ΣΤΕ 583/2021_ΔΙΚΗ ΠΙΛΟΤΟΣ- συνταγματικότητα των διατάξεων του άρθρου 35 ν. 4387/2016 και του άρθρου 94 του ν. 4461/2017

40

Αριθμός 583/2021

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

[…]

Με την αγωγή αυτή ζητείται να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν σε καθένα από τους ενάγοντες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, άλλως τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, τα ειδικά αναφερόμενα σ’ αυτήν ποσά που αντιστοιχούν σε περικοπές των εφάπαξ παροχών τους κατ’ εφαρμογή της παρ. 4αα εδ. β΄ του άρθρου 35 του ν. 4387/2016, σύμφωνα με την οποία τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας δεν συμπεριλαμβάνονται στις αποδοχές για τον υπολογισμό της εφάπαξ παροχής τους.

[…]

2. Επειδή, η αγωγή αυτή εισήχθη στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 4055/2012 (Α΄ 51), στο οποίο ορίζονται τα εξής: «Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον οποιουδήποτε τακτικού διοικητικού δικαστηρίου μπορεί να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας με πράξη τριμελούς Επιτροπής, αποτελούμενης από τον Πρόεδρό του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ’ ύλην Τμήματος, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων ή του Γενικού Επιτρόπου των διοικητικών δικαστηρίων, όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. … Μετά την επίλυση του ζητήματος, το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να παραπέμψει το ένδικο μέσο ή βοήθημα στο αρμόδιο τακτικό διοικητικό δικαστήριο. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες. Στη δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να παρέμβει κάθε διάδικος σε εκκρεμή δίκη, στην οποία τίθεται το ίδιο ζήτημα, και να προβάλει τους ισχυρισμούς του σχετικά με το ζήτημα αυτό. …». Ειδικότερα, με την 11/18.6.2019 πράξη της τριμελούς Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 η κρινόμενη αγωγή, η οποία είχε ασκηθεί στις 11.12.2018 (αρ. καταθ. ΑΓ11631/11.12.2018) ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ως δικαστηρίου αρμόδιου για την εκδίκασή της (άρθρο 1 παράγραφοι 1 και 2 περίπτ. η΄ του ν. 1406/1983, Α΄182), εισήχθη στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατόπιν της από 20.2.2019 αίτησης των εναγόντων, προκειμένου να κριθούν γενικότερου ενδιαφέροντος ζητήματα που τίθενται με το ανωτέρω ένδικο βοήθημα, σχετικά με τη συνταγματικότητα και τη συμφωνία με τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) των διατάξεων του άρθρου 35 παρ. 4 περ. α υποπερ. αα εδάφιο δεύτερο του ν. 4387/2016, όπως η υποπερίπτωση αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου δεύτερου του ν. 4393/2016 και ακολούθως με την παρ. 8 του άρθρου 94 του ν. 4461/2017.

3. Επειδή, η ανωτέρω πράξη της Επιτροπής δημοσιεύθηκε σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών («ΕΣΤΙΑ», φύλλο της 3.7.2019, και «ΤΑ ΝΕΑ», φύλλο επίσης της 3.7.2019), όπως ορίζεται στις διατάξεις του ως άνω άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010. Κατόπιν αυτού, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου, παραδεκτώς εισάγονται προς επίλυση τα ανωτέρω ζητήματα και είναι περαιτέρω εξεταστέα η κρινόμενη αγωγή, για την εκδίκαση της οποίας έχουν εφαρμογή, όπως έχει γίνει δεκτό (Σ.τ.Ε. 601/2012 Ολομ., 3410/2014 κ.ά.), ως προς μεν την πληρεξουσιότητα οι διατάξεις του άρθρου 27 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), ως προς δε το παραδεκτό και το βάσιμο της αγωγής οι οικείες διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97).

[…]

6. Επειδή, οι ενάγοντες ομοδικούν παραδεκτώς, σύμφωνα με το άρθρο 115 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ., όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3226/2004 (Α΄ 24), που επιτρέπει την άσκηση κοινής αγωγής από περισσότερα πρόσωπα, εφόσον, μεταξύ άλλων, τα δικαιώματά τους στηρίζονται σε όμοια, κατά τα ουσιώδη, νομική και πραγματική βάση (Σ.τ.Ε. 1439/2020, 4741/2014 Ολομ.).

7. Επειδή, η αγωγή, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, ζητείται να καταβληθούν στους ενάγοντες από το Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. συγκεκριμένα χρηματικά ποσά λόγω του υπολογισμού των εφάπαξ παροχών τους δυνάμει της, κατά τους ισχυρισμούς τους, αντισυνταγματικής και αντίθετης προς την Ε.Σ.Δ.Α. διάταξης του δεύτερου εδαφίου της υποπερίπτ. αα της περίπτ. α της παρ. 4 του άρθρου 35 του ν. 4387/2016, απαραδέκτως στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο δεν νομιμοποιείται παθητικώς στην παρούσα δίκη.

8. Επειδή, στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Στις παρ. 1 και 5 του άρθρου 4 ορίζεται ότι «1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. … 5. Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Στο άρθρο 22 παρ. 5 ορίζεται ότι «Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει». Στις παρ. 1 και 4 του άρθρου 25 ορίζεται ότι «1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. … Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει … να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. … 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων αναγνωρίζεται από το Σύνταγμα ως θεσμική εγγύηση των εργαζομένων, στο πλαίσιο της οποίας ο κοινός νομοθέτης, διαθέτοντας ευρεία προς τούτο εξουσία και λαμβάνοντας υπόψη τις εκάστοτε κρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, θέτει τους κανόνες για την ασφαλιστική κάλυψη και προστασία του εργαζόμενου πληθυσμού έναντι συγκεκριμένων ασφαλιστικών κινδύνων (όπως είναι το γήρας, ο θάνατος, η αναπηρία, η ασθένεια, η ανεργία) με γνώμονα αφενός μεν την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και την εξυπηρέτηση της αναλογιστικής βάσης στην οποία στηρίζεται η οικονομία των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, δηλαδή την προστασία της βιωσιμότητας των κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών χάριν και των μελλοντικών γενεών, αφετέρου δε τη διασφάλιση υπέρ των συνταξιούχων, οι οποίοι διά της εργασίας τους συνέβαλαν στη δημιουργία του δημόσιου πλούτου, ενός ικανοποιητικού επιπέδου διαβίωσης όσο το δυνατόν εγγύτερου σε εκείνο που είχαν κατακτήσει κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Μεταξύ των παροχών οι οποίες κατατείνουν στον ανωτέρω σκοπό δεν είναι μόνο οι περιοδικές παροχές (συντάξεις, κύριες και επικουρικές, μερίσματα, βοηθήματα) αλλά και οι εφάπαξ παροχές που χορηγούνται κατά τη συνταξιοδότηση, οι οποίες, κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά, είναι δημόσιου δικαίου κοινωνικοασφαλιστικές παροχές (Α.Ε.Δ. 3, 4, 5/2007, Σ.τ.Ε. 121/2012) υπαγόμενες και αυτές στο καθεστώς προστασίας του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος. Το ασφαλιστικό κεφάλαιο από το οποίο αντλούνται οι εφάπαξ παροχές, εφόσον σχηματίζεται αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από εισφορές είτε μόνο των ασφαλισμένων είτε και του εργοδότη που τους απασχολεί, ανεξαρτήτως μάλιστα του ύψους των εισφορών του τελευταίου, φέρει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα (Σ.τ.Ε. 2679/2011 Ολομ., πρβ. Α.Ε.Δ. 3, 4, 5/2007). Η προστασία της βιωσιμότητας του οικείου ασφαλιστικού φορέα και η διασφάλιση της ακεραιότητας του ασφαλιστικού κεφαλαίου του αποτελεί υποχρέωση του νομοθέτη, ο οποίος, όταν διαπιστώνει μεταβολή των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών και η μεταβολή αυτή εγκυμονεί κινδύνους για τη βιωσιμότητά του, λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, όπως είναι η αναπροσαρμογή των ασφαλιστικών παροχών και εισφορών, ο επανακαθορισμός των προϋποθέσεων θεμελίωσης του ασφαλιστικού δικαιώματος, καθώς και η διάθεση κρατικών πόρων για τη στήριξή του είτε τακτικώς είτε εκτάκτως (Σ.τ.Ε. Ολ. 734/2016). Οι προς τούτο αναγκαίες, κατά την επιλογή του νομοθέτη, επεμβάσεις, όπως η θέσπιση ενός νέου ασφαλιστικού συστήματος, επιτρέπεται, σε περίπτωση εξαιρετικά δυσμενών οικονομικών συνθηκών, να έχουν ως αποτέλεσμα ακόμη και τη μείωση των απονεμόμενων ασφαλιστικών παροχών, μεταξύ των οποίων και των εφάπαξ παροχών, όταν το ασφαλιστικό κεφάλαιο δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών αυτών, το ύψος δε της κρατικής χρηματοδότησης του οικείου κοινωνικοασφαλιστικού οργανισμού, το οποίο καθορίζεται, κατά κανόνα, από πολιτικές επιλογές για τη διάθεση των κρατικών πόρων προς εκπλήρωση των ποικίλων σκοπών του Κράτους και την ικανοποίηση των ανειλημμένων υποχρεώσεων αυτού, δεν επαρκεί για τη βιωσιμότητα του κοινωνικοασφαλιστικού οργανισμού (Σ.τ.Ε. Ολ. 734/2016, πρβ. Σ.τ.Ε. Ολ. 1891/2019). Η μείωση δε αυτή είναι δυνατή όχι μόνον για το μέλλον, αλλά, όπως έχει ήδη κριθεί (Σ.τ.Ε. Ολ. 3487/2008, Σ.τ.Ε. 58/1999, 2999/2009, 4132/2011, 3613/2013), και για το παρελθόν, υπό την έννοια ότι μπορεί να καταλαμβάνει και εκκρεμείς αιτήσεις για χορήγηση ασφαλιστικών παροχών, οι οποίες έως την επέλευση της νομοθετικής μεταβολής δεν έχουν ικανοποιηθεί, διότι το Σύνταγμα δεν αποκλείει στον κοινό νομοθέτη, εκτός των ειδικώς σε αυτό προβλεπομένων περιπτώσεων (άρθρα 7 παρ. 1, 77 παρ. 2 και 78 παρ. 2 του Συντάγματος), να ρυθμίζει αναδρομικώς έννομες σχέσεις με την έκδοση γενικών κανόνων, με την προϋπόθεση ότι στην περίπτωση αυτή τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (Σ.τ.Ε. 3613/2013). Από αυτά παρέπεται ότι ναι μεν με το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος δεν απαγορεύεται η επί το δυσμενέστερο μεταβολή των προϋποθέσεων για χορήγηση εφάπαξ παροχών, εφόσον, κατά τα εκτεθέντα, προκύπτει αιτιολογημένως ότι η διατηρησιμότητα του ασφαλιστικού κεφαλαίου μόνο με αυτές τις επεμβάσεις μπορεί να διασφαλισθεί, οι επεμβάσεις όμως αυτές, οι οποίες μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα και τη μείωση εφάπαξ παροχών ακόμη και όταν είναι εκκρεμείς οι αιτήσεις για τη χορήγησή τους, πρέπει να είναι σύμφωνες με τις λοιπές διατάξεις του Συντάγματος και, ιδίως, την αρχή της ισότητας των πολιτών γενικώς, αλλά και, ειδικότερα, την αρχή της ισότητας των πολιτών κατά τη συμμετοχή τους στα δημόσια βάρη, ώστε να αξιώνεται από τους ασφαλισμένους και συνταξιούχους η τήρηση της υποχρέωσης για κοινωνική αλληλεγγύη, τον σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, προσέτι δε να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας και να μην παραβιάζεται η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης. Μείωση δε απονεμομένων ασφαλιστικών παροχών υπό τους ως άνω όρους και προϋποθέσεις δεν προσκρούει στο άρθρο 17 του Συντάγματος (Σ.τ.Ε. 2429, 1952, 1554, 778/2018, Σ.τ.Ε. Ολ. 734/2016, πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολ. 1891/2019 σκ. 8, Σ.τ.Ε. 2194/2014 Ολομ. σκ. 17).

9. Επειδή, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), ορίζεται ότι «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνον για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσης περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλομένου κράτους. Ενόψει των ανωτέρω, περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, αποτελούν και οι έναντι των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως αξιώσεις για τη χορήγηση προβλεπόμενων από τη νομοθεσία του συμβαλλόμενου κράτους κοινωνικοασφαλιστικών παροχών, τόσο στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος είχε υποχρεωτικώς καταβάλει στο παρελθόν εισφορές, όσο και στην περίπτωση κατά την οποία η χορήγηση της συγκεκριμένης παροχής δεν εξαρτάται από την καταβολή προηγουμένως εισφορών, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις που τίθενται, κατά περίπτωση, από το εθνικό δίκαιο (βλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. Vesna Hasani κατά Κροατίας, της 30.9.2010, Andrejeva κατά Λετονίας, της 18.2.2009, Νο 55707/00, σκέψη 77, Stec και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Νο 65731/01 και 65900/01, σκέψη 54, Jankovic κατά Κροατίας, της 12.10.2000, Νο 43440/98, Kjartan Asmundsson κατά Ισλανδίας, της 12.10.2004, No 60669/00, σκέψη 39, Domalewski κατά Πολωνίας, της 15.6.1999, Νο 34610/97). Πάντως με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σύνταξης ορισμένου ύψους (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. απόφαση της 25.10.2011, Valkov και λοιποί κατά Βουλγαρίας, σκ. 84, απόφαση επί του παραδεκτού της 8.10.2013, Da Conceiçao Mateus και Santos Januario κατά Πορτογαλίας, σκ. 18, απόφαση της 8.10.2013, Pejcic κατά Σερβίας, σκ. 54), με συνέπεια να μην αποκλείεται, καταρχήν, διαφοροποίηση του ύψους της συνταξιοδοτικής παροχής αναλόγως με τις επικρατούσες εκάστοτε συνθήκες. Εξάλλου, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου επέμβαση σε περιουσιακής φύσης αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, καταρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος ή προς την εξασφάλιση της βιωσιμότητας κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών. Η εκτίμηση δε του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημόσιου συμφέροντος που επιβάλλει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημόσιου αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο (πρβ. Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 21.2.1986, Νο 8793/79, σκέψη 46, Pressos Compania Naviera S.A. και λοιποί κατά Βελγίου, της 20.11.1995, σκέψη 37, Saarinen κατά Φινλανδίας, της 28.1.2003, Κλιάφας και λοιποί κατά Ελλάδος, της 8.7.2004, σκέψη 25, Adrejeva κατά Λετονίας, της 18.2.2009, σκέψη 83), ιδίως όταν πρόκειται για εκτιμήσεις σχετικά με τον καθορισμό των προτεραιοτήτων κατά τη διάθεση των περιορισμένων κρατικών πόρων (βλ. απόφαση Da Conceiçao Mateus και Santos Januario, με παραπομπή, μεταξύ άλλων, στην απόφαση επί του παραδεκτού της 7.5.2013, Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, 57665/12, σκ. 31). Περαιτέρω, η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 50). Ειδικότερα, σχετικά με τις περικοπές συνταξιοδοτικών παροχών, ο δικαστικός έλεγχος λαμβάνει υπόψη α) εάν η περικοπή λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της αρχής της κοινωνικής αλληλεγγύης (απόφαση Valkov σκ. 92 και 98, απόφαση επί του παραδεκτού της 8.9.2005, Ackermann και Fuhrmann κατά Γερμανίας), β) εάν πρόκειται για διανεμητικό σύστημα, οπότε καθίστανται ανεκτές και έντονες επεμβάσεις στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, ακόμη και αν για την απόληψη συνταξιοδοτικών παροχών καταβάλλονταν εισφορές (βλ. απόφαση της Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 16.12.1974, Müller κατά Αυστρίας, καθώς και προαναφερόμενη απόφαση Da Conceiçao Mateus και Santos Januario, σκ. 24 και 28), γ) τον αναδρομικό ή μη χαρακτήρα της περικοπής (απόφαση της 5.7.2007, Levochkina κατά Ρωσίας, 944/02, σκ. 48-51), δ) το τυχαίο και, άρα, αυθαίρετο κριτήριο των περικοπών (βλ. απόφαση της 18.2.2009, Andrejeva κατά Λετονίας), ε) τη φύση της παροχής, δηλαδή εάν έχει ή όχι προνομιακό χαρακτήρα (απόφαση Da Conceiçao Mateus και Santos Januario, σκ. 24), στ) τη χρονική διάρκεια των περικοπών (απόφαση Da Conçeicao Mateus και Santos Januario, σκ. 28), ζ) τον μέσο όρο των παροχών που λαμβάνουν οι υπόλοιποι συνταξιούχοι (απόφαση Valkov, σκέψη 97, επίσης απόφαση της 19.6.2012, Khoniakina κατά Γεωργίας, σκ. 77), η) τη μέριμνα του εθνικού νομοθέτη για την εξασφάλιση ενός αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου των προσώπων που υφίστανται τις συνέπειες των κρατικών περιοριστικών μέτρων, ώστε να μην τίθεται ζήτημα παραβίασης και του άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α. (απόφαση επί του παραδεκτού της 18.6.2009, Budina κατά Ρωσίας καθώς και απόφαση Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας). Εξάλλου, σύμφωνα με το Ε.Δ.Δ.Α., μόνο το γεγονός ότι ένας νόμος έχει αναδρομική ισχύ δεν σημαίνει άνευ ετέρου ότι επέρχεται ανεπίτρεπτη προσβολή του δικαιώματος στην περιουσία, υπό την αυτονόητη, βεβαίως, προϋπόθεση ότι η αναδρομή αυτή επιτρέπεται κατά το οικείο εσωτερικό δίκαιο. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να κρίνεται in concreto αν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες κάθε υποθέσεως η αναδρομική εφαρμογή του νόμου μπορεί να αποτελέσει υπέρμετρη επιβάρυνση της περιουσίας, ανατρέποντας τη δίκαιη ισορροπία που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των διαφορετικών συμφερόντων (Ε.Δ.Δ.Α. απόφαση National and Provincial Building Society κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 23.10.1997, Νο 21319/93, 21449/93, 21675/93, σκ. 81, 90, 112, Σ.τ.Ε. Ολ. 734/2016).

10. Επειδή, με την 29630/9.9.1927 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (Β΄ 249) είχε συσταθεί το Ταμείο Προνοίας Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος που μετονομάστηκε με το ν.δ. 3083/1954 (Α΄ 247) σε Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος. Σκοπός του Ταμείου, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Καταστατικού του (όπως τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε με την απόφαση 137/2565/11/ 21.11.1983 της Υφυπουργού Υγείας και Πρόνοιας, Β΄ 668 και διόρθωση σφαλμ. Β΄ 24/1984) είναι η χορήγηση εφάπαξ χρηματικών παροχών στα ασφαλιζόμενα πρόσωπα και σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου στα μέλη της οικογένειάς του. Εξάλλου, στο άρθρο 18 του Καταστατικού (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την απόφαση 137/1497/9/ 10.7.1984 της Υφυπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Β΄ 460 και διόρθωση σφαλμ. Β΄ 603) ορίζεται ότι: «1. Πόροι του Ταμείου είναι: α) Εισφορά των ασφαλισμένων ίση με το 3,5% των αποδοχών τους. β) Εισφορά της Εμπορικής Τραπέζης ίση με το 3,25% πάνω στις αποδοχές των ασφαλισμένων. γ) Τυχόν έκτακτες εισφορές της Εμπορικής Τραπέζης προς το Ταμείο. δ) Οι πρόσοδοι από την περιουσία του Ταμείου. ε) Κάθε απόκτημα του Ταμείου από χαριστική αιτία. 2. Σαν αποδοχές για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου λογίζονται, ο βασικός μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με τα επιδόματα, για οικογενειακά βάρη, πολυετή υπηρεσία, βαθμού, ανθυγιεινής εργασίας – που είναι συνέπεια του αντικειμένου της προσφερόμενης εργασίας και όχι του τόπου που αυτή προσφέρεται – κανονικής άδειας και με το επίδομα σπουδών γενικά καθώς και τα δώρα εορτών και οι αμοιβές για υπερωριακή απασχόληση. Αποκλείεται επιβολή εισφοράς πάνω σε κάθε άλλη παροχή, με οποιαδήποτε μορφή κι αν χορηγείται, εκτός από αυτές που αναφέρονται παραπάνω». Περαιτέρω, στο άρθρο 25 του ανωτέρω Καταστατικού, όπως αντικαταστάθηκε με την ως άνω υπουργική απόφαση 137/1497/9/ 10.7.1984, ορίζεται ότι: «1. Το καταβλητέο εφάπαξ βοήθημα υπολογίζεται πάνω στον τελευταίο ετήσιο μισθό του δικαιούχου σύμφωνα με την παρακάτω κλίμακα: 4% για κάθε χρόνο ασφάλισης από 1 μέχρι και 10 χρόνια, 8% για κάθε χρόνο ασφάλισης από 11 μέχρι και 15 χρόνια, 10% για κάθε χρόνο ασφάλισης από 16 μέχρι και 32 χρόνια. 2. Σαν ετήσιος μισθός για τον υπολογισμό του βοηθήματος λογίζεται το άθροισμα δέκα τεσσάρων (14) βασικών μισθών, με βάση το μισθό του μήνα εξόδου του ασφαλισμένου από την υπηρεσία της Εμπορικής Τραπέζης, με τις προσαυξήσεις για οικογενειακά βάρη, πολυετή υπηρεσία, επίδομα ανθυγιεινής υπηρεσίας …, επίδομα βαθμού και επίδομα σπουδών γενικά. Αποκλείεται ο συνυπολογισμός για τη διαμόρφωση του παραπάνω τελευταίου μισθού κάθε άλλης παροχής με οποιαδήποτε μορφή και αν χορηγείται, ανεξάρτητα αν υπόκειται σε κράτηση ή όχι υπέρ του Ταμείου. 3. Το χορηγούμενο, σύμφωνα με τα παραπάνω, ποσό εφάπαξ βοηθήματος δεν είναι δυνατόν να είναι ανώτερο από δυόμισυ (2½) ετήσιους μισθούς, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 αυτού του άρθρου. 4. Το εφάπαξ βοήθημα δικαιούνται: α. κάθε ασφαλισμένος του οποίου η εργασιακή σχέση με την Τράπεζα λύεται για οποιοδήποτε λόγο και αιτία …». Ο Κλάδος Πρόνοιας του ανωτέρω Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης (Τ.Α.Π.Ε.Τ.Ε.), εντάχθηκε με το άρθρο 70 του ν. 3655/2008 (Α΄ 58), ως Τομέας Πρόνοιας Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης, στο Ταμείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.), σκοπός του οποίου είναι, σύμφωνα με το άρθρο 71 του νόμου αυτού, η παροχή εφάπαξ βοηθήματος από τους αντίστοιχους Τομείς του κλάδου πρόνοιας στους ασφαλισμένους τους ή στα μέλη της οικογένειάς τους. Εξάλλου, κατά την παρ. 4 του ως άνω άρθρου 70 «Οι ανωτέρω Τομείς του Ταμείου διέπονται από τις οικείες καταστατικές διατάξεις των αντίστοιχων εντασσόμενων Ταμείων και κλάδων, οι οποίες καθίστανται εφεξής καταστατικές διατάξεις των Τομέων αυτών, καθώς και τις διατάξεις της γενικότερης νομοθεσίας, όπως αυτές εκάστοτε ισχύουν».

11. Επειδή, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του 2010, ο νομοθέτης έλαβε σειρά μέτρων περιστολής των δημόσιων δαπανών, μεταξύ των οποίων και τη διενέργεια περικοπών στα εφάπαξ βοηθήματα, αρχικώς με το άρθρο 44 παρ. 5α του ν. 3986/2011 (Α΄ 152) και το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 4024/2011 (Α΄ 226), ακολούθως δε με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος ΙΑ.5. παρ. 2 του ν. 4093/2012 (Α΄ 222). Ειδικότερα, με την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 4024/2011, σχετικά με τις επίμαχες παροχές των ασφαλισμένων του Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας του Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., αντικαταστάθηκε η παράγραφος 5α του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 και ορίσθηκε ότι το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγείται, σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις του Ταμείου, στους ασφαλισμένους του εν λόγω Τομέα Πρόνοιας που εξήλθαν ή θα εξέλθουν της Υπηρεσίας από 1.8.2011 και μετά, μειώνεται κατά ποσοστό 30% σε όσους δεν έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος. Στη συνέχεια με την περίπτωση 7 της υποπαραγράφου ΙΑ.5 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 ορίστηκε ότι: «Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, που εκδίδεται μέχρι 31.12.2012, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, καθορίζεται η νέα τεχνική βάση για τις εφάπαξ παροχές των φορέων – τομέων πρόνοιας, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την υλοποίησή της. Από 1.1.2014 το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σε όλους τους ασφαλισμένους των φορέων – τομέων πρόνοιας υπολογίζεται σύμφωνα με τη νέα τεχνική βάση για τις εφάπαξ παροχές». Με βάση την εξουσιοδοτική αυτή διάταξη εκδόθηκε αρχικώς η 30854/3809/31.12.2012 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας «Ανασχεδιασμός Τεχνικής Βάσης Εφάπαξ Παροχών» (Β΄ 3498). Με την απόφαση αυτή καθορίστηκαν οι νέες τεχνικές παράμετροι για τον προσδιορισμό του ύψους της εφάπαξ παροχής, μεταξύ δε αυτών και η νέα τεχνική βάση για τις παροχές αυτές. Ορίστηκε δε, μεταξύ άλλων, ότι το γενικό πλαίσιο που διέπει τον καθορισμό των εφάπαξ παροχών είναι ένα διανεμητικό σύστημα καθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση (NDC) και ότι το νέο σύστημα εφαρμόζεται από 1.1.2014. Περαιτέρω, με την ίδια υπουργική απόφαση ορίστηκε ο γενικός τύπος υπολογισμού της απονεμόμενης εφάπαξ παροχής, στις παραμέτρους δε του σχετικού μαθηματικού τύπου περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, «συντελεστής βιωσιμότητας». Ακολούθως, εκδόθηκε η Φ.80000/1093/26/10/12.2.2014 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας (Β΄ 313) με τίτλο «Αντικατάσταση της Υπουργικής Απόφασης 30854/3809/31.12.2012 (3498 Β΄) – Ανασχεδιασμός Τεχνικής Βάσης Εφάπαξ». Με την υπουργική αυτή απόφαση ορίστηκαν τα εξής: «Άρθρο 1 Οικονομικό σύστημα λειτουργίας. Οι φορείς – τομείς πρόνοιας αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας λειτουργούν από 1.1.2014 με βάση το διανεμητικό σύστημα προκαθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση (NDC). Από 1.1.2014 οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλονται για κάθε ασφαλισμένο στους φορείς – τομείς πρόνοιας τηρούνται σε ατομικές μερίδες. Άρθρο 2 Τρόπος υπολογισμού εφάπαξ παροχής. Τα εφάπαξ βοηθήματα που χορηγούνται μετά την 1.1.2014 σε όλους τους ασφαλισμένους των φορέων – τομέων πρόνοιας, υπολογίζονται σύμφωνα με την τεχνική βάση ως ακολούθως: 1. Πάγια διάταξη. Για χρόνο ασφάλισης από 1.1.2014 και εφεξής με βάση την αρχή της ισοδυναμίας το ποσό της εφάπαξ παροχής ισούται με τη συσσωρευμένη αξία των εισφορών κατά την ημερομηνία αποχώρησης. Για τη συσσώρευση των εισφορών γίνεται χρήση πλασματικού ποσοστού επιστροφής, το οποίο ορίζεται ως η ετήσια μεταβολή της βάσης υπολογισμού των εισφορών για το σύνολο των ασφαλισμένων. Σύμφωνα με τα παραπάνω το ποσό της απονεμόμενης εφάπαξ παροχής για το έτος t προκύπτει από τον τύπο: … Συντελεστής βιωσιμότητας. Ως συντελεστής βιωσιμότητας για το έτος t ορίζεται το πηλίκο: …». Με την εν λόγω υπουργική απόφαση προβλέφθηκε ότι το ποσό της απονεμόμενης εφάπαξ παροχής για το τυχαίο έτος t προκύπτει με τη χρήση σειράς μαθηματικών τύπων, λαμβανομένων υπόψη των εισφορών, της ετήσιας μεταβολής της βάσης υπολογισμού των εισφορών, των ετών συσσώρευσης εισφορών και του συντελεστή βιωσιμότητας, όπως ειδικότερα ορίζεται στην απόφαση αυτή (βλ. Σ.τ.Ε. 1223/2019). Ακολούθησε ο νόμος 4242/2014 (Α΄ 50/28.2.2014). Με την παρ. δε 2 του άρθρου 18 του νόμου αυτού ορίστηκαν τα ακόλουθα: «Α. Οι φορείς – τομείς πρόνοιας αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας λειτουργούν από 1.1.2014 με βάση το διανεμητικό σύστημα προκαθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση (NDC) για όλους τους ασφαλισμένους τους. Β. Από 1.1.2014 οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλονται για κάθε ασφαλισμένο στους φορείς – τομείς πρόνοιας τηρούνται σε ατομικές μερίδες. Γ. Για ασφαλισμένους που αποχώρησαν από την υπηρεσία ή την εργασία ή το επάγγελμά τους μέχρι 31.8.2013, η εφάπαξ παροχή υπολογίζεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις των οικείων καταστατικών και τη γενικότερη νομοθεσία. Για ασφαλισμένους που αποχώρησαν ή αποχωρούν από την υπηρεσία τους ή την εργασία τους ή το επάγγελμά τους από 1.9.2013 και μετά, το ποσό της εφάπαξ παροχής υπολογίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπουργική απόφαση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της περίπτωσης 7 της υποπαραγράφου ΙΑ.5 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄ 222), όπως εκάστοτε ισχύει. Δ. Όπου στην κείμενη νομοθεσία προβλέπεται επιστροφή εισφορών τα ποσά επιστρέφονται στον δικαιούχο κατά την έκδοση της πράξης συνταξιοδότησης του φορέα κύριας ασφάλισης. Για επιστροφή εισφορών χρόνου ασφάλισης έως 31.12.2013 η παροχή προκύπτει σύμφωνα με τις διατάξεις των οικείων καταστατικών και τη γενικότερη νομοθεσία που ισχύουν μέχρι την ημερομηνία αυτή. Για επιστροφή εισφορών χρονικών διαστημάτων από 1.1.2014 και μετά, το ύψος του ποσού της παροχής προκύπτει από τη συσσωρευμένη αξία των εισφορών στην ατομική μερίδα. Ε. Η απόφαση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της περίπτωσης 7 της υποπαραγράφου ΙΑ.5 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄ 222) τροποποιείται και συμπληρώνεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής (Ε.Α.Α.). ΣΤ. Η παράγραφος 9 του άρθρου 57 του ν. 3518/2006 (Α΄ 272) καταργείται. Ζ. Κάθε άλλη γενική ή ειδική ή καταστατική διάταξη που ορίζει διαφορετικά τα θέματα των προηγούμενων παραγράφων καταργείται». Εξάλλου, στο άρθρο 220 παρ. 3 του ν. 4281/2014 (Α΄ 160/8.8.2014) ορίστηκε ότι: «Από 1.1.2015 σε όλους τους φορείς Γενικής Κυβέρνησης και Κεντρικής Διοίκησης ή Δημοσίου ή Κράτους, που χορηγούν εφάπαξ παροχές, όπως αυτοί προσδιορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 14, παράγραφος 1 περίπτωση β΄ και περίπτωση στ΄ του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), συμπεριλαμβανομένου του Ταμείου Αρωγής Υπαλλήλων Βουλής, κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό της Βουλής έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 18 του ν. 4242/2014 (Α΄ 50), καθώς και η υπουργική απόφαση Φ.80000/1093/26/12-2-2014 (Β΄ 313), όπως κάθε φορά ισχύουν. …».

12. Επειδή, επακολούθησε ο νόμος 4387/2016 (Α΄ 85/12.5.2016) με το άρθρο 74 του οποίου αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 35 του ν. 4052/2012 (Α΄ 41) και προβλέφθηκε ότι σκοπός του συσταθέντος με το εν λόγω άρθρο 35 του ν. 4052/2012 Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης (Ε.Τ.Ε.Α.) είναι και «β. η καταβολή εφάπαξ παροχών στους δικαιούχους ασφαλισμένους». Περαιτέρω, με το ίδιο άρθρο 74 του ν. 4387/2016 προστέθηκε στο άρθρο 35 του ν. 4052/2012 παράγραφος 3, ως εξής: «3. α. Το Ε.Τ.Ε.Α. μετονομάζεται σε “Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών”, αποκαλούμενο εφεξής “Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.”. Το Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. συγκροτούν δύο (2) κλάδοι, οι οποίοι λειτουργούν με οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια: α) κλάδος επικουρικής ασφάλισης και β) κλάδος εφάπαξ παροχών, στους οποίους παρακολουθούνται αυτοτελώς οι εισφορές κάθε κλάδου. β. Όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται “Ε.Τ.Ε.Α.” νοείται εφεξής “Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.”». Με το άρθρο δε 75 του ν. 4387/2016 ορίστηκαν τα εξής: «Ένταξη Ταμείων Πρόνοιας στον Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.» 1. Στο τέλος του άρθρου 36 του ν. 4052/2012 (Α΄ 41) προστίθεται παρ. 5 ως εξής: “5. Στον κλάδο εφάπαξ παροχών του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. εντάσσονται τα παρακάτω ταμεία, τομείς, κλάδοι και λογαριασμοί πρόνοιας ως εξής: Α. … Δ. Ο κλάδος πρόνοιας του Ταμείου Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.) με τους Τομείς του: α. … ε. Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης. στ. …». Περαιτέρω, στο άρθρο 35 του ν. 4387/2016, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζονται σχετικά με την εφάπαξ παροχή τα εξής: «Εφάπαξ Παροχή. 1. Από 1.1.2017 στην ασφάλιση του κλάδου εφάπαξ παροχών του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. υπάγονται υποχρεωτικά τα πρόσωπα που είχαν ήδη κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου υπαχθεί στην ασφάλιση των ταμείων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παρ. 4 του άρθρου 37 του Ν. 4052/2012 (Α΄ 41), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 76 του παρόντος, καθώς και όσοι, σύμφωνα με την περίπτωση β΄ της παρ. 4 του άρθρου 37 του Ν. 4052/2012 όπως αντικαθίσταται με το άρθρο 76 του παρόντος, αναλαμβάνουν εργασία ή απασχόληση ή αποκτούν ιδιότητα, η οποία, σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις των ως άνω ταμείων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, δημιουργούσαν υποχρέωση υπαγωγής στην ασφάλιση για εφάπαξ παροχή των εν λόγω ταμείων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών. 2. Από 1.1.2017 πόροι του κλάδου εφάπαξ παροχών του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. είναι: α. Τα έσοδα από τις προβλεπόμενες εισφορές υπέρ των ταμείων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών πρόνοιας που εντάσσονται στο Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. του άρθρου 74 του νόμου αυτού, σύμφωνα με την περίπτωση β΄ της παρ. 4 του άρθρου 36 του Ν. 4052/2012, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 75 του παρόντος, οι πρόσοδοι περιουσίας, καθώς και η απόδοση των κεφαλαίων και αποθεματικών αυτών και κάθε άλλο έσοδο και πόρος που προβλέπεται στην οικεία νομοθεσία ή άλλες γενικές διατάξεις. β. Τα έσοδα από τις ασφαλιστικές εισφορές, για το ύψος των οποίων και τον τρόπο υπολογισμού τους εφαρμόζονται για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992 οι επιμέρους καταστατικές διατάξεις των εντασσόμενων ταμείων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών πρόνοιας στο Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., όπως ίσχυαν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Για τους ασφαλισμένους από 1.1.1993 και εφεξής το ποσό της εισφοράς τους για εφάπαξ παροχή ορίζεται σε ποσοστό 4% και υπολογίζεται για τους μισθωτούς επί των ασφαλιστέων αποδοχών τους, όπως προσδιορίζονται στο άρθρο 38 και για τους αυτοτελώς απασχολούμενους επί του εισοδήματός τους, κατ’ αναλογία των ειδικότερα προβλεπομένων στο άρθρο 39 [Ακολούθως, η περίπτωση β΄ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 96 του ν. 4461/2017 (Α΄ 38/28.3.2017) ως εξής: «Τα έσοδα από τις ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων και των εργοδοτών, όπου προβλέπεται εργοδοτική εισφορά για τους μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένους μισθωτούς. Από 1.1.2017 το ποσό της μηνιαίας εισφοράς στον Κλάδο Εφάπαξ Παροχών του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. των ασφαλισμένων από 1.1.1993 και εφεξής μισθωτών και όλων των πριν και μετά την 1.1.1993 ασφαλισμένων αυτοτελώς απασχολούμενων, ορίζεται σε ποσοστό 4%, υπολογιζόμενο για τους μισθωτούς επί των ασφαλιστέων αποδοχών τους, όπως προσδιορίζονται στα άρθρα 5 και 38, και για τους αυτοτελώς απασχολούμενους επί του εισοδήματός τους, όπως ειδικότερα προσδιορίζεται στο άρθρο 39, εφαρμοζομένου και του άρθρου 98. Για το ύψος και τον τρόπο υπολογισμού των εισφορών των μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένων μισθωτών, εφαρμόζονται οι επιμέρους καταστατικές διατάξεις των εντασσόμενων ταμείων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών προνοίας στο Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., με εξαίρεση τους μισθωτούς ασφαλισμένους στους τομείς προνοίας του τ. ЕТАП – MME, των οποίων τα ποσοστά εισφορών υπολογίζονται επί των ασφαλιστέων αποδοχών τους, όπως προσδιορίζονται στο άρθρο 38 του παρόντος …»] 3α. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος η εφάπαξ παροχή απονέμεται εφόσον ο ασφαλισμένος έλαβε κύρια σύνταξη λόγω γήρατος ή οριστικής αναπηρίας και συντρέχουν οι απαιτούμενες χρονικές προϋποθέσεις από τη νομοθεσία που διέπει το τελευταίο από τα εντασσόμενα ταμεία, τομείς, κλάδους ή λογαριασμούς κατά την ημερομηνία ένταξης ή, σε περίπτωση διακοπής της ασφάλισης πριν από την ημερομηνία ένταξης, λαμβάνονται υπόψη οι χρονικές προϋποθέσεις από τη νομοθεσία που διέπει το τελευταίο ταμείο, τομέα, κλάδο ή λογαριασμό ασφάλισης στον οποίο υπήρχε ασφάλιση και ισχύουν κατά την ημερομηνία ένταξης. Αν ο ασφαλισμένος λαμβάνει σύνταξη από ταμείο, τομέα, κλάδο ή λογαριασμό που χορηγεί προσυνταξιοδοτική παροχή, απονέμεται η εφάπαξ παροχή, εφόσον ο ασφαλισμένος έλαβε προσυνταξιοδοτική παροχή. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος παύουν να ισχύουν οι καταστατικές διατάξεις των ταμείων, τομέων, κλάδων ή λογαριασμών του άρθρου 75 του παρόντος από τις οποίες προβλεπόταν ως προϋπόθεση για τη χορήγηση εφάπαξ παροχής η προηγούμενη συνταξιοδότηση από φορέα επικουρικής ασφάλισης. β. … 4. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος το ποσόν της εφάπαξ παροχής με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου, ισούται με το άθροισμα του τμήματος της εφάπαξ παροχής που αντιστοιχεί για τα έτη ασφάλισης μέχρι την 31.12.2013 και του τμήματος της εφάπαξ παροχής που αντιστοιχεί για τα έτη ασφάλισης από 1.1.2014 και εφεξής. α. Για χρόνο ασφάλισης που έχει διανυθεί έως και την 31.12.2013: αα. [όπως η υποπερίπτωση αυτή ίσχυε μετά την αντικατάσταση του δεύτερου εδαφίου της με την παρ. 4 του άρθρου δεύτερου του ν. 4393/2016 (Α΄ 106/6.6.2016), και τη συμπλήρωσή της με τις παρ. 1 και 3 του άρθρου 41 του ν. 4415/2016 (Α΄ 159/6.9.2016)]. Για τους μισθωτούς: Για τους μισθωτούς με εισφορά ύψους 4% επί των αποδοχών, η εφάπαξ παροχή αποτελείται από το γινόμενο του εξήντα τοις εκατό (60 %) των αποδοχών, επί των οποίων έγιναν οι νόμιμες κρατήσεις, υπέρ του κλάδου επί του δεκαδικού αριθμού των ετών ασφάλισης έως και την 31.12.2013, με ακρίβεια δεύτερου δεκαδικού ψηφίου. Ως αποδοχές για τον υπολογισμό της εφάπαξ παροχής, νοείται ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος κατά τα πέντε (5) τελευταία έτη έως και τις 31.12.2013, εφόσον υπεβλήθησαν σε ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του κλάδου, χωρίς να υπολογίζονται τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας. O ως άνω μέσος όρος προσαυξάνεται ετησίως κατή την ετήσια μεταβολή μισθών, η οποία υπολογίζεται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή. Η ως άνω προσαύξηση εφαρμόζεται από το επόμενο έτος μετά το καταληκτικό της ανωτέρω πενταετίας, έως και το έτος αποχώρησης από την υπηρεσία ή την εργασία. Ο σωρευμένος συντελεστής που προκύπτει από την ετήσια μεταβολή μισθών δεν μπορεί να είναι μικρότερος από ένα (1). Για τους μισθωτούς με εισφορά ύψους διάφορου του 4% ή με σταθερό ποσό εισφοράς το ως άνω ποσοστό (60%) θα αναπροσαρμόζεται αναλογικά ως προς το ύψος της εισφοράς, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα και κατόπιν σύμφωνης γνώμης της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής. Στην περίπτωση αυτή το ως άνω ποσοστό δεν μπορεί να υπερβαίνει το εκατό τοις εκατό (100%). Στις περιπτώσεις που ο δικαιούμενος εφάπαξ παροχής έχει μισθοδοτηθεί για λιγότερο από πέντε (5) έτη, για τον υπολογισμό του μέσου όρου της πενταετίας θα λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος της πενταετίας ομοιοβάθμου του ασφαλισμένου ή ασφαλισμένου με τα ίδια έτη ασφάλισης. Αν δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός πενταετίας, ο υπολογισμός γίνεται με βάση το σύνολο του χρόνου ασφάλισης που έχει πραγματοποιηθεί. Ειδικά για τους ασφαλισμένους του Ταμείου Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων και των φορέων πρόνοιας υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. που αποχώρησαν από την 1.1.2014 έως την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 (Α΄ 85), ως αποδοχές για τον υπολογισμό του τμήματος αυτού της εφάπαξ παροχής νοείται ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος κατά τα πέντε (5) τελευταία έτη πριν από την αποχώρησή του, εφόσον καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Ταμείου, χωρίς να υπολογίζονται τα δώρα εορτών και αδείας … [Τα ανωτέρω τρίτο, τέταρτο και πέμπτο εδάφιο της υποπερίπτωσης αα, όπως αυτά ίσχυαν ως άνω, αντικαταστάθηκαν ακολούθως με την παρ. 8 του άρθρου 94 του ν. 4461/2017 ως εξής: «Ο ως άνω μέσος όρος προσαυξάνεται ετησίως κατά τον τρόπο που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 8 του παρόντος. Ειδικότερα, ο μέσος ετήσιος γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής εφαρμόζεται από το επόμενο έτος μετά το καταληκτικό της ανωτέρω πενταετίας, έως και το προηγούμενο έτος της αποχώρησης από την υπηρεσία ή την εργασία. Ο σωρευμένος συντελεστής που προκύπτει από τους δείκτες της παραγράφου 4 του άρθρου 8 δεν μπορεί να είναι μικρότερος από ένα (1)»] ββ. Για τους αυτοτελώς απασχολούμενους: … β. Για το χρόνο ασφάλισης που πραγματοποιείται από την 1.1.2014 και εφεξής: Για τους μισθωτούς και αυτοτελώς απασχολούμενους το τμήμα της εφάπαξ παροχής που αναλογεί στα έτη ασφάλισης από 1.1.2014 και εφεξής, υπολογίζεται με βάση το διανεμητικό σύστημα προκαθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση. Οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλονται από 1.1.2014 και εφεξής για κάθε ασφαλισμένο τηρούνται σε ατομικές μερίδες. Με βάση την αρχή της ισοδυναμίας το ποσό της εφάπαξ παροχής ισούται με τη συσσωρευμένη αξία των εισφορών κατά την ημερομηνία αποχώρησης. Η συσσώρευση των εισφορών θα γίνει με το πλασματικό ποσοστό επιστροφής, το οποίο προκύπτει από την ετήσια ποσοστιαία μεταβολή των συντάξιμων αποδοχών των ασφαλισμένων. γ. Για την εφαρμογή των ανωτέρω περιπτώσεων α΄ και β΄ ισχύουν τα εξής: Το τμήμα της απονεμόμενης εφάπαξ παροχής για τα έτη ασφάλισης από 1.1.2014 και εφεξής προκύπτει από τον παρακάτω τύπο: … Όταν η εισφορά δεν προκύπτει ως ποσοστό επί μιας βάσης υπολογισμού εισφορών, πρέπει αυτή να μετατρέπεται ως ποσοστό επί βάσης εισφορών, ώστε αυτή η βάση εισφορών να λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό του ετήσιου πλασματικού ποσοστού επιστροφής. Αυτοί που ασφαλίστηκαν πρώτη φορά πριν την 1.1.2014 το ποσό της εφάπαξ παροχής αποτελείται από δύο τμήματα και προκύπτει από τον παρακάτω τύπο: … Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της διάταξης αυτής. 5. Εκκρεμείς αιτήσεις χορήγησης εφάπαξ παροχής για αποχωρήσεις από την υπηρεσία ή την εργασία ή το επάγγελμα από 1.9.2013 και εφεξής, σε όποιο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και αν ευρίσκονται κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, κρίνονται ως προς τον τρόπο υπολογισμού της παροχής βάσει των διατάξεων του άρθρου αυτού. 6. Οι φορείς που χορηγούν εφάπαξ παροχή με το καθεστώς του Ν. 103/1975 (Α΄ 167) για χρόνους ασφάλισης μέχρι 31.12.2005, εξακολουθούν να τα καταβάλλουν οι ίδιοι σύμφωνα με όσα ορίζονται στο παρόν άρθρο … 7. … 8. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου κάθε άλλη γενική ή ειδική ή καταστατική διάταξη της νομοθεσίας που προβλέπει διαφορετικά από τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο καταργείται. Η παρ. 3 του άρθρου 220 του Ν. 4281/2014 (Α΄ 160) καταργείται από τότε που άρχισε να ισχύει. 9. Ειδικά, η εφάπαξ παροχή που καταβάλλεται στους δικαιούχους των Τομέων Πρόνοιας του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης και Πρόνοιας Απασχολούμενων στα Σώματα Ασφαλείας (Τ.Ε.Α.Π.Α.Σ.Α.), του Ταμείου Αρωγής Λιμενικού Σώματος (Τ.Α.Λ.Σ.), εφεξής “Ταμεία”, και τους μετόχους των Ειδικών Λογαριασμών Αλληλοβοηθείας Μετοχικών Ταμείων Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας, εφεξής “Ειδικοί Λογαριασμοί”, καταβάλλεται, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις των οικείων καταστατικών διατάξεων και υπολογίζεται ως εξής: α. Για όσους υπέβαλαν σχετική αίτηση έως την 31.12.2014 υπολογίζεται, σύμφωνα με τις οικείες καταστατικές διατάξεις των Ταμείων και των Ειδικών Λογαριασμών. β. Για όσους υπέβαλαν ή υποβάλλουν σχετική αίτηση μετά την 1.1.2015, υπολογίζεται αθροιστικά, για το μεν χρόνο μετοχικής σχέσης έως την 31.12.2014, σύμφωνα με τις οικείες καταστατικές διατάξεις των Ταμείων και των Ειδικών Λογαριασμών, για το δε χρόνο μετοχικής σχέσης από 1.1.2015 και εφεξής, σύμφωνα με την τεχνική βάση διανεμητικού συστήματος προκαθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση (NDC), κατά το μαθηματικό τύπο της παρ. 4γ του παρόντος. 10. … 11. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο θέμα που προκύπτει κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου». Περαιτέρω, κατ’ επίκληση της εξουσιοδοτικής διάταξης της παρ. 4 του ως άνω άρθρου 35 του ν. 4387/2016, εκδόθηκε η 25908/469/7.6.2016 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Β΄ 1604) με τίτλο «Καθορισμός των τεχνικών παραμέτρων υπολογισμού των εφάπαξ παροχών», στην οποία επαναλαμβάνονται οι ως άνω ρυθμίσεις.

13. Επειδή, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4387/2016, σκοπός του είναι «η πλήρης αναμόρφωση του Συστήματος Kοινωνικής Aσφάλισης, στο πλαίσιο ενός Eνιαίου Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλειας, του οποίου οι γενικές αρχές ορίζονται στο νόμο ως εξής: εξασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης και κοινωνικής προστασίας με όρους ισότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης, αναδιανομής και αλληλεγγύης των γενεών». Στην αιτιολογική αυτή έκθεση αναφέρεται περαιτέρω ότι: «το υφιστάµενο σύστηµα κοινωνικής προστασίας είναι άναρχο, κοινωνικά άδικο, αναποτελεσματικό και µη βιώσιµο … χαρακτηρίζεται από έντονο κατακερµατισµό, που αντανακλά την εν γένει πελατειακή λειτουργία του πολιτικού συστήματος πριν από την κρίση … εκτεταµένη πολυνοµία, η οποία δηµιουργεί έντονες κοινωνικές ανισότητες, αφού αντιµετωπίζει όµοιες περιπτώσεις πολιτών µε διαφορετικό τρόπο. Οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης (χρόνος ασφάλισης και όρια ηλικίας), τα ποσοστά αναπλήρωσης, οι κατώτατες συντάξεις, οι ασφαλιστικές και εργοδοτικές εισφορές, οι κοινωνικοί πόροι (καταργηθέντες ή υπό κατάργηση) και η κρατική χρηµατοδότηση διαφέρουν τόσο µεταξύ των ταµείων όσο και µεταξύ ασφαλισµένων στο ίδιο ταµείο. … Το σύστημα επίσης δεν είναι βιώσιμο. Εξαρχής οι παροχές δεν υπολογίζονταν βάσει αναλογιστικών μελετών, αλλά με τον άναρχο και πελατειακό τρόπο που περιγράφηκε πιο πάνω». Κατά την ίδια αιτιολογική έκθεση, η προτεινόμενη μεταρρύθμιση «επιχειρεί για πρώτη φορά την αντιμετώπιση όλων των δομικών αυτών παθογενειών του συστήματος, σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης και πρόσθετων μνημονιακών υποχρεώσεων. Το νομοσχέδιο ενσωματώνει όλες τις προβλέψεις του νόμου 4336/2015 (Μνημονίου) εντάσσοντάς τες όμως στο πλαίσιο ενός εντελώς νέου θεσμικού πλαισίου που εξασφαλίζει κανόνες ισονομίας και κοινωνικής δικαιοσύνης». Εξάλλου, όπως αναφέρεται στην εν λόγω έκθεση, «Οι δύο θεμελιώδεις αρχές της μεταρρύθμισης είναι η ισονομία και η κοινωνική δικαιοσύνη. Ισονομία, γιατί για πρώτη φορά θεσπίζονται όμοιοι κανόνες για όλους, παλαιούς και νέους συνταξιούχους, εργαζόμενους στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα, μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους. Κοινωνική δικαιοσύνη, γιατί με το νέο θεσμό της εθνικής σύνταξης επιτυγχάνεται αναδιανομή, αμβλύνονται οι κοινωνικές ανισότητες και εξασφαλίζεται επαρκής σύνταξη και για τις επισφαλείς κοινωνικά ομάδες». Ειδικότερα, σχετικά με το άρθρο 35 για την εφάπαξ παροχή στην αιτιολογική έκθεση αναφέρονται τα εξής: «Ο κατακερματισμός των φορέων πρόνοιας που υφίστατο έως σήμερα είχε ως αναπόφευκτη συνέπεια την πολυνομία και κατ’ επέκταση την πολυπλοκότητα στην εφαρμογή των διατάξεων, µε αποτέλεσμα το ύψος της τελικά χορηγούμενης από τον κάθε επιμέρους φορέα εφάπαξ παροχής να ποικίλλει, υπολογιζόμενος με τρόπους που σε πολλές περιπτώσεις δεν υπηρετούν την ισονομία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Ο προβλεπόμενος άλλωστε υπό τις ισχύουσες διατάξεις μαθηματικός τύπος για τον υπολογισμό της παροχής είναι πρακτικά ανεφάρμοστος, µε αποτέλεσμα να µην έχουν καταβληθεί παροχές εφάπαξ από το έτος 2013 έως σήμερα. Με την προτεινόμενη διάταξη του παρόντος άρθρου ρυθμίζονται θέματα του Κλάδου Εφάπαξ Παροχών του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., όπως η υπαγωγή στην ασφάλιση, οι πόροι, ο χρόνος ασφάλισης, οι προϋποθέσεις χορήγησης της εφάπαξ παροχής, ο τρόπος υπολογισμού κ.α., µε τρόπο ενιαίο για όλους τους ασφαλισμένους και για όλο το χρονικό διάστημα ασφάλισής τους. Σκοπός της ρύθμισης είναι αφενός να εξασφαλιστεί η μελλοντική συνέχιση χορήγησης της εφάπαξ παροχής στους δικαιούχους και, αφετέρου δε, η απλοποίηση του πλαισίου των φορέων πρόνοιας, το οποίο είχε καταστεί ιδιαίτερα περίπλοκο και δαπανηρό µε τη λειτουργία μεγάλου αριθμού φορέων και τομέων – κλάδων πρόνοιας. Παράλληλα, καταργούνται στο εφεξής οι επιμέρους τρόποι υπολογισμού της παροχής που προβλέπονταν στα εκάστοτε υφιστάμενα καταστατικά των εντασσόμενων µε το παρόν στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων, τομέων – κλάδων πρόνοιας, καθώς και ο τρόπος υπολογισμού που βασίζεται στη νέα τεχνική βάση, ο οποίος, λόγω της ενσωμάτωσης συντελεστή βιωσιμότητας, παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσχέρεια στην εφαρμογή και επιφέρει σημαντικές μειώσεις στο τελικό ύψος της παροχής. Η απλοποίηση του τρόπου υπολογισμού καταλαμβάνει και το πλήθος των Ν.Π.Δ.Δ. που αποδίδουν το εφάπαξ βοήθημα του ν. 103/1975 (Α΄ 167). Λόγω του ότι οι εντασσόμενοι φορείς, τομείς – κλάδοι πρόνοιας, στην πλειονότητά τους, έχουν συσσωρευμένα ελλείμματα και αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα, είναι επιτακτική η ανάγκη εισαγωγής ενός ενιαίου τρόπου υπολογισμού, ώστε να υπάρξει αποτελεσματική λύση που θα είναι ταυτόχρονα και βιώσιμη, εξασφαλίζοντας τα ασφαλιστικά δικαιώματα των ασφαλισμένων και την οικονομική ισορροπία του συστήματος µε κοινωνικά αποδεκτό τρόπο. Συνεπώς, για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών και µε δεδομένες τις δημοσιονομικές συνθήκες στη χώρα µας, κρίνεται σκόπιμη η αναθεώρηση του συστήματος, έτσι ώστε να κινείται γύρω από τις βασικές αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης και της διασφάλισης του δημόσιου χαρακτήρα του, µε την παράλληλη πρόνοια για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και της βιωσιμότητάς του. … Με το ισχύον νομικό πλαίσιο που προβλέπει την εφαρμογή συντελεστή βιωσιμότητας, για τον καθορισμό του οποίου λαμβάνονται υπόψη τα έσοδα, η περιουσία κάθε ασφαλιστικού οργανισμού και οι συνολικές αιτήσεις του έτους συνταξιοδότησης, έχουν παρουσιαστεί πρακτικά προβλήματα λειτουργίας και υπολογισμού του. Η εφαρμογή του, συνεπαγόταν την κατάργηση της ανταποδοτικότητας των εισφορών, αφού ασφαλισμένοι, οι οποίοι κατέβαλαν την ίδια εισφορά και για τα ίδια χρόνια ασφάλισης, θα ελάμβαναν διαφορετικό ποσό εφάπαξ, αναλόγως των οικονομικών και στατιστικών δεδομένων του έτους συνταξιοδότησής τους και ιδίως του αριθμού των αιτήσεων συνταξιοδότησης του έτους αναφοράς. Ο συντελεστής βιωσιμότητας αποτελούσε εγγενές πρόβλημα στον τρόπο υπολογισμού, όντας αντίθετος στην φύση του εφάπαξ βοηθήματος, το οποίο χορηγείται µία φορά και όχι περιοδικά και αποσυνδεόταν από τις καταβληθείσες εισφορές, εξαρτώντας την παροχή από το τυχαίο γεγονός του αριθμού των αποχωρούντων από την υπηρεσία ή το επάγγελµα ή την εργασία κατά το έτος υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης. Η εφαρµογή του συντελεστή βιωσιµότητας θα παραβίαζε την αρχή της ίσης µεταχείρισης, καθώς θα προέκυπταν εξαιρετικά σηµαντικές διαφοροποιήσεις µεταξύ των ποσών που θα χορηγούνταν στους ασφαλισµένους µε µόνη αιτία διαφοροποίησης το έτος αποχώρησής τους. Εξάλλου µε την εφαρµογή του, θα προέκυπταν αντικειµενικοί λόγοι καθυστέρησης, καθώς ο αιτών θα έπρεπε να περιµένει τουλάχιστον έως το πρώτο τρίµηνο του επόµενου έτους για να καταστεί δυνατός ο υπολογισµός του συντελεστή. Η αρχή της ισονοµίας επιτάσσει τον αντικειµενικό προσδιορισµό του υπολογισµού της εφάπαξ παροχής µε ενιαίο τρόπο για όλους τους ασφαλισµένους, ήτοι τόσο για τους ασφαλισµένους µέχρι την 31.12.1992 (“παλαιούς ασφαλισµένους”) όσο και για τους ασφαλισµένους από την 1.1.1993 και µετά (“νέους ασφαλισµένους”). Με τη ρύθµιση αυτή η εφάπαξ παροχή θα αποτελείται στο εξής από το άθροισµα δύο τµηµάτων: α) το τµήµα που αντιστοιχεί για τα έτη ασφάλισης µέχρι την 31.12.2013 και β) το τµήµα που αντιστοιχεί για τα έτη ασφάλισης µετά την 1.1.2014. Για το τµήµα για τα έτη ασφάλισης µέχρι την 31.12.2013 το ποσό της εφάπαξ παροχής θα προκύπτει βάσει των καταβληθεισών εισφορών προσαρµοσµένο µε πάγιο ποσοστό του 60% για τους µισθωτούς και 75% για τους αυτοαπασχολούµενους αποσυνδεόµενο µε τυχαία κριτήρια, όπως αυτό του πλήθους των αιτήσεων συνταξιοδότησης κατά το έτος αναφοράς. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται αφενός η βιωσιµότητα των φορέων πρόνοιας και αφετέρου οι ασφαλισµένοι δεν κινδυνεύουν µε πιθανή απονοµή ελαχίστων ποσών λόγω του µεγάλου αριθµού αιτήσεων συνταξιοδότησης κατά το έτος αποχώρησής τους. Με την προγενέστερη αυτής νοµοθετική ρύθµιση το αρχικά ορισµένο ποσοστό του 70% και 85% για µισθωτούς και αυτοαπασχολούµενους αντίστοιχα δεν ανταποκρινόταν στην τελική τους διαµόρφωση, καθώς το τελικό τους ύψος ήταν συνάρτηση του αριθµού των αιτήσεων απονοµής εφάπαξ παροχής. Όσο µεγαλύτερος αριθµός ασφαλισµένων κατέθετε αίτηση απονοµής εφάπαξ ανά έτος τόσο περισσότερο µειώνονταν τα ποσοστά αυτά αφού ήταν συνδεδεµένα µε τον συντελεστή βιωσιµότητας. Για έτη ασφάλισης από 1.1.2014 και εξής το τµήµα της εφάπαξ παροχής θα υπολογίζεται µε βάση το διανεµητικό σύστηµα προκαθορισµένων εισφορών µε νοητή κεφαλαιοποίηση για το σύνολο των ασφαλισµένων (βλ. συνυποβαλλόµενο µε αρ. πρωτ. 132/1.3.2016 τεχνικό σηµείωµα για τη νέα τεχνική βάση). …».

14. Επειδή, σύμφωνα με το προαναφερόμενο δεύτερο εδάφιο της παρ. 8 του άρθρου 35 του ν. 4387/2016, η παρ. 3 του άρθρου 220 του ν. 4281/2014 (κατά την οποία από 1.1.2015 σε όλους τους φορείς Γενικής Κυβέρνησης και Κεντρικής Διοίκησης ή Δημοσίου ή Κράτους, που χορηγούν εφάπαξ παροχές, όπως αυτοί προσδιορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 14 παράγραφος 1 περιπτώσεις β και στ του ν. 4270/2014, συμπεριλαμβανομένων δηλαδή και των ασφαλιστικών ταμείων, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 18 του ν. 4242/2014, καθώς και η υπουργική απόφαση Φ.80000/1093/26/ 12.2.2014, όπως κάθε φορά ισχύουν) καταργείται από τότε που άρχισε να ισχύει, δηλαδή από 1.1.2015. Περαιτέρω, από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4387/2016 προκύπτει ότι με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 35 του ν. 4387/2016 καθορίστηκαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εφάπαξ παροχής με ενιαίο τρόπο για όλους τους ασφαλισμένους και ο μαθηματικός τύπος για τον υπολογισμό της παροχής αυτής. Όπως δε ορίζεται ρητώς στην παρ. 5 του ίδιου άρθρου, οι ανωτέρω ρυθμίσεις καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς κατά τον χρόνο θέσπισής τους αιτήσεις για τη χορήγηση εφάπαξ παροχής των ασφαλισμένων που αποχώρησαν από την υπηρεσία ή την εργασία ή το επάγγελμα από 1.9.2013 και εφεξής και, επομένως, διέπουν όλους τους ασφαλισμένους που ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της Φ.80000/1093/26/10/12.2.2014 απόφασης του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, καθώς και στις ρυθμίσεις της απόφασης αυτής που αφορούν τον τρόπο υπολογισμού της απονεμόμενης σε αυτούς εφάπαξ παροχής. Ενόψει τούτων, προκύπτει ότι η διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 8 του άρθρου 35 του ν. 4387/2016 καταργεί εξ υπαρχής τον τρόπο υπολογισμού της εφάπαξ παροχής που προβλεπόταν από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 18 του ν. 4242/2014 και της υπουργικής απόφασης Φ.80000/ 1093/26/12.2.2014, όπως κάθε φορά ίσχυαν. Eξάλλου, οι παρατεθείσες στη σκέψη 12 διατάξεις του άρθρου 35 του ν. 4387/2016 καλύπτουν πλήρως το αντικείμενο της ρύθμισης της ανωτέρω υπουργικής απόφασης από τότε που αυτή ίσχυσε, δηλαδή από 12.2.2014, δεδομένου μάλιστα ότι η εν λόγω κανονιστική πράξη ουδέποτε εφαρμόστηκε.

[…]

16. Επειδή, οι ενάγοντες, όπως προαναφέρθηκε, παραπονούνται για τον τρόπο υπολογισμού της εφάπαξ παροχής μόνο καθ’ ο μέρος με το νέο αυτό σύστημα περιορίζονται οι μισθοί που λαμβάνονται υπόψη στην ετήσια βάση υπολογισμού της παροχής, συνεπεία του μη συνυπολογισμού των επίμαχων επιδομάτων, τα οποία, κατά την άποψή τους, αποτελούν μέρος των αποδοχών, με βάση τις οποίες πρέπει να υπολογιστεί το εφάπαξ βοήθημα, χωρίς να αμφισβητούν το κύρος της περικοπής ποσοστού 30% των υπολογιζόμενων βάσει του καταστατικού επίμαχων παροχών που επήλθε με τον ν. 4024/2011. Ως εκ τούτου, με την αγωγή δεν επιδιώκεται η εφαρμογή του προγενέστερου νομοθετικού καθεστώτος (του άρθρου 25 του Καταστατικού του Ταμείου), αλλά, όπως προκύπτει από το αίτημα της αγωγής τους, οι ενάγοντες επιδιώκουν την εφαρμογή του νέου τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος, με τον συνυπολογισμό, όμως, δύο επιπλέον μισθών στην ετήσια βάση υπολογισμού (14 αντί για 12 μήνες), εφόσον, κατά την άποψή τους, η εν λόγω προσαύξηση που αντιστοιχεί στα επίμαχα επιδόματα και προβλεπόταν μέχρι τώρα από τις καταστατικές διατάξεις του Ταμείου, κατοχυρώνεται στις συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις που επικαλούνται. Επομένως, η ζημία τους συνίσταται στη διαφορά μεταξύ των ποσών που έλαβαν βάσει των διατάξεων του άρθρου 35 του ν. 4387/2016 (όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο έκδοσης των σχετικών πράξεων) και των ποσών που έπρεπε, κατά τους ισχυρισμούς τους, να λάβουν αν δεν είχε μεσολαβήσει η αντισυνταγματική κατ’ αυτούς περικοπή. Ενόψει τούτων, ο ισχυρισμός του Ταμείου ότι οι ενάγοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, διότι, από την εφαρμογή των επίμαχων διατάξεων δεν υφίστανται ζημία, αλλά αντιθέτως ωφελούνται, πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη εκδοχή ότι οι ενάγοντες ζητούν την εφαρμογή των προγενέστερων του ν. 4387/2016 ρυθμίσεων.

17. Επειδή, από τις διατάξεις του ν. 4387/2016, την αιτιολογική έκθεση που τον συνοδεύει και τις λοιπές προπαρασκευαστικές εργασίες θεσπίσεώς του (βλ. και Πρακτ. Συζητ. Βουλής και Πρακτ. Συνεδρ. των Διαρκών Επιτροπών Οικονομικών Υποθέσεων και Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής) προκύπτουν τα εξής: Με το σύστημα ρυθμίσεων του νόμου αυτού επιχειρείται μείζων μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στο πλαίσιο των δεσμεύσεων που ανέλαβε η Ελληνική Κυβέρνηση με την υπογραφή της συμφωνίας χρηματοδότησης του Ελληνικού Κράτους από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (άρθρο 3Γ του ν. 4336/2015) προς αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας της χώρας και, ειδικότερα, προς αντιμετώπιση της αδυναμίας περιορισμού των συσσωρευμένων υψηλών ελλειμμάτων των ασφαλιστικών ταμείων. Η μεταρρύθμιση συνίσταται στη λήψη μέτρων για την, σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος, η οποία απειλείται εξαιτίας της ανάγκης συνεχούς κάλυψης από τον κρατικό προϋπολογισμό των διαρκώς παραγόμενων ελλειμμάτων των ασφαλιστικών φορέων, με όλες τις εντεύθεν δυσμενείς επιπτώσεις στην ισόρροπη κατανομή των περιορισμένων, λόγω της διόγκωσης του δημοσίου χρέους, κρατικών πόρων και στην προσπάθεια ανάκαμψης της εθνικής οικονομίας. Ειδικότερα, με τη θέσπιση του νέου ασφαλιστικού συστήματος του ν. 4387/2016, το οποίο αποτελεί πυλώνα του νέου εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλειας που καθιερώνεται με το άρθρο 1 του νόμου αυτού, ο νομοθέτης αποβλέπει αφενός μεν στον περιορισμό της καταβαλλόμενης από το κράτος συνταξιοδοτικής δαπάνης (ανερχομένης σε ποσοστό άνω του 9% του ΑΕΠ, το οποίο υπερβαίνει το 35% των ετησίως εισπραττομένων φορολογικών εσόδων σύμφωνα με το οικ. 20263/121/4.5.2016 ενημερωτικό σημείωμα της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, σελ. 16, 17) και την, μέσω αυτού, προοδευτική αποκατάσταση της ισορροπίας του κρατικού προϋπολογισμού (αποδέσμευση πόρων προς πραγματοποίηση και των λοιπών κρατικών σκοπών και δημιουργία αναπτυξιακών προϋποθέσεων προς αντιμετώπιση της κρίσεως), αφετέρου δε στη δίκαιη κατανομή των πεπερασμένων κρατικών πόρων με σκοπό την άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και την εξασφάλιση επαρκούς σύνταξης για τις επισφαλείς κοινωνικά ομάδες. Οι σκοποί αυτοί, οι οποίοι συνιστούν σοβαρούς λόγους δημόσιου συμφέροντος και ανάγονται σε ανέλεγκτες δικαστικά πολιτικές εκτιμήσεις και επιλογές, επιτυγχάνονται, κατά την κρίση του νομοθέτη, μέσω των διατάξεων που συνθέτουν τον πυρήνα της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, ο οποίος συνίσταται στην εγκατάλειψη του μέχρι σήμερα κρατούντος στην Ελλάδα συστήματος κοινωνικής ασφάλισης σε περισσότερους του ενός φορείς, για τους οποίους ίσχυαν διαφορετικές προϋποθέσεις υπαγωγής στην ασφάλιση και θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος, και στην υιοθέτηση ενιαίων κανόνων για όλους τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους. Οι ενιαίοι αυτοί κανόνες που εφαρμόζονται για όλους, παλαιούς και νέους συνταξιούχους, εργαζόμενους στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα, μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους, αφορούν ζητήματα τόσο οργανωτικά, με κυριότερο τη δημιουργία ενός φορέα κύριας κοινωνικής ασφάλισης για όλους τους ασφαλισμένους (Ε.Φ.Κ.Α.), στον οποίον εντάσσονται όλοι οι υφιστάμενοι αντίστοιχοι φορείς κοινωνικής ασφάλισης, όσο και ουσιαστικά, με κυριότερο τον ενιαίο τρόπο υπολογισμού των εισφορών και των παροχών, μέσω της θέσπισης του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης, το οποίο είναι ανεξάρτητο από την εθνική σύνταξη, αθροίζεται με αυτήν και συνδέεται με τις καταβληθείσες εισφορές, καθόσον ως ενιαία βάση υπολογισμού του καθιερώνεται το εισόδημα των ασφαλισμένων από την ασφαλιστέα δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Με τις ανωτέρω διαρθρωτικές και τις λοιπές δημοσιονομικές ρυθμίσεις του ν. 4387/2016 ο νομοθέτης επιδιώκει τη διατήρηση σταθερής, έως το έτος 2060, της συνολικής συνταξιοδοτικής δαπάνης, σε εναρμόνιση με τον μακροπρόθεσμο κοινό ευρωπαϊκό στόχο της εξασφάλισης της βιωσιμότητας των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, και, συγκεκριμένα, την παγίωσή της σε ποσοστό του ΑΕΠ του έτους 2009 και, περαιτέρω, τη δυνατότητα αύξησής της έως το έτος 2060 μόλις κατά 2,5% του ΑΕΠ του ίδιου έτους (άρθρο 14 παρ. 4 ν. 4387/2016) (βλ. Σ.τ.Ε. Ολ. 1891/2019).

18. Επειδή, ναι μεν η επίμαχη ρύθμιση, η εξαίρεση δηλαδή των επιδομάτων από τη βάση υπολογισμού των αποδοχών, οδηγεί σε μείωση του αριθμού των μισθών που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της παροχής, όμως δεν θεσπίζεται με αυτήν ανώτατο όριο στο καταβαλλόμενο βοήθημα, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι ενάγοντες. Και τούτο, διότι εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλέγμα μέτρων αναπροσαρμογής του τρόπου απονομής της εφάπαξ παροχής, σύμφωνα με τον οποίο ο νομοθέτης, κάνοντας χρήση της ευχέρειάς του να επιλέγει τον τρόπο υπολογισμού των παροχών και να καθορίζει τις αποδοχές που λαμβάνονται κάθε φορά υπόψη για τον υπολογισμό αυτόν, νομίμως δεν συμπεριέλαβε τα επίμαχα επιδόματα στη βάση υπολογισμού του εφάπαξ, αντιστάθμισε δε τη μείωση που προκύπτει από τον περιορισμό αυτόν με άλλες ρυθμίσεις, όπως τον υπολογισμό της παροχής επί όλων των αποδοχών που καταβλήθηκαν μηνιαίως, την κατάργηση του «πλαφόν» των 32 ετών, καθώς και την εφαρμογή ποσοστού αναπλήρωσης ώστε να υπάρχει ανταποδοτικότητα εισφορών-παροχών. Συνεπώς, αβασίμως προβάλλονται τα αντίθετα και υποστηρίζεται ότι ενόψει του αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της επίδικης εφάπαξ παροχής, η διάταξη του άρθρου 35 του ν. 4387/2016, με την οποία η παροχή αυτή υπολογίζεται επί των μηνιαίων αποδοχών των εναγόντων χωρίς να περιλαμβάνονται σε αυτές τα δώρα εορτών και το επίδομα άδειας, θέτει ανώτατο όριο στην εν λόγω παροχή, το οποίο είναι αντίθετο προς την αρχή της ανταποδοτικότητας, όπως αυτή καθορίζεται από τα άρθρα 22 παρ. 5 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος.

19. Επειδή, προβάλλεται ότι με την επίμαχη ρύθμιση παραβιάζεται ο κανόνας της μη αναδρομικότητας των κοινωνικοασφαλιστικών διατάξεων. Ειδικότερα, κατά τους ενάγοντες, ο κανόνας αυτός παραβιάζεται, διότι η διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 35 του ν. 4387/2016, η οποία τροποποιεί κατά το δυσμενέστερο το υφιστάμενο ασφαλιστικό καθεστώς τους ως προς το προσδοκώμενο ποσό της εφάπαξ παροχής τους, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς αιτήσεις που είχαν κατατεθεί πριν από την έναρξη ισχύος του. Περαιτέρω, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση κατά παράβαση του ίδιου κανόνα της μη αναδρομικότητας των κοινωνικασφαλιστικών διατάξεων δεν στηρίζεται σε ειδική και εμπεριστατωμένη μελέτη, από την οποία να αποδεικνύεται ότι με τον περιορισμό του ορίου του εφάπαξ μέσω του μη υπολογισμού στις αποδοχές τους των δώρων εορτών και του επιδόματος άδειας θα επιτευχθεί η βιωσιμότητα του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. Ο λόγος αυτός ως προς το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, οι αναγκαίες κατά την εκτίμηση του νομοθέτη επεμβάσεις για την προστασία της βιωσιμότητας του οικείου ασφαλιστικού φορέα και τη διασφάλιση της ακεραιότητας του ασφαλιστικού κεφαλαίου του επιτρέπεται, σε περίπτωση εξαιρετικά δυσμενών οικονομικών συνθηκών, να έχουν ως αποτέλεσμα ακόμη και τη μείωση των απονεμόμενων ασφαλιστικών παροχών, μεταξύ των οποίων και των εφάπαξ παροχών, όταν το ασφαλιστικό κεφάλαιο δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών αυτών, το ύψος δε της κρατικής χρηματοδότησης του οικείου κοινωνικοασφαλιστικού οργανισμού, το οποίο καθορίζεται, καταρχήν, από πολιτικές επιλογές για τη διάθεση των κρατικών πόρων προς εκπλήρωση των ποικίλων σκοπών του Κράτους και την ικανοποίηση των ανειλημμένων υποχρεώσεών του, δεν επαρκεί για τη βιωσιμότητα του κοινωνικοασφαλιστικού οργανισμού. Η μείωση δε αυτή είναι δυνατή όχι μόνον για το μέλλον, αλλά (Σ.τ.Ε. Ολ. 734/2016, Ολ. 3487/2008, Σ.τ.Ε. 58/1999, 2999/2009, 4132/2011, 3613/2013) και για το παρελθόν, υπό την έννοια ότι μπορεί να καταλαμβάνει και εκκρεμείς αιτήσεις για τη χορήγηση ασφαλιστικών παροχών, οι οποίες μέχρι την επέλευση της νομοθετικής μεταβολής δεν έχουν ικανοποιηθεί, διότι το Σύνταγμα δεν αποκλείει στον κοινό νομοθέτη, εκτός των ειδικώς σε αυτό προβλεπόμενων περιπτώσεων (άρθρα 7 παρ. 1, 77 παρ. 2 και 78 παρ. 2 του Συντάγματος), εφόσον τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (Σ.τ.Ε. 3613/2013), να ρυθμίζει αναδρομικώς έννομες σχέσεις με την έκδοση γενικών κανόνων. Άλλωστε, οι ενάγοντες, των οποίων οι αιτήσεις για λήψη του εφάπαξ βοηθήματος ήταν ήδη εκκρεμείς στο χρονικό σημείο έναρξης ισχύος του ν. 4387/2016, δεν προβάλλουν ότι υπέστησαν μειώσεις στα καταβληθέντα σε αυτούς ποσά σε σχέση με τα ποσά εφάπαξ που θα δικαιούνταν εάν εφαρμόζονταν ως προς τον υπολογισμό τους οι προϊσχύουσες διατάξεις, γεγονός το οποίο, πράγματι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου (βλ. υπ’ αριθμ. 29102/31.10.2019 και 239562/13.11.2019 έγγραφα απόψεων του εναγόμενου Ταμείου) δεν έχει συμβεί, παρά μόνον σε έντεκα εξ αυτών και σε ποσά που το ύψος τους δεν υπερβαίνει τα όρια που τίθενται από την αρχή της αναλογικότητας. Ενόψει δε τούτου και δεδομένου ότι η σύνταξη οικονομικής ή αναλογιστικής μελέτης πριν από τη λήψη νομοθετικών επεμβάσεων σε ασφαλιστικούς οργανισμούς και χάριν της βιωσιμότητας αυτών απαιτείται προκειμένου να αιτιολογηθεί η επιβολή περικοπών επί υφιστάμενων ασφαλιστικών παροχών, εν προκειμένω δε οι ενάγοντες δεν προβάλλουν ότι υπέστησαν περικοπές στις εφάπαξ παροχές που δικαιούνταν με το σύστημα που διείπε τον υπολογισμό τους πριν από την εφαρμογή της κρίσιμης διάταξης του άρθρου 35 του ν. 4387/2016, ο ανωτέρω προβαλλόμενος λόγος είναι αβάσιμος και κατά το δεύτερο σκέλος του. Περαιτέρω, όπως προκύπτει και από την προαναφερόμενη αιτιολογική έκθεση του ν. 4387/2016, αλλά και από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου, η ρύθμιση αυτή δεν παρίσταται μεμονωμένη, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλέγμα μέτρων του νέου ριζικώς αναμορφωμένου ασφαλιστικού συστήματος του ν. 4387/2016, με τα οποία δεν επέρχονται οριζόντιες περικοπές προς εξυπηρέτηση αμιγώς δημοσιονομικών στόχων, αλλά θεσπίζονται διαρθρωτικές αλλαγές του συστήματος [ενιαίος φορέας απονομής εφάπαξ, ενιαίοι κανόνες υπολογισμού για το σύνολο των δικαιούχων, ειδική πρόνοια για την προστασία των παλαιών ασφαλισμένων μέσω του ποσοστού αναπλήρωσης κ.λπ.] προς επίτευξη του δημόσιου συμφέροντος σκοπού διασφάλισης της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος και της συνέχισης απονομής του εφάπαξ βοηθήματος προς όφελος όλων των ασφαλισμένων και συνταξιούχων. Ο σκοπός δε αυτός αποτελεί σκοπό δημόσιου συμφέροντος, ο οποίος μπορεί να δικαιολογήσει ακόμα και τη λήψη μέτρων περικοπής των καταβαλλόμενων παροχών ανταποδοτικού χαρακτήρα, τα οποία αποβλέπουν στον εξορθολογισμό των παροχών προς όλους τους δικαιούχους, κατ’ εφαρμογή της αρχής της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αξίωσης του νομοθέτη για την εκπλήρωση από όλους του χρέους εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης.

20. Επειδή, στην παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 4443/2016 (Α΄ 232) με τον τίτλο «Ι) Ενσωμάτωση της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής, της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία και της Οδηγίας 2014/54/ ΕΕ περί μέτρων που διευκολύνουν την άσκηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, II) λήψη αναγκαίων μέτρων συμμόρφωσης με τα άρθρα 22, 23, 30, 31 παρ. 1, 32 και 34 του Κανονισμού 596/2014 για την κατάχρηση της αγοράς και την κατάργηση της Οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των Οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125 ΕΚ και 2004/72/ΕΚ και ενσωμάτωση της Οδηγίας 2014/57/ΕΕ περί ποινικών κυρώσεων για την κατάχρηση αγοράς και της εκτελεστικής Οδηγίας 2015/2392, III) ενσωμάτωση της Οδηγίας 2014/62 σχετικά με την προστασία του ευρώ και άλλων νομισμάτων από την παραχάραξη και την κιβδηλεία μέσω του ποινικού δικαίου και για την αντικατάσταση της απόφασης – πλαισίου 2000/383/ΔΕΥ του Συμβουλίου και IV) Σύσταση Εθνικού Μηχανισμού Διερεύνησης Περιστατικών Αυθαιρεσίας στα σώματα ασφαλείας και τους υπαλλήλους των καταστημάτων κράτησης και άλλες διατάξεις» ορίζεται ότι «Με την επιφύλαξη των παραγράφων 3, 4, 6 του παρόντος, καθώς και του άρθρου 4, η αρχή της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα, στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, και όσον αφορά: α) την κοινωνική προστασία, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής ασφάλισης και της υγειονομικής περίθαλψης, β) τις κοινωνικές παροχές και τις φορολογικές διευκολύνσεις ή πλεονεκτήματα, γ) την εκπαίδευση, δ) την πρόσβαση στη διάθεση και την παροχή αγαθών και υπηρεσιών που διατίθενται (συναλλακτικά) στο κοινό, συμπεριλαμβανομένης της στέγης». Στην παρ. δε 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι «4. Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου αναφορικά με την αρχή της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου δεν εφαρμόζονται στις πάσης φύσεως παροχές που προσφέρουν τα δημόσια συστήματα ή τα εξομοιούμενα προς τα δημόσια, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης ή πρόνοιας και δεν θίγουν τα μέτρα που είναι αναγκαία για την τήρηση της δημόσιας ασφάλειας, τη διασφάλιση της δημόσιας τάξης, την πρόληψη ποινικών παραβάσεων, την προστασία της υγείας και την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων». Οι ενάγοντες προβάλλουν ότι η παρ. 4α του άρθρου 35 του ν. 4387/2016, κατά το μέρος που εξαιρεί τα δώρα εορτών και το επίδομα άδειας από τη βάση υπολογισμού του εφάπαξ που δικαιούνται, είναι αντίθετη με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 3 του ανωτέρω ν. 4443/2016. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, ανεξαρτήτως του ότι δεν τίθεται ζήτημα διακριτικής μεταχείρισης λόγω φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής ή γενεαλογικών καταβολών, ώστε να τίθεται ζήτημα αντίθεσης της ρύθμισης στις διατάξεις του ανωτέρω νόμου, η παρ. 2 του άρθρου 3 αυτού δεν εφαρμόζεται στις πάσης φύσεως παροχές που προσφέρουν τα δημόσια συστήματα ή τα εξομοιούμενα προς τα δημόσια, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης ή πρόνοιας, όπως ρητώς ορίζεται στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου 3 του ν. 4443/2016.

21. Επειδή, η αρχή της ισότητας, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί συνταγματικό κανόνα που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες. Ο κανόνας αυτός δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της πολιτείας, μεταξύ των οποίων και τον κοινό νομοθέτη κατά την άσκηση του νομοθετικού έργου. Η παραβίαση της συνταγματικής αυτής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας καθενός με ίσους όρους. Κατά τον δικαστικό αυτόν έλεγχο, που είναι έλεγχος ορίων και όχι ορθότητας των νομοθετικών επιλογών, αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη η ευχέρεια να ρυθμίζει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες που συνδέονται με καθεμία από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης. Πρέπει, όμως, η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας, τα οποία αποκλείουν τόσο την εκδήλως άνιση μεταχείριση είτε με τη μορφή της εισαγωγής ενός καθαρά χαριστικού μέτρου ή προνομίου μη συνδεόμενου προς αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής αυθαίρετης επιβάρυνσης ή της αφαίρεσης δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται ή παρέχονται από τον προϋφιστάμενο ή συγχρόνως τιθέμενο γενικότερο κανόνα, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες, με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια. Εξάλλου, η κατά τα ανωτέρω δέσμευση του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κατ’ άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει τη συμμετοχή αυτών με ίσους όρους στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφαλίσεως (Σ.τ.Ε. 1286/2012 Ολομ. σκ. 9, 660/2016 κ.ά.).

22. Επειδή, προβάλλεται ότι η εξαίρεση των Ταμείων και Ειδικών Λογαριασμών που αναφέρονται στην παρ. 9 του άρθρου 35 του ν. 4387/2016 [Τομείς Πρόνοιας του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης και Πρόνοιας των Απασχολουμένων στα Σώματα Ασφαλείας (Τ.Ε.Α.Π.Α.Σ.Α.), του Ταμείου Αρωγής Λιμενικού Σώματος (Τ.Α.Λ.Σ.) και Ειδικοί Λογαριασμοί Αλληλοβοηθείας Μετοχικών Ταμείων Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας] από τον νέο τρόπο υπολογισμού του εφάπαξ παραβιάζει την αρχή της ισότητας. Ο λόγος αυτός προβάλλεται προεχόντως αναποδείκτως, εφόσον οι ενάγοντες δεν προβάλλουν ούτε αποδεικνύουν ότι η εφαρμογή των καταστατικών διατάξεων των εν λόγω φορέων οδηγεί στην απόληψη μεγαλύτερων ποσών εφάπαξ παροχής στους δικαιούχους τους, σε κάθε περίπτωση δε αβασίμως, διότι η παραβίαση της αρχής της ισότητας προϋποθέτει άνιση μεταχείριση ομοειδών κατηγοριών ασφαλισμένων μέσα στον ίδιο ασφαλιστικό οργανισμό, τα ανωτέρω δε Ταμεία και Ειδικοί Λογαριασμοί δεν εποπτεύονται από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων και δεν έχουν ενταχθεί στο Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. (βλ. την από 9.10.2019 έκθεση απόψεων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων).

23. Eπειδή, προβάλλεται ότι η επίμαχη διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 35 του ν. 4387/2016 παραβιάζει την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα, κατά τους ενάγοντες, η παραπάνω αρχή παραβιάζεται, διότι η ανωτέρω διάταξη θεσπίστηκε για να καταργήσει θεμελιώδη δικαιώματα των ασφαλισμένων στο Ταμείο Πρόνοιας, όπως α) το ύψος των αποδοχών τους βάσει των οποίων καθορίζεται και το όριο της εφάπαξ παροχής κατά παράβαση των καταστατικών διατάξεων του Ταμείου Πρόνοιας, και β) το νομοθετικό καθεστώς που διέπει τη βάση υπολογισμού της εφάπαξ παροχής κατά τον χρόνο αποχώρησής τους. Ο λόγος αυτός προβάλλεται πρωτίστως αορίστως και αναποδείκτως, δεδομένου ότι οι ενάγοντες δεν προσκομίζουν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι υπέστησαν μείωση των εφάπαξ παροχών που έλαβαν δυνάμει της επίμαχης διάταξης του ν. 4387/2016 έναντι αυτών που υπολόγιζαν ότι θα ελάμβαναν δυνάμει του προγενέστερου νομοθετικού καθεστώτος. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, ο προβαλλόμενος λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τα προσκομιζόμενα στοιχεία δεν προκύπτει ότι επήλθε μείωση των εφάπαξ παροχών των εναγομένων, η οποία να συνιστά υπέρμετρη επιβάρυνση της περιουσίας τους, ούτε ότι ανατρέπεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος αυτών. Αντιθέτως, στις περισσότερες περιπτώσεις οι ενάγοντες έλαβαν ποσά αυξημένα σε σχέση με αυτά που θα λάμβαναν αν η παροχή υπολογιζόταν με βάση τις προϊσχύσασες διατάξεις, οι δε μειώσεις που επέρχονται στους λοιπούς ενάγοντες (σε 11 από τους 50) δεν είναι σημαντικές, ώστε να μπορούν να οδηγήσουν σε αποδοχή του ως άνω λόγου (μείωση από 135,82 ευρώ το λιγότερο έως 1803,88 ευρώ το ανώτερο, σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. 239562/13.11.2019 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών – Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.), δικαιολογούνται δε ενόψει αφενός μεν του κατά τα ανωτέρω σκοπού της ρύθμισης αφετέρου δε των ελλειμμάτων του Τομέα Πρόνοιας του Προσωπικού της Εμπορικής και των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων του Ταμείου Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας που το έχουν οδηγήσει στην υποβολή αιτήματος έκτακτης χρηματοδότησης ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων των Τομέων Πρόνοιας για τη χορήγηση εφάπαξ παροχών από το έτος 2013 και μεταγενέστερα.

24. Επειδή, η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης δεν εμποδίζει τον νομοθέτη, ο οποίος υποχρεώνεται να μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, να λαμβάνει μέτρα εντός του πλαισίου της συνταγματικής τάξης, ακόμα και σε ήδη συνεστημένες έννομες σχέσεις ή καταστάσεις, όταν αδήριτες ανάγκες το επιβάλλουν. Αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία απαγορεύεται η μεταβολή του ευνοϊκού για τους ασφαλισμένους νομοθετικού καθεστώτος είτε για το μέλλον είτε για το παρελθόν, θα κατέληγε σε παράλυση της δράσης του νομοθέτη και ειδικά στο επίπεδο του οικονομικού προγραμματισμού, σε ματαίωση να ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις, σύμφωνα με τις επιταγές του δημόσιου συμφέροντος, ακόμη και τις ήδη γεννημένες (Σ.τ.Ε. Ολ. 734/2016 ). Μεταξύ δε των μέτρων που μπορεί να ληφθούν είναι και ο διαφορετικός τρόπος υπολογισμού της παροχής του, με εξαίρεση από τη βάση υπολογισμού παροχές για τις οποίες έχουν καταβληθεί εισφορές, εφόσον τηρούνται οι αρχές της ανταποδοτικότητας και της ισότητας. Ενόψει των ανωτέρω, ο προβαλλόμενος λόγος ότι με την επίμαχη ρύθμιση παραβιάζεται η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, διότι με αυτήν ανατρέπεται το περιεχόμενο του ετήσιου μισθού που υπολογίζεται ως βάση για τον υπολογισμό της εφάπαξ παροχής σε σχέση με όσα προβλέπονται στο άρθρο 25 παρ. 2 του Καταστατικού του πρώην Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος, είναι αβάσιμος.

25. Επειδή, προβάλλεται ότι παραβιάζεται το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.). Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η περιστολή της εφάπαξ παροχής που επιβάλλει το άρθρο 35 παρ. 4α του ν. 4387/2016 μέσω της εξαίρεσης των δώρων εορτών και του επιδόματος άδειας από τις αποδοχές βάσης αυτής, αλλά και η παρ. 5 του ίδιου άρθρου που προβλέπει την αναδρομικότητα της εξαίρεσης αυτής παραβιάζουν την αρχή της προστασίας της περιουσίας που επιβάλλει το ανωτέρω άρθρο του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., εφόσον γίνεται χωρίς καμία τεκμηριωμένη μελέτη για την αναγκαιότητά τους και χωρίς τήρηση των αρχών της ισότητας και της αναλογικότητας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, προεχόντως διότι, εν προκειμένω, η αξίωση κάθε ενάγοντα έναντι του εναγόμενου Ταμείου για την καταβολή της εφάπαξ παροχής στο συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, που αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής, γεννάται λόγω της εφαρμογής του άρθρου 35 του ν. 4387/2016 και δεν δημιουργείται από την εφαρμογή του προγενέστερου νομοθετικού καθεστώτος. Συνεπώς, δεν συντρέχει μείωση της περιουσίας τους μέσω της περικοπής της συνταξιοδοτικής παροχής τους αλλά αποτροπή αύξησης αυτής στο ύψος που προσδοκούν οι ενάγοντες. Εξάλλου, όπως έχει κριθεί, με το εν λόγω άρθρο του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σύνταξης ορισμένου ύψους, με συνέπεια να μην αποκλείεται διαφοροποίηση του ύψους της συνταξιοδοτικής παροχής αναλόγως με τις επικρατούσες κάθε φορά συνθήκες.

26. Επειδή, μετά την επίλυση με καταφατική κρίση των εισαχθέντων στο Συμβούλιο της Επικρατείας ζητημάτων της συνταγματικότητας και της συμφωνίας με τις διατάξεις της Ε.Σ.Δ.Α. των διατάξεων του άρθρου 35 παρ. 4 περ. α υποπερ. αα εδάφιο δεύτερο του ν. 4387/2016, όπως η υποπερίπτωση αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου δεύτερου του ν. 4393/2016 και ακολούθως με την παρ. 8 του άρθρου 94 του ν. 4461/2017, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι της αγωγής πρέπει να απορριφθούν. Απορρίπτεται δε και το έτερο αίτημα των εναγόντων να τους επιστραφούν ως αχρεωστήτως καταβληθείσες οι εισφορές που είχαν καταβάλει για τα επίμαχα δώρα εορτών και επίδομα άδειας, δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα σε προηγούμενη σκέψη, οι ασφαλιστικές εισφορές και οι ασφαλιστικές παροχές δεν είναι επιβεβλημένο ούτε από τη συνταγματική αρχή της ισότητας ούτε από τις γενικές αρχές του δικαίου της κοινωνικής ασφαλίσεως να καθορίζονται επί της ιδίας βάσης (Σ.τ.Ε. 3496/2000).

27. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη.

https://www.ddikastes.gr/node/7794