Απόλυση χωρίς αποζημίωση υπαλλήλου επειδή έκανε “like” σε δημοσιεύσεις στο Facebook! Παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης!

37

ΑΠΟΦΑΣΗ

Melike κατά Τουρκίας της 15.06.2021 (αριθ. προσφ. 35786/19)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Διαδίκτυο και ελευθερία έκφρασης υπαλλήλου. Απόλυση λόγω like σε δημοσιεύματα στο Facebook.

Η προσφεύγουσα υπαλλήλος στο Υπουργείο Παιδείας με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου απολύθηκε επειδή είχε πατήσει την ένδειξη “μου αρέσει” (like) σε διάφορα άρθρα που είχαν δημοσιευθεί  από τρίτους στο Facebook. Οι αρχές θεώρησαν ότι οι εν λόγω θέσεις μπορούσαν να διαταράξουν την ειρήνη και ηρεμία στο χώρο εργασίας, με το επιχείρημα ότι τα εν λόγω άρθρα ισχυρίζονταν ότι εκπαιδευτικοί είχαν διαπράξει βιασμούς, περιείχαν κατηγορίες εναντίον πολιτικών ηγετών και αναφέρονταν σε πολιτικά κόμματα.

Το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι το εν λόγω περιεχόμενο συνίστατο σε έντονη πολιτική κριτική σχετικά με φερόμενους ισχυρισμούς για κατασταλτικές πρακτικές από τις αρχές, πρόσκληση και ενθάρρυνση σε διαδήλωση για διαμαρτυρία για τις εν λόγω πρακτικές, εκφράσεις αγανάκτησης για τη δολοφονία του Προέδρου δικηγορικού συλλόγου, καταγγελίες για την υποτιθέμενη κακοποίηση μαθητών σε κρατικά ιδρύματα και έντονη αντίδραση σε μια δήλωση, που έγινε αντιληπτή ως σεξιστική, από γνωστή θρησκευτική προσωπικότητα.

Το Στρασβούργο έκρινε ότι αυτά ήταν ουσιαστικά και αδιαμφισβήτητα θέματα γενικού ενδιαφέροντος. Επανέλαβε ότι υπήρξε ελάχιστο πεδίο εφαρμογής σύμφωνα με το άρθρο 10 § 2 της ΕΣΔΑ για περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης σε δύο τομείς, στην πολιτική ομιλία και σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Σημείωσε επίσης ότι η πειθαρχική επιτροπή και τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν λάβει υπόψη όλους τους παράγοντες για να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι οι ενέργειες της προσφεύγουσας ήταν τέτοιες ώστε να διαταράξουν την ειρήνη και ηρεμία στο χώρο εργασίας της. Συγκεκριμένα, οι εθνικές αρχές δεν είχαν επιδιώξει να αξιολογήσουν πράγματι την πιθανότητα τα σχετικά «likes» να προκαλέσουν κάποια ανεπιθύμητη ενέργεια στον εργασιακό χώρο της προσφεύγουσας, το περιεχόμενο του υλικού με το οποίο σχετίζονταν, το επαγγελματικό και κοινωνικό πλαίσιο που τέθηκαν και το πιθανό πεδίο εφαρμογής και τον αντίκτυπό τους. Κατά συνέπεια, οι λόγοι που αναφέρονται στη παρούσα υπόθεση για να δικαιολογήσουν την απόλυση της προσφεύγουσας δεν μπορούσαν να θεωρηθούν σχετικοί και επαρκείς. Το ΕΔΔΑ έκρινε επίσης ότι η ποινή της απόλυσης  χωρίς αποζημίωση που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα ήταν εξαιρετικά αυστηρή, ιδίως ενόψει της αρχαιότητας της προσφεύγουσας και της ηλικίας της.  Τέλος, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, δεδομένης της αποτυχίας τους να παρέχουν σχετικούς και επαρκείς λόγους για να δικαιολογήσουν το επίμαχο μέτρο, τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν εφαρμόσει τα πρότυπα που ήταν σύμφωνα με τις αρχές που κατοχυρώνονται στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπήρξε λογική σχέση αναλογικότητας μεταξύ της παρέμβασης στο δικαίωμά της στην ελευθερία έκφρασης και στον νόμιμο σκοπό που επιδίωκαν οι εθνικές αρχές.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση της ελευθερίας της  έκφρασης του (άρθρο 10 της ΕΣΔΑ) και επιδίκασε ποσό 2.000 ευρώ για ηθική βλάβη.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 10

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα Selma Melike είναι υπήκοος της Τουρκίας, η οποία γεννήθηκε το 1970 και ζει στα Adana (Τουρκία).

Την εν λόγω περίοδο εργαζόταν ως συμβασιούχος καθαρίστρια στην Διεύθυνση Εκπαίδευσης του Seyhan (Adana). Εργάζονταν σε δημόσια ιδρύματα από το 1996 ως υπάλληλος με σύμβαση αορίστου χρόνου, καθεστώς που υπόκειται στο ιδιωτικό εργατικό δίκαιο.

Τον Μάρτιο του 2016 κινήθηκε πειθαρχική δίκη εναντίον της επειδή έκανε κλικ στο κουμπί “μου αρέσει“(“like”)  σε διάφορες δημοσιεύσεις στο Facebook, που δημοσιεύτηκαν στον εν λόγω  ιστότοπο δικτύωσης από τρίτους. Τον Σεπτέμβριο του 2016 το Πειθαρχικό Συμβούλιο επέβαλε την κύρωση της απόλυσης, θεωρώντας ότι οι πράξεις για τις οποίες κατηγορούνταν αποτελούσαν αδικήματα σύμφωνα με τους όρους της συλλογικής σύμβασης εργασίας που ισχύει στον χώρο εργασίας της. Η προσφεύγουσα κίνησε διαδικασίες ώστε η απόφαση καταγγελίας της εργασιακής της σύμβασης να ακυρωθεί και ζητώντας να αποκατασταθεί στη θέση της.

Τον Απρίλιο του 2017, το Εργατικό Δικαστήριο απέρριψε την έφεση της προσφεύγουσας, θεωρώντας ότι τα like που πάτησε στο Facebook δεν μπορούσαν να καλυφθούν από την ελευθερία της έκφρασης και το περιεχόμενό τους ήταν πιθανό να διαταράξει την ηρεμία του χώρου εργασίας της. Το δικαστήριο σημείωσε, ιδίως, ότι το περιεχόμενο που περιείχε κατηγορίες εναντίον δασκάλων ήταν προσβλητικό για αυτούς και μπορούσε να αναγνωστεί από μαθητές και γονείς, προκαλώντας τους ανησυχία, ενώ άλλα άρθρα είχαν πολιτικό χαρακτήρα. Το ίδιο δικαστήριο διαπίστωσε ότι η λύση της σύμβασης εργασίας της προσφεύγουσας, σε εφαρμογή της συλλογικής σύμβασης εργασίας στην οποία υπόκειται, ήταν σύμφωνη με τη διαδικασία και νόμιμη. Η προσφεύγουσα άσκησε όλα τα ένδικε μέσα αλλά απορρίφθηκαν. Άσκησε και προσφυγή, ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου που κρίθηκε απαράδεκτη τον Απρίλιο του 2019.

Στηριζόμενη στο άρθρο 10 (ελευθερία έκφρασης), η προσφεύγουσα παραπονέθηκε για την απόλυση της.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 10 (ελευθερία έκφρασης)

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η προσφεύγουσα είχε απολυθεί επειδή έκανε κλικ στο κουμπί “like” σε έναν αριθμό άρθρων που δημοσιεύτηκαν από τρίτους στο Facebook, που είναι γνωστός διαδικτυακός ιστότοπος κοινωνικής δικτύωσης. Το Δικαστήριο  θεώρησε ότι η χρήση των “likes” στα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι επιτρέπουν στους ανθρώπους να δείχνουν το ενδιαφέρον τους και την έγκριση τους σχετικά με συγκεκριμένο περιεχόμενο, ήταν μια κοινή και δημοφιλής μορφή άσκησης της ελευθερίας της έκφρασης στο Διαδίκτυο.

Αναλύοντας την απόφαση των εθνικών δικαστηρίων, το Δικαστήριο σημείωσε ότι, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι καταγγελλόμενες  πράξεις  ήταν πιθανό να διαταράξουν την ηρεμία και την ησυχία του εργασιακού χώρου της προσφεύγουσας, τα εγχώρια δικαστήρια δεν φάνηκαν να προέβησαν επαρκώς σε διεξοδική εξέταση του περιεχομένου των αμφισβητούμενων δημοσιεύσεων ή του πλαισίου στο οποίο δημοσιεύτηκαν.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι το εν λόγω περιεχόμενο συνίστατο σε έντονη πολιτική κριτική για φερόμενους ισχυρισμούς κατασταλτικών πρακτικών εκ μέρους των αρχών, εκκλήσεις και ενθάρρυνση να διαμαρτυρηθούν ενάντια σε αυτές τις πρακτικές, εκφράσεις αγανάκτησης για τη δολοφονία του προέδρου ενός δικηγορικού συλλόγου, καταγγελίες για τη φερόμενη κακοποίηση μαθητών σε ιδρύματα που ελέγχονται από τις αρχές και μια έντονη αντίδραση σχετικά με δήλωση γνωστής θρησκευτικής προσωπικότητας που χαρακτηρίστηκε ως σεξιστική.

Σημείωσε ότι αυτά ήταν ουσιαστικά και αναμφισβήτητα θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος και ότι το επίμαχο περιεχόμενο ήταν μέρος του πλαισίου αυτών των συζητήσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, επανέλαβε ότι υπήρχε  μικρό πεδίο εφαρμογής σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 της Σύμβασης για περιορισμούς στην ελευθερία έκφρασης σε  δύο τομείς, στην πολιτική ομιλία και σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος.

Επισήμανε επίσης ότι η προσφεύγουσα δεν ήταν δημόσιος υπάλληλος και δεν υπαγόταν σε ειδικό δεσμό εμπιστοσύνης και πίστης στην ιεραρχία της, αλλά ήταν ένας συμβασιούχος υπάλληλος που υπόκειται στο ιδιωτικό εργατικό δίκαιο. Επανέλαβε σε σχέση με τα ανωτέρω ότι το καθήκον πίστης, επιφύλαξης και διακριτικότητας που οφείλουν οι εργαζόμενοι στις ιδιωτικές εργασιακές σχέσεις με τον εργοδότη τους δεν θα μπορούσαν να είναι τόσο ισχυρές όσο το καθήκον της πίστης και εμπιστοσύνης που απαιτείται για τους δημοσίους υπαλλήλους.

Επισήμανε επίσης ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν εξετάσει εντελώς τον πιθανό αντίκτυπο της συμπεριφοράς της  προσφεύγουσας. Σε αυτό το σημείο, σημείωσε ότι το επίμαχο περιεχόμενο είχε δημοσιευτεί στο Facebook, ένα πολύ γνωστό διαδικτυακό κοινωνικό δίκτυο. Το Δικαστήριο επανέλαβε την προηγούμενη διαπίστωσή του ότι το Διαδίκτυο παρείχε μια άνευ προηγουμένου πλατφόρμα για την άσκηση της ελευθερίας της έκφρασης.

Ωστόσο, παράλληλα με αυτά τα οφέλη, ενδέχεται επίσης να προκύψουν και ορισμένοι κίνδυνοι. Είναι δυνατή, επομένως, η δυσφήμιση μέσω του συγκεκριμένου μέσου, καθώς και άλλοι τύποι παράνομης ομιλίας που θα μπορούσαν να διαδοθούν, συμπεριλαμβανομένης της ρητορικής μίσους και της ομιλίας που υποκινεί βία. Τα μηνύματα αυτά μπορούσαν να διαδοθούν παγκοσμίως, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, και μερικές φορές το υλικό παρέμεινε διαρκώς διαθέσιμο στο διαδίκτυο. Ήταν σαφές ότι η εμβέλεια και ο πιθανός αντίκτυπος μιας δήλωσης και ενός περιεχομένου που κυκλοφορούσε διαδικτυακά με μικρή αναγνωσιμότητα δεν ήταν σίγουρα το ίδιο με αυτό μιας δήλωσης που δημοσιεύεται στις mainstream ή σε ιστοσελίδες με μεγάλη επισκεψιμότητα. Ήταν επομένως απαραίτητο για την εκτίμηση μιας δυνητικής επιρροής μιας διαδικτυακής δημοσίευσης να προσδιοριστεί το πεδίο και η δημόσια εμβέλεια του περιεχομένου.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η προσφεύγουσα δεν ήταν το άτομο που είχε δημιουργήσει και δημοσιεύσει το επίμαχο περιεχόμενο στο εν λόγω κοινωνικό δίκτυο και ότι η δράση της περιορίστηκε στο πάτημα του κουμπιού “μου αρέσει” κάτω από αυτό το περιεχόμενο. Σημείωσε ότι η πράξη της προσθήκης “μου αρέσει” στο περιεχόμενο δεν θα μπορούσε να  θεωρείται ότι έχει το ίδιο βάρος με την κοινή χρήση περιεχομένου σε κοινωνικά δίκτυα, καθώς αυτό το  “like” απλώς εξέφρασε τη συμπάθειά/συμφωνία της για το περιεχόμενο που δημοσιεύθηκε, και όχι μια ενεργή επιθυμία για τη διάδοσή του.

Το ΕΔΔΑ σημείωσε επίσης ότι οι αρχές δεν ισχυρίστηκαν ότι το εν λόγω περιεχόμενο είχε απευθυνθεί σε πολύ μεγάλο κοινό στο Facebook. Σημείωσε σχετικά ότι ορισμένες από τις σχετικές δημοσιεύσεις έλαβαν μόνο 12 “likes” και πολύ λίγα σχόλια. Επιπλέον, δεδομένης της φύσης της θέσης της, η προσφεύγουσα θα μπορούσε να είχε περιορισμένη αντιπροσωπευτική θέση στο χώρο εργασίας της και οι δραστηριότητές της στο Facebook δεν θα μπορούσαν να είχαν σημαντικό αντίκτυπο στους μαθητές, γονείς, δασκάλους και άλλους υπαλλήλους. Επιπλέον, οι εθνικές αρχές δεν είχαν προσπαθήσει να διευκρινίσουν στις αποφάσεις τους για το ποιοι είχαν πρόσβαση στον λογαριασμό Facebook της ή στα αμφισβητούμενα “likes”, βάσει των παραμέτρων, των συνδέσεων και του βαθμού δημοτικότητας του προφίλ της προσφεύγουσας στο εν λόγω κοινωνικό δίκτυο.

Εν πάση περιπτώσει, οι εθνικές αρχές δεν είχαν διευκρινίσει στις αποφάσεις τους εάν, κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ της δημοσίευσης του αμφισβητούμενου περιεχομένου και της έναρξης πειθαρχικής διαδικασίας, που ήταν περίπου6 έως 9 μήνες, ανάλογα με τις εν λόγω δημοσιεύσεις, τα “likes” τα οποία εκφράστηκαν από την προσφεύγουσα σε σχέση με το αμφισβητούμενο περιεχόμενο, είχαν παρατηρηθεί ή καταγγελθεί από μαθητές, γονείς, δασκάλους ή άλλους υπαλλήλους στο χώρο εργασίας της και κατά πόσον αυτά τα “likes” είχαν δώσει ερέθισμα ώστε να προκληθούν περιστατικά τέτοιας φύσης που να θέτουν σε κίνδυνο την τάξη και την ειρήνη στο χώρο εργασίας.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Πειθαρχικό Συμβούλιο και τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν λάβει υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες και περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι αμφισβητούμενες ενέργειες της προσφεύγουσας ήταν ικανές να διαταράξουν την ηρεμία και την ηρεμία του εργασιακού της χώρου. Ειδικότερα, οι εθνικές αρχές δεν είχαν επιδιώξει να αξιολογήσουν κατά πόσο τα εν λόγω “likes” μπορούσαν να προκαλέσουν ανεπιθύμητη ενέργεια στο χώρο εργασίας της προσφεύγουσας, όσον αφορά το περιεχόμενο του υλικού με το οποίο σχετίζονται, το επαγγελματικό και κοινωνικό πλαίσιο και το πιθανό πεδίο εφαρμογής και τον αντίκτυπό τους. Κατά συνέπεια, οι λόγοι που αναφέρονται στη παρούσα υπόθεση ώστε να δικαιολογηθεί η απόλυση της προσφεύγουσας δεν μπορούσαν να θεωρηθούν σχετικοί και επαρκείς.

Όσον αφορά τη σοβαρότητα της ποινής που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα, το Δικαστήριο σημείωσε ότι το Πειθαρχικό Συμβούλιο, του οποίου η απόφαση είχε επικυρωθεί από τα εθνικά δικαστήρια, εφάρμοσε στην περίπτωσή της την ανώτατη ποινή που προβλέπεται από τη συλλογική σύμβαση εργασίας, δηλαδή την άμεση λύση της σύμβασης εργασίας χωρίς δικαίωμα αποζημίωσης. Αυτό ήταν αναμφίβολα μια εξαιρετικά αυστηρή ποινή, ιδίως λόγω της αρχαιότητας της προσφεύγουσας στη θέση της και της ηλικίας της.

Τέλος, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, λόγω της αδυναμίας να παράσχουν σχετικούς και επαρκείς λόγους ώστε να δικαιολογηθεί το επίμαχο μέτρο, δεν μπορούσε να ειπωθεί ότι τα εθνικά δικαστήρια είχαν εφαρμόσει πρότυπα που ήταν σύμφωνα με τις διαδικαστικές αρχές που περιλαμβάνονται στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ ή να έχουν βασίσει τις αποφάσεις τους σε μια αποδεκτή αξιολόγηση των σχετικών γεγονότων. Θεώρησε ότι, σε κάθε περίπτωση, ότι δεν υπήρξε λογική σχέση αναλογικότητας μεταξύ της παρέμβασης στο δικαίωμα της προσφεύγουσας στην ελευθερία της έκφρασης και του επιδιωκόμενου θετικού σκοπού.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης  (άρθρο 10 της ΕΣΔΑ).

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Τουρκία έπρεπε να καταβάλλει στην προσφεύγουσα ποσό 2.000 ευρώ για ηθική βλάβη (επιμέλεια echrcaselaw.com).