Τεχνική framing, inline linking, έννοια “παρουσίασης στο κοινό” και δίκαιο ΕΕ για την πνευματική ιδιοκτησία

49

Γεν. εισαγγελέας ΔΕΕ: “Για την ενσωμάτωση έργων από άλλες ιστοσελίδες μέσω inline linking απαιτείται συγκατάθεση – Αντίθετα, για την ενσωμάτωση που χρησιμοποιεί το framing δεν απαιτείται συγκατάθεση”

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος

Με τις δημοσιευθείσες στις 10-09-2020 προτάσεις του, ο πρώτος γενικός εισαγγελέας ΔΕΕ Maciej Szpunar προτείνει στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι για την ενσωμάτωση έργων προερχομένων από άλλους ιστοτόπους μέσω αυτόματων συνδέσμων (inline linking) απαιτείται η συγκατάθεση του κατόχου των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Εντούτοις, σύμφωνα με τον γενικό εισαγγελέα Szpunar, για την ενσωμάτωση έργων που προέρχονται από άλλους ιστοτόπους, μέσω συνδέσμων οι οποίοι ενεργοποιούνται με κλικ και χρησιμοποιούν το framing δεν απαιτείται η συγκατάθεση του κατόχου των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, διότι αυτός θεωρείται ότι την έχει παράσχει κατά την αρχική διάθεση του έργου.

Το framing είναι μια τεχνική χάρη στην οποία η οθόνη μπορεί να χωριστεί σε περισσότερα μέρη και καθένα τους να εμφανίζει αυτοτελώς μια διαφορετική ιστοσελίδα ή έναν διαφορετικό πόρο διαδικτύου.

Το ίδιο ισχύει και όταν με την ενσωμάτωση αυτή παρακάμπτονται τεχνολογικά μέτρα προστασίας κατά του framing τα οποία έλαβε ή απαίτησε να ληφθούν ο κάτοχος των δικαιωμάτων αυτών.

Ιστορικό της υπόθεσης

Το Stiftung Preußischer Kulturbesitz, ίδρυμα το οποίο έχει συσταθεί κατά το γερμανικό δίκαιο, είναι ο φορέας εκμεταλλεύσεως της Deutsche Digitale Bibliothek (DDB), ψηφιακής βιβλιοθήκης για τον πολιτισμό και τη γνώση, η οποία διασυνδέει γερμανικούς πολιτιστικούς και επιστημονικούς φορείς.

Ο ιστότοπος της DDB περιέχει συνδέσμους προς ψηφιοποιημένο περιεχόμενο αποθηκευμένο στις διαδικτυακές πύλες των συμμετεχόντων φορέων. Η ίδια η DDB αποθηκεύει, εν είδει «ψηφιακής προθήκης», μόνον μικρογραφίες (thumbnails), δηλαδή εκδοχές εικόνων των οποίων το μέγεθος είναι μικρότερο σε σχέση με το αρχικό τους.

Η Verwertungsgesellschaft Bild-Kunst, εταιρία συλλογικής διαχειρίσεως δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα των εικαστικών τεχνών στη Γερμανία, έχει θέσει ως όρο για τη σύναψη, με το SPK, συμβάσεως παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως του καταλόγου των έργων της υπό τη μορφή μικρογραφιών την αποδοχή συμβατικής ρήτρας η οποία ορίζει ότι ο κάτοχος της άδειας υποχρεούται, κατά την εκμετάλλευση των έργων και των προστατευόμενων αντικειμένων που αποτελούν αντικείμενο της συμβάσεως, να εφαρμόζει αποτελεσματικά τεχνολογικά μέτρα προστασίας έναντι του framing1 εκ μέρους τρίτων, ως προς τις μικρογραφίες των έργων ή των προστατευόμενων αντικειμένων τα οποία εμφανίζονται στον ιστότοπο της DDB.

Το SPK, θεωρώντας ότι ένας τέτοιος συμβατικός όρος δεν είναι εύλογος από πλευράς δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας, άσκησε ενώπιον του Landgericht (περιφερειακού δικαστηρίου, Γερμανία) αναγνωριστική αγωγή με αίτημα να διαπιστωθεί ότι η VG Bild-Kunst όφειλε2 να χορηγήσει την επίμαχη άδεια στο SPK, χωρίς η άδεια αυτή να εξαρτάται από την εφαρμογή των ως άνω τεχνολογικών μέτρων. Η αγωγή απορρίφθηκε σε πρώτο βαθμό από το Landgericht (περιφερειακό δικαστήριο). Η απόφαση του τελευταίου εξαφανίστηκε, κατόπιν εφέσεως της SPK, από το Kammergericht (δευτεροβάθμιο περιφερειακό δικαστήριο, Γερμανία). Με αίτηση αναιρέσεως, η VG Bild-Kunst ζητεί την απόρριψη της αγωγής του SPK.

Στο πλαίσιο αυτό, το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, Γερμανία) ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει την οδηγία 2001/29/ΕΚ [οδηγία για την εναρµόνιση ορισµένων πτυχών του δικαιώµατος του δηµιουργού και συγγενικών δικαιωµάτων στην κοινωνία της πληροφορίας], σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν κάθε παρουσίαση στο κοινό των έργων τους, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, καθώς και να καθιστούν προσιτά τα έργα τους στο κοινό κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος.

Προτάσεις γεν. εισαγγελέα ΔΕΕ

Με τις δημοσιευθείσες προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας Maciej Szpunar προτείνει στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι η ενσωμάτωση σε ιστοσελίδα έργων τα οποία προστατεύονται με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας και προέρχονται από άλλους ιστοτόπους (όπου έχουν τεθεί στη διάθεση του κοινού με συγκατάθεση του κατόχου του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας) μέσω συνδέσμων οι οποίοι ενεργοποιούνται με κλικ και χρησιμοποιούν το framing δεν απαιτείται η συγκατάθεση του κατόχου των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, διότι αυτός θεωρείται ότι την έχει παράσχει κατά την αρχική διάθεση του έργου.

Το αυτό ισχύει και όταν με την ενσωμάτωση αυτή παρακάμπτονται τεχνολογικά μέτρα προστασίας κατά του framing τα οποία έλαβε ή απαίτησε να ληφθούν ο κάτοχος των δικαιωμάτων αυτών. Τέτοια μέτρα δεν περιορίζουν την πρόσβαση στο έργο ούτε καν μια δίοδο προσβάσεως σε αυτό, αλλά μόνον τον τρόπο εμφανίσεώς του στην οθόνη. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί ως εκ τούτου να γίνει λόγος για νέο κοινό, διότι το κοινό είναι πάντοτε το ίδιο: εκείνο του ιστοτόπου-στόχου.

Εντούτοις, για την ενσωμάτωση έργων προερχομένων από άλλους ιστοτόπους μέσω αυτόματων συνδέσμων (inline linking, τα έργα εμφανίζονται αυτομάτως στην ιστοσελίδα ήδη με το άνοιγμα αυτής, χωρίς καμία πρόσθετη ενέργεια εκ μέρους του χρήστη), η οποία συνήθως χρησιμοποιείται στις περιπτώσεις αρχείων γραφικών ή οπτικοακουστικών αρχείων, απαιτείται, σύμφωνα με τον γενικό εισαγγελέα, η συγκατάθεση του κατόχου των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Όταν οι εν λόγω αυτόματοι σύνδεσμοι παραπέμπουν σε έργα προστατευόμενα με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, συντρέχει, τόσο από τεχνικής όσο και από λειτουργικής απόψεως, πράξη παρουσιάσεως του έργου σε κοινό το οποίο δεν ελήφθη υπόψη από τον κάτοχο του σχετικού δικαιώματος κατά την αρχική διάθεσή του, ήτοι σε κοινό ιστοτόπου διαφορετικού από εκείνον όπου πραγματοποιήθηκε η αρχική διάθεση3.

Ο γενικός εισαγγελέας επισημαίνει ότι οι αυτόματοι σύνδεσμοι εμφανίζουν τον πόρο ως αναπόσπαστο στοιχείο της ιστοσελίδας που περιέχει τον σύνδεσμο αυτόν. Για τον χρήστη, επομένως, ουδεμία διαφορά υπάρχει μεταξύ μιας εικόνας η οποία ενσωματώνεται σε ιστοσελίδα από τον ίδιο διακομιστή και μιας εικόνας η οποία ενσωματώνεται από άλλον ιστότοπο. Για τον συγκεκριμένο χρήστη, δεν υπάρχει πλέον καμία διασύνδεση με τον ιστότοπο προελεύσεως, τα πάντα γίνονται στον ιστότοπο που περιέχει τον σύνδεσμο. Κατά τον γενικό εισαγγελέα, δεν είναι δυνατόν να τεκμαίρεται ότι ο κάτοχος του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας έλαβε υπόψη τέτοιους χρήστες παρέχοντας την άδειά του για την αρχική διάθεση.

Κατά τη γνώμη του γενικού εισαγγελέα Szpunar, η ερμηνεία που ο ίδιος προτείνει προσφέρει στους κατόχους των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας νομικά εργαλεία προστασίας από την άνευ συγκατάθεσης εκμετάλλευση των έργων τους στο διαδίκτυο. Με τον τρόπο αυτό ενισχύεται, επομένως, η διαπραγματευτική θέση τους για τη χορήγηση αδειών χρήσεως των έργων αυτών.

Ωστόσο, παρατηρεί ότι ενώ η συγκατάθεση των κατόχων των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας είναι κατ’αρχήν απαραίτητη, δε μπορεί να αποκλειστεί ότι ορισμένοι αυτόματοι σύνδεσμοι προς έργα που τίθενται στη διάθεση του κοινού στο διαδίκτυο θα μπορούσαν αναμφίβολα να εμπίπτουν σε μία από τις εξαιρέσεις από το δικαίωμα παρουσιάσεως στο κοινό, ιδίως, στις εξαιρέσεις της παραθέσεως αποσπασμάτων καθώς και της χρήσεως για γελοιογραφία, παρωδία ή μίμηση.

Όσον αφορά την εξουδετέρωση κάθε τεχνολογικού μέτρου, ο γενικός εισαγγελέας σημειώνει ότι η οδηγία 2001/29/ΕΚ υποχρεώνει, κατ’αρχήν, τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν έννομη προστασία κατά μίας τέτοιας εξουδετέρωσης. Εντούτοις, με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου, η εν λόγω έννομη προστασία αφορά μόνον την προστασία του δικαιούχου από πράξεις για τις οποίες απαιτείται η συγκατάθεσή του.

Δεδομένου ότι το framing δεν απαιτεί τέτοια συγκατάθεση, τα τεχνολογικά μέτρα προστασίας κατά του framing, ως εκ τούτου, δεν τυγχάνουν της έννομης προστασίας που προβλέπει η οδηγία 2001/29/ΕΚ.

Αντιθέτως, καθώς για το inline linking απαιτείται η συγκατάθεση του κατόχου των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, επομένως, τα τεχνολογικά μέτρα προστασίας κατά μιας τέτοιου είδους ενσωμάτωσης τυγχάνουν αυτής της έννομης προστασίας.

Γίνεται υπόμνηση ότι η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.

Υπενθυμίζεται ακόμα ότι η προσφυγή ακύρωσης αποσκοπεί στην ακύρωση πράξεων των οργάνων της Ένωσης που αντιβαίνουν στο δίκαιο της Ένωσης. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τα κράτη μέλη, τα όργανα της Ένωσης και οι ιδιώτες μπορούν να ασκήσουν προσφυγή ακύρωσης ενώπιον του Δικαστηρίου ή του Γενικού Δικαστηρίου. Αν η προσφυγή είναι βάσιμη, η πράξη ακυρώνεται. Το καθού όργανο της Ένωσης οφείλει να καλύψει το ενδεχόμενο κενό δικαίου που δημιουργεί η ακύρωση της πράξης.

Το πλήρες κείμενο των προτάσεων είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο CURIA

  • 1.Το framing είναι μια τεχνική χάρη στην οποία η οθόνη μπορεί να χωριστεί σε περισσότερα μέρη και καθένα τους να εμφανίζει αυτοτελώς μια διαφορετική ιστοσελίδα ή έναν διαφορετικό πόρο διαδικτύου.
  • 2.Σύμφωνα με τον γερμανικό νόμο δυνάμει του οποίου μεταφέρθηκε στη γερμανική έννομη τάξη το άρθρο 16, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2014/26/ΕΕ [οδηγία για τη συλλογική διαχείριση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων καθώς και τη χορήγηση πολυεδαφικών αδειών για επιγραμμικές χρήσεις μουσικών έργων στην εσωτερική αγορά], οι εταιρίες συλλογικής διαχειρίσεως υποχρεούνται να χορηγούν σε κάθε πρόσωπο που υποβάλλει σχετική αίτηση, υπό εύλογους όρους, άδεια χρήσεως των δικαιωμάτων των οποίων η διαχείριση τους έχει ανατεθεί. Εντούτοις, κατά τη νομολογία των γερμανικών δικαστηρίων, οι εταιρίες συλλογικής διαχειρίσεως δύνανται, κατ’ εξαίρεση, να παρεκκλίνουν από την υποχρέωσή τους και να αρνηθούν την παροχή άδειας εκμεταλλεύσεως, υπό την προϋπόθεση ότι η άρνηση αυτή δεν συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση μονοπωλιακής θέσεως και υπό την επιφύλαξη της δυνατότητας επικλήσεως υπέρτερων εννόμων συμφερόντων ως αιτιολογίας για τη μη παροχή άδειας εκμεταλλεύσεως.
  • 3.Συναφώς, ο γενικός εισαγγελέας παραπέμπει, κατ’ αναλογίαν, στην απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Renckhoff, C‑161/17 (σκέψεις 68 και 71).

https://www.lawspot.gr/nomika-nea/tehniki-framing-inline-linking-ennoia-paroysiasis-sto-koino-kai-dikaio-ee-gia-tin