Δ.Εφ.Αθηνών 18/2021: Αδικαιολόγητος πλουτισμός Δημοσίου λόγω της κατάργησης της προσαύξησης σύνταξης του Ειδικού Λογαριασμού ΔΙ.ΒΕ.Ε.Τ. Κρίνεται ότι δεν συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις.

30

Διοικητικό Εφετείο Αθηνών: 18/2021

ΤΜΗΜΑ 3ο ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ

Δικαστής: Καλλιόπη Καϊάφα, Εφέτης Δ.Δ.

Πληρεξούσιοι Δικηγόροι: Αγλαϊα Καραγεώργου (πληρεξούσια ΝΣΚ), Κωνσταντίνος Τοκατλίδης

 1. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, ζητείται, παραδεκτώς, να εξαφανιστεί η Α10731/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα 7ο), κατά το μέρος που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή που άσκησε (μεταξύ άλλων) ο …και ….. και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση τόσο το Ελληνικού Δημοσίου (εκκαλούντος) όσο και του «…» να καταβάλουν σ’ αυτόν και λόγω του θανάτου του στις 25-4-2014, πριν τη συζήτηση της υπόθεσης, στις νόμιμες κληρονόμους του, ……(ήδη εφεσίβλητες), στο όνομα των οποίων επαναλήφθηκε η δίκη, μετά την βίαιη διακοπή της, κατά το μέρος της κληρονομικής μερίδας καθεμίας εξ αυτών, το ποσό των 7.947,04 ευρώ, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, (άρθρ. 904 επ. Α.Κ.), νομιμοτόκως, με επιτόκιο 6%, από την επίδοση της αγωγής (30-12-2013) και έως την πλήρη εξόφληση. Ειδικότερα, με την εκκαλλούμενη απόφαση κρίθηκε ότι λόγω της κατάργησης της προσαύξησης σύνταξης του Ειδικού Λογαριασμού ΔΙ.ΒΕ.Ε.Τ., τα ως άνω εναγόμενα κατέστησαν, βάσει των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, αδικαιολογήτως πλουσιότερα, κατά το ποσό των απομειωμένων παρακρατηθεισών εισφορών επί της εν λόγω ειδικής αποζημίωσης ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ., ύψους 7.947,04 ευρώ, όπως αυτό υπολογίστηκε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 του Ν. 4281/2014 και την κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσα οικ. 2/77786/Α0024/2014 Υ.Α., το οποίο δεν είχε επιστραφεί στον …… και έπρεπε να επιστραφεί κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

 2. Επειδή, με το άρθρο 24 παρ. 9 του Ν. 1884/1990 (81 Α’) κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ η υπ’ αριθμ. 2024387/2870/0022/5-4-1990 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Β’ 254), με την οποία ορίστηκε ότι: «1. Το βάσει της κείμενης νομοθεσίας παρακρατούμενο, κατά περίπτωση, ποσό λόγω της βεβαίωσης και είσπραξης των υπέρ τρίτων εσόδων για την κάλυψη των συναφών δαπανών του Δημοσίου, κατατίθεται σε ειδικό λογαριασμό που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος με την ονομασία «Δικαιώματα βεβαίωσης και είσπραξης εσόδων υπέρ τρίτων (ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ.). 2. Τα έσοδα του λογαριασμού αυτού διατίθενται με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών, για την ενίσχυση του Ταμείου Αρωγής και Υγείας Οικονομικών Υπαλλήλων «Τ.Α.Υ.Ο.Υ.» και για την παροχή κινήτρων, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, στους υπαλλήλους (μονίμους και εκτάκτους) του Υπουργείου Οικονομικών…και των εποπτευομένων από αυτό Ν.Π.Δ.Δ., στους δικαστικούς υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και στους υπαλλήλους άλλων Υπουργείων ή Ν.Π.Δ.Δ., που καθ’ οιονδήποτε τρόπο υπηρετούν με πλήρες ωράριο στις παραπάνω υπηρεσίες…3…». Κατ’ επίκληση της εξουσιοδοτικής διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου μόνου της ως άνω υπουργικής απόφασης, εκδόθηκε αφενός η υπ’ αριθμ. 2065240/6951/0022/19-10-1990 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία ορίστηκε ότι από τον ειδικό λογαριασμό ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. καταβάλλεται ειδική υπερωριακή αποζημίωση στους υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομικών, στους δικαστικούς υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στους υπαλλήλους των ν.π.δ.δ. που εποπτεύονται από το Υπουργείο Οικονομικών, στους υπαλλήλους του Τ.Α.Υ.Ο.Υ. ποσοστό 20% επί του συνολικού ποσού της εκάστοτε καταβαλλόμενης ως άνω αποζημίωσης και αφετέρου η υπ’ αριθμ. 201/6899/1644/0022/14-3-1995 απόφαση του ίδιου Υπουργού, με την οποία ορίστηκε ότι επί της ειδικής αποζημίωσης των ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. θεσπίζεται κράτηση υπέρ Τ.Α.Υ.Ο.Υ. εκ ποσοστού 20% για την ενίσχυση των πόρων αυτών. Η κράτηση αυτή στη συνέχεια περιορίστηκε σε ποσοστό 11%. Ακολούθως, με τα άρθρα 14 έως 16 του Ν. 2676/1999 συστάθηκε από 1-4-1999 το Τ.Ε.Α.Δ.Υ., στο οποίο εντάχθηκε, μεταξύ άλλων, το καταργηθέν με τον ίδιο νόμο Τ.Α.Υ.Ο.Υ. και οι ασφαλσμένοι αυτού, το σύνολο δε της περιουσίας του, που είχε σχηματιστεί από την ως άνω κράτηση, περιήλθε στο Τ.Ε.Α.Δ.Υ. ως καθολικό διάδοχό του. Εξάλλου, στο άρθρο 17 του ως άνω νόμου ορίστηκαν τα εξής: «1. Πόροι του Τ.Ε.Α.Δ.Υ. είναι: Α. Για τους ασφαλισμένους μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1992. Α…δ. Κράτηση 5% στις πάσης φύσεως αμοιβές των ασφαλισμένων στο Ταμείο λόγω παροχής πρόσθετης υπηρεσίας πάσης φύσεως, …ε. Β. Για τους ασφαλισμένους από 1ης Ιανουαρίου 1993 και εφεξής: α….Γ.α…γ. Κάθε άλλο υφιστάμενο έσοδο υπέρ των καταργούμενων Ταμείων περιέρχεται στο συνιστώμενο Ταμείο. 2…3. Για τους ασφαλισμένους του εδαφίου Α της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου τα έσοδα που προέρχονται από παροχές μέσω ειδικών λογαριασμών εκτός του κρατικού προϋπολογισμού, πέραν της καθοριζομένης κρατήσεως από την περίπτωση δ’ του εδαφίου Α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, περιέρχονται στο Τ.Ε.Α.Δ.Υ., και τηρούνται σε ειδικούς λογαριασμούς αυτού, κατά φορέα προέλευσης εσόδου. Τα ποσά κάθε λογαριασμού που προκύπτουν σύμφωνα με τα ανωτέρω χορηγούνται για την αύξηση της μηνιαίας σύνταξής τους πέραν της καθοριζομένης κάθε φορά από την παρ. 1 του εδαφίου α’ του άρθρου 19 του παρόντος, στους συνταξιούχους των φορέων από τους οποίους προέρχονται τα επιπλέον έσοδα, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ύστερα από γνώμη του Δ.Σ. του Ταμείου, ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα κάθε ειδικού λογαριασμού…Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικά με την εφαρμογή της παραγράφου αυτής». Ακολούθως, με την παρ. 2 του άρθρου 45 του Ν. 3220/2004 (Α’ 15) προστέθηκαν εδάφια μετά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του ως άνω άρθρου 17 του Ν. 2676/1999, ως εξής: «Ειδικά για όλους τους ασφαλισμένους του Τ.Ε.Α.Δ.Υ. που λαμβάνουν παροχές μέσω ειδικών λογαριασμών εκτός του Κρατικού Προϋπολογισμού από ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. …, επιβάλλεται κράτηση ή εισφορά κατά περίπτωση επί των παροχών αυτών ως ακολούθως: α) Στους δικαιούχους ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. επιβάλλεται κράτηση σε ποσοστό έξι επί τοις εκατό (6%), η οποία υπολογίζεται επί της καταβαλλόμενης σε κάθε δικαιούχο παροχής ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ., ως μηνιαίας αποζημίωσης. β)….Το ύψος των ποσοστών των κρατήσεων ή εισφορών της παραγράφου αυτής μπορούν να αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Τα ποσά κάθε λογαριασμού, που προκύπτουν σύμφωνα με τα ανωτέρω, χορηγούνται για την αύξηση της μηνιαίας σύνταξής τους πέραν των καθοριζομένων κάθε φορά από τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 19 του νόμου αυτού… Τα ποσά των προσαυξήσεων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας κα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ύστερα από γνώμη του Δ.Σ. του Ταμείου και ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα του κάθε ειδικού λογαριασμού. Συνταξιούχοι, για τη χορήγηση της ως άνω αυξήσεως στη μηνιαία σύνταξή τους από τον ειδικό λογαριασμό ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ., θεωρούνται εκείνοι στους οποίους έχει χορηγηθεί η παροχή αυτή. Η αύξηση είναι ανάλογη και με το χρόνο καταβολής της παροχής και καθορίζεται με την προαναφερόμενη υπουργική απόφαση…». Από 1-6-2006, το ως άνω ποσοστό κράτησης 6% έγινε 7%, κατ’ εφαρμογή της 2/29901/0022/2006 απόφασης του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Β’ 810). Εξάλλου, με την Φ. 20144/3862/148/12-2-2004 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β’ 354), όπως τροποποιήθηκε με την Φ. 20144/9500/430/2007 Υ.Α. (Β’ 603), ορίστηκε ότι: «1. Στους ασφαλισμένους του Τ.Ε.Α.Δ.Υ. υπαλλήλους τους Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και των εποπτευόμενων από το Υπουργείο αυτό Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και στους δικαστικούς υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που λαμβάνουν παροχές μέσω του ειδικού λογαριασμού από ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ., χορηγείται προσαύξηση στο ποσό της καθοριζόμενης από το άρθρο 19 του Ν. 2676/1999 σύνταξης, που προσδιορίζεται από το παρακάτω μαθηματικό τύπο:…2. Την επιπρόσθετη προσαύξηση της σύνταξης δικαιούνται και οι συνταξιούχοι λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου από 1-11-1990 και εφεξής και ανάλογα με τα έτη που ελάμβαναν τα ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. Ως βάση υπολογισμού της προσαύξησης, λαμβάνεται υπόψη το ποσό των ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. βάσει του οποίου υπολογίστηκε η επιπρόσθετη σύνταξη κατά τη συνταξιοδότηση της…..3. Τα παραπάνω ποσά χορηγούνται από τον ειδικό λογαριασμό που έχει συσταθεί στο Τ.Ε.Α.Δ.Υ. κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 17 του ν. 2676/1999, όπως ισχύει κάθε φορά, και από το κεφάλαιο που έχει σχηματισθεί από τις εισφορές επί των ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. από 1-4-1999 και μετά…». Στη συνέχεια, με το άρθρο 1 του Ν. 3697/2008 (Α’ 194) ορίστηκε ότι: «Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως Ειδικοί Λογαριασμοί νοούνται: α. Οι λογαριασμοί που λειτουργούν με νομική και διαχειριστική αυτοτέλεια, τροφοδοτούνται από το προϊόν κοινωνικών πόρων, έχουν συσταθεί με ειδικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις και δια των οποίων καταβάλλονται παροχές σε υπαλλήλους ή εξυπηρετούνται άλλοι ειδικοί σκοποί. β…». Με το άρθρο 2 του ως άνω νόμου ορίστηκε ότι: «1. Εντός διμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργούνται όλοι οι Ειδικοί Λογαριασμοί του άρθρου 1 του νόμου αυτού, που λειτουργούν σε Υπουργεία, ΝΠΔΔ και τον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα. 2. Με τη δημοσίευση του νόμου αυτού καταργούνται όλοι οι υφιστάμενοι ανενεργοί Ειδικοί Λογαριασμοί…». Με το άρθρο 3 του ως άνω νόμου ορίστηκε ότι: «1. Από τις διατάξεις του άρθρου 2 του παρόντος νόμου εξαιρούνται: α…2. Η υπαγωγή στις εξαιρέσεις των περιπτώσεων α’, β’, γ’ και δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού γίνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, εκδιδόμενη εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού» και με το άρθρο 4 ότι: «1. Οι διατηρούμενοι λογαριασμοί του προηγούμενου άρθρου εξακολουθούν να ισχύουν μόνο για εξυπηρέτηση του σκοπού για τον οποίο συστάθηκαν. 2. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών είναι δυνατό να τροποποιούνται ή συμπληρώνονται οι διατάξεις που διέπουν τους λογαριασμούς αυτούς, πλην της περιπτώσεως στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 3, εφόσον είναι αναγκαίο, με σκοπό την αρτιότερη οργάνωση, την εύρθυθμη λειτουργία και τη διαφάνειά τους…». Περαιτέρω, με την οικ. 2/42423/Α0024/2009 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Β’ 1162), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 2 και του άρθρου 4 του ως άνω νόμου, ορίστηκε ότι: «1. Στις εξαιρέσεις του άρθρου 3 του ν. 3697/2008 υπάγεται και ο Λογαριασμός Νο 2509859 του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων (Τ.Ε.Α.Δ.Υ./Διαχειριστικός λογαριασμός της Ε’ Υπηρεσιακής Μονάδας) που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδας, του οποίου τα έσοδα προβλέπονται από τις διατάξεις της περ. α’ της παρ. 2 του άρορυ 45 του ν. 3220/2004. 2. Η διαχείριση και η λειτουργία του λογαριασμού αυτού, που συστήθηκε σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 3 του ν. 2676/1999, ασκείται από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους/Διεύθυνση 24η -Λογαριασμών του Δημοσίου. 3. Η απόφαση αυτή εφαρμόζεται από την έναρξη ισχύος του ν. 3697/2008». Ακολούθησε ο Ν. 3943/2011 (Α’ 66) με την παράγραφο 9 του άρθρου 45 του οποίου προστέθηκαν εδάφια στο τέλος της παραγράφου 1.Γ του άρθρου 17 του ως άνω Νόμου 2676/1999 ως εξής: «Τα ποσά των πρόσθετων κρατήσεων των υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών, τα οποία παρακρατούνται σε μηνιαία βάση από την καταβαλλόμενη σε κάθε δικαιούχο παροχή ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ., για τη χορήγηση πρόσθετου μερίσματος, κατατίθενται στο λογαριασμό που λειτουργεί στην Τράπεζα της Ελλάδος με τίτλο «Τ.Ε.Α.Δ.Υ. Ειδικός Λογαριασμός Οικονομικών Υπαλλήλων» και αφορά αποκλειστικά δικαιούχους ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. Στο λογαριασμό αυτόν συγκεντρώνονται: α) το χρηματικό υπόλοιπο του λογαριασμού «Τ.Ε.Α.Δ.Υ. Ειδικός Λογαριασμός Υπηρεσιακής Μονάδας Ε», που τηρούσε το Τ.Ε.Α.Δ.Υ. στην Τράπεζα της Ελλάδος, β) το χρηματικό υπόλοιπο το λογαριασμού που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος με τίτλο «Ε.Δ.

 Υπουργείο Οικονομικών-Εισφορές από ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. 1-7-2001 έως 1-7-2004. Πρόσθετο Μέρισμα», γ) Το χρηματικό υπόλοιπο της πρόσθετης κράτησης για το χρονικό διάστημα διαχείρισης του λογαριασμού από το Γ.Λ.Κ. δυνάμει της υπ’ αριθμ. οικ. 2/42423/Α0024/10-6-2009 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών. Η διαχείριση και η λειτουργία του παραπάνω λογαριασμού ασκείται από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους/Διεύθυνση 24η Λογαριασμών του Δημοσίου…». Στη συνέχεια, με το άρθρο 30 παρ. 1 του Ν. 4024/2011 (Α’ 226) ορίστηκε ότι: «1. Πέραν των επιδομάτων και παροχών του παρόντος Κεφαλαίου, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου, μέχρι την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων κίνησης, εφόσον τα έξοδα αυτά προβλέπονται με τις ισχύουσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάξεις να καταβάλλονται ανεξαρτήτως της μετακίνησης του υπαλλήλου, καταργούνται εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του Κεφαλαίου αυτού…». Τέλος, με το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 4281/2014 (Α’ 160) ορίστηκε ότι: «1. Τα ποσά των πρόσθετων κρατήσεων των υπαλλήλων που παρακρατήθηκαν, σε μηνιαία βάση, από την καταβαλλόμενη σε κάθε δικαιούχο αποζημίωση ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ., για τη χορήγηση πρόσθετου μερίσματος, κατατίθενται σε λογαριασμό του Υπουργείου Οικονομικών που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος με τίτλο «Ειδικός Λογαριασμός Πρόσθετων Παρακρατηθέντων Ποσών» και αφορούν αποκλειστικά πρώην δικαιούχους ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. Στο λογαριασμό αυτό συγκεντρώνονται: α) Το χρηματικό υπόλοιπο του λογαριασμού «Τ.Ε.Α.Δ.Υ. –Ειδικός Λογαριασμός Υπηρεσιακής Μονάδας Ε» που τηρούσε το Τ.Ε.Α.Δ.Υ. στην Τράπεζα της Ελλάδος β) Το χρηματικό υπόλοιπο του λογαριασμού που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος με τίτλο «Ε.Δ. Υπουργείο Οικονομικών-Εισφορές από ΔΙΒΕΕΤ 1/7/2001- 31/7/2004-Πρόσθετο Μέρισμα» γ) Το χρηματικό υπόλοιπο της πρόσθετης κράτησης για το χρονικό διάστημα διαχείρισης του λογαριασμού από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους δυνάμει της υπ’ αριθμ. οικ. 2/42423/Α0024/10-6-2009 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών. Μετά την κατάθεση των ανωτέρω ποσών, ο ανωτέρω ειδικός λογαριασμός τίθεται αυτοδίκαια σε εκκαθάριση δεδομένου ότι δεν διενεργούνται επιπλέον παρακρατήσεις εισφορών δυνάμει της παρ. 1 του άρθρου 30 του ν. 4024/2011. Οι παρακρατηθείσες κατά τα ανωτέρω εισφορές επιστρέφονται και καταβάλλονται εφάπαξ απομειωμένες αναλογικά προς τους δικαιούχους, κατόπιν της σύμφωνης γνώμης τους, και υπό τον όρο της ρητής παραίτησής τους από οποιαδήποτε περαιτέρω απαίτηση επιστροφής ποσών από την ίδια αιτία. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού των προς επιστροφή παρακρατηθεισών εισφορών στη βάση της αναλογικότητας, η διαδικασία επιστροφής τους στους δικαιούχους, καθώς και κάθε άλλο σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου θέμα». Στην δε αιτιολογική έκθεση της διάταξης αυτής αναφέρεται ότι «Τα παρακρατηθέντα ποσά επιστρέφονται στους δικαιούχους αναλογικά, δεδομένου ότι τα χρηματικά διαθέσιμα του κλάδου του ΕΤΕΑ/πρώην ΤΕΑΔΥ με διακριτική ονομασία «Τ.Ε.Α.Δ.Υ.-Ειδικός λογαριασμός Υπηρεσιακής Μονάδας Ε’» απομειώθηκαν σημαντικά με την εφαρμογή του PSI». Περαιτέρω, κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε η οικ. 2/77786/Α0024/2014 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β’ 2640), με το άρθρο μόνο της οποίας ορίστηκε στην παρ. 1 το άνοιγμα λογαριασμού και η μεταφορά σχετικών ποσών στην Τράπεζα της Ελλάδος, στην παρ. 2 ο καθορισμός των δικαιούχων επιστροφής της πρόσθετης κράτησης για τους οποίους είχε γίνει η πρόσθετη κράτηση επί της αποζημίωσης ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ., στην παρ. 3 η διαδικασία συλλογής στοιχείων και προσδιορισμός των αναλογούντων ποσών. Στην παρ. 4 ορίστηκε ότι «ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΔΙΚΑΙΟΥΧΩΝ ΚΑΙ ΡΗΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΑΠΟΔΟΧΗΣ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ α) Η Γ.Γ.Π.Σ. δημιουργεί στο διαδικτυακό της τόπο (taxisnet) στο πεδίο Δράσεις-Μισθοί και Συντάξεις, ειδική εφαρμογή στην οποία εμφανίζεται ανά δικαιούχο και ΑΦΜ, το ποσό της προς επιστροφή πρόσθετης κράτησης, η αμοιβή της ΔΙΑΣ Α.Ε. και το τελικό ποσό για κάθε ένα δικαιούχο ξεχωριστά με ενσωματωμένα κείμενα που επέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης: αα) για την αποδοχή ή μη των όρων επιστροφής της πρόσθετης εισφοράς και αβ) για την άσκηση ή μη ένδικων βοηθημάτων ή μέσων για τη διεκδίκηση της πρόσθετης εισφοράς ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων, αγ) σε περίπτωση αποδοχής των όρων επιστροφής για την παραίτησή τους από τυχόν ήδη ασκηθέντα ένδικα βοηθήματα ή μέσα και την παραίτηση από το δικαίωμα δικαστικής διεκδίκησης της πρόσθετης εισφοράς στο μέλλον, αδ) τη συμπλήρωση του αριθμού πρωτοκόλλου του Ε.Τ.Ε.Α. με την οποία γνωστοποιήθηκε στο Ε.Τ.Ε.Α. η βεβαίωση παραίτησης τους από την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων, β) Η γνωστοποίηση των αναλογούντων ποσών γίνεται ως εξής: βα)…ββ)…γ) Οι δικαιούχοι επιστροφής της πρόσθετης εισφοράς εισέρχονται στο διαδικτυακό τόπο της Γ.Γ.Π.Σ. χρησιμοποιώντας τους ατομικούς κωδικούς τους στο taxisnet προκειμένου να δηλώσουν τη σύμφωνη ή μη γνώμη τους περί των όρων επιστροφής της πρόσθετης εισφοράς δ) Στις περιπτώσεις όπου οι….ήδη μερισματούχοι δηλώσουν ότι δεν συμφωνούν με τους όρους επιστροφής της πρόσθετης εισφοράς, τα ποσά που τους αναλογούν επιστρέφονται σε λογαριασμό διαχείρισης του Ε.Τ.Ε.Α. ε)…στ) Η προθεσμία δήλωσης σύμφωνίας ή μη περί των όρων επιστροφής από τους δικαιούχους ορίζεται σε ένα μήνα μετά την γνωστοποίηση των αναλογούντων ποσών στην εφαρμογή της Γ.Γ.Π.Σ. ζ) Μέσα σε ένα μήνα από την ηλεκτρονική δήλωση της αποδοχής των όρων επιστροφής της πρόσθετης εισφοράς, οι δικαιούχοι που τυχόν έχουν ασκήσει ένδικα βοηθήματα ή μέσα, υποχρεώνονται να προσκομίσουν στο Ε.Τ.Ε.Α. αμετάκλητη βεβαίωση περί της παραίτησής τους από τα ασκηθέντα ένδικα βοηθήματα ή μέσα ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου και στη συνέχεια να εισέλθουν στον διαδικτυακό τόπο της Γ.Γ.Π.Σ. (taxisnet) στο πεδίο Δράσεις-Μισθοί και Συντάξεις και να συμπληρώσουν ηλεκτρονικά τον αριθμό πρωτοκόλλου υποβολής στο Ε.Τ.Ε.Α. της ως άνω βεβαίωσης παραίτησής τους. η) Σε αντίθετη περίπτωση, τα καταβαλλόμενα αναλογούντα ποσά αναζητούνται με επιμέλεια της Δ24-Διεύθυνσης Λογαριασμών Δημοσίου, καταλογίζονται σε βάρος των ανοικείως λαβόντων σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί αχρεώστητης καταβολής και εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. 5. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΤΕΛΙΚΩΝ ΠΟΣΩΝ…γ) Η καταβολή του τελικού πληρωτέου αναλογούντος ποσού στους δικαιούχους γίνεται με εντολές της Δ24, μέσω του διατραπεζικού συστήματος (ΔΙΑΣ Α.Ε.), με χρέωση του προαναφερθέντος λογαριασμού Νο 2341152228 και πίστωση των ατομικών λογαριασμών των δικαιούχων, οι οποίες εκδίδονται ανά τακτικά χρονικά διαστήματα ανάλογα με τη διαδικασία της ρητής δήλωσης των δικαιούχων περί της σύμφωνης γνώμης τους με τους όρους επιστροφής της πρόσθετης εισφοράς. …7. ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ: α) Τυχόν χρηματικό υπόλοιπο του λογαριασμού Νο 2341152228 μεταφέρεται σε λογαριασμό διαχείρισης του ΕΤΕΑ με εντολή της Δ24-Λογαριασμών Δημοσίου. β) Μετά την κατάθεση των ανωτέρω ποσών και τη μεταφορά τυχόν υπολοίπων σε λογαριασμό διαχείρισης του ΕΤΕΑ, ο Ειδικός Λογαριασμός Πρόσθετων Παρακρατηθέντων Ποσών Νο 2341152228 κλείνει με εντολή της Δ24-Λογαριασμών Δημοσίου προς την Τ.τ.Ε. γ) Η ΓΓΠΣ αποστέλλει στο ΕΤΕΑ, στη Δ24-Λογαριασμών Δημοσίου και στη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών ηλεκτρονικό αρχείο, το οποίο περιλαμβάνει τα πλήρη στοιχεία της πληρωμής, τις δηλώσεις περί αποδοχής ή μη των όρων επιστροφής της πρόσθετης κράτησης από τους δικαιούχους και τις δηλώσεις περί παραίτησης από την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων ενώπιον των ελληνικών Δικαστηρίων. δ) Με την παρούσα απόφαση καταργούνται οι διατάξεις της αρ. 2/42423/Α0024/10-6-2009 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. 8….».

 3. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 904 του Α.Κ. (π.δ. 456/1984 Α’ 164) ορίζονται τα εξής: «’Οποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη…». Κατά τη διάταξη αυτή, προϋποθέσεις αξιώσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υποχρέου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) έλλεψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια αυτή διάταξη προκύπτει, περαιτέρω, ότι η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικώς φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, με την οποία ο ενάγων μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του (ΣτΕ 528/2014, 4102/2015). Αν αυτή στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται ή μπορεί να θεμελιωθεί αγωγή από το νόμο ή τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, και όχι σε διαφορετικά ή πρόσθετα, είναι νόμω αβάσιμη (βλ. ΣτΕ 1467/2020, 651/2018, πρβλ. ΣτΕ 528/2014, 531/2007). Εξ’ άλλου, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να γεννηθεί η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πρέπει να επέλθει περιουσιακή μεταβολή στις σχέσεις δικαιούχου και υποχρέου σε βάρος της περιουσίας του δικαιούχου χωρίς νόμιμη αιτία, αρκεί ο πλουτισμός του λήπτη να είναι πραγματικός και συγκεκριμένος. (ΣτΕ 2170/2015, ΑΠ 668/2007, 784/2005, Ολομ. ΑΠ 560/1977). Εξ’ άλλου ο πλουτισμός ή η ωφέλεια συνίσταται στην επαύξηση του ενεργητικού της περιουσίας του υποχρέου ή στη μείωση του παθητικού της περιουσίας ή στην αποτροπή μειώσεως του ενεργητικού ή αυξήσεως του παθητικού. Ο πλουτισμός πρέπει να είναι πραγματικός, υπό την έννοια ότι ο λήπτης πράγματι αποκόμισε ωφέλεια, ενώ δεν αρκεί η περιαγωγή του λήπτη σε κατάσταση, η οποία έδινε δυνατότητα προσπορισμού ωφέλειας ούτε η θεωρητική δυνατότητα αποκομίσεως ωφέλειας. Κατά την έννοια, συνεπώς, της ανωτέρω διατάξεως, λαμβάνεται υπόψη ο συγκεκριμένος πλουτισμός, δηλαδή ο πλουτισμός τον οποίο αποκομίζει ο συγκεκριμένος λήπτης υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και συνθήκες, δεν λαμβάνεται δε υπόψη για τον υπολογισμό του πλουτισμού η θετική ζημία του δικαιούχου. Σε κάθε περίπτωση δε το βάρος της αποδείξεως για την ύπαρξη και την έκταση του πλουτισμού το φέρει ο ενάγων. (ΣτΕ 2170/2015 σκ. 3). 

 4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Ο….., εν ενεργεία, κατά τον κρίσιμο χρόνο, μόνιμος υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών, ελάβανε την ειδική αποζημίωση ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ., επί της οποίας είχε γίνει πρόσθετη κράτηση, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 17 του Ν. 2676/1999, με σκοπό την καταβολή πρόσθετου μερίσματος –προσαύξησης σύνταξης του Ειδικού Λογαριασμού ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. Οι εν λόγω παρακρατηθείσες εισφορές, οι οποίες έλαβαν χώρα κατά τα έτη 1998 έως 2011, ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 14.192,2 ευρώ, σύμφωνα με την καρτέλλα εκκαθάρισης Ειδικού Λογαριασμού Παρακρατηθέντων Ποσών, η οποία επισυνάπτεται στο ….έγγραφο της Διεύθυνσης Λογαριασμών Δημοσίου του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Στη συνέχεια, βάσει των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 4281/2014, με τις οποίες αποφασίστηκε η επιστροφή και η καταβολή εφάπαξ απομειωμένων των παρακρατηθεισών εισφορών αναλογικά προς τους δικαιούχους, εκδόθηκε η οικ. 2/77786/Α0024/6-10-2014 Υπουργική απόφαση, κατ’ εφαρμογή της οποίας, ο προαναφερθείς, ως έχων υποστεί παρακρατήσεις επί της αποζημιώσεις ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ., που ελάμβανε, εδικαιούτο ποσό επιστροφής ύψους 7.947,04 ευρώ. Πλην όμως, αυτός, όπως προέκυπτε από το ηλεκτρονικό αρχείο της Γ.Γ.Π.Σ., δεν προέβη στη δήλωση αποδοχής των όρων επιστροφής του ανωτέρω ποσού, που αποτελούσε προϋπόθεση για την καταβολή αυτού. Με την με ημερομηνία καταθέσεως …. αγωγή του αυτός (μεταξύ άλλων) και μετά από επανάληψη της δίκης (λόγω θανάτου του στις 25-4-2014) οι κληρονόμοι του (ήδη εφεσίβλητες) ζήτησαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση του ήδη εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. (ως καθολικού διαδόχου του Ε.Τ.Ε.Α.) να τους καταβάλουν, νομιμοτόκως, ως αποζημίωση, βάσει των διατάξεων των άρθρων 105-106 του Εισ.Ν.Α.Κ., το ποσό των 23.350 ευρώ, που αντιστοιχούσε, κατά τους ισχυρισμούς τους, στο ποσό των μηνιαίων κρατήσεων που έγιναν επί της αποζημίωσης ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ., που ελάμβανε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1991 έως 31-12-2011 και οι οποίες, έγιναν παρανόμως, ενόψει της κατάργησης του πρόσθετου συνταξιοδοτικού μερίσματος ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ., καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση κατ’ άρθρο 932 Α.Κ., για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την ως άνω αιτία. Ισχυρίστηκαν δε ότι το Ελληνικό Δημόσιο προβαίνοντας δια του νομοθετικού του οργάνου στην κατάργηση της παροχής ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. (άρθρο 30 Ν. 4024/2011) και επιλέγοντας την παύση καταβολής του πρόσθετου συνταξιοδοτικού μερίσματος ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ., όφειλε να προβεί σε ρύθμιση (δια νόμου ή κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης) για την επιστροφή (καταβολή) στους δικαιούχους, από τη μισθοδοσία των οποίων είχαν τελεστεί σχετικές παρακρατήσεις των εν λόγω παρακρατηθέντων ποσών, η δε παρανομία του έγκειται, κατά τον ισχυρισμό αυτό, στην παράλειψη μιας τέτοιας ρύθμισης για την επιστροφή των παρακρατηθέντων ποσών ή την καταβολή αντίστοιχης αποζημίωσης ή ισοδύναμου ανταλλάγματος, με αποτέλεσμα, την, κατ’ αυτόν τον τρόπο, παραβίαση εκ μέρους των οργάνων των εναγομένων, μεταξύ άλλων, της διάταξης του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., των αρχών της ίσης μεταχείρισης, της εύλογης εμπιστοσύνης του διοικουμένου και της αρχής της αναλογικότητας, ενώ, εξάλλου, το βάσιμο της αξίωσής τους αναγνωριζόταν, κατά τους ισχυρισμούς τους, και από τις διατάξεις του Ν. 4281/2014 και της κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσας οικ. 2/77786/Α0024/6-10-2014 Υ.Α. Επικουρικώς, ζήτησαν την επιδίκαση του ως άνω ποσού, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), ισχυριζόμενοι, μεταξύ άλλων, ότι στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει περίπτωση πλουτισμού του Δημοσίου και του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. για αιτία που έληξε και πάντως δε ακολούθησε. Ειδικότερα, υποστήριξαν ότι το Δημόσιο προέβη δια των σχετικών νομοθετικών του ρυθμίσεων στην παρακράτηση από την αμοιβή του προαναφερθέντος, κατά τη διάρκεια της ενεργούς υπηρεσίας του, που αφορούσε την παροχή ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ., ορισμένου ποσού με σκοπό την καταβολή σε αυτόν του πρόσθετου συνταξιοδοτικού μερίσματος ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. με τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος, τα εν λόγω παρακρατηθέντα ποσά στη συνέχεια τα απέδιδε στο ΤΕΑΔΥ, τηρούνταν δε αυτά στον Ειδικό Λογαριασμό ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ στην Τράπεζα της Ελλάδος, τον οποίο και διαχειριζόταν το ίδιο το Δημόσιο. Τα ποσά αυτά, συγκεντρούμενα στον εν λόγω Ειδικό Λογαριασμό χρησιμοποιήθηκαν ιδίως για την αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς για σκοπό που θα ωφελούσε το τελευταίο (συνιστώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο δάνειο προς αυτό, δια της αγοράς ομολόγων αυτού με χρήση των εν λόγω κεφαλαίων). Κατόπιν τούτων το Δημόσιο επωφελήθηκε διττά: τόσο έναντι αυτού (και των λοιπών συνταξιούχων) από τη μη καταβολή πρόσθετου συνταξιοδοτικού μερίσματος κατά τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος, όσον και έναντι των εν ενεργεία υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών από την κατάργηση της παροχής ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ από 1-11-2011, δυνάμει του άρθρου 30 του Ν. 4024/2011. Επίσης, όπως ισχυρίστηκαν, και το ΤΕΑΔΥ, στηριζόμενο στην ως άνω παράλειψη του κοινού νομοθέτη να ρυθμίσει την καταβολή σε αυτούς των επίδικων παρακρατηθέντων ποσών, επωφελήθηκε ομοίως παραλείποντας να καταβάλει τα εν λόγω ποσά σε αυτούς και αποκομίζοντας ισόποσο περιουσιακό όφελος έναντι αυτών, χρησιμοποιώντας στη συνέχεια το ως άνω όφελος για επιδίωξη των σκοπών του. Συνεπώς, όπως υποστήριξαν, λόγω της μεταβολής του σχετικού νομοθετικού πλαισίου, παρότι οι επίδικες κρατήσεις στην παροχή ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. τελέστηκαν για νόμιμη αιτία, η αιτία αυτή έληξε και πάντως δεν πρόκειται να ακολουθήσει, ούτως ώστε να καθίσταται αδικαιολόγητος πλέον ο πλουτισμός, κατά το αντίστοιχο ποσό και κατά την αντίστοιχη ωφέλεια του Ελληνικού Δημοσίου και του ΤΕΑΔΥ (ήδη ΕΤΕΑΕΠ) έναντι αυτών, κατόπιν δηλαδή της επιγενόμενης των κρατήσεων νομοθετικής μεταβολής σχετικά με την ως άνω παροχή και το αντίστοιχο πρόσθετο συνταξιοδοτικό μέρισμα. Εξάλλου, τα ως άνω εναγόμενα με τα υπομνήματά τους και τις εκθέσεις των απόψεών τους ζήτησαν την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης, ισχυριζόμενα, μεταξύ άλλων, ότι ο προαναφερθείς υπάλληλος δεν είχε προβεί σε δήλωση αποδοχής των όρων επιστροφής του ποσού των 7.947,04 ευρώ που προβλέπεται στο άρθρο 13 του Ν. 4281/2014 και στην κατ’ εξουσιοδότηση αυτού υπουργική απόφαση, ως προϋπόθεση για την καταβολή του ποσού αυτού. Ακόμη δε και μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης του Ειδικού Λογαριασμού Πρόσθετων Παρακρατηθέντων Ποσών και τη μεταφορά του υπολοίπου του στο ΕΤΕΑΕΠ, αυτός δεν είχε υποβάλει αίτηση στο εν λόγω ταμείο για την καταβολή του. Συνεπώς, ορθώς, όπως ισχυρίστηκαν, δεν του καταβλήθηκε το ως άνω ποσό ύψους 7.947,04 ευρώ. Τέλος, το Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε τον ειδικότερο ισχυρισμό ότι, σε κάθε περίπτωση, μετά την έκδοση του Ν. 4281/2014, επέστρεψε στους δικαιούχους σχεδόν το σύνολο των σωζόμενων εισφορών, το δε υπόλοιπο που δεν είχε αναζητηθεί από τους δικαιούχους, το επέστρεψε στο ΕΤΕΑΕΠ και συνεπώς δεν διατήρησε κανέναν πλουτισμό. 

 5. Επειδή, επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η Α10731/2019 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα 7ο). Με την απόφασή του αυτή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού έλαβε υπ’ όψιν του, μεταξύ άλλων, ότι όπως προέκυπτε από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4281/2014, τα χρηματικά διαθέσιμα του λογαριασμού στον οποίο είχαν υπαχθεί οι προαναφερθείσες κρατήσεις, απομειώθηκαν σημαντικά με την εφαρμογή ανταλλαγής ομολόγων-PSI, κατά τις διατάξεις του Ν. 4050/2012, οι οποίες έχουν κριθεί συνταγματικές (ΣτΕ 1116-7/2014 κ.α.), και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 του Ν. 4281/2014 και την κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσα οικ.2/77786/Α0024/2014 Υ.Α., αποφασίστηκε η εκκαθάριση του σχετικού τραπεζικού λογαριασμού και η επιστροφή και η καταβολή εφάπαξ απομειωμένων των παρακρατηθεισών εισφορών αναλογικά προς τους δικαιούχους, η απομείωση δε αυτή ήταν συνταγματική λόγω του ότι οφειλόταν στην διαδικασία PSI, καθώς και ότι ο ενάγων, ο οποίος είχε υποστεί κρατήσεις επί της ειδικής αποζημίωσης ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ, συνολικού ύψους 14.192,2 ευρώ, και βάσει της οικ.2/77786/Α0024/2014 Υ.Α. δικαιούτο το ποσό των 7.947,04 ευρώ, το οποίο δεν του είχε επιστραφεί, δεν προέβαλε ειδικότερους ισχυρισμούς κατά της διαδικασίας επιστροφής, βάσει της προαναφερθείσας Υ.Α., έκρινε καταρχάς ότι τα όργανα των εναγομένων προέβησαν στις απαραίτητες ενέργειες, προκειμένου να επιστραφεί στον ενάγοντα το ποσό που δικαιούτο λόγω των γενομένων κρατήσεων επί της ειδικής αποζημίωσης ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ., και ως εκ τούτου δεν υπέπεσαν σε καμία παρανομία. Δεδομένης δε της ανυπαρξίας παράνομης ενέργειας των εναγομένων σε βάρος του απέρριψε και το αίτημά του περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης (10.000) ευρώ για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που είχε ισχυριστεί ότι υπέστη από την ως άνω αιτία. Ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία ο ενάγων ζητούσε το ως άνω ποσό επιστροφής κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, αφού έλαβε υπ’ όψιν ότι αυτή στηριζόταν σε διαφορετικά άλλως πρόσθετα πραγματικά περιστατικά από εκείνα στα οποία στηρίχθηκε η κύρια βάση της αγωγής περί αδικοπρακτικής ευθύνης (παράλειψη νομοθέτησης ρύθμισης επιστροφής των επίδικων ποσών ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. ή αντίστοιχης αποζημίωσης), τα οποία συνίστανται στον προσπορισμό οφέλους των εναγομένων από την χρησιμοποίηση του Ειδικού Λογαριασμού στον οποίον τηρούνταν τα παρακρατηθέντα ποσά ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. για την αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, συνιστώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο «δάνειο» προς το Ελληνικό Δημόσιο, έκρινε ότι είναι παραδεκτή η άσκηση της επικουρικής βάσης της αγωγής και ότι ήταν εξεταστέα κατ’ ουσία. Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, ενόψει της κατάργησης της προσαύξησης σύνταξης του Ειδικού Λογαριασμού ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ., έκρινε ότι τα εναγόμενα κατέστησαν, βάσει των διατάξεων των άρθρων 904 επ. Α.Κ. αδικαιολογήτως πλουσιότερα, κατά το ποσό των απομειωμένων παρακρατηθεισών εισφορών επί της εν λόγω ειδικής αποζημίωσης ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. του ενάγοντος, ύψους 7.947,04 ευρώ, όπως αυτό υπολογίστηκε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 του Ν. 4281/2014 και την κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσα οικ. 2/77786/Α0024/2014 Υ.Α., το οποίο δεν είχε επιστραφεί σ’ αυτόν και το οποίο δικαιούται να λάβει κατά μερική αποδοχή του σχετικού κονδυλίου της αγωγής. Για τους λόγους δε αυτούς έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς τον ….και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν σε αυτόν και ήδη στις κληρονόμους του (ήδη εφεσίβλητες), κατά το μέρος της κληρονομικής μερίδας καθεμίας, το ποσό των 7.947,04 ευρώ, νομιμοτόκως, με επιτόκιο 6%, από την επίδοση της αγωγής και έως την πλήρη εξόφληση.

 6. Επειδή, ήδη με την κρινόμενη έφεσή του το Ελληνικό Δημόσιο ζητά να εξαφανιστεί, άλλως να μεταρρυθμιστεί η ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά τον…., με σκοπό να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν η αγωγή του. Ισχυρίζεται δε ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο θεώρησε ότι η επικουρική βάση της αγωγής του προαναφερθέντος στηριζόταν σε διαφορετικά ή άλλως πρόσθετα πραγματικά περιστατικά από εκείνα στα οποία στηριζόταν η κύρια βάση της αγωγής του περί αδικοπρακτικής ευθύνης, τα οποία συνίστανται στον προσπορισμό οφέλους των εναγομένων από τη χρησιμοποίηση του Ειδικού Λογαριασμού στον οποίον τηρούνταν τα παρακρατηθέντα ποσά ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. για την αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, συνιστώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο «δάνειο» προς το Ελληνικό Δημόσιο, κρίνοντας για το λόγο αυτό παραδεκτή την άσκηση της επικουρικής βάσης της αγωγής και εξετάζοντας αυτήν κατ’ ουσίαν έκρινε περαιτέρω, ότι ενόψει της κατάργησης της προσαύξησης σύνταξης, τα εναγόμενα κατέστησαν αδικαιολογήτως πλουσιότερα κατά το ποσό των απομειωμένων παρακρατηθεισών εισφορών επί της ειδικής αποζημίωσης ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. του…., ύψους 7.947,04 ευρώ, το οποίο δεν είχε επιστραφεί σ’ αυτόν. Τούτο δε, διότι, όπως ισχυρίζεται α) ακόμη και αν θεωρηθεί ότι τα επικληθέντα από τον ενάγοντα περιστατικά ήταν πράγματι διαφορετικά ή πρόσθετα σε σχέση με τα επικληθέντα για τη θεμελίωση της ευθύνης του Δημοσίου κατ’ άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ., σε κάθε περίπτωση δεν θεμελίωναν αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού του ενάγοντος κατά του Δημοσίου, αφού οι κρατήσεις επί της παροχής ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. για το πρόσθετο συνταξιοδοτικό μέρισμα γίνονταν υπέρ του ΤΑΥΟΥ και μετά την κατάργησή του υπέρ του ΤΕΑΔΥ, μετέπειτα ΕΤΕΑ και ήδη ΕΤΕΑΕΠ και κατατίθεντο σε ειδικό λογαριασμό αυτών και συνεπώς το Δημόσιο δεν ήταν αυτό που πλούτισε με τις καταβολές που έγιναν στον επίμαχο λογαριασμό. Και ναι μεν εκτός από τον ως άνω λογαριασμό οι επίμαχες κρατήσεις κατατέθηκαν και σε δύο λογαριασμούς του Ελληνικού Δημοσίου, πλην όμως και στις περιπτώσεις αυτές το Δημόσιο (Γ.Λ.Κ.) απλώς διαχειριζόταν τις εν λόγω κρατήσεις για λογαριασμό του ΤΕΑΔΥ, υπέρ του οποίου γίνονταν οι κρατήσεις και το οποίο όφειλε να καταβάλει κατά τη συνταξιοδότηση των υπαλλήλων το πρόσθετο συνταξιοδοτικό μέρισμα. β) από τους ως άνω λογαριασμούς μόνο ο λογαριασμός του ΤΕΑΔΥ υπαγόταν στο Κοινό Κεφάλαιο των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και Ασφαλιστικών Φορέων του Ν. 2469/1997 και το ποσό του λογαριασμού αυτού είχε επενδυθεί σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου από την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία ήταν κατά το άρθρο 15 παρ. 11 του Ν. 2469/1997, η διαχειρίστρια του Κοινού Κεφαλαίου και όχι το Ελληνικό Δημόσιο. γ) Σε κάθε περίπτωση, η αγορά έστω και με μέρος των κρατήσεων για το πρόσθετο συνταξιοδοτικό μέρισμα, ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, δεν συνιστά πλουτισμό αυτού κατά την έννοια του άρθρου 904 ΑΚ, ήτοι βελτίωση της περιουσιακής του κατάστασης, θετική (επαύξηση της περιουσίας του) ή αποθετική (αποφυγή ελλάτωσης της περιουσίας του), αφού με την έκδοση του ομολόγου, παραλλήλως αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποπληρώσει την ονομαστική του αξία στη λήξη του, καθώς και να καταβάλει κάθε χρόνο τόκους επ’ αυτής (εφόσον το ομόλογο είναι τοκοφόρο, όπως συμβαίνει κατά κανόνα). Περαιτέρω, δε επ’ ουδενί υφίσταται πλουτισμός σε βάρος του υπαλλήλου επί της παροχής ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. του οποίου έγινε η παρακράτηση, αφού μεσολαβεί η περιουσία του ΤΕΑΔΥ. δ) Δεν υφίστατο αδικαιολόγητος πλουτισμός του Δημοσίου από την κατάργηση της παροχής ΔΙ.Β.Ε.Τ. από 1-11-2011, διότι η εν λόγω κατάργηση, που έγινε δυνάμει του άρθρου 30 του Ν. 4024/2011, έχει κριθεί συνταγματική με την 3177/2014 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και συνεπώς υφίσταται νόμιμη αιτία για την ωφέλεια του Δημοσίου που προέκυψε από την εξοικονόμηση της δαπάνης για την παροχή ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. ε) σε κάθε περίπτωση, ναι μεν μετά την κατάργηση της παροχής αυτής και του πρόσθετου συνταξιοδοτικού μερίσματος με το άρθρο 30 του Ν. 4024/2011, έληξε η αιτία για την οποία γίνονταν οι επίδικες κρατήσεις, μετά όμως τη θέσπιση του Ν. 4281/2014, που προέβλεψε την επιστροφή των εισφορών στους δικαιούχους, έστω και αναλογικώς απομειωμένων, (απομείωση που οφειλόταν στο PSI που έχει κριθεί συνταγματικό), δεν τίθεται πλέον θέμα αδικαιολόγητου πλουτισμού του Δημοσίου, αφού με βάση τον ως άνω νόμο ο επιπλέον των απομειωμένων ποσών πλουτισμός νομίμως διατηρείται και οι δικαιούχοι έχουν αξίωση με βάση τις διατάξεις του νόμου αυτού για την είσπραξη των αναλογικώς απομειωμένων εισφορών, αξίωση για την ικανοποίηση της οποίας τυγχάνει το ΕΤΕΑΕΠ και όχι το Ελληνικό Δημόσιο, με βάση τις διατάξεις της οικ. 2/77786/Α0024/3-10-2014 ΚΥΑ, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 13 του Ν. 4281/2014. 

 7. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι, όπως έγινε δεκτό στην τρίτη (3η) σκέψη της παρούσας, για να γεννηθεί αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού θα πρέπει να επέλθει περιουσιακή μεταβολή στις σχέσεις δικαιούχου και υποχρέου, σε βάρος της περιουσίας του δικαιούχου, χωρίς νόμιμη αιτία, ο δε πλουτισμός του λήπτη θα πρέπει να είναι πραγματικός και συγκεκριμένος, στην προκειμένη όμως περίπτωση α) η κατάργηση της προσαύξησης σύνταξης του Ειδικού Λογαριασμού ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. έγινε λόγω της κατάργησης των ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ., η οποία όμως δεν κατέστησε αδικαιολογήτως πλουσιότερο το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, αφού η κατάργηση αυτής, που έγινε βάσει του άρθρου 30 του Ν. 4024/2011, όπως έχει κριθεί (βλ. ΣτΕ 3177/2014), δεν αντίκειται σε συνταγματικές διατάξεις, ούτε σε διεθνείς συμβάσεις, εντάσσεται δε στο πλαίσιο της προσπάθειας του νομοθέτη για εξορθολογισμό της μισθολογικής πολιτικής του Δημοσίου και ιδίως της πολιτικής εν σχέσει με τη χορήγηση επιδομάτων, δεδομένου ότι (όπως αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4024/2011 ειδικώς επί του άρθρου 30) η κατά το παρελθόν χορήγηση ειδικών παροχών σε όλους τους υπαλλήλους ορισμένων Υπουργείων, προκειμένου αυτοί να ασκούν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους, δυσχερώς συμβιβαζόταν με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, και συνεπώς υφίστατο νόμιμη αιτία για την εν λόγω κατάργηση και δεν κατέστησε αυτή το Δημόσιο αδικαιολογήτως (χωρίς νόμιμη αιτία) πλουσιότερο, β) οι κρατήσεις τις οποίες υπέστη ο …..επί της ειδικής αποζημίωσης ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ., που απομειωμένες ανέρχονταν στο ποσό των 7.947,04 ευρώ, δεν κατέστησαν αδικαιολογήτως πλουσιότερο το Ελληνικό Δημόσιο, αφού υπόχρεο προς καταβολή αυτών ήταν το Ε.Τ.Ε.Α., (ήδη Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π) σε λογαριασμό διαχείρισης του οποίου είχαν μεταφερθεί τυχόν χρηματικά υπόλοιπα των επιστρεπτέων ποσών των εισφορών αυτών, σύμφωνα με την παρ. 7 της οικ. 2/77786/Α0024/3-10-2014 ΚΥΑ, πλην όμως ο …..δεν προέβη στη δήλωση αποδοχής των όρων επιστροφής του ανωτέρω ποσού, που αποτελούσε προϋπόθεση για την καταβολή αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 4281/2014 και την κατ’ εξουσιοδότηση αυτού οικ.2/77786/Α0024/2014 ΚΥΑ και συνεπώς η μη καταβολή σ’ αυτόν του ως άνω ποσού, που επέφερε, όπως ισχυρίστηκε, αύξηση της περιουσίας του Δημοσίου, δεν έγινε για αιτία που έληξε και δεν επακολούθησε, αλλά λόγω της ως άνω μη δήλωσης αποδοχής εκ μέρους του των όρων επιστροφής του ως άνω ποσού και γ) η αγορά με μέρος των κρατήσεων για το πρόσθετο συνταξιοδοτικό μέρισμα, ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, δεν κατέστησε το τελευταίο πλουσιότερο, ήτοι δεν επέφερε επαύξηση της περιουσίας του ή αποφυγή ελάττωσης της περιουσίας του, αφού με την έκδοση των ομολόγων, αυτό έλαβε μεν το ποσό της αξίας του ομολόγων, δεν αυξήθηκε όμως εξ αυτού του λόγου η περιουσία του, αφού ανέλαβε την υποχρέωση να αποπληρώσει την αξία των ομολόγων αυτών κατά τη λήξη τους, επιπλέον δε τούτου, δ) δεν επήλθε πλουτισμός εις βάρος της περιουσίας του……, αφού η αγορά αυτή έγινε από λογαριασμό του Ε.Τ.Ε.Α. (ήδη Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π), στον οποίο είχαν μεταφερθεί τα χρηματικά υπόλοιπα των επιστρεπτέων ποσών των παρακρατηθεισών εισφορών, και από τον οποίο αυτός θα μπορούσε να λάβει το ως άνω ποσό αν υπέβαλε δήλωση αποδοχής των όρων επιστροφής του, κρίνει ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αξιώσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού του …..κατά του Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς, έπρεπε κατά το μέρος της αυτό να απορριφθεί η αγωγή. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε αντίθετα και αναγνώρισε την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στον ….και λόγω του θανάτου του, στις κληρονόμους του ….., στο όνομα των οποίων επαναλήφθηκε η δίκη (ήδη εφεσίβλητες), κατά το μέρος της κληρονομικής μερίδας εκάστης, το ως άνω ποσό των 7.947,04 ευρώ, έσφαλε και πρέπει η απόφασή του αυτή, κατά το ως άνω μέρος της, να εξαφανιστεί, γενομένης δεκτής της εφέσεως του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου. 

 8. Επειδή, περαιτέρω, το Δικαστήριο δικάζει την αγωγή κατά το ως άνω μέρος της και απορρίπτει αυτήν για τους ίδιους προαναφερθέντες λόγους.

 9. Επειδή, συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, ……

https://www.ddikastes.gr/node/7123