Ο μεταγενέστερος δικαστικός έλεγχος ουσίας και νομιμότητας πράξης Ρυθμιστικής Αρχής, εξασφάλισε τη δίκαιη δίκη, παρά το έλλειμα αυτής στη διαδικασία ενώπιον της Ρυθμιστικής Αρχής

38

ΑΠΟΦΑΣΗ

Edizioni Del Roma Societa Cooperativa A.R.L. και Edizioni del Roma S.R.L. κατά Ιταλίας της 10.12.2020 (αριθ. προσφ. 68954/13 και 70495/13)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δημόσια ακρόαση και Ρυθμιστική  αρχή. Μεταγενέστερος έλεγχος ουσίας και νομιμότητας διοικητικών πράξεων Ρυθμιστικής Αρχής.  Δίκαιη δίκη.

Η Ιταλική  Ρυθμιστική Αρχή για τις Επικοινωνίες (Autorità per le garanzie nelle comunicazioni – “AGCOM”) επέβαλε  διοικητικό πρόστιμο, κατόπιν διαδικασίας που δεν είχε δημόσια ακρόαση αλλά διεξήχθη γραπτά, κατά των προσφευγουσών  εταιρειών, οι οποίες δραστηριοποιούνται στον τομέα των εκδόσεων γιατί είχαν λάβει κρατική επιχορήγηση χωρίς να πραγματοποιήσουν τον απαιτούμενο έλεγχο. Ως αποτέλεσμα αυτών των κυρώσεων, οι εταιρείες απώλεσαν την κρατική επιχορήγηση στην οποία βασίζονταν, γεγονός που οδήγησε στην κατάρρευση μιας εξ αυτών. Οι προσφυγές τους ενώπιον των εγχώριων δικαστηρίων για ακύρωση του προστίμου απορρίφθηκαν με αμετάκλητες αποφάσεις. Άσκησαν προσφυγή  με την αιτιολογία ότι η διαδικασία ενώπιον της Ρυθμιστικής Αρχής δεν ήταν δίκαιη.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε  ότι η διαδικασία ενώπιον της AGCOM δεν πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, ιδίως της έκφανσης της δίκαιης δίκης περί της ισότητας των όπλων όσον αφορούσε  τη διεξαγωγή δημόσιας ακρόασης, η οποία θα επέτρεπε προφορική εξέταση, που δεν έγινε (οι διαδικασίες ήταν γραπτές) αλλά και γιατί ο έλεγχος και η επιβολή προστίμου ουσιαστικά πραγματοποιήθηκε από την ίδια διοικητική υπηρεσία και κατά συνέπεια η ερευνητική και δικαστική λειτουργία ασκήθηκε από το ίδιο διοικητικό όργανο.

Σύμφωνα με το ΕΔΔΑ τα διοικητικά δικαστήρια, στα οποία προσέφυγαν οι προσφεύγουσες εταιρείες,  εξέτασαν τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης, και άσκησαν έλεγχο ουσίας και νομιμότητας στις διοικητικές πράξεις της  Ρυθμιστικής Αρχής “AGCOM”. Επιπρόσθετα στα διοικητικά δικαστήρια οι ακροάσεις διεξήχθησαν δημόσια, σε αντίθεση με την Ρυθμιστική Αρχή. Έτσι με τον τρόπο εξέτασης των ενδίκων μέσων των προσφευγουσών από τα διοικητικά δικαστήρια  εξασφαλίστηκε το δικαίωμα δημόσια ακρόασης και δίκαιης δίκης.

Κατόπιν αυτών το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν παραβιάστηκε το άρθρο 6 §1 της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 6§1

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η πρώτη προσφεύγουσα Edizioni Del Roma Società Cooperativa A.R.L., είναι μια ιταλική συνεταιριστική εταιρεία, και η δεύτερη προσφεύγουσα, η Edizioni Del Roma S.R.L., είναι μια ιταλική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (S.R.L.).

Το τμήμα πληροφόρησης και δημοσιεύσεων του Γραφείου του Πρωθυπουργού (DIP), το οποίο απονέμει  επιχορηγήσεις σε εκδοτικές εταιρείες, ζήτησε από την AGCOM (Ιταλική  Ρυθμιστική Αρχή για τις Επικοινωνίες – Autorità per le garanzie nelle comunicazioni)  να ενημερωθεί για τη θέση (στο μητρώο των τηλεπικοινωνιακών φορέων) των εκδοτικών οίκων που υπέβαλαν αίτηση για επιχορηγήσεις, και να ελέγξει εάν υπήρξε οποιαδήποτε κατάσταση ελεγχόμενων ή θυγατρικών εταιρειών κατά την έννοια του άρθρου 2359 του Αστικού Κώδικα.

Στις 07.03.2011, η AGCOM προσέφυγε κατά των εταιρειών για παραβίαση κατά τη διάρκεια της περιόδου 2008-2010, της υποχρέωσης δήλωσης κατάστασης ελέγχου, σύμφωνα με το άρθρο 1 § 8 του Ν. 416 του 1981. Οι εταιρείες είχαν πρόσβαση στον φάκελο της υπόθεσης και πραγματοποιήθηκαν ακροάσεις στις 2 και 11 Μαΐου 2011.

Στις 30.05.2011 η AGCOM εξέδωσε διοικητική πράξη, επιβάλλοντας στη δεύτερη προσφεύγουσα εταιρεία διοικητικό πρόστιμο  ύψους 103.300 ευρώ, με την αιτιολογία ότι δεν δήλωσε ότι είχε ασκήσει έλεγχο στις  εταιρείες της προσφεύγουσας κατά την περίοδο 2008-2010, και ότι είχε ως εκ τούτου ενεργήσει κατά παράβαση του άρθρου 8 § 1 του Ν. 416 του 1981.

Σε δύο ξεχωριστές προσφυγές, οι προσφεύγουσες εταιρείες προσέφυγαν ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου της Ρώμης αμφισβητώντας την πράξη επιβολής προστίμου από την  AGCOM.

Με απόφαση της 25.06.2012, το Περιφερειακό Διοικητικό Δικαστήριο της Ρώμης απέρριψε τις προσφυγές αφού διέταξε την συνεκδίκαση τους.  Οι προσφεύγουσες εταιρείες άσκησαν έφεση  κατά της απόφασης αυτής, αμφισβητώντας την απόρριψη των προσφυγών  τους  κατά του προστίμου  που τους επιβλήθηκε από την AGCOM. Σε απόφαση της 22.04.2013, το Consiglio di Stato/ Συμβούλιο του Κράτους απέρριψε τις εφέσεις  που υπέβαλαν οι προσφεύγουσες εταιρείες. Το Συμβούλιο του Κράτους απέρριψε επίσης τις αναιρέσεις των προσφευγόντων εταιρειών σχετικά με την ερμηνεία του Διοικητικού Δικαστηρίου αναφορικά με την έννοια της «Κατάστασης ελέγχου».

Τέλος, σε απόφαση που εκδόθηκε στις 26.03.2016, το Ποινικό Δικαστήριο της Ρώμης αθώωσε τους διευθυντές των δύο προσφευγουσών εταιρειών για το αδίκημα της απάτης, υποστηρίζοντας ότι η απόκτηση των εν λόγω επιχορηγήσεων για τις περιόδους 2008/2009 και 2009/2010 δεν οφείλονταν στο οι εταιρείες είχαν αποκρύψει τον έλεγχο.

Βασιζόμενες στο άρθρο 6 παράγραφος 1 (δικαίωμα σε δίκαιη ακρόαση), οι προσφεύγουσες εταιρείες ισχυρίστηκαν ότι η διαδικασία ενώπιον της AGCOM δεν ήταν δίκαιη. Παραπονέθηκαν ότι το εν λόγω όργανο δεν ήταν αμερόληπτο και ανεξάρτητο.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 § 1

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον της AGCOM, οι προσφεύγουσες εταιρείες είχαν την ευκαιρία να υποβάλουν αποδεικτικά στοιχεία για την υπεράσπισή τους. Ωστόσο, η έκθεση εσόδων της αστυνομίας σχετικά με τα μέτρα έρευνας, βάσει των οποίων η αρμόδια επιτροπή AGCOM είχε εκδώσει την απόφασή της, δεν είχε κοινοποιηθεί στις προσφεύγουσες εταιρείες, και έτσι δεν είχαν την ευκαιρία να υπερασπιστούν  τον εαυτό τους σε σχέση με το έγγραφο που τελικά υπέβαλαν τα όργανα διερεύνησης της AGCOM στην εν λόγω Επιτροπή, η οποία ήταν υπεύθυνη για την απόφαση επί της ουσίας σχετικά με τις κατηγορίες. Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι η διαδικασία ενώπιον της AGCOM ήταν ουσιαστικά έγγραφη, καθώς δεν προβλεπόταν  δημόσια ακρόαση.

Αν και η υποχρέωση ακρόασης δεν ήταν απόλυτη και θα μπορούσε να υπάρξει διαδικασία κατά την οποία δεν απαιτείται κατ΄ ανάγκη ακρόαση βάσει του άρθρου 6, το Δικαστήριο έκρινε ότι η δημόσια ακρόαση, ανοιχτή και προσιτή στις προσφεύγουσες εταιρείες, ήταν απαραίτητη στην παρούσα υπόθεση.

Τα πραγματικά περιστατικά αμφισβητήθηκαν, ιδίως όσον αφορά το αν υπήρχε λειτουργία ελέγχου σε μια από τις προσφεύγουσες εταιρείες έναντι της άλλης και, εκτός από την οικονομική τους σοβαρότητα, οι  κυρώσεις που επιβλήθηκαν στις προσφεύγουσες εταιρείες ενδέχεται να επηρέαζαν  αρνητικά την επαγγελματική τους φήμη και όνομα.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι κανονισμοί της AGCOM προέβλεπαν ένα ορισμένο διαχωρισμό μεταξύ των διερευνητικών οργάνων και της Επιτροπής που είναι αρμόδια για την απόφαση για το εάν υπήρχε ή όχι παραβίαση των κανόνων και για την επιβολή κυρώσεων. Ειδικότερα, ο υπεύθυνος για  τη διαδικασία είναι αυτός που καταρτίζει και συντάσσει τις κατηγορίες και διεξάγει την έρευνα, ενώ η τελική απόφαση σχετικά με την επιβολή κυρώσεων εναπόκειται αποκλειστικά στην Επιτροπή.

Ωστόσο, το άτομο που ήταν υπεύθυνο για τη διαδικασία και η Επιτροπή αποτελούσαν απλώς μέλη  του ίδιου διοικητικού φορέα, οι οποίοι ενεργούσαν υπό την εξουσία και την εποπτεία του ίδιου Προέδρου. Κατά τη άποψη του Δικαστηρίου, η κατάσταση αυτή ισοδυναμούσε με διαδοχική άσκηση ερευνητικών και δικαστικών λειτουργιών εντός ενός οργάνου. Σε ποινικές υποθέσεις τέτοιος συνδυασμός των λειτουργιών δεν ήταν συμβατός με τις απαιτήσεις της αμεροληψίας που ορίζονται στο άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης.

Επομένως, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαδικασία ενώπιον της AGCOM δεν ικανοποίησε όλες τις απαιτήσεις του άρθρου 6 της Σύμβασης, ιδίως όσον αφορά την ισότητα των όπλων μεταξύ της δίωξης και της υπεράσπισης και της διεξαγωγή δημόσιας ακρόασης που θα επιτρέπονταν η προφορική εξέταση της υπόθεσης.

Όσον αφορά το κατά πόσον οι προσφεύγουσες εταιρείες είχαν πρόσβαση σε δικαστήριο με πλήρη δικαιοδοσία, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η διαπίστωση ότι η διαδικασία ενώπιον της AGCOM δεν ήταν σύμφωνη με τις αρχές μιας δίκαιης ακρόασης δεν επαρκούσε για να δικαιολογήσει το συμπέρασμα ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.

Στην παρούσα υπόθεση, οι προσφεύγουσες εταιρείες ήταν σε θέση να προσφύγουν στο Περιφερειακό Διοικητικό Δικαστήριο της Ρώμης κατά της προσβαλλομένης κύρωσης  και να ασκήσουν περαιτέρω έφεση  κατά της απόφασης του εν λόγω δικαστηρίου ενώπιον του Consiglio di Stato. Καθώς οι ακροάσεις διεξήχθησαν δημόσια ενώπιον αυτών των δύο δικαστηρίων, η  προφορική αντιπαράθεση μεταξύ των μερών και η τήρηση της αρχής της ισότητας των όπλων ήταν δυνατή. Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι, βάσει της νομολογίας του, το Περιφερειακό Διοικητικό Δικαστήριο της Ρώμης και το Consiglio di Stato πληρούσαν τις προϋποθέσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας ώστε να χαρακτηριστούν «δικαστήριο» για τους σκοπούς του άρθρου 6 της Σύμβασης.

Επομένως, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων δεν περιοριζόταν απλώς στην εξέταση της νομιμότητας. Τα διοικητικά δικαστήρια μπόρεσαν να ελέγξουν εάν, υπό τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης, η AGCOM είχε ασκήσει προσηκόντως τις αρμοδιότητες της. Ήταν σε θέση να εξετάσουν την ουσία και την αναλογικότητα των επιλογών της AGCOM.

Δεδομένου ότι η απόφαση της AGCOM εξετάστηκε και διερευνήθηκε στη συνέχεια από δικαστικά όργανα με πλήρη δικαιοδοσία, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης (επιμέλεια echrcaselaw.com).