκανε εν γνώσει της χρήση πλαστού εγγράφου και συγκεκριμένα χρησιμοποίησε την από 26-03-2002 πλαστή διαθήκη του Γ. Κ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου την επικαλέστηκε και την προσκόμισε με τις από 11-01-2004 προτάσεις της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την κατάθεση φακέλου ενόψει της συζήτησης στις 02-02-2004 των από 23-05-2003 και 15-07-2003 αγωγών των μηνυτριών Α. Κ. και Μ. Λ. εναντίον της με αίτημα την αναγνώριση ακυρότητος της προαναφερόμενης πλαστής διαθήκης και της από 22-07-2003 δικής της αγωγής εναντίον τους με αίτημα την αναγνώριση της ιδιότητάς της ως εκ διαθήκης κληρονόμου του Γ. Κ., αποφάνθηκε το δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 6841/2011 απόφασή του κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο σκεπτικό της παρούσης. Και Β) στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο τέλεσε με πρόθεση το έγκλημα της κακουργηματικής απάτης στο δικαστήριο σε μορφή απόπειρας, δηλαδή έχοντας αποφασίσει την, με σκοπό αποκόμισης παράνομου περιουσιακού οφέλους που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, βλάβη ξένης περιουσίας, δια της πειθούς άλλου σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως,-.πλην .όμως δεν ολοκληρώθηκε όχι από, δική της θέληση, αλλά από εμπόδια εξωτερικά. Ειδικότερα, στην …. με την από 22-07-2003 αγωγή της κατά των μηνυτριών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 27-08-2003, και με τις από 11-01-2004 προτάσεις, που κατατέθηκαν στο ίδιο Δικαστήριο στις 12- 01-2004, παρέστησε ψευδώς ότι είναι εκ διαθήκης κληρονόμος του Γ. Κ. σε ακίνητη περιουσία αξίας 10.000.000 ευρώ περίπου, δυνάμει της από 26-03-2002, φερόμενης ως γνήσιας, ιδιόγραφης διαθήκης αυτού, με τον οποίο δήθεν διατηρούσε ερωτικό δεσμό επί 20 χρόνια, ενισχύοντας τους ανωτέρω ψευδείς ισχυρισμούς της με την επίκληση και προσαγωγή με τις από 11-01-2004 προτάσεις της, στις 12-01-2004, της ψευδούς κατά περιεχόμενο ένορκης βεβαίωσης, του συγκατηγορουμένου της Γ. Κ. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Α. Κ.-Κ.. Με τις παραστάσεις αυτές, οι οποίες ήταν ψευδείς, αφού ποτέ δεν είχε ερωτικές σχέσεις με τον Γ. Κ., ο οποίος ουδέποτε συνέταξε ή παρέδωσε στην ίδια την επίμαχη διαθήκη, επιχείρησε να πείσει το Δικαστήριο, που δίκαζε την προαναφερόμενη αγωγή της, καθώς και τις αναφερόμενες ως άνω δύο αγωγές των μηνυτριών εναντίον της, ότι ήταν η ίδια εκ διαθήκης κληρονόμος του Γ. Κ. στα αναφερόμενα σε αυτήν ακίνητα, αξίας 10.000.000 ευρώ, με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή της και να αναγνωριστεί ως τέτοια, να της αποδοθούν δε τα αναφερόμενα στην διαθήκη ακίνητα και να απορριφθούν οι αντίστοιχες δύο αγωγές των μηνυτριών, με τις οποίες αυτές ζητούσαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα, λόγω πλαστογραφίας, της εν λόγω διαθήκης, το κληρονομικό τους δικαίωμα στην κληρονομιά του Γ. Κ. και η κυριότητα της εξ αυτών Μ. Λ. στα ακίνητα της κληρονομιάς, επιδιώκοντας παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με την αξία των ανωτέρω ακινήτων και αντίστοιχη ισόποση ζημία των μηνυτριών αληθών κληρονόμων του Γ. Κ.. Η εν λόγω πράξη της όμως δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική της θέληση αλλά από εμπόδια εξωτερικά, καθόσον κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 02-02- 2004 η υπόθεση αναβλήθηκε για την 01-11-2004.
Κατά τις διατάξεις της αυτές (με τις οποίες κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορουμένη για τις ως άνω δύο πράξεις), η προαναφερθείσα 3796/2013,769 και 1172/2014 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου έχει καταστεί αμετάκλητη, εφόσον με την 1816/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή αναίρεση του Εισαγγελέα αυτού κατά της εν λόγω απόφασης (3796/2013,769 και 1172/2014), δεν έχουν θιγεί τα αντίστοιχα κεφάλαια της τελευταίας (ΑΠ 58/2009 ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω, η κατηγορουμένη στην …..σε άγνωστο χρόνο πάντως μικρό χρονικό διάστημα πριν τις 30-6-2003, προκάλεσε στο συγκατηγορούμενό της Β. Δ., ο οποίος ήταν αστυνομικός στο AT …, με πειθώ και φορτικότητα αλλά και υποσχέσεις για οικονομικά ανταλλάγματα, την απόφαση να βεβαιώσει ψευδώς επί της υπεύθυνης δηλώσεως του ν.1599/1986, στην οποία εφέρετο ότι ο μετέπειτα θανών Γ. Κ. δήλωνε ότι : “εξουσιοδοτώ τον Γ. Κ. του Ν., … οδός … αρ. ταυτότητος …4/69 όπως άμεσα διαπραγματευτεί την πώληση ενός οικοπέδου μου ευρισκομένου εις … 1.566 τ.μ. επί του 180 Ο.Τ. με κατασκευαστάς. με αμοιβήν 2% επί της πραγματικής αξίας, της τιμής πώλησης”, ότι η υπογραφή στη θέση του δηλούντος ετέθη ενώπιον του από το Γ. Κ. στις 27-3-2002, Ωστόσο κατά το χρόνο αυτό δεν είχε κυκλοφορήσει ακόμη το ανωτέρω έντυπο, αφού ο τύπος του καθορίστηκε για πρώτη φορά την 1-10-2002, με την απόφαση ΔΙΑΔΠ/Α 1/18368 του Υπουργού Εσωτερικών (ΦΕΚ 1276/Β’11- 10-2002) και τέθηκε για πρώτη φορά σε κυκλοφορία την 1-11-2002, ημερομηνίες κατά τις οποίες ο Γ. Κ. είχε ήδη αποβιώσει (29-4-2002). Τούτο έπραξε η κατηγορουμένη για να ενισχύσει το ψευδή ισχυρισμό της περί γνησιότητας της από 26-3-2002 δήθεν ιδιόγραφης διαθήκης του Γ. Κ., που είχε συνταχθεί με τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα της υπεύθυνης δηλώσεως, με συνέπεια να αναγνωριστεί αυτή ως κληρονόμος της εκ της διαθήκης αυτής ακίνητης περιουσίας, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος, που συνίσταται στην αξία της κληρονομιαίας αυτής περιουσίας ανερχομένης στο ποσό των 10.000.000 ευρώ περίπου.
Συνεπώς, συντρέχει στο πρόσωπο της κατηγορουμένης ηθικής αυτουργού η επιβαρυντική περίσταση του πρόσθετου σκοπού πορισμού οφέλους που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, και η πράξη της φέρει κακουργηματικό χαρακτήρα ως προς αυτή ανεξαρτήτως της μη συνδρομής της ως άνω επιβαρυντικής περίστασης στο πρόσωπο του συγκατηγορουμένου της Β. Δ., αυτουργού της πράξης της ψευδούς βεβαίωσης.
Συνεπώς, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξης της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση σε βαθμό•κακουργήματος, απορριπτομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού της κατηγορουμένης που ‘ προβλήθηκε δια του εκπροσωπούντος αυτή συνηγόρου της, ότι η πράξη της φέρει πλημμεληματικό χαρακτήρα, αφού το όφελος στο οποίο σκόπευε δεν είναι αποτιμητό σε χρήμα και σε κάθε περίπτωση δεν υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, με συνέπεια να έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο λόγω παραγραφής, αφού από την τέλεση της έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας (άρθρα 111 παρ. 3 και 113 παρ. 1, 3 του ΠΚ).”. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο, στη συνέχεια, κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη του ότι “Στην …. σε άγνωστο ακόμη χρόνο, και πάντως μικρό χρονικό διάστημα πριν τις 30-06-2003, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, δηλαδή το έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης. Πιο συγκεκριμένα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό της Β. Δ., ο οποίος ήταν αστυνομικός, με πειθώ και φορτικότητα, αλλά και υποσχέσεις για οικονομικά ανταλλάγματα, την απόφαση να βεβαιώσει ψευδώς, επί της από 27-03-2002 υπεύθυνης δηλώσεως του ν. 1599/1986 ότι η υπογραφή στη θέση του δηλούντος ετέθη ενώπιον του από τον Γ. Κ. στις 27-03-2002, παρότι κατά το χρόνο αυτό δεν είχε ακόμη τεθεί στην κυκλοφορία το χρησιμοποιηθέν έντυπο, εφόσον ο τύπος του καθορίστηκε για πρώτη φορά στις 1-10-2002, με την απόφαση ΔΙΑΔΠ/Α 1/18368 του Υπουργού Εσωτερικών (ΦΕΚ 1276/Β1 11-10-2002) και κυκλοφόρησε μεταγενεστέρως την 01-11-2002, ημερομηνίες κατά τις οποίες ο Γ. Κ. είχε ήδη αποβιώσει (29-04-2002), ώστε να ενισχύσει τον ψευδή ισχυρισμό της περί γνησιότητας της από 26-03-2002 δήθεν ιδιόγραφης διαθήκης του Γ. Κ., που είχε συνταχθεί με τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα της υπεύθυνης δηλώσεως, με συνέπεια να αναγνωριστεί αυτή ως κληρονόμος της•εκ διαθήκης αυτής ακίνητης περιουσίας, σκοπεύοντας έτσι να προσπορίσει στον εαυτό της αθέμιτο όφελος, το οποίο συνίσταται στην αξία της κληρονομιάς αυτής, ύψους 10.000.000 Ευρώ περίπου”. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της διακεκριμένης ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι’ αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 α, γ, 46 παρ. Ια, και 242 παρ. 1 και 3 του ΠΚ που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, με την απόφαση αιτιολογείται, κατ’αρχήν η ιδιότητά του συγκατηγορουμένου της αναιρεσείουσας ως υπαλλήλου (αστυνομικού), κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης και η αρμοδιότητα του να βεβαιώνει το γνήσιο της υπογραφής σε υπεύθυνες δηλώσεις του ν. 1599/1986, Περαιτέρω, αιτιολογείται και η συνδρομή, στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας ως ηθικής αυτουργού, της επιβαρυντικής περίστασης της παρ. 3 του άρθρου 242 του ΠΚ, δηλαδή του σκοπού πορισμού στην ίδια αθεμίτου οφέλους άνω των 120.000 ευρώ . Ειδικότερα, αναφέρεται στο σκεπτικό ότι η αναιρεσείουσα με πειθώ και φορτικότητα, αλλά και υποσχέσεις για οικονομικά ανταλλάγματα, προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό της (αστυνομικό) την απόφαση να βεβαιώσει ψευδώς επί της υπευθύνου δηλώσεως του ν. 1599/1986, ότι η υπογραφή στη θέση του δηλούντος είχε δήθεν τεθεί ενώπιον του στις 27-3-2002 από τον Γ. Κ., γεγονός βέβαια που ήταν ψευδές, αφού το έντυπο που χρησιμοποιήθηκε για τον σκοπό αυτό τέθηκε σε κυκλοφορία από το Υπουργείο Εσωτερικών μεταγενέστερα, δηλαδή την 1-11-2002 , ημερομηνία κατά την οποία ο τελευταίος (Γ.Κ.) είχε ήδη αποβιώσει (29-4-2002). Ότι η αναιρεσείουσα ενήργησε με τον τρόπο αυτό δολίως προκειμένου να ενισχύσει τον ψευδή ισχυρισμό της, στις αστικές δίκες που ανοίχθηκαν, περί γνησιότητας της από 26-3-2002 δήθεν ιδιόγραφης διαθήκης του Γ. Κ., με σκοπό να αναγνωριστεί η ίδια ως κληρονόμος της ακίνητης περιουσίας του και να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος , που συνίσταται στην αξία της κληρονομιαίας περιουσίας που ανέρχεται στο ποσό των 10.000.000 ευρώ περίπου. Ενόψει δε των παραδοχών αυτών, ορθά κρίθηκε από το δικαστήριο ότι η πράξη της αναιρεσείουσας φέρει κακουργηματικό χαρακτήρα και στη συνέχεια απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό αυτής περί παραγραφής της πράξης . Τέλος, αβάσιμη είναι και η αιτίαση της αναιρεσείουσας για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 242 του ΠΚ, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι η άδικη πράξη που της “αποδίδεται, φέρεται να έχει τελεστεί επί εγγράφου και δη εντύπου υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/86, το οποίο κυκλοφόρησε την 1-11/2002, δηλαδή πολύ μεταγενέστερα του χρόνου που φέρεται ότι καταρτίσθηκε (27-3-2002), “αφού ο τύπος του καθορίστηκε για πρώτη φορά την 1-10-2002, με την απόφαση ΔΙΔΠ/Α 1/18368 του Υπουργού Εσωτερικών (ΦΕΚ 1276/ΒΊ1-10-2002) και τέθηκε για πρώτη φορά σε κυκλοφορία την 1-11-2002” (βλ. σελ. 13 της προσβαλλόμενης απόφασης).
Συνεπώς ο κατηγορηθείς ως φυσικός αυτουργός της πράξης που μού αποδίδεται δεν μπορεί να είναι ενεργητικό υποκείμενο της. αφού ουδείς υπάλληλος εξουσιοδοτείται να βεβαιώνει το γνήσιο της υπογραφής επί εγγράφου ανυπόστατου κατά το φερόμενο χρόνο της βεβαίωσης, όπως συνέβη εν προκειμένω”.
Και τούτο γιατί, σύμφωνα με το σκεπτικό και το διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως 1816/2017 του Αρείου Πάγου, η αναίρεση της προγενέστερης απόφασης του εφετείου (1172/2014) δεν έγινε λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ στη βασική του μορφή, αλλά ως προς την επιβαρυντική περίσταση της παρ. 3 του ίδιου άρθρου (δηλαδή την κακουργηματική μορφή) και ως προς το κεφάλαιο της οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω παραγραφής της πράξης της ηθικής αυτουργίας της ίδιας σε ψευδή βεβαίωση (την οποία το Εφετείο χαρακτήρισε εσφαλμένα ότι έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα) ενώ, ως προς τα λοιπά κεφάλαια η απόφαση του εφετείου έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη. Δηλαδή, η σχετική αιτίαση της αναιρεσείουσας στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ (κατ’ορθότερη εκτίμηση), με τους οποίους πλήττεται ο προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν III. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως ερευνά αυτεπαγγέλτως, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής κάθε τέτοιας περιστάσεως (ΑΠ 931/2007). Ως ελαφρυντική περίσταση εθεωρείτο, μεταξύ άλλων, κατά το προισχύσαν δίκαιο, η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχείο ε”, δηλαδή ” το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του”. Για να αναγνωρισθεί δε η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, είχε ως προϋπόθεση, κατά την κρατούσα νομολογία, ότι έπρεπε η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και μάλιστα υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, γιατί τότε μόνο η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή, στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή, και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης. Όμως, δεν μπορούσε να αποκλεισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως στον ευρισκόμενο στη φυλακή κρατούμενο, από μόνο το γεγονός ότι αυτός κρατείται και ότι εξ αυτής της καταστάσεώς του, λόγω του πειθαναγκασμού του στους κανόνες λειτουργίας των σωφρονιστικών καταστημάτων, δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη η τυχόν βελτίωση της συμπεριφοράς του, η οποία (βελτίωση), κατά το διάστημα της κρατήσεώς του, προδήλως εκδηλώνεται μόνο με θετική συμπεριφορά. Τούτο γιατί, σε διαφορετική περίπτωση και, πέραν των όποιων προνομίων που προβλέπει ο σωφρονιστικός Κώδικας και είναι ενδεχόμενο να τύχει ο κρατούμενος κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του, θα οδηγούσε όχι μόνο στην εξάλειψη, αλλά ενδεχομένως και στον περιορισμό της πιθανότητας βελτιώσεως του χαρακτήρα και της προσωπικότητας του καταδικασθέντος και ήδη κρατουμένου. Η παραδοχή δε της συνδρομής της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε του Π.Κ, αναμφιβόλως τελούσε υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η συμπεριφορά του εντός του σωφρονιστικού καταστήματος είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου και η οποία συνέχεται με την εξαιρετική και οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του. Η καλή, δηλαδή, συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του.
Συνεπώς, για το ορισμένο του άνω ισχυρισμού του δράστη είτε κρατουμένου είτε διαβιούντος υπό καθεστώς ελευθερίας δεν αρκούσε η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής και μόνον, αλλά έπρεπε να επικαλεσθεί ο κατηγορούμενος πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξεως (ΑΠ 622/2019,571/2018,1815/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο2 παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ (Ν.4619/2019), αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. Επίσης, από το συνδυασμό των άρθρων 511 εδάφιο τελευταίο και 514 εδάφιο τελευταίο του ισχύοντος ΚΠΔ (Ν.4620/2019), ο Άρειος Πάγος επί παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως, σε κάθε περίπτωση, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Σύμφωνα δε με το άρθρο 84 παρ 2 ε’του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται πλέον ότι ο υπαίτιος “συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του ακόμα και κατά την κράτησή του”. Η εν λόγω διάταξη σαφώς διαφοροποιείται ιδιαίτερα ως προς τον κρατούμενο δράστη και είναι προφανώς επιεικέστερη της προϊσχύσασας. ‘Όπως δε χαρακτηριστικά αναγράφεται στην αιτιολογική έκθεση (σελ. 6 και 22) του ισχύοντος ΠΚ “Η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του κρίνεται κατά και μετά την κράτησή του, ως δείγμα της αντικειμενικά αξιολογούμενης υποχρέωσής του να συμπεριφέρεται “καλά”, δηλαδή νόμιμα … Η καλή συμπεριφορά του καταδικασθέντος για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του αξιολογείται ελαφρυντικά “ακόμα και κατά την κράτησή του”. Τούτο, κατ’ αρχάς, επιβάλλεται από τον ειδικό προληπτικό σκοπό της ποινής κατά της ελευθερίας, αφού η καλή διαγωγή του κρατουμένου αποτελεί θετική ένδικη για την κοινωνική επανένταξή του και η επιεικέστερη μεταχείρισή του προωθεί τον σκοπό αυτό. Η σκέψη ότι ο κρατούμενος δεν είχε αντικειμενικά τις ευκαιρίες ή τα κίνητρα που παρέχει η ελεύθερη διαβίωση να συμπεριφερθεί διαφορετικά, παραβλέπει το γεγονός ότι οι συνθήκες διαβίωσης μέσα στη φυλακή είναι πολύ πιο δύσκολες από ό,τι έξω από αυτήν”
. Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα αυτοτελή ισχυρισμό για αναγνώριση στο πρόσωπό της της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84§2 ε’ του ΠΚ με το ακόλουθο σκεπτικό: “Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός πρέπει ν’απορριφθεί καθόσον δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά, θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσης της κατηγορουμένης, μετά την εγκληματική της δράση (τέλεση των πράξεων της ηθικής αυτουργίας στην κατάρτιση πλαστού εγγράφου με σκοπό τον πορισμό οφέλους άνω των 73.000 ευρώ κατ’ εξακολούθηση και χρήση πλαστού εγγράφου, απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο με σκοπό τον πορισμό οφέλους άνω των 73.000 ευρώ και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση σε βαθμό κακουργήματος) μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό στις 19-12-2011, κατά το οποίο διατελούσε σε καθεστώς ελευθερίας και το οποίο ήταν το μεγαλύτερο μετά την τέλεση των πράξεών της, από τα οποία (περιστατικά) να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα της και όχι μόνο το σύνηθες συμβαίνον για κάθε μέσο κοινωνικό άνθρωπο. Για δε το χρονικό διάστημα της φυλάκισής της από τις 19-12-2011 και εντεύθεν, ωσαύτως δεν αποδείχθηκαν περιστατικά που καταδεικνύουν εξαιρετική – βελτίωση της συμπεριφοράς της κατηγορουμένης, με την έννοια της θετικής δραστηριότητας αυτής, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή ή φόβου ή καταναγκασμού.”. Η αιτιολογία αυτή θεωρουμένη υπό το πρίσμα του εφαρμοστέου επιεικέστερου νόμου (ΠΚ 2), στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ενόψει μάλιστα και των επικαλουμένων από την αναιρεσείουσα εγγράφων περί καλής διαγωγής της στο Κατάστημα Κράτησης ….., δηλαδή των από 4-2-2014 δύο υπηρεσιακών βεβαιώσεων της διεύθυνσης του ανωτέρω Καταστήματος (στις οποίες εκτίθενται ειδικότερα τα σχετικά περιστατικά) που περιέχονται στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης και ανεγνώσθησαν από την προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απορριπτική διάταξή της για αναγνώριση της πιο πάνω ελαφρυντικής περίστασης, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινών και συνολικής ποινής.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί μερικά η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις πιο πάνω διατάξεις και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για νέα συζήτηση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519), απορριπτομένης κατά τα λοιπά της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικά την απόφαση 2567/2018 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και ειδικότερα, τόσο ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του άρθρου 84 § 2 ε’ ΠΚ, όσο και ως προς τις διατάξεις αυτής περί επιβολής ποινών και συνολικής ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο για νέα συζήτηση, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 26-3-2019 (αρ. πρ. ….7/27-3-2019) αίτηση της Β. Μ. του Α., κατοίκου … (…) για αναίρεση της ως άνω με αριθμό 2567/2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ                                 Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

http://dikastis.blogspot.com/2020/07/18182019-84-2.html