ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 259/2020 Κατάσχεση εις χείρας τρίτου από το ΕΦΚΑ. Αοριστία Κατασχετηρίου. Αρνητική Δήλωση. Έννοια ανακριβούς Δήλωσης.

102

Αριθμός 259/2020

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ

– Κατάσχεση εις χείρας τρίτου από το ΕΦΚΑ. Αοριστία Κατασχετηρίου. Αρνητική Δήλωση. Έννοια ανακριβούς Δήλωσης. Στοιχεία ορισμένου ανακοπής κατά της Δήλωσης του τρίτου. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση.

– Κατά το άρθρο 30 Κ.Ε.Δ.Ε. “η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του διευθυντού του δημοσίου ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε: α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και δ) χρονολογίαν και υπογραφήν του διευθυντού του δημοσίου ταμείου (παρ.1). Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα υπ’ αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα κατάθεση εντός οκτώ ημερών εις το δημόσιον ταμείον (παρ. 2 εδ.α) … . Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα…, της κατασχέσεως επιφερούσης τα αποτελέσματα αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικά εκχωρήσεως (παρ. 3 εδ. α)”. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου από το Δημόσιο, που είναι αναγκαστική, το κατασχετήριο που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του Ταμείου και ήδη από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (άρθρα 85 παρ.1 ΚΕΔΕ και 1 αριθ. 4 ΠΔ 16/1989), πρέπει να περιέχει προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την ποσότητα της απαίτησης του Δημοσίου για την οποία γίνεται η κατάσχεση, το αντικείμενο της κατάσχεσης, δηλαδή εάν πρόκειται για κατάσχεση χρηματικής απαίτησης, καρπών, κινητών πραγμάτων ή κινητών αξιών, ενόψει της διαφορετικότητας της περαιτέρω διαδικασίας κατάσχεσης και την περιγραφή αυτών με τρόπο που να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, την οφειλόμενη από τον τρίτο προς τον οφειλέτη του Δημοσίου ποσότητα και την έννομη σχέση από την οποία αυτή προέρχεται, που πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά, αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο του οφειλέτη και να επιδίδεται εγκύρως προς τον τρίτο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση. Τα πιο πάνω είναι ουσιώδη στοιχεία κάθε κατασχετηρίου, αφού ο τρίτος ο οποίος καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου με βάση το τεκμήριο που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 33 ΚΕΔΕ (αμάχητο παλαιότερα και ήδη μαχητό μετά την τροποποίηση του άρθρου 33 δυνάμει του άρθρου 67 παρ. 1 του Ν. 3842/2010, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα), όχι μόνο θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί σε διάθεση αυτών, αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισμένη κατά το άρθρο 32 ΚΕΔΕ (ΑΠ 821/2018, ΑΠ 139/2018). Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου, ο τρίτος στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει, στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στο διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα. Η ως άνω δήλωση, η οποία ανάλογα με τη θέση που λαμβάνει ο τρίτος απέναντι στο περιεχόμενο του κατασχετηρίου, μπορεί να χαρακτηριστεί θετική ή αρνητική, χωρίς να αποκλείεται η κατάφαση ή η άρνηση να μην είναι ολική αλλά μερική, συνιστά υποχρέωση του τρίτου, η οποία δεν εκτείνεται μόνο στην απλή δήλωση περί του αν υφίσταται η απαίτηση, αλλά επεκτείνεται και στην υποχρέωση παροχής πληροφοριών στον κατασχόντα και επιβάλλει σαφή και ειλικρινή πληροφόρηση του τρίτου για τις σχέσεις του με τον καθού η εκτέλεση. Έτσι, η δήλωση πρέπει να είναι ειλικρινής, σαφής και ορισμένη, ώστε να προκύπτει η τυχόν υποχρέωση του τρίτου, ενώ, επί διαρκών σχέσεων, ο τρίτος πρέπει, αφενός μεν να προσδιορίζει το χρόνο παύσεως του δεσμού του με τον καθού η εκτέλεση (οφειλέτη), αφετέρου δε οφείλει να εκτιμήσει και να εκθέσει όλα εκείνα τα ουσιώδη περιστατικά, που είναι ικανά να βοηθήσουν και προσανατολίσουν τον κατασχόντα στην ικανοποίηση απαίτησής του. Αντικείμενο, εξάλλου, της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου μπορεί να είναι και απαίτηση μέλλουσα. Απαιτείται, ωστόσο, στο χρόνο επιβολής της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου, να υπάρχει η έννομη σχέση (π.χ. εντολή, εταιρεία, μίσθωση, χρησιδάνειο, παρακαταθήκη), από την οποία, ως αιτία δικαιογόνο, θα προκύψει η μελλοντική χρηματική απαίτηση, η οποία, όμως, μπορεί κατά τον παραπάνω χρόνο να προσδιορισθεί κατά το είδος της και κατά το πρόσωπο του οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως και κατά το ποσό της (ΑΠ 1081/2015). Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της κατασχέσεως μέλλουσας απαίτησης, οπότε ο τρίτος συνήθως βρίσκεται σε αδυναμία να παράσχει σαφή πληροφόρηση και πάλι δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής δηλώσεως, αφού στην περίπτωση αυτή, η δήλωση του είναι δυνατόν να είναι αρνητική, ως προς την ενεστώσα οφειλή και θετική, ως προς τη μελλοντική, παρέχοντας τη διαβεβαίωση, ότι θα παρακρατήσει οτιδήποτε προκόψει στο μέλλον υπέρ του καθού η κατάσχεση από την δικαιογόνο αιτία της οφειλής (ΑΠ 919/2019, ΑΠ 825/2018). Κατά τη διάταξη του επομένου άρθρου 33 του ΚΕΔΕ, όπως ήδη κατά τα άνω ισχύει, “εάν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί εκπρόθεσμα ή χωρίς την τήρηση του τύπου που προβλέπεται από το άρθρο 32 του παρόντος, λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου για το σύνολο της απαίτησης, για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, εκτός αν αυτός αποδείξει ότι δεν οφείλει στον καθ`ου ή ότι η οφειλή του είναι μικρότερη από την απαίτηση του Δημοσίου, οπότε απαλλάσσεται ή ευθύνεται μέχρι του ύψους της οφειλής του, κατά περίπτωση.” Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατά τον ΚΕΔΕ η παράλειψη του τρίτου να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση ή αν έχει στα χέρια του το πράγμα που κατασχέθηκε, ή η εκπρόθεσμη ή παράτυπη δήλωση, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι ο τρίτος είναι οφειλέτης της ποσότητας που κατασχέθηκε στα χέρια του, κατά αντίθεση με τον ΚΠολΔ (άρθρο 985 παρ.3), κατά τον οποίο η ως άνω παράλειψη του τρίτου εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση. Το τεκμήριο αυτό δημιουργείται μόνο στις ως άνω αναφερόμενες τρεις περιπτώσεις του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ. Άρα δεν δημιουργείται τούτο, όταν η δήλωση του τρίτου δεν περιέχει κάποιο από τα στοιχεία, την αναφορά των οποίων αξιώνει όχι η διάταξη του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ, αλλά η διάταξη του άρθρου 985 ΚΠολΔ, η οποία, κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται και στη διοικητική εκτέλεση κατά τον ΚΕΔΕ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 89 του ΚΕΔΕ. Επομένως, η ανακριβής δήλωση του τρίτου και εν γένει η ουσιαστικά αναληθής δήλωση αυτού, πέραν από την προς αποζημίωση ευθύνη αυτού έναντι του κατασχόντος (985 παρ. 3 εδ. β’ ΚΠολΔ), χορηγεί στον κατασχόντα, όπως και η αρνητική δήλωση, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της δηλώσεως αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34 του ΚΕΔΕ και (στο οποίο αυτό παραπέμπει) 986 ΚΠολΔ και να ζητήσει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού ή στην παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος (άρθρο 990 ΚΠολΔ) (ΑΠ 96/2016), μη αποκλειομένης και της σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο της ανακοπής της από το άρθρο 985 παρ. 3 περί αποζημίωσης αγωγής (άρθρο 986 εδ. β` ΚΠολΔ – ΑΠ 185/1990). Ανακριβής είναι η δήλωση του τρίτου είτε πρόκειται για την απόκρυψη της ύπαρξης της οφειλής είτε πρόκειται για την αναληθή ή μη πλήρη έκθεση επιμέρους πραγματικών περιστατικών που περιγράφουν τη σχέση του καθού η εκτέλεση με τον τρίτο (ΑΠ 1261/2019). Εξάλλου, και η μη σαφής αναφορά στη δήλωση του τρίτου περί της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της κατασχεθείσας απαίτησης, θεωρείται ως σιωπηρά αρνητική, για την ύπαρξη της απαίτησης, δήλωση, οπότε και υπόκειται στην κατά το άρθρο 34 ΚΕΔΕ ανακοπή (ΑΠ 92/2016). Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρ. 990 ΚΠολΔ η κατ’ αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών. Συνακόλουθα τούτων, κύριο αντικείμενο της σχετικής δίκης, το οποίο δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου και το οποίο περιορίζεται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και της δήλωσης του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθού η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι, και σε ποια ακριβώς έκταση και με ποιους περιορισμούς, οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος Δημοσίου (ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 1092/2015, ΑΠ 1182/2009). Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση, δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα), αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαιτήσεως (ΑΠ 663/2017, ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 480/2012). Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρονται στην ανακοπή τα πραγματικά γεγονότα από τα οποία απορρέει η οφειλή του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση και όχι απλώς ότι ο τρίτος οφείλει δυνάμει ορισμένης έννομης σχέσεως, αλλιώς αυτή είναι αόριστη (ΑΠ 1065/2009). Ειδικότερα δε, επί κατασχέσεως μέλλουσας απαίτησης, πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς τα περιστατικά, με βάση τα οποία προσδοκάται η δυνατότητα παραγωγής από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση της μέλλουσας χρηματικής απαίτησης. Σε περίπτωση που ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του τη δικαιογόνο αιτία και την ύπαρξη της απαιτήσεως, αλλά απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίηση αυτής, η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης (ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 480/2012). Για να συντρέχει, όμως, η ως άνω περίπτωση, θα πρέπει η μη αμφισβήτηση να αφορά σαφώς προσδιοριζόμενη απαίτηση από συγκεκριμένη έννομη σχέση, πράγμα που δεν συμβαίνει επί διαρκούς μη επώνυμης έννομης σχέσης, όταν ο τρίτος με τη δήλωσή του, χωρίς να αναφέρει πραγματικά περιστατικά και σαφείς όρους λειτουργίας της εν λόγω σχέσης, από την οποία απορρέει σαφής και ορισμένη απαίτηση, μάλιστα δε και δυνατότητα παραγωγής αυτής επί κατασχέσεως μέλλουσας απαίτησης, προβαίνει απλώς σε γενική άρνηση οποιασδήποτε οφειλής του προς τον καθού η εκτέλεση από τη σχέση αυτή, αιτιολογώντας ασαφώς και αορίστως την ανυπαρξία οποιασδήποτε οφειλής του προς αυτόν. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, είναι υποχρεωμένος ο ανακόπτων, ο οποίος επέχει θέση ενάγοντος, να επικαλεσθεί με την ανακοπή του τόσο τη βασική έννομη σχέση όσο και τα πραγματικά γεγονότα από τα οποία απορρέει η οφειλή, υπάρχουσα ή μέλλουσα, του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση.

– Το Εφετείο, παρά το νόμο παρέλειψε να απορρίψει την ανακοπή του ΕΦΚΑ ως αόριστη και απαράδεκτη, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, ως εκ τούτου, ο σχετικός πρώτος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος.

https://www.inlaw.gr/content.aspx?id=651