STOP στις τραπεζικές υπηρεσίες για επενδύσεις, χωρίς προηγούμενη αναλυτική προειδοποίηση – Η απόφαση του Πρωτομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

61

Έχασαν τις καταθέσεις τους, που είχαν τοποθετήσει σε προθεσμιακό λογαριασμό τράπεζας. Αποφάσισαν κατόπιν προτροπής υπαλλήλων να τις μεταφέρουν σε ένα νέο τραπεζικό προϊόν, που θα ήταν – όπως ισχυρίστηκαν – όμοιο με την προθεσμιακή κατάθεση.

Διέθεταν αξιόγραφα ύψους 21.000 ευρώ σε προθεσμιακές καταθέσεις. Τον Μάιο του 2011 τα μετέτρεψαν μετά από τις επικοινωνίες των υπαλλήλων της τράπεζας σε ένα άλλο επενδυτικό προϊόν, που τους παρουσιάστηκε όμοιο, διάρκειας πέντε ετών, σταθερού επιτοκίου ύψους 6,5%, περιοδικής απόδοσης τόκων ανά εξάμηνο και εγγυημένης επιστροφής του κεφαλαίου και των τόκων αυτού.

Πλην, όμως, οι όροι «δεν ανταποκρίνονταν στο συντηρητικό επενδυτικό τους προφίλ, αλλά και χαρακτηρίζονταν από τους μνημονευόμενους στην αγωγή υψηλούς κινδύνους, τους οποίους οι ίδιοι αγνοούσαν κατά τον ως άνω χρόνο αγοράς των επίμαχων ομολογιών, λόγω έλλειψης κατάλληλης ενημέρωσης τους».

Τελικά βρέθηκαν να χάνουν τα χρήματά τους, καθώς δεν είχαν ενημερωθεί για τους κινδύνους του νέου προϊόντος. Όπως αναφέρουν, «έχοντας αναπτύξει πολυετή σχέση εμπιστοσύνης με τους ιδίους και γνωρίζοντας το επενδυτικό τους προφίλ, τούς συνέστησαν (σ.σ. νέοι υπάλληλοι της τράπεζας), τον Μάιο του 2011» να βάλουν τα χρήματά τους σε νέο τραπεζικό προϊόν.

Και προσθέτουν πως παρείχαν σε αυτούς «προφορική, συνοπτική, αποσπασματική, μονομερή και, μη αντικειμενική ενημέρωση καθώς και σχετική επενδυτική συμβουλή, να καταθέσουν τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά σε τραπεζικό προϊόν, το οποίο τους παρέστησαν ως όμοιο με προθεσμιακή κατάθεσή τους».

Όπως επισημαίνεται στην απόφαση «ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παρανόμου, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής/ καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της τράπεζας οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τράπεζας και πελάτη».

Και προστίθεται: «Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των παραπάνω υποχρεώσεων θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη αυτής εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις ήτοι η υπαιτιότητα και η επέλευση-ζημίας αιτιωδώς συνδεόμενης με την παράνομη συμπεριφορά της τράπεζας με, την έννοια ότι η παράβαση των απορρεουσών από την καλή πίστη υποχρεώσεων της Τράπεζας αποτελεί όρο, κατ’ αντικειμενική πρόγνωση, πρόσφορο να οδηγήσει στο αποτέλεσμα της ζημίας. Με την έννοια αυτή, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών – είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των – επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής ώστε, έχοντας ενημερωθεί επαρκώς να αξιολογήσει ακολούθως, ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού τράπεζα».

Οι υποχρεώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων

Όπως αποφάνθηκε το Ειρηνοδικείο οι τράπεζες «οφείλουν να τον προειδοποιήσουν ότι η απόφαση του αυτή δεν τους επιτρέπει να κρίνουν κατά πόσον η προσφερόμενη ή ζητούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προσφερόμενο ή ζητούμενο χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλα γι’ αυτόν».

Παράλληλα, επισημαίνεται πως «τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να παρέχουν κατ’ ελάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία και πληροφορίες, ώστε οι συναλλασσόμενοι με αυτά να σχηματίζουν πριν από τη σύναψη της σύμβασης σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης: Σε ό,τι αφορά τα σύνθετα τραπεζικά προϊόντα, των οποίων η απόδοση προσδιορίζεται βάσει στοιχείων και δεικτών και τα οποία προσιδιάζουν στο χαρακτήρα των επενδυτικών προϊόντων, η ενημέρωση των συναλλασσομένων πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά προϊόντα, καθώς και κατανόηση της αναμενόμενης απόδοσης και των πιθανών κινδύνων. Εκ των ανωτέρω σαφώς, συνάγεται ότι κυρία υποχρέωση του πιστωτικού ιδρύματος κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών αποτελεί η διασφάλιση της ορθότητας και της πληρότητας των συμβουλών αυτών. Η ενημέρωση του επενδυτή πρέπει να χωρεί κατά τρόπο ευλόγως κατανοητό και με τη μεγίστη δυνατή σαφήνεια, όπερ σημαίνει ότι το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να λαμβάνει υπόψη και να συνεκτιμά την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή αναφορικώς με το αντικείμενο της επενδύσεως οι δε συμβουλές πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη, όσο, και στο αντικείμενο της επενδύσεως.

Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε πρέπει, στο πλαίσιο παροχής συγκεκριμένης συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσεως η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδυνεύσεως. Ο δεύτερος πόλος στον οποίο πρέπει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής, είναι το αντικείμενο της επενδύσεως. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες, οι οποίες αφορούν γενικώς στην αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο, της επένδυσης, ως και πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων. Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε ενδελεχή έρευνα.

Το πιστωτικό ίδρυμα και κάθε εταιρία παροχής επενδυτικών συμβουλών οφείλουν να διαθέτουν τις πλέον «επικαιροποιημένες» πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινομένης επενδύσεως. Ιδιαιτέρως, αυξημένο είναι το καθήκον του πιστωτικού ιδρύματος ή της εταιρίας παροχής επενδυτικών συμβουλών για έρευνα ή ενημέρωση σε περιπτώσεις ιδιαιτέρως επικινδύνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Αυτό δε σημαίνει ότι το πιστωτικό ίδρυμα h πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μια επένδυση με αυξημένους κινδύνους πλην όμως οφείλει να καταστήσει σε αυτόν σαφείς τους κινδύνους αυτούς, στους οποίους πρόκειται να εκτεθεί Στόχος των εν λόγω υποχρεώσεων, οι οποίες βαρύνουν τα πιστωτικά ιδρύματα και τις εταιρίες παροχής επενδυτικών συμβουλών δεν είναι η επιτυχία της επενδύσεως αλλά η εκ μέρους τους καταβολή πάσης δυνατής επιμελείας κατά την εκπλήρωση της υποχρεώσεως διαφωτίσεως, έρευνας και παροχής καταλλήλων συμβουλών».