Οι αποφάσεις για προσωρινή κράτηση και για συνέχισή της πρέπει να διαθέτουν επαρκή αιτιολογία. Καταδίκη για παραβίαση της προσωπικής ελευθερίας

36

ΑΠΟΦΑΣΗ

Hasselbaink κατά Ολλανδίας της 09.02.2021 (αρ. προσφ. 73329/16)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και προσωρινή κράτηση. Αιτιολογία απόφασης για προσωρινή κράτηση.

Ο προσφεύγων συνελήφθη ως ύποπτος για τα αδικήματα της απαγωγής και εκβίασης και κρατήθηκε προσωρινά από 31 Μαρτίου έως και 15 Σεπτεμβρίου που αποφυλακίστηκε λόγω της αθώωσης του από το ποινικό δικαστήριο. Καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της προσωρινής κράτησης άσκησε αιτήσεις για άρση ή αναστολή της προσωρινής κράτησης οι οποίες απορρίφθηκαν με ανεπαρκείς αιτιολογίες ακόμα και όταν είχε εκλείψει η εύλογη υπόνοια για την διάπραξη των αδικημάτων. Επίσης οι αιτήσεις εκδικάστηκαν 22 ημέρες μετά την κατάθεση τους.  Άσκησε προσφυγή για παραβίαση του δικαιώματος στην προσωπική ελευθερία.

Το Στρασβούργο  επανέλαβε την πάγια νομολογία του ότι οι δικαστικές αποφάσεις που διατάζουν στέρηση της ελευθερίας πρέπει να είναι επαρκώς αιτιολογημένες.

Το ΕΔΔΑ στην υπό κρίση υπόθεση έπρεπε να εκτιμήσει εάν οι δικαστικές αποφάσεις περιέχουν αναφορές σε συγκεκριμένα γεγονότα και συγκεκριμένες περιστάσεις που δικαιολογούν την συνέχιση της κράτησης. Διαπίστωσε ότι οι μεταγενέστερες αποφάσεις που απέρριψαν το αίτημα της άρσης της κράτησης δεν εξέτασαν τα πρόσθετα νέα στοιχεία που δόθηκαν στην ανάκριση από μάρτυρες και απενεχοποιούσαν τον προσφεύγοντα . Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι αποφάσεις των εγχώριων δικαστηρίων  περιείχαν σχετική αιτιολογία αλλά όχι επαρκή ώστε να δικαιολογείται η συνέχιση της  προσωρινής κράτησης. Κατά συνέπεια έκρινε παραβίαση του άρθρου 5§3 της ΕΣΔΑ.

Αντιστοίχως η εκδίκαση της πρώτης αίτησης του προσφεύγοντα για άρση της προσωρινής κράτησης 22 ημέρες μετά την κατάθεση της, παραβίασε την απαίτηση του άρθρου 5§4 για ταχεία εκδίκαση των αιτήσεων για αποφυλάκιση.

To ΕΔΔΑ επιδίκασε αποζημίωση 1.300 ευρώ για ηθική βλάβη.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ 

Άρθρο 5§3,

Άρθρο 5§4

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Frederik Egbert Hasselbaink, είναι ολλανδός υπήκοος που γεννήθηκε το 1984 και ζει στο Vlaardingen (Κάτω Χώρες).

Στις 31 Μαρτίου 2016 ο προσφεύγων  συνελήφθη και τέθηκε σε προσωρινή  κράτηση με την κατηγορία της διάπραξης των αδικημάτων της απαγωγής και περιαγωγής ατόμου σε ομηρία  και εκβιασμού. Στις 5 Απριλίου 2016, ο ανακριτής διέταξε την προσωρινή κράτηση για 14 μέρες. Η κράτηση του προσφεύγοντος παρατάθηκε για 30 ημέρες τρεις φορές. Ο προσφεύγων δεν άσκησε έφεση κατά των αποφάσεων αυτών.

Η δίκη εναντίον του προσφεύγοντος ξεκίνησε στις 7 Ιουλίου 2016 ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου του Ρότερνταμ. Εκείνη την ημέρα, οι αιτήσεις του για άρση ή αναστολή της προσωρινής  κράτησής του απορρίφθηκαν και η διαδικασία αναβλήθηκε.

Στις 13 Ιουλίου 2016, ο προσφεύγων υπέβαλε νέα αίτηση στο Περιφερειακό Δικαστήριο για άρση ή αναστολή της προσωρινής κράτησής του. Αναφερόμενος σε καταθέσεις  που έγιναν ενώπιον του ανακριτή, ισχυρίστηκε ότι όλοι οι μάρτυρες  εκτός από το θύμα, είχαν δηλώσει ότι δεν υπήρξε εξαναγκασμός ή απειλή από την πλευρά του, και έχουν αναφέρει μόνο την ύπαρξη χρέους. Επομένως, οι σοβαρές υπόνοιες και οι λόγοι που οδήγησαν στην απόφαση για την προσωρινή κράτηση του δεν υπήρχαν πλέον. Χρειάστηκαν αρκετές εβδομάδες για να εξετάσει το Περιφερειακό Δικαστήριο τα αιτήματα του προσφεύγοντος. Τελικά, απορρίφθηκαν  και ο προσφεύγων  παρέμεινε σε προσωρινή κράτηση. Η έφεσή του κατά της απόφασης αυτής απορρίφθηκε την 1η Σεπτεμβρίου 2016.

Την ίδια ημέρα, η δίκη ενώπιον του Περιφερειακού Δικαστηρίου συνεχίστηκε και επειδή  η προσωρινή  κράτηση είχε επιβληθεί  στις 2 Σεπτεμβρίου 2016  υπήρχε σοβαρή προοπτική ότι δεν θα επιβάλλονταν στερητική της ελευθερίας ποινή μικρότερη από το χρονικό διάστημα της προσωρινής κράτησης. Ο προσφεύγων αποφυλακίστηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 2016.

Με την απόφασή του της 15.09.2016, το Περιφερειακό Δικαστήριο αθώωσε τον προσφεύγοντα  από όλες τις κατηγορίες που του είχαν αποδοθεί. Στις 13.04.2017, ο προσφεύγων αποζημιώθηκε για την προσωρινή  του κράτηση.

Βασιζόμενος στο άρθρο 5 §§ 1 και 3 (δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια) της Σύμβασης, ο προσφεύγων παραπονέθηκε  ότι η προσωρινή  του κράτηση δεν είχε επαρκή αιτιολογία ή, εναλλακτικά, ότι οι αποφάσεις που έλαβε το Περιφερειακό Δικαστήριο στις 04.08.2016 και το Εφετείο την 01.09.2016 δεν είχαν  επαρκή αιτιολογία. Επιπλέον, διαμαρτυρήθηκε για τις καθυστερήσεις  των εν λόγω εγχώριων  δικαστηρίων για να αποφασίσουν για την αίτησή του για άρση της προσωρινής  κράτησης.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 5§3

Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 5§3, η εύλογη υπόνοια αποτελεί προϋπόθεση απαραίτητη για την εγκυρότητα της προσωρινής κράτησης αλλά μετά από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα – δηλαδή από τη πρώτη δικαστική απόφαση που διατάζει την προσωρινή κράτηση  – δεν αρκεί πλέον. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο έπρεπε να εξακριβώσει : (1) εάν άλλοι λόγοι που παρατίθενται από τις δικαστικές αρχές εξακολουθούσαν να δικαιολογούν την στέρηση της ελευθερίας και (2) εάν οι λόγοι αυτοί ήταν «σχετικοί» και «επαρκείς», εάν οι εθνικές αρχές επέδειξαν «ειδική επιμέλεια» στη διεξαγωγή της διαδικασίας. Αιτιολόγηση για οποιαδήποτε περίοδο κράτησης, ανεξάρτητα από το πόσο σύντομη, πρέπει να αποδεικνύεται πειστικά από τις αρχές. Οι αιτιολογίες που θεωρήθηκαν ότι εμπεριέχουν «σχετικούς» και «επαρκείς» λόγους  – εκτός από την ύπαρξη εύλογης υπόνοιας – στη νομολογία του Δικαστηρίου, περιλάμβαναν λόγους όπως ο κίνδυνος διαφυγής, ο κίνδυνος να ασκηθεί πίεση στους μάρτυρες ή να αλλοιωθούν αποδεικτικά στοιχεία, ο κίνδυνος συμπαιγνίας, ο κίνδυνος δημόσιας αναταραχής και η ανάγκη προστασίας του κρατουμένου. Μέχρι την καταδίκη, ένας κατηγορούμενος πρέπει να τεκμαίρεται αθώος και ο σκοπός της υπό  εξέταση διάταξης είναι ουσιαστικά η απαίτηση για αποφυλάκιση όταν η συνεχιζόμενη κράτησή παύει να είναι εύλογη.

Εναπόκειται πρωτίστως στις εθνικές δικαστικές αρχές να διασφαλίσουν ότι, σε μια δεδομένη περίπτωση, η προσωρινή  κράτηση ενός κατηγορουμένου δεν υπερβαίνει ένα εύλογο χρονικό διάστημα. Κατά συνέπεια, πρέπει, με σεβασμό στην αρχή του τεκμηρίου της αθωότητας, να εξεταστούν όλα τα γεγονότα που συνηγορούν  υπέρ ή κατά της ύπαρξης της προαναφερόμενης απαίτησης δημοσίου συμφέροντος ή δικαιολογούν την απόκλιση από τον κανόνα του άρθρου 5, και πρέπει οι σχετικές αποφάσεις για αποφυλάκιση να διαθέτουν επαρκή αιτιολογία.

Το Δικαστήριο οφείλει να διασφαλίσει ότι τα επιχειρήματα των εθνικών δικαστηρίων υπέρ και κατά της αποφυλάκισης δεν πρέπει να είναι «γενικά και αφηρημένα», αλλά να περιέχουν αναφορές σε συγκεκριμένα γεγονότα και προσωπικές περιστάσεις που δικαιολογούν την κράτηση του κατηγορούμενου.  Όπου ενδέχεται να υπήρχαν περιστάσεις που θα μπορούσαν να δικαιολογούν την κράτηση ενός ατόμου, αλλά δεν αναφέρονται στις εγχώριες αποφάσεις, δεν είναι καθήκον του Δικαστηρίου να τις καθορίσει και να αντικαταστήσει τις εθνικές αρχές που αποφάσισαν την κράτηση του κατηγορούμενου.

Το Δικαστήριο σημείωσε εξαρχής ότι ο προσφεύγων επιλέγει  να διαμαρτυρηθεί μόνο για την προσωρινή  του κράτηση από τις 13 Ιουλίου 2016 και μετά, επαναλαμβάνοντας τη διαπίστωσή του ότι ο προσφεύγων  δεν μπορούσε να ισχυριστεί ότι είναι θύμα για την κράτησή του από τις 2 έως τις 15 Σεπτεμβρίου 2016, επομένως, θα περιορίσει την εξέτασή του  στην περίοδο από τις 13 Ιουλίου 2016 έως τις 2 Σεπτεμβρίου 2016, όταν το Περιφερειακό Δικαστήριο καθυστέρησε να άρει την προσωρινή κράτησή του.

Το Δικαστήριο είχε ήδη δηλώσει ότι καλείται να εκτιμήσει εάν οι δικαστικές αποφάσεις περιείχαν αναφορές σε συγκεκριμένα γεγονότα και μεμονωμένες περιστάσεις που δικαιολογούν τη συνέχιση της κράτησης και όχι τις μεταγενέστερες παρατηρήσεις της κυβέρνησης σχετικά με αυτό. Η διατύπωση των αποφάσεων που ελήφθησαν από το Περιφερειακό Δικαστήριο και το Εφετείο στην παρούσα υπόθεση αναφέρεται απλώς στους λόγους που εκτίθενται στην απόφαση που εκδόθηκε στις 16 Ιουνίου 2016, δηλαδή πριν από τη λήψη πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων από τον ανακριτή  στις 11 και 12 Ιουλίου 2016. Αυτές οι αποφάσεις δεν εξέτασαν περαιτέρω το ουσιώδες ερώτημα που έθεσε ο προσφεύγων στην αίτησή του της 13ης Ιουλίου 2016 εάν, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που δόθηκαν ενώπιον του ανακριτή στις 11 και 12 Ιουλίου 2016, η υποψία ότι διέπραξε τα εν λόγω αδικήματα παρέμεινε βάσιμη.

Η επ’ακροατηρίου συζήτηση αντικατόπτριζε τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι διάδικοι, αλλά δεν έδειχνε ποιοι ήταν οι λόγοι που οδήγησαν την δικαστική αρχή  που είναι αρμόδια να διατάξει ή να παρατείνει την  στέρηση της ελευθερίας να δικαιολογήσει την προσωρινή κράτηση.  Μόνο μια αιτιολογημένη απόφαση των αρχών αυτών μπορούσε να αποδείξει αποτελεσματικά στους διαδίκους ότι είχαν ακουστεί και να καταστήσει δυνατή την προσφυγή και τον δημόσιο έλεγχο της απονομής της δικαιοσύνης. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αιτιολογία που έδωσαν εν προκειμένω τα εθνικά δικαστήρια, στις 4 Αυγούστου και την 1η Σεπτεμβρίου 2016, αντιστοίχως, αν και «σχετική», δεν μπορούσε να θεωρηθεί «επαρκής» για να δικαιολογήσει τη συνεχιζόμενη στέρηση της ελευθερίας κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου. Αυτό το συμπέρασμα απάλλαξε το Δικαστήριο από το να εξακριβώσει εάν οι αρμόδιες εθνικές αρχές επέδειξαν «ειδική επιμέλεια» κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του Άρθρου 5 § 3 της Σύμβασης.

Άρθρο 5 § 4

Ο προσφεύγων παραπονέθηκε ότι η αίτησή του για άρση της προσωρινής κράτησής του που υποβλήθηκε στο Περιφερειακό Δικαστήριο και η έφεσή του στο Εφετείο δεν εκδικάστηκε  «γρήγορα».

Οι εφαρμοστέες γενικές αρχές σχετικά με την απαίτηση «ταχύτητας» των διαδικασιών για τον έλεγχο της νομιμότητας της κράτησης καθορίζονται στην υπόθεση Kavala.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι χρειάστηκε το περιφερειακό δικαστήριο του Ρότερνταμ έως τις 4 Αυγούστου 2016, δηλαδή 22 μέρες, για να κρίνει το αίτημα του προσφεύγοντος  της 13.07.2016 για αποφυλάκιση από την προσωρινή  κράτηση και το Εφετείο αποφάνθηκε την  01.09.2016, δηλαδή μετά από 26 μέρες, για την έφεση του προσφεύγοντος που άσκησε στις 05.08.2016 κατά της απόρριψης της αίτησής του από το Περιφερειακό Δικαστήριο .

Το Δικαστήριο θεώρησε ότι η περίοδος των 22 ημερών που είχε παρέλθει πριν το Περιφερειακό Δικαστήριο δικάσει την αίτηση του προσφεύγοντος για αποφυλάκιση  από την προσωρινή κράτηση δεν πληρούσε την απαίτηση ταχείας δικαστικής απόφασης κατά την έννοια του Άρθρου 5 § 4 της Σύμβασης. Για να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη το γεγονός ότι, απαντώντας στην καταγγελία του προσφεύγοντος της 28.07.2016, ο Πρόεδρος του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Ρότερνταμ παραδέχθηκε ότι η εξέταση της αίτησης του προσφεύγοντος  της 13.07.2016 δεν είχε προγραμματιστεί με τη συνήθη επιμέλεια και του ζήτησε συγγνώμη. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο δεν κρίνει απαραίτητο να προβεί σε χωριστή διαπίστωση σχετικά με το χρόνο που απαιτήθηκε  για να προσδιοριστεί  η έφεση του προσφεύγοντος.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε επίσης παραβίαση του Άρθρου 5 § 4 της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση: το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσό 1.300 ευρώ για ηθική βλάβη και 196 ευρώ για έξοδα (επιμέλεια echrcaselaw.com).