ΣτΕ 1536/2020 Σύνταξη Γήρατος – Χρονικές προϋποθέσεις που απαιτούνταν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Β.Α.Ε., για την απονομή πλήρους σύνταξης λόγω γήρατος – Απαιτούμενος αριθμός ημερών απασχόλησης σε βαριά και ανθυγιεινή εργασία

46

ΣτΕ 1536/2020
Σύνταξη Γήρατος – Χρονικές προϋποθέσεις που απαιτούνταν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Β.Α.Ε., για την απονομή πλήρους σύνταξης λόγω γήρατος – Απαιτούμενος αριθμός ημερών απασχόλησης σε βαριά και ανθυγιεινή εργασία

Περίληψη
Η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε με την 103/2015 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης το οποίο έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν πληρούσε, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης (28.3.2005), τις χρονικές προϋποθέσεις που απαιτούνταν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Β.Α.Ε., για την απονομή πλήρους σύνταξης λόγω γήρατος, εφόσον κατά τον χρόνο της συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας του δεν είχε πραγματοποιήσει τον απαιτούμενο αριθμό των 1.000 τουλάχιστον ημερών απασχόλησης σε βαριά και ανθυγιεινή εργασία κατά τα επίμαχα δεκατρία έτη, μολονότι ήταν ικανός προς εργασία και είχε το δικαίωμα, συνεχίζοντας την εργασία του, να συμπληρώσει τον εν λόγω αριθμό ημερομισθίων και κατά το χρονικό σημείο της συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας (πρβλ. ΣτΕ 2723/2008).

Λόγος αναίρεσης, περί της δυνατότητας ή μη των ασφαλιστικών οργάνων του Ι.Κ.Α. και των δικαστηρίων να κρίνουν επιστημονικά ζητήματα για τυχόν ανικανότητα ασφαλισμένου προς εκτέλεση βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας για παρελθόντα χρόνο, πρέπει να απορριφθεί, επίσης, ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι με το εισαγωγικό δικόγραφο ο αναιρεσείων δεν προβάλλει κανέναν ισχυρισμό για τη θεμελίωση του παραδεκτού, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύουν σε σχέση προς τον λόγο αυτόν, είτε δηλαδή ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του τιθέμενου με αυτόν ζητήματος, είτε ότι οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης επί του συγκεκριμένου, κρίσιμου για τη διάγνωση της υπόθεσης, νομικού ζητήματος αντίκεινται προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Τέλος, ενόψει των ανωτέρω, είναι απορριπτέοι οι προβαλλόμενοι με το υποβληθέν, μετά τη συζήτηση (20.5.2019) της υπόθεσης στο ακροατήριο και εντός της ταχθείσας σχετικής προθεσμίας, από 10.6.2019 υπόμνημα ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος για τη θεμελίωση του παραδεκτού της κρινόμενης αίτησης, ότι «Εν προκειμένω, η αντίθεση των προσβαλλομένων αποφάσεων προς τη νομολογία του ΣτΕ είναι πασιφανής.

Αριθμός 1536/2020

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2019, με την εξής σύνθεση: Σπ. Χρυσικοπούλου, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Ά. Καλογεροπούλου, Π. Μπραΐμη, Σύμβουλοι, Β. Ανδρουλάκης, Σ. Κωνσταντίνου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Χρ. Μπόκα.

Για να δικάσει την από 30 Μαρτίου 2018 αίτηση:

του ……………………….. ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο ………………, που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά των: 1. Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα (Αγ. Κωνσταντίνου 8), το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο Νικόλαο Τσοκανά (Α.Μ. 21193), που τον διόρισε με πληρεξούσιο και 2. Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα (Φιλελλήνων 13-15), το οποίο παρέστη με τη δικηγόρο Θεοδώρα Αντωνίου (Α.Μ. 10123), που τη διόρισε με πληρεξούσιο.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθούν οι υπ’ αριθμ. 2421/2017 και 2426/2017 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Σ. Κωνσταντίνου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τους πληρεξούσιους των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης κατατέθηκε το νόμιμο παράβολο (1434313, 3177286, 3177287, 5184099/2018 έντυπα παραβόλου).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση των 2421/2017 και 2426/2017 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την πρώτη από αυτές απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος, ασφαλισμένου του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ως καθολικός διάδοχος του οποίου παρέστη, βάσει των διατάξεων των άρθρων 51 παρ. 1, 53 και 70 παρ. 9 του ν. 4387/2016, Α΄ 85, ενώπιον του ως άνω δικάσαντος διοικητικού εφετείου ο ήδη αναιρεσίβλητος Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης, Ε.Φ.Κ.Α.), κατά της 103/2015 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε απορριφθεί προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της 1357/συν.111/ 10.12.2007 απόφασης της Α΄ Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (Τ.Δ.Ε.) του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε απορριφθεί ένσταση του αναιρεσείοντος κατά της 16405/7.7.2005 απόφασης του Διευθυντή του ως άνω Υποκαταστήματος, με την οποία είχε απορριφθεί αίτηση του αναιρεσείοντος να του χορηγηθεί κύρια σύνταξη λόγω γήρατος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού περί Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων (Κ.Β.Α.Ε.), με την αιτιολογία ότι δεν είχε συμπληρώσει τις απαιτούμενες χρονικές προϋποθέσεις. Με τη δεύτερη από τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος, ασφαλισμένου του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών [Ε.Τ.Ε.Α.Μ., το οποίο εντάχθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 36παρ. 1 του ν. 4052/2012 (Α΄ 42), στο Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης (Ε.Τ.Ε.Α.), που έχει συσταθεί με το άρθρο 35 του ίδιου νόμου, μετονομάσθηκε δε σε Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π) με το άρθρο 74 του ν. 4387/2016 (που προσέθεσε από 1.1.2017 κατ’ άρθρο 90 του ίδιου νόμου, παρ. 3 στο άρθρο 35 του ν. 4052/2012), το τελευταίο δε αυτό ταμείο παραστάθηκε, ως καθολικός διάδοχος βάσει των διατάξεων των άρθρων 74, 85 και 90 του ν. 4387/2016, ενώπιον του ως άνω δικάσαντος διοικητικού εφετείου, ΣτΕ 1010/2019 7μ.], κατά της 1888/2015 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε απορριφθεί προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της ……………………2007 απόφασης της Α΄ Τ.Δ.Ε. του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε απορριφθεί ένσταση του αναιρεσείοντος, κατά της 16.406/7.7.2005 απόφασης του Διευθυντή του ως άνω Υποκαταστήματος, με την οποία είχε απορριφθεί αίτηση του αναιρεσείοντος να του χορηγήσει το Ε.Τ.Ε.Α.Μ. επικουρική σύνταξη λόγω γήρατος, με την αιτιολογία ότι δεν είχε προηγουμένως συνταξιοδοτηθεί από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

3. Επειδή, οι προαναφερθείσες 2421/2017 και 2426/2017 αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες αφορούν διαφορές που ανέκυψαν, κατά τα προεκτεθέντα, κατόπιν άσκησης προσφυγών ουσίας κατά πράξεων για τη χορήγηση στον αναιρεσείοντα συντάξεων (κύριας και επικουρικής) λόγω γήρατος, από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και το Ε.Τ.Ε.Α.Μ αντιστοίχως, είναι συναφείς λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της επικουρικής σύνταξης λόγω γήρατος προς την κύρια σύνταξη (ΣτΕ 525/2019), και συνεπώς, παραδεκτώς συμπροσβάλλονται.

4. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), η δε παράγραφος 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 15παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240/22.12.2016) -η ισχύς του οποίου άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 32 του νόμου αυτού, από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, επί διαφοράς που ανακύπτει κατόπιν άσκησης προσφυγής ουσίας και αφορά περιοδικές παροχές, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αίτησής του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιλαμβάνει στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι με καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο, κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς, νομικό ζήτημα, ήτοι ζήτημα ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, που κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης έρχονται σε αντίθεση με μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή, ελλείψει αυτών, προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (ΣτΕ 1563/2018, 1828/2018, 3146/2017 κ.ά.), ως τέτοια δε νομολογία νοείται η διαμορφωθείσα επί αυτού τούτου του κρίσιμου νομικού ζητήματος και όχι επί ανάλογου ή παρόμοιου (ΣτΕ 1034/2018, 1634/2018 κ.ά.). Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων επικαλείται έλλειψη νομολογίας ή αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς υφιστάμενη, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, νομολογία, πρέπει η έλλειψη ή η αντίθεση αυτή να μην αναφέρεται σε ζητήματα αιτιολογίας συνδεόμενα με το πραγματικό της κρινόμενης υπόθεσης αλλά να αφορά αποκλειστικά την ερμηνεία διάταξης νόμου ή γενικής αρχής, δυνάμενης να έχει γενικότερη εφαρμογή, ανεξαρτήτως εάν η ερμηνεία αυτή διατυπώνεται στη μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών αποφάσεων προς τις οποίες προβάλλεται ότι υφίσταται αντίθεση (ΣτΕ 131/2018, 1828/2018, 2763/2018, 3146/2017 κ.ά.). Τέλος, στην περίπτωση κατά την οποία στο εισαγωγικό δικόγραφο είτε δεν υπάρχουν είτε δεν προβάλλονται παραδεκτώς ή βασίμως ισχυρισμοί προς άρση του απαραδέκτου των προβαλλομένων με το δικόγραφο αυτό λόγων αναίρεσης, η έλλειψη αυτή δεν μπορεί, κατά την έννοια των προπαρατεθεισών διατάξεων του ν. 3900/2010, ως ισχύουν, να καλυφθεί με την εκ των υστέρων προβολή τέτοιων ισχυρισμών με άλλο δικόγραφο του αναιρεσείοντος (ΣτΕ 1083/2018, 1405/2017 7μ., 1918/2017, 2555/2016 κ.ά., πρβ. ΣτΕ Ολομ. 3323/2011, 3746/2013, 800/2015) και, επομένως, η αίτηση αναίρεσης ασκείται απαραδέκτως.

5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε στις 30.3.2018 και, επομένως, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010. Περαιτέρω, με την αίτηση αυτή άγεται κατ’ αναίρεση διαφορά που ανέκυψε από την άσκηση προσφυγών ουσίας κατά πράξεων που αφορούν μη χορήγηση στον αναιρεσείοντα συντάξεων (κύριας και επικουρικής) λόγω γήρατος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Β.Α.Ε., από το Ι.Κ.Α.–Ε.Τ.Α.Μ. και το Ε.Τ.Ε.Α.Μ., αντιστοίχως, επομένως, πρόκειται για διαφορά επί προσφυγών ουσίας που αφορούν περιοδικές ασφαλιστικές παροχές. Συνεπώς, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, για το παραδεκτό της άσκησης της κρινόμενης αίτησης απαιτείται η προβολή και η τεκμηρίωση εκ μέρους του αναιρεσείοντος, με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς περιλαμβανόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο, της συνδρομής των προϋποθέσεων της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αυτή ισχύει.

6. Επειδή, περαιτέρω, από τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων, ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1945 και συμπλήρωσε το εξηκοστό έτος της ηλικίας του την 1η.1.2005, ασφαλίστηκε στο μεν Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. για 6.661 ημέρες εργασίας κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του έτους 1961 έως τον Δεκέμβριο του έτους 1995, εκ των οποίων 5.212 ημέρες σε βαριές και ανθυγιεινές εργασίες, στο δε Ε.Τ.Ε.Α.Μ. για 4.865 ημέρες εργασίας κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 1970 έως τον Δεκέμβριο του έτους 1995. Με την ……………..2005 απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. απορρίφθηκε η……………../28.3.2005 αίτηση του αναιρεσείοντος να του χορηγηθεί κύρια σύνταξη λόγω γήρατος κατά τις διατάξεις του Κ.Β.Α.Ε., με την αιτιολογία ότι δεν είχε συμπληρώσει τις νόμιμες χρονικές προϋποθέσεις και, ειδικότερα, διότι, αν και ο αναιρεσείων είχε πραγματοποιήσει 5.212 ημέρες απασχόλησης στην ασφάλιση του Κ.Β.Α.Ε., δηλαδή τα 4/5 του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης, κατά τα τελευταία όμως δεκατρία έτη από πριν τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, από την 1η.1.1992 έως τις 31.12.2004, είχε συμπληρώσει μόνο 280 ημέρες εργασίας σε βαριά και ανθυγιεινή εργασία έναντι των 1.000 ημερών εργασίας που απαιτούνταν κατά τον νόμο.

Περαιτέρω, με την ……………….2005 απόφαση του Διευθυντή του ως άνω Περιφερειακού Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. απορρίφθηκε το από 28.3.2005 αίτημα του αναιρεσείοντος να του χορηγηθεί επικουρική σύνταξη λόγω γήρατος από το E.T.E.A.M., με την αιτιολογία ότι με την προαναφερθείσα 16405/7.7.2005 απόφαση του ίδιου οργάνου είχε απορριφθεί η αίτησή του για χορήγηση κύριας σύνταξης λόγω γήρατος από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Ενστάσεις του αναιρεσείοντος κατά των ως άνω αποφάσεων του εν λόγω Διευθυντή απορρίφθηκαν με τις 1357/συν.111/10.12.2007 και 1358/συν.111/10.12.2007 αποφάσεις, αντίστοιχα, της Α΄ Τ.Δ.Ε. του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και με τις ίδιες ως άνω αιτιολογίες. Τελικώς, με την 24319/15.11.2010 απόφαση του ως άνω Διευθυντή του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. χορηγήθηκε στον αναιρεσείοντα πλήρης σύνταξη λόγω γήρατος, κατά τις κοινές διατάξεις, από τις 26.2.2010. Εξάλλου, κατά των ως άνω αποφάσεων της Τ.Δ.Ε. ο αναιρεσείων άσκησε προσφυγές ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων, με την προσφυγή του κατά της ως άνω ……………12.2007 απόφασης της Α΄ Τ.Δ.Ε. του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., επικαλούμενος την ………..2007 ιατρική γνωμάτευση του 2ου Νοσοκομείου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Θεσσαλονίκης, ισχυρίστηκε ότι το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. όφειλε να του είχε χορηγήσει κύρια σύνταξη λόγω γήρατος σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Β.Α.Ε., δεδομένου ότι είχε πραγματοποιήσει πάνω από τις απαιτούμενες 3.600 ημέρες εργασίας σε βαριές και ανθυγιεινές εργασίες και συνολικά περισσότερες από τις προβλεπόμενες 4.500 ημέρες εργασίας από το έτος 1961 έως το έτος 1995, οπότε αδυνατώντας πλέον να ασκεί το επάγγελμα του σιδερά, ως καταβεβλημένος σωματικά και πάσχων από τις αναφερόμενες στην ……….2007 ιατρική γνωμάτευση παθήσεις, είχε διακόψει την εργασία του, ενώ για τους ίδιους λόγους υγείας δεν μπορούσε να εργαστεί σε βαρύ και ανθυγιεινό επάγγελμα κατά τα τελευταία δεκατρία έτη, πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας και την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης. Περαιτέρω, ο ήδη αναιρεσείων προέβαλε ότι, ενόψει των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, μη νομίμως είχε απορρίψει η Τ.Δ.Ε. το επικουρικό αίτημά του να τον παραπέμψει στην αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή, προκειμένου η τελευταία να γνωματεύσει για την ως άνω αδυναμία εργασίας του. Η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε με την 103/2015 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης το οποίο έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν πληρούσε, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης (28.3.2005), τις χρονικές προϋποθέσεις που απαιτούνταν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Β.Α.Ε., για την απονομή πλήρους σύνταξης λόγω γήρατος, εφόσον κατά τον χρόνο της συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας του δεν είχε πραγματοποιήσει τον απαιτούμενο αριθμό των 1.000 τουλάχιστον ημερών απασχόλησης σε βαριά και ανθυγιεινή εργασία κατά τα επίμαχα δεκατρία έτη, μολονότι ήταν ικανός προς εργασία και είχε το δικαίωμα, συνεχίζοντας την εργασία του, να συμπληρώσει τον εν λόγω αριθμό ημερομισθίων και κατά το χρονικό σημείο της συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας (πρβλ. ΣτΕ 2723/2008).

Εξάλλου, προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της ως άνω 1358/συν.111/10.12.2007 απόφασης της Α΄ Τ.Δ.Ε. του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. απορρίφθηκε με την 1885/2015 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε ότι, ενόψει του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της επικουρικής έναντι της κύριας σύνταξης, ο αναιρεσείων δεν δικαιούτο να λάβει επικουρική σύνταξη λόγω γήρατος από το Ε.Τ.Ε.Α.Μ. Έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της 103/2015 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε, το ζήτημα της χορήγησης ή μη της κύριας σύνταξης λόγω γήρατος του αναιρεσείοντος, απορρίφθηκε με την 2421/2017 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ειδικότερα, το δικάσαν δικαστήριο απέρριψε ως αόριστο τον πρώτο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός είχε προβάλει ότι, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των στοιχείων του φακέλου και των ισχυρισμών του, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης είχε απορρίψει την προσφυγή του, με τη σκέψη ότι ο λόγος αυτός δεν απέδιδε καμία σαφή και συγκεκριμένη πλημμέλεια στην αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης. Εξάλλου, το δικάσαν δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον δεύτερο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός είχε προβάλει ότι κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου δεν έγινε δεκτό το επικουρικό αίτημά του προς το πρωτόδικο δικαστήριο, να τον παραπέμψει στην αρμόδια Δευτεροβάθμια Υγειονομική Επιτροπή σε περίπτωση αμφιβολίας για την κατάσταση της υγείας του, με τη σκέψη ότι η διαπίστωση της ανικανότητας (πλήρους ή μερικής) του ασφαλισμένου προς εργασία, και μάλιστα βαριά και ανθυγιεινή, γίνεται κατόπιν αίτησής του και στο πλαίσιο της διαδικασίας για τη χορήγηση σ’ αυτόν παροχών αναπηρίας, ενώ, κατά τη διαδικασία για τη χορήγηση σύνταξης γήρατος κατά τις διατάξεις του Κ.Β.Α.Ε., δεν είναι δυνατή η παρεμπίπτουσα κρίση των ασφαλιστικών οργάνων του Ι.Κ.Α. και των δικαστηρίων για το τυχόν κρίσιμο ως άνω ζήτημα της ανικανότητας του ασφαλισμένου προς εκτέλεση βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας και μάλιστα σε βάθος δεκατριών ετών πριν από την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης. Με τις σκέψεις δε αυτές το δικάσαν δικαστήριο έκρινε, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (103/2015), ότι ο αναιρεσείων δεν πληρούσε τις νόμιμες χρονικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση σύνταξης λόγω γήρατος κατά τις διατάξεις του Κ.Β.Α.Ε. Εξάλλου, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 1888/2015 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε, το ζήτημα της χορήγησης της επικουρικής σύνταξης λόγω γήρατος του αναιρεσείοντος, απορρίφθηκε με την 2426/2017 συμπροσβαλλόμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ειδικότερα, το δικάσαν δικαστήριο απέρριψε ως αόριστο τον πρώτο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός είχε προβάλει ότι, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των στοιχείων του φακέλου και των ισχυρισμών του, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης είχε απορρίψει την προσφυγή του, με τη σκέψη ότι ο λόγος αυτός δεν απέδιδε καμία σαφή και συγκεκριμένη πλημμέλεια στην αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης. Εξάλλου, το δικάσαν δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον δεύτερο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο είχε προβάλει ότι, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, δεν εισακούστηκε το επικουρικό αίτημά του προς το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης της κύριας σύνταξης, να τον παραπέμψει στην αρμόδια Δευτεροβάθμια Υγειονομική Επιτροπή, σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς την κατάσταση της υγείας του, με τη σκέψη ότι αντικείμενο της επίμαχης δίκης ήταν όχι η κύρια αλλά η επικουρική σύνταξη, η οποία έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια σύνταξη, χωρίς αυτό να θίγει το δικαίωμα του αναιρεσείοντος σε δίκαιη δίκη. Με τις σκέψεις δε αυτές, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (1888/2015), ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούνταν επικουρική σύνταξη λόγω γήρατος από το Ε.Τ.Ε.Α.Μ. Ήδη, δε, με την κρινόμενη αίτηση ο αναιρεσείων ζητεί την εξαφάνιση των συμπροσβαλλόμενων λόγω συναφείας 2421/2017 και 2426/2017 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

7. Επειδή, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε και πλημμελώς εφάρμοσε το δίκαιο (άρθρο 56 παρ. 1 περ. δ του π.δ. 18/1989) με το να απορρίψει το επικουρικό αίτημά του να τον παραπέμψει στην αρμόδια Δευτεροβάθμια Υγειονομική Επιτροπή, προκειμένου να διαπιστωθεί η κατάσταση της υγείας του, με την προεκτεθείσα αιτιολογία ότι η διαπίστωση της ανικανότητας (πλήρους ή μερικής) του ασφαλισμένου προς εργασία, και μάλιστα βαριά και ανθυγιεινή, γίνεται κατόπιν αίτησής του και στο πλαίσιο της διαδικασίας για τη χορήγηση σ’ αυτόν παροχών αναπηρίας, ενώ, κατά τη διαδικασία για τη χορήγηση σύνταξης γήρατος, κατά τις διατάξεις του Κ.Β.Α.Ε., δεν είναι δυνατή η παρεμπίπτουσα κρίση των ασφαλιστικών οργάνων του Ι.Κ.Α. και των δικαστηρίων για το τυχόν κρίσιμο ως άνω ζήτημα της ανικανότητας του ασφαλισμένου προς εκτέλεση βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, και μάλιστα σε βάθος δεκατριών ετών πριν από την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης.

Ειδικότερα, προβάλλεται ότι έσφαλε με την ως άνω σκέψη του το εν λόγω διοικητικό εφετείο διότι: α) μη νομίμως δεν επέτρεψε την απόδειξη της κατάστασης της υγείας του αναιρεσείοντος στο πλαίσιο της συνταξιοδότησής του λόγω γήρατος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Β.Α.Ε., και συνεπώς, όπως περαιτέρω προβάλλεται, διά μέσου αυτής της κρίσης του το δικάσαν δικαστήριο δεν επέτρεψε την ενεργοποίηση του δικαίου που πηγάζει από την Εγκύκλιο [59/12 Απρ. 1976/1 ΚΑ/Δκσις/Δνσις Παροχών/Τμήμα Ειδικών Θεμάτων] και έχει διαπιστωθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου (3401/1974 και 3491/1975), σύμφωνα με την οποία για την απονομή πλήρους σύνταξης λόγω γήρατος με τη συμπλήρωση μειωμένου ορίου ηλικίας (60 ετών), κατά παρέκκλιση από τις γενικές διατάξεις περί του ορίου ηλικίας των συνταξιοδοτούμενων από το Ι.Κ.Α., απαιτείται, πλην άλλων, ότι 1.000 τουλάχιστον ημέρες βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας πρέπει να πραγματοποιηθούν κατά τα τελευταία δεκατρία έτη, πριν από τη συμπλήρωση του ως άνω μειωμένου ορίου ηλικίας, ο υπολογισμός στην περίπτωση αυτή των δεκατριών ετών τελεί υπό την προϋπόθεση ότι ο ασφαλισμένος, κατά την αμέσως πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας περίοδο, δεν είχε στερηθεί τη δυνατότητα να εκτελεί βαριά και ανθυγιεινή εργασία εξαιτίας αρμοδίως διαπιστωμένης πλήρους ή μερικής ανικανότητας προς εργασία, ενώ, σε αντίθετη περίπτωση, ο υπολογισμός των δεκατριών ετών αρχίζει από την εμφάνιση της ως άνω ανικανότητας που εμπόδισε την άσκηση της βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας και β) αμφισβητεί ευθέως τη δυνατότητα των υγειονομικών επιτροπών αλλά και των αρμοδίων διοικητικών οργάνων και δικαστηρίων να κρίνουν επιστημονικά ζητήματα για χρόνο παρελθόντα, ενώ η δυνατότητα αυτή προβλέπεται ρητώς από το νόμο.

Προς θεμελίωση του παραδεκτού του ως άνω υπό στοιχ. α) λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων, με το εισαγωγικό δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης, δεν ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του τιθέμενου με αυτό ζητήματος, ισχυρίζεται όμως ότι υφίσταται αντίθεση των ανωτέρω παραδοχών της 2421/2017 αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ήτοι τις αναφερόμενες στο δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης 3401/1974 και 3491/1975 αποφάσεις του Δικαστηρίου).

Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός, κατά τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύουν, είναι απορριπτέος, διότι με τις ανωτέρω αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν επιλύθηκε το εν προκειμένω κρίσιμο νομικό ζήτημα της δυνατότητας ή μη απόδειξης της υγείας ασφαλισμένου του Ι.Κ.Α.–Ε.Τ.Α.Μ., σε περίπτωση συνταξιοδότησης λόγω γήρατος σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Β.Α.Ε., όταν έχει εμφιλοχωρήσει πλήρης ή μερική ανικανότητα προς εργασία, αλλά επιλύθηκαν διαφορετικά νομικά ζητήματα. Ειδικότερα, με την 3401/1974 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας επιλύθηκε το ζήτημα της πενταετούς παραγραφής στην οποία υπόκεινται οι απαιτήσεις προς απονομή παροχών, τις οποίες αρνήθηκε το αρμόδιο όργανο του Ι.Κ.Α. παρανόμως ή προσδιόρισε εσφαλμένως. Περαιτέρω, με την 3491/1975 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, στην οποία άλλωστε γίνεται ρητή αναφορά στην 2421/2017 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, περαιτέρω, στοιχεί προς αυτήν η κρίση της εν λόγω απόφασης, επιλύθηκαν: α) το ζήτημα των απαιτούμενων χρονικών προϋποθέσεων για χορήγηση σε ασφαλισμένο του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. κύριας σύνταξης λόγω γήρατος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Β.Α.Ε., και πιο συγκεκριμένα κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο ασφαλισμένος πρέπει να πραγματοποιήσει 1.000 τουλάχιστον ημέρες βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας κατά τα τελευταία δεκατρία έτη, πριν από τη συμπλήρωση του μειωμένου ορίου ηλικίας των 60 ετών και β) το ζήτημα της έναρξης του υπολογισμού των δεκατριών ετών σε περίπτωση εμφάνισης ανικανότητας του ασφαλισμένου προς εκτέλεση βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας πριν από τη συμπλήρωση του προαναφερθέντος ορίου ηλικίας.

Με τα δεδομένα αυτά, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί αντίθεσης της κρίσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς τις ανωτέρω αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας προβάλλεται απαραδέκτως και, συνεπώς, ο ως άνω υπό στοιχ. α) λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Εξάλλου, και ο ως άνω υπό στοιχ.β) λόγος αναίρεσης, περί της δυνατότητας ή μη των ασφαλιστικών οργάνων του Ι.Κ.Α. και των δικαστηρίων να κρίνουν επιστημονικά ζητήματα για τυχόν ανικανότητα ασφαλισμένου προς εκτέλεση βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας για παρελθόντα χρόνο, πρέπει να απορριφθεί, επίσης, ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι με το εισαγωγικό δικόγραφο ο αναιρεσείων δεν προβάλλει κανέναν ισχυρισμό για τη θεμελίωση του παραδεκτού, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύουν σε σχέση προς τον λόγο αυτόν, είτε δηλαδή ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του τιθέμενου με αυτόν ζητήματος, είτε ότι οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης επί του συγκεκριμένου, κρίσιμου για τη διάγνωση της υπόθεσης, νομικού ζητήματος αντίκεινται προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Τέλος, ενόψει των ανωτέρω, είναι απορριπτέοι οι προβαλλόμενοι με το υποβληθέν, μετά τη συζήτηση (20.5.2019) της υπόθεσης στο ακροατήριο και εντός της ταχθείσας σχετικής προθεσμίας, από 10.6.2019 υπόμνημα ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος για τη θεμελίωση του παραδεκτού της κρινόμενης αίτησης, ότι «Εν προκειμένω, η αντίθεση των προσβαλλομένων αποφάσεων προς τη νομολογία του ΣτΕ είναι πασιφανής.

Ως δε προς την προβολή της αντιθέσεως αυτής με συγκεκριμένους ισχυρισμούς περιεχομένους στο εισαγωγικό δικόγραφο, θεωρούμε ότι η συνανάγνωση των υπό (2) και υπό (3) παραγράφων της αιτήσεως περί αναιρέσεως, αν και συνοπτική, είναι επαρκής για να δώσει μίαν γλαφυρή εικόνα της αντιθέσεως των προσβαλλομένων αποφάσεων προς τη νομολογία του ΣτΕ».
8. Επειδή, κατόπιν τούτων η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύουν.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.) και του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.), η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ, αντιστοίχως.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2019

Η Προεδρεύουσα ΑντιπρόεδροςΗ Γραμματέας

Σπ. ΧρυσικοπούλουΧρ. Μπόκα

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 23ης Ιουλίου 2020.

Η Πρόεδρος του Α´ ΤμήματοςΗ Γραμματέας

Σπ. ΧρυσικοπούλουΒ. Κατσιώνη

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ

Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.

Η εντολή πιστοποιείται με τη σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.

Αθήνα, ……………………………………….

Η Πρόεδρος του Α´ ΤμήματοςΗ Γραμματέας του Α´ Τμήματος

https://www.taxheaven.gr/circulars/35880/ste-1536-2020