Απέλαση αλλοδαπού λόγω διάπραξης σοβαρών αδικημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας. Μη παραβίαση δικαιώματος σεβασμού της οικογενειακής ζωής

88

ΑΠΟΦΑΣΗ

J.Α. κατά Ελβετίας της 22.12.2020 (αρ. προσφ. 6325/15)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Απέλαση αλλοδαπού που διέπραξε σοβαρά αδικήματα. Οικογενειακοί δεσμοί στην χώρα υποδοχής. Αναλογικότητα παρέμβασης.

Η προσφυγή αφορούσε απέλαση Ισπανού υπηκόου από Ελβετία στην Ισπανία. Ο προσφεύγων διέμενε νόμιμα επί σειρά πολλών ετών στην Ελβετία, και είχε αποκτήσει οικογένεια στην χώρα αυτή. Απελάθηκε γιατί κρίθηκε από τις εγχώριες αρχές επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια λόγω διαπράξεως σοβαρών εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας, όπως βιασμούς και γενετήσιες πράξεις με την ανήλικη κόρη της συντρόφου του.

Το Στρασβούργο επανέλαβε τα κριτήρια που έχει καθορίσει στην υπόθεση Üner που πρέπει να εφαρμοστούν για να καθοριστεί εάν η παρέμβαση, με τη μορφή απέλασης, ήταν απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία και συνοψίζονται κυρίως στην φύση και την σοβαρότητα των αδικημάτων, στην συμπεριφορά του αλλοδαπού μετά την τέλεση των αδικημάτων και την ύπαρξη ισχυρών οικογενειακών δεσμών στην χώρα υποδοχής.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων είχε δημιουργήσει οικογενειακούς δεσμούς στην Ελβετία, ωστόσο ο ενήλικος γιος του πλέον ζούσε μόνος του και η σύζυγος του μπορούσε να κρατήσει επαφή μαζί του με τηλεπικοινωνία και ότι είχε δεσμούς και με την Ισπανία, όπου απελάθηκε. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων είχε διαπράξει σοβαρά αδικήματα, έκρινε ότι οι εγχώριες αρχές, με την απέλαση του, δεν είχαν υπερβεί το περιθώριο εκτίμησης που χορηγείται από τη Σύμβαση. Δεν διαπίστωσε παραβίαση του σεβασμού της οικογενειακής του ζωής (άρθρο 8 της ΕΣΔΑ).

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων J.A., είναι Ισπανός υπήκοος που γεννήθηκε το 1968 και ζει στην Ισπανία. Μετά την ποινική του καταδίκη ανεκλήθη η άδεια παραμονής του στην Ελβετία, παρά το γεγονός ότι γεννήθηκε και έζησε ολόκληρη τη ζωή του στη χώρα αυτή.
Ο προσφεύγων είχε άδεια παραμονής από τη γέννησή του. Απέκτησε γιο το 1991 και το 2003 παντρεύτηκε υπήκοο Λευκορωσίας.
Το 2009 ο προσφεύγων καταδικάστηκε για πολλαπλά αδικήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας , συμπεριλαμβανομένου των γενετήσιων πράξεων με την ανήλικη κόρη της συντρόφου του. Τον Ιανουάριο του 2014, το Γραφείο Μετανάστευσης ανακάλεσε την άδεια παραμονής του προσφεύγοντος λόγω «παραβίασης θεμελιωδών κανόνων και της μαζικής παραβίασης νομικών συμφερόντων» και λόγω του γεγονότος ότι είχε διαπράξει εκ νέου αδίκημα. Επισήμανε τις σχέσεις του με την Ισπανία και την ευχέρειά του στα Ισπανικά. Ανέφερε ιδιαίτερα το γενικό ενδιαφέρον για τη διατήρηση της δημόσιας ασφάλειας. Αυτή η απόφαση και η αιτιολογία της επικυρώθηκαν από το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. Επισήμανε ότι η σύζυγός του ήταν ελεύθερη να τον ακολουθήσει στην Ισπανία.
Το 2015 το Ομοσπονδιακό Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση του προσφεύγοντος. Έκρινε ότι το κατώτερο δικαστήριο είχε εξισορροπήσει σωστά τα συμφέροντα του προσφεύγοντος με το δημόσιο συμφέρον, και δήλωσε ότι το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής δεν ήταν απόλυτο. Στις 28 Φεβρουαρίου, ο προσφεύγων έφυγε από την Ελβετία για την Ισπανία. Η γυναίκα του παρέμεινε στην Ελβετία.
Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο προσφεύγων παραπονέθηκε ότι η ανάκληση της άδειας παραμονής του παραβίασε το δικαίωμά του στο σεβασμό της οικογενειακής του ζωής σύμφωνα με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

(i) Γενικές αρχές

Η Σύμβαση δεν εγγυάται το δικαίωμα ενός αλλοδαπού να εισέλθει ή να διαμείνει σε μια συγκεκριμένη χώρα και, στο πλαίσιο του καθήκοντός τους να διατηρήσουν τη δημόσια τάξη, τα Συμβαλλόμενα Κράτη έχουν την εξουσία να εκδιώξουν έναν αλλοδαπό που έχει καταδικαστεί για εγκλήματα. Ωστόσο, οι αποφάσεις τους σε αυτόν τον τομέα πρέπει, στο βαθμό που ενδέχεται να επηρεάσουν ένα δικαίωμα που προστατεύεται σύμφωνα με το άρθρο 8 § 1, να είναι σύμφωνες με το νόμο και απαραίτητες σε μια δημοκρατική κοινωνία, δηλαδή να δικαιολογούνται από μια επιτακτική κοινωνική ανάγκη και, ειδικότερα, ανάλογη με τον νόμιμο στόχο επιδίωξης.
Στην υπόθεση Üner, το Δικαστήριο συνόψισε τα σχετικά κριτήρια που πρέπει να εφαρμοστούν για να καθοριστεί εάν η παρέμβαση, με τη μορφή απέλασης, είναι απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία. Λαμβάνεται λοιπόν υπόψη:

α) η φύση και η σοβαρότητα του αδικήματος που διαπράχθηκε από τον προσφεύγοντα,
β) η διάρκεια της παραμονής του στη χώρα από την οποία πρόκειται να απελαθεί,
γ) ο χρόνος που πέρασε από τη διάπραξη του αδικήματος και η συμπεριφορά του προσφεύγοντος κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ,
δ) οι εθνικότητες των διαφόρων ενδιαφερομένων,
ε) η οικογενειακή κατάσταση του προσφεύγοντος, όπως η διάρκεια του γάμου και άλλοι παράγοντες που εκφράζουν την αποτελεσματικότητα της οικογενειακής ζωής ενός ζευγαριού,
στ) εάν η σύζυγος γνώριζε για το αδίκημα τη στιγμή που αυτή είχε συνάψει οικογενειακή σχέση,
ζ) εάν υπάρχουν παιδιά εντός γάμου, και εάν ναι, η ηλικία τους,
η) η σοβαρότητα των δυσκολιών που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η σύζυγος στη χώρα στην οποία θα απελαθεί ο προσφεύγων,
θ) το καλύτερο συμφέρον και η ευημερία των παιδιών, ιδίως η σοβαρότητα των δυσκολιών που ενδέχεται να συναντήσουν τα παιδιά του προσφεύγοντος στη χώρα στην οποία πρόκειται να απελαθεί ο προσφεύγων, και
ι) η σταθερότητα των κοινωνικών, πολιτιστικών και οικογενειακών δεσμών με τη χώρα υποδοχής και με τη χώρα προορισμού.
Σε πρόσφατες υποθέσεις που αφορούσαν την απέλαση εγκατεστημένων μεταναστών, το Δικαστήριο αρνήθηκε να αντικαταστήσει τα συμπεράσματά του με εκείνα των εγχώριων δικαστηρίων, τα οποία είχαν αξιολογήσει διεξοδικά τις προσωπικές περιστάσεις των προσφευγόντων, εξισορρόπησαν προσεκτικά τα ανταγωνιστικά συμφέροντα και έλαβαν υπόψη τα κριτήρια που καθορίζονται στην υπόθεσή του. και κατέληξαν σε συμπεράσματα που δεν ήταν «αυθαίρετα ούτε προφανώς παράλογα».

(ii) Εφαρμογή των παραπάνω αρχών στην παρούσα περίπτωση.

Κατά την εξέταση της υπό κρίσης υπόθεσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι η απέλαση μεταναστών επί μακρόν διαμένοντες πρέπει να αποτελεί εξαίρεση.

Το ΕΔΔΑ δεν είχε καμία δυσκολία να αποδεχθεί ότι τα επίμαχα μέτρα αποτελούσαν παρέμβαση στο δικαίωμα του προσφεύγοντος για σεβασμό της οικογενειακής και της ιδιωτικής του ζωής, ότι η παρέμβαση ήταν σύμφωνη με το νόμο και ότι επιδίωκε τους νόμιμους στόχους του για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας και την πρόληψη διαταραχών ή εγκλημάτων.

Όσον αφορά τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν από τον προσφεύγοντα, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο προσφεύγων καταδικάστηκε, το 2009, για πολλαπλούς λόγους παραβίασης της γενετήσιας ευπρέπειας με ανήλικο, πολλαπλούς λόγους απόπειρας γενετήσιων πράξεων με ανήλικο, πολλαπλές κατηγορίες για παρενόχληση, βιασμό και πολλές κατηγορίες πορνογραφίας, που διαπράχθηκαν μεταξύ Μαρτίου και Δεκεμβρίου 2006. Καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριάντα μηνών, εκ των οποίων για τους 24 μήνες χορηγήθηκε αναστολή εκτέλεσης.
Συνοπτικά, το Δικαστήριο θεώρησε ότι ο προσφεύγων διέπραξε πολύ σοβαρά αδικήματα κατά σημαντικών νομικών συμφερόντων του θύματος.
Όσον αφορά το χρόνο που πέρασε από τη διάπραξη του αδικήματος και τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αυτής, το ΕΔΔΑ σημείωσε ότι διέπραξε τα προαναφερθέντα αδικήματα το 2006 και καταδικάστηκε για αυτά το 2009. Σημείωσε επίσης ότι μόνο 9 μήνες μετά το τέλος της δικαστικής διαδικασίας, ο προσφεύγων τοποθέτησε κάμερες στο διαμέρισμα της πρώην συντρόφου του και την παρακολούθησε με έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ. Το Δικαστήριο συμμερίσθηκε το επιχείρημα του Ομοσπονδιακού Ανώτατου Δικαστηρίου ότι ένας τέτοιος κίνδυνος δεν χρειάζεται να γίνει αποδεκτός για νομικά συμφέροντα τόσο σημαντικά όσο η σεξουαλική ακεραιότητα των ανηλίκων.

Όσον αφορά την οικογενειακή κατάσταση του προσφεύγοντος, είναι παντρεμένος από το 2003 και δεν είχε αμφισβητηθεί ρητά από την κυβέρνηση ότι υπήρχαν πραγματικοί και αποτελεσματικοί οικογενειακοί δεσμοί μεταξύ του προσφεύγοντος και της συζύγου του. Από τον γάμο τους δεν είχαν αποκτήσει τέκνα.

Το Δικαστήριο συμμερίσθηκε την άποψη των εθνικών δικαστηρίων ότι η απέλαση του προσφεύγοντος θα την επηρέαζε άμεσα. Όπως προκύπτει από τις πληροφορίες που παρέσχε ο προσφεύγων με επιστολή τον Απρίλιο του 2020, η σύζυγος εξακολουθούσε να ζει στην Ελβετία. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι μπορούσε να διατηρήσει επαφή με τον προσφεύγοντα μέσω τηλεπικοινωνιών και επισκέψεων, όπως θεώρησαν και τα εθνικά δικαστήρια.

Ο προσφεύγων έχει έναν ενήλικο γιο από προηγούμενη σχέση. Παρά τον ισχυρισμό του ότι έχει πολύ στενή σχέση με τον γιο του, ο τελευταίος ζει με τη φίλη του από το 2014. Το Δικαστήριο επικρότησε το συμπέρασμα των εγχώριων δικαστηρίων ότι ο προσφεύγων δεν μπορούσε να αποδείξει και αυτό δεν φαίνεται επίσης από το προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό, ότι υπάρχουν επιπρόσθετα στοιχεία εξάρτησης εκτός από τους φυσιολογικούς συναισθηματικούς δεσμούς μεταξύ αυτού και του ενήλικα γιου του, τα οποία θα καθιστούσαν αναγκαία την εξέταση αυτής της σχέσης όσον αφορά το δικαίωμα σεβασμού της «οικογενειακής ζωής» κατά την έννοια του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.
Όσον αφορά τη δύναμη των κοινωνικών, πολιτιστικών και οικογενειακών δεσμών του προσφεύγοντος με τη χώρα υποδοχής, το Δικαστήριο επισήμανε ότι έζησε όλη του τη ζωή στην Ελβετία. Πήγε στο σχολείο και είχε εργαστεί σε διάφορες δουλειές εκεί. Οι φίλοι του και μερικά από τα αδέλφια του ζούσαν στην Ελβετία. Αυτή η χώρα έγινε έτσι το κέντρο της ζωής του. Επιπλέον, μιλάει Γερμανικά. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο δεν αμφέβαλλε ότι προσφεύγων είχε στενούς δεσμούς με την Ελβετία. Η κοινωνική και πολιτιστική ένταξη του δεν αμφισβητήθηκε.
Όσον αφορά τους δεσμούς του προσφεύγοντος με τη χώρα προορισμού, το Δικαστήριο σημείωσε ότι είναι Ισπανός πολίτης. Από τους ισχυρισμούς των μερών φαίνεται ότι είχε διατηρήσει επαφή με την Ισπανία και μιλά ισπανικά, αν και ίσως όχι πολύ καλά. Επιπλέον, ένας από τους αδελφούς του ζει ακόμα στην Ισπανία. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων μπορούσε να βασιστεί σε ορισμένους δεσμούς με την Ισπανία.

Οι ανωτέρω σκέψεις έδωσαν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να συμπεράνει ότι οι εγχώριες αρχές εξέτασαν λεπτομερώς όλους τους προαναφερθέντες παράγοντες και κατέληξαν σε συμπεράσματα που δεν φαίνονται ούτε αυθαίρετα ούτε προφανώς παράλογα. Δεν μπόρεσε να διαπιστώσει ότι το εναγόμενο κράτος απέδωσε υπερβολικό βάρος στα συμφέροντά του στην απόφασή του να ανακαλέσει την άδεια μόνιμης παραμονής του προσφεύγοντος και να διατάξει την απέλαση του στην Ισπανία. Επομένως, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το εναγόμενο κράτος δεν είχε υπερβεί το περιθώριο εκτίμησης που διέθετε στην παρούσα υπόθεση.

Συνεπώς, δεν διαπιστώθηκε παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού της οικογενειακής ζωής (άρθρο 8 της Σύμβασης) (επιμέλεια echrcaselaw.comechrcaselaw.com).