ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 163/2020 Όρια Δεδικασμένου

97

ΑΡΙΘΜΟΣ 163/2020

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

– Όρια Δεδικασμένου.

– Κατά το άρθρο 321 του ΚΠολΔ το δεδικασμένο, το οποίο κατά το άρθρο 332 του ίδιου Κώδικα λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των αυτών διαδίκων, το δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες. Επίσης, κατά το άρθρο 324 του ΚΠολΔ το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Σημειωτέον ότι το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει, όμως, ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια έννομη σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση. Το δεδικασμένο καλύπτει (ως ενιαίο σύνολο) ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση ή όχι της επίδικης έννομης σχέσης. Συγκεκριμένα, καλύπτει όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των περιστατικών τα οποία ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, καθώς και τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο προσέδωσε στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου (βλ. ΟλΑΠ 15/1998, ΑΠ 216/2003, ΑΠ 912/2001, Δ. Κονδύλη «Το Δεδικασμένο κατά τον ΚΠολΔ» εκδ. 2η παρ. 12 αρ. 2 σελ. 197 επ.). Μάλιστα, το δεδικασμένο αποκλείει την αμφισβήτηση σε νεώτερη δίκη της έννομης σχέσεως που αποτελεί τη βάση της αξιώσεως, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει μια έννομη σχέση ή των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής (βλ. ΑΠ 61/2006, ΑΠ 1570/2003 ΕλΔνη 2004.411, ΑΠ 915/2001 ΕλΔνη 2003.134, ΑΠ 1331/2001 ΕλΔνη 2001.1562, ΑΠ 1174/1999ΕλΔνη 41.694, Δ. Κονδύλη ο.π. παρ. 19 αρ. 3 σελ. 364 επ.). Ακόμη, η εν λόγω απαγόρευση ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει, εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο, είτε ως προδικαστικό, το ζήτημα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεως του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντας το ως αμάχητη αλήθεια, έστω και αν η τελεσίδικη αυτή κρίση είναι σφαλερή (βλ. ΑΠ 61/2006, ΑΠ 386/2000 ΕλΔνη 2000.1312, ΑΠ 800/1994 ΕλΔνη 37.121, ΕφΑθ 2445/2011 ΕφΑΔ 2012.161, ΕφΑθ 2499/2008 ΕλΔνη 2011.184), όσο και αρνητικά με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέου ένδικου βοηθήματος ή μέσου για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο (βλ. ΑΠ 1639/2003, ΑΠ 1025/1993 ΕλΔνη 35.1565, ΕφΘεσ 564/2001 ΕλΔνη 2001.767). Εξάλλου, στην περίπτωση κατά την οποία, ασκηθεί κατά πρωτόδικης αποφάσεως το ένδικο μέσο της έφεσης και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τη σχετική απόφασή του δεχθεί τυπικώς την έφεση και απορρίψει αυτήν κατ’ ουσίαν, το αντίστοιχο δεδικασμένο θα κριθεί, τόσο ως προς το αντικείμενο του, όσο και ως προς την έκταση των ορίων του, από την απόφαση του εφετείου, σε συνδυασμό όμως και με την πρωτόδικη απόφαση. Ειδικότερα, η αναδρομή αυτή στην πρωτόδικη απόφαση επιβάλλεται, κυρίως, διότι μόνον αυτής το διατακτικό τελεί σε αναφορά με το αίτημα της αγωγής, δηλαδή δέχεται ή απορρίπτει (ολικώς ή μερικώς) το αίτημα, ενώ το διατακτικό της εφετειακής απόφασης περιορίζεται στο να απορρίψει κατ’ ουσίαν την έφεση. Όταν, δηλαδή απορρίπτεται κατ’ ουσίαν η έφεση, το συμπέρασμα του νομικού συλλογισμού για το αντικείμενο της δίκης περιέχεται μόνο στο διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης, η οποία αποτελεί στην περίπτωση αυτή και τον εκτελεστό τίτλο, κατά το άρθρο 904 παρ. 2 εδ. α΄ του ΚΠολΔ, αν είναι καταψηφιστική. Ως εκ τούτου, για τον προσδιορισμό των αντικειμενικών ορίων του δεδικασμένου, σε περίπτωση απορρίψεως της εφέσεως κατ’ ουσίαν, λαμβάνεται υπόψη τόσο η πρωτόδικη, όσο και η κατ’ έφεση απόφαση (βλ. Δ. Κονδύλη ο.π. παρ. 17 αρ. Ι 2 σελ. 320-321). Επίσης, όσον αφορά στο εν λόγω δεδικασμένο, σε περίπτωση που στη σχετική δικαστική απόφαση υφίσταται αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών της και του διατακτικού αυτής, υπερισχύει το διατακτικό, εκτός, εάν υπάρχει περίπτωση διόρθωσης του διατακτικού (βλ. Δ. Κονδύλη ο.π. παρ. 17 αρ. ΙΙ 2 σελ. 334-335). Τέλος, από το συνδυασμό των άρθρων 315 και 319 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση είναι αρμόδιο για τη διόρθωσή της, μάλιστα, αυτή (διόρθωση) μπορεί να γίνει και μετά την απόρριψη του ένδικου μέσου εναντίον της και τη μη εξαφάνισή της, οπότε κατά το χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης, αυτή (πρωτόδικη απόφαση) εξακολουθεί να διατηρεί τη νομική της ύπαρξη, όπως και προηγουμένως (βλ. ΑΠ 43/2007, Μ. Μαργαρίτη – Α. Μαργαρίτη «Ερμηνεία ΚΠολΔ» εκδ. 2η αρθρ. 315 αρ. 17 σελ. 527-528).

https://www.inlaw.gr/content.aspx?id=584