Η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης σε υπόθεση ιατρικής αμέλειας παραβίασε το διαδικαστικό σκέλος του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ

30

ΑΠΟΦΑΣΗ

Vilela κ.α. κατά Πορτογαλίας της 23.02.2021 (αριθ. προσφ. 63687/14)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δικαίωμα στην υγεία βάσει του άρθρου  8 της  ΕΣΔΑ και υποχρέωση των κρατών να προστατεύουν τους ασθενείς από ιατρική αμέλεια.

Οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι η μόνιμη αναπηρία (100%) του υιού τους προήλθε από λανθασμένους ιατρικούς χειρισμούς στην επίτοκο μητέρα κατά την διάρκεια του τοκετού. Άσκησαν αγωγή στα διοικητικά δικαστήρια για ιατρική αμέλεια του νοσοκομείου διεκδικώντας αποζημίωση χωρίς επιτυχία, και οι δικαστικές διαδικασίες  διήρκησαν περισσότερο από 10 χρόνια.

Κατά το Στρασβούργο το δικαίωμα στην υγεία δεν προβλέπεται αυτόνομο στην Σύμβαση, όμως σε περίπτωση ιατρικής αμέλειας από το άρθρο 8 συνάγεται ότι τα συμβαλλόμενη κράτη οφείλουν  να θεσπίζουν ένα αποτελεσματικό ρυθμιστικό  πλαίσιο για την προστασία της ζωής των ασθενών.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι δυνάμει των ιατρικών πραγματογνωμοσυνών δεν αποδείχθηκε ότι  διαπράχθηκε ιατρική αμέλεια κατά την διάρκεια του τοκετού της τρίτης προσφεύγουσας, κατά συνέπεια έκρινε ότι δεν διαπιστώθηκε παραβίαση όσον αφορά το ουσιαστικό σκέλος του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.

Ωστόσο όσον αφορά την δικαστική διαδικασία των εγχώριων δικαστηρίων το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρχαν σοβαρές καθυστερήσεις στη διεκπεραίωση της υπόθεσης. Δεδομένου ότι η δικαστική διένεξη διήρκησε περί τα 10 χρόνια  παρά την ύπαρξη μίας τόσο σοβαρής καταγγελίας ιατρικής αμέλειας που οδήγησε σε μόνιμη αναπηρία ενός νεογνού, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του διαδικαστικού σκέλους του άρθρου 8.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου επιδίκασε ποσό 6.500 ευρώ για ηθική βλάβη και 10.000 ευρώ για έξοδα και δαπάνες.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες Pedro Miguel Afonso Vilela, Benedito Alves Vileva και Maria dos Anjos Pereira Afonso είναι Πορτογάλοι υπήκοοι που γεννήθηκαν αντίστοιχα το 1994, το 1965 και το 1966 και ζουν στη Vila Verde. Ο δεύτερος και η τρίτη προσφεύγοντες είναι οι γονείς του πρώτου προσφεύγοντος, ο οποίος γεννήθηκε το 1994 και απεβίωσε  στις 6 Απριλίου 2017.

Η υπόθεση αφορούσε ισχυρισμούς ιατρικής αμέλειας κατά τη νοσηλεία της τρίτης προσφεύγουσας κατά την διάρκεια του τοκετού του πρώτου προσφεύγοντα, ο οποίος γεννήθηκε με βαθμό αναπηρίας 100%.

Οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν για παραβίαση των άρθρων 2 (δικαίωμα στη ζωή), 3 (απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης), 6 § 1 (δικαίωμα σε δίκαιη ακρόαση), 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) και 14 ( απαγόρευση των διακρίσεων) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (προστασία της περιουσίας) της Σύμβασης.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

α) Υπενθύμιση γενικών αρχών

Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι σύμφωνα με την πάγια νομολογία του, ακόμη και αν το δικαίωμα στην υγεία δεν εμφανίζεται ως αυτόνομο μεταξύ των δικαιωμάτων που εγγυάται η Σύμβαση και τα Πρωτόκολλά της, τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη έχουν, παράλληλα με τις θετικές υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 2 της Σύμβασης, μια θετική υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 8, η οποία συνίσταται, αφενός, στη θέσπιση κανονισμών που υποχρεώνουν τα δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία της σωματικής ακεραιότητας των ασθενών τους και, από την άλλη πλευρά, να θέσουν στη διάθεση των θυμάτων ιατρικής αμέλειας μια διαδικασία που τους επιτρέπει να λάβουν, εάν είναι απαραίτητο, αποζημίωση για την σωματική τους βλάβη.

Το Δικαστήριο υπενθύμισε επίσης ότι, στο πλαίσιο των ισχυρισμών περί ιατρικής αμέλειας, οι θετικές ουσιώδεις υποχρεώσεις των κρατών σε θέματα ιατρικής περίθαλψης περιορίζονται στο καθήκον θέσπισης κανόνων, δηλαδή στη θέσπιση ενός αποτελεσματικού ρυθμιστικού πλαισίου, που αφορά δημόσια ή ιδιωτικά νοσοκομεία, για τη λήψη κατάλληλων μέτρων για την προστασία της ζωής των ασθενών. Τα άρθρα 2 και 8 της Σύμβασης συνεπάγονται επίσης την υποχρέωση δημιουργίας ενός αποτελεσματικού και ανεξάρτητου δικαστικού συστήματος που θα καθιστά δυνατή τη διαπίστωση της αιτίας του θανάτου ή των σωματικών βλαβών  ενός ατόμου υπό την ευθύνη του ιατρικού προσωπικού, είτε εργάζονται  στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα και , όπου ενδείκνυται, να λογοδοτούν για τις πράξεις τους.

Ωστόσο, αυτή η διαδικαστική υποχρέωση δεν είναι υποχρέωση αποτελέσματος αλλά μέσων. Επομένως, το απλό γεγονός ότι μια διαδικασία ιατρικής αμέλειας δεν είχε ευνοϊκό αποτέλεσμα για τον ενδιαφερόμενο δεν σημαίνει από μόνη της ότι το εναγόμενο κράτος παραβίασε τη θετική του υποχρέωση βάσει των άρθρων 2 και 8 της εφαρμογής αυτών των αρχών στην παρούσα υπόθεση.

  1. i) Επί της εικαζόμενης παραβίασης της ουσιαστικής πτυχής του άρθρου 8

Στην παρούσα υπόθεση, ο πρώτος προσφεύγων ισχυρίστηκε  ότι η 100%  αναπηρία του οφείλεται σε ιατρική αμέλεια που διαπράχθηκε κατά τη γέννησή του. Δεν ισχυρίστηκε ότι υπήρχε συστηματική ή δομική δυσλειτουργία στο Νοσοκομείο São Marcos, ούτε ισχυρίστηκε ρητά ή σιωπηρά, ότι η αναπηρία που υπέστη προκλήθηκε σκόπιμα ή ότι η τρίτη προσφεύγουσα δεν είχε πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη.

Επιπλέον, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι δεν εναπόκειται σε αυτό να επανεξετάσει την αξιολόγηση που πραγματοποίησαν οι επαγγελματίες υγείας για την κατάσταση του ασθενούς, ούτε για τις αποφάσεις τους σχετικά με τη θεραπεία που θα έπρεπε να της είχε χορηγηθεί. Σε κάθε περίπτωση, σημείωσε ότι, κατά την είσοδό της στο Νοσοκομείο Σάο Μάρκος, η τρίτη προσφεύγουσα  μεταφέρθηκε στο τμήμα μαιευτικής με σκοπό τον τοκετό και ότι στις 10:10 π.μ. η επίτοκος με τράχηλο πλήρως διασταλμένο αλλά  το έμβρυο να μην είναι στη σωστή θέση, η ιατρική ομάδα αποφάσισε να πραγματοποιήσει καισαρική τομή, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 10.45 π.μ. Σε αυτό το σημείο, σημείωσε ότι, στη τοποθέτησή του της 20.09.2007, το Medicolegal Council του IML θεώρησε ότι η καισαρική διεξήχθη τάχιστα. Βεβαίως, ο πραγματογνώμονας από το Ιατροδικαστικό Συμβούλιο εξέφρασε επιφυλάξεις σχετικά με τη μέθοδο παρακολούθησης του καρδιακού ρυθμού του εμβρύου που επέλεξε το νοσοκομείο São Marcos. Ωστόσο, ούτε η άποψη του καθηγητή P.C. του Κέντρου του Porto Medicolegal, ούτε των πραγματογνωμόνων του IML κατέδειξαν με σαφήνεια ότι διαπράχθηκε ιατρική αμέλεια κατά τη διάρκεια του τοκετού. Πιο συγκεκριμένα, οι πραγματογνώμονες  απέκλεισαν οποιαδήποτε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της φροντίδας της τρίτης προσφεύγουσας και των τραυματισμών που παρουσιάστηκαν στο νεογνό και πρώτο προσφεύγοντα κατά τη γέννηση. Ωστόσο, εκτός από περιπτώσεις αυθαιρεσίας ή πρόδηλου σφάλματος, το καθήκον του Δικαστηρίου δεν ήταν να αμφισβητήσει τις διαπιστώσεις των πραγματικών περιστατικών των εγχώριων αρχών. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα για την επιστημονική πραγματογνωμοσύνη, η οποία, εξ ορισμού, απαιτούσε ειδική και σε βάθος γνώση του θέματος. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 βάσει της ουσιαστικής του πτυχής όσον αφορά τον πρώτο προσφεύγοντα.

  1. Σχετικά με την εικαζόμενη παραβίαση της διαδικαστικής πτυχής του άρθρου 8

Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι εναπόκειται πρωτίστως στις εθνικές αρχές, ιδίως στα δικαστήρια, να είναι υπεύθυνα για την ερμηνεία της εσωτερικής νομοθεσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το στοιχείο που φαίνεται να είχε αποφασιστική σημασία για την έκβαση της διαδικασίας είναι η ανάλυση, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών που έκριναν τα δικαστήρια, της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των ενεργειών  του νοσοκομείου και των βλαβών που υπέστη το νεογέννητο. Πράγματι, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο απέκλεισε οποιαδήποτε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της δραστηριότητας του νοσηλευτικού προσωπικού του νοσοκομείου και των βλαβών στο νεογέννητο. Έφτασε σε αυτό το συμπέρασμα με βάση εκθέσεις πραγματογνωμόνων  και του Ιατροδικαστικού Συμβουλίου της IML.

Ο πρώτος προσφεύγων αμφισβήτησε την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του IML. Ωστόσο  δεν υπάρχει τίποτα στον φάκελο που να αμφισβητεί την ανεξαρτησία του IML και την αμεροληψία των ατόμων που παρείχαν την ιατρική πραγματογνωμοσύνη σε αυτήν την περίπτωση.

Το Δικαστήριο  σημείωσε, εξάλλου, ότι οι εκθέσεις IML απάντησαν σαφώς στο κύριο ερώτημα που έθεσαν οι προσφεύγοντες, δηλαδή στο να γνωματεύσουν εάν η καισαρική επέμβαση διενεργήθηκε εγκαίρως. Σε αυτήν την περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη των λόγων για την απόφαση για καισαρική τομή, οι ειδικοί θεώρησαν ότι πραγματοποιήθηκε την κατάλληλη στιγμή. Κατά συνέπεια κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση στην παρέμβαση. Η ιατροδικαστική έκθεση  του IML σημείωσε βεβαίως μια αστοχία στην παρακολούθηση του εμβρυϊκού καρδιακού ρυθμού, αλλά θεώρησε ότι δεν ήταν δυνατό να υποθέσουμε ποιες θα ήταν οι συνθήκες της γέννησης του πρώτου προσφεύγοντος εάν είχε χρησιμοποιηθεί άλλη μέθοδος. Έτσι, τα συμπεράσματα των ιατροδικαστικών πραγματογνωμόνων  ήταν σαφή και επαρκώς τεκμηριωμένα. Απαντούσαν, επιπλέον, σε όλες τις άλλες ερωτήσεις που είχαν υποβάλει τα μέρη.

Όσον αφορά τη διαδικασία ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι δεν ήταν απλώς η διάρκεια της διαδικασίας που έπρεπε να εξεταστεί, υπό το φως του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης. Αντιθέτως, τίθεται το ερώτημα εάν, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης στο σύνολό της, το κράτος μπορούσε να θεωρηθεί ότι είχε εκπληρώσει τις διαδικαστικές του υποχρεώσεις βάσει του άρθρου 8 της Σύμβασης στις 22.12.2004, δέκα χρόνια μετά τα γεγονότα. Οι διαδικασίες περατώθηκαν στις 16.01.2014, εννέα χρόνια και είκοσι επτά ημέρες για τους τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας. Το Δικαστήριο σημείωσε συγκεκριμένα ότι υπήρξαν καθυστερήσεις στη διεκπεραίωση της υπόθεσης. Έτσι, ενώ οι προσφεύγοντες κατέθεσαν το έγγραφο που κίνησε τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου της Μπράγκα στις 22 Δεκεμβρίου 2004, το νοσοκομείο δεν είχε ενημερωθεί μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 2006, δηλαδή περισσότερο από ένα χρόνο αργότερα. Ομοίως, ενώ η έκθεση του IML (Medico-Legal Council)  καταρτίστηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 2007, οι ακροάσεις των δικαστηρίων ξεκίνησαν στις 16 Απριλίου 2009, ενάμιση χρόνο αργότερα. Η κυβέρνηση δεν παρείχε πειστικές και εύλογες αιτιολογίες για να εξηγήσει αυτές τις καθυστερήσεις και τη διάρκεια των εσωτερικών διαδικασιών. Ωστόσο, όπως έχει αναγνωρίσει το Δικαστήριο, είναι απαραίτητη η έγκαιρη εξέταση, ώστε να εντοπιστούν στο μέλλον τυχόν λάθη.

Συμπερασματικά, το Δικαστήριο θεώρησε ότι, αντιμέτωπο με την αδιαμφισβήτητη καταγγελία ότι η σοβαρή αναπηρία του πρώτου προσφεύγοντος προήλθε από ιατρική αμέλεια,  η διοικητική διαδικασία ήταν πλημμελής καθόσον δεν παρείχε επαρκώς ταχεία απάντηση ως μία  διαδικαστική υποχρέωση που επιβάλλεται στα κράτη βάσει του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.

Έτσι το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του διαδικαστικού σκέλους του Άρθρου 8 της Σύμβασης σε σχέση με τον πρώτο προσφεύγοντα.

Το Δικαστήριο έκρινε τις καταγγελίες δυνάμει  των άλλων άρθρων ως απαράδεκτες.

Δίκαιη ικανοποίηση: το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσό 6.500 ευρώ για ηθική βλάβη και το ποσό 10.000 ευρώ για έξοδα και δαπάνες στους γονείς του 1ου προσφεύγοντος (επιμέλεια echrcaselaw.com).