Άρνηση ανανέωσης της άδειας διαμονής μακροχρόνιου μετανάστη με οικογένεια λόγω μη προσκόμισης ιατρικού πιστοποιητικού. Παραβίαση οικογενειακής ζωής

31

ΑΠΟΦΑΣΗ

Khachatryan και Konovalova κατά Ρωσίας της 13.07.2021 (αρ. προσφ.28895/14)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οικογενειακή ζωή, δημόσια υγεία και άδεια διαμονής αλλοδαπού. Άρνηση ανανέωσης της άδειας διαμονής μακροχρόνιου νόμιμου μετανάστη με σύζυγο και παιδί στην Ρωσία, λόγω παράλειψης προσκόμισης ιατρικού πιστοποιητικού ότι δεν νοσεί από HIV ή άλλη μολυσματική ασθένεια.

Το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι η απόφαση άρνησης της ανανέωσης της άδειας του πρώτου προσφεύγοντος ελήφθη από τις αρχές καθαρά για τυπικούς διαδικαστικούς λόγους λόγω της παράλειψης να προσκομίσει εγκαίρως το ζητούμενο έγγραφο. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, τα εγχώρια δικαστήρια απέτυχαν να προβούν σε προσεκτική εξισορρόπηση των διακυβευόμενων συμφερόντων και να εκτιμήσουν την αναλογικότητα του μέτρου με γνώμονα τη νομολογία του ΕΔΔΑ για την οικογενειακή ζωή.

Παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού της οικογενειακής ζωής (άρθρο 8 της ΕΣΔΑ).

Το ΕΔΔΑ επιδίκασε 2.000 ευρώ από κοινού στους προσφεύγοντες ως δίκαιη ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες, Mkrtich Azotovich Khachatryan και Yelizaveta Nikolayevna Konovalova, είναι Αρμένιος και Ρωσίδα υπήκοος οι οποίοι γεννήθηκαν το 1958 και το 1976 αντίστοιχα και ζουν στον Sosnogorsk της Ρωσίας. Είναι παντρεμένο ζευγάρι με παιδί.

Ο πρώτος προσφεύγων ζει στη Ρωσία από το 2001. Η υπόθεση αφορά άρνηση των εθνικών αρχών να ανανεώσουν την άδεια διαμονής του πρώτου από αυτούς λόγω παράλειψης επισύναψης ιατρικού πιστοποιητικού ότι δεν νοσεί από HIV ή άλλη μολυσματική ασθένεια.

Βασιζόμενοι στο άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής), οι προσφεύγοντες παραπονούνται ότι η απόφαση ήταν δυσανάλογη και δεν έλαβε υπόψη τις επιπτώσεις στην οικογενειακή τους ζωή.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι διάδικοι δεν αμφισβήτησαν ότι υπήρχε παρέμβαση στο δικαίωμα των προσφευγόντων στο σεβασμό της οικογενειακής τους ζωής, ότι ήταν σύμφωνο με το εφαρμοστέο δίκαιο και ότι επιδίωκε θεμιτό σκοπό, δηλαδή την προστασία της δημόσιας υγείας. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει εάν η διαδικασία λήψης αποφάσεων που οδήγησε στα μέτρα παρέμβασης ήταν δίκαιη και ικανή να εξασφαλίσει τον σεβασμό των συμφερόντων που διαφυλάσσονται για το άτομο από το άρθρο 8, και κατά πόσον οι εθνικοί φορείς λήψης αποφάσεων αξιολόγησαν τα αποδεικτικά στοιχεία αναφορικά με την πρακτικότητα, σκοπιμότητα και αναλογικότητα, προκειμένου να δοθεί αποτελεσματική προστασία και επαρκές βάρος στα βέλτιστα συμφέροντα των παιδιών που επηρεάζονται άμεσα από την απομάκρυνση ενός αλλοδαπού γονέα.

Η κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε ότι ο πρώτος προσφεύγων ήταν μακροχρόνιος νόμιμος μετανάστης στη Ρωσία, ότι αυτός και η δεύτερη προσφεύγουσα είχαν την οικογενειακή τους ζωή εκεί μαζί με το παιδί τους και ότι οι προηγούμενες αιτήσεις του πρώτου προσφεύγοντος για την ανανέωση της άδειας διαμονής του ήταν επιτυχής. Η Κυβέρνηση επίσης δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι, ως αποτέλεσμα της άρνησης, ο πρώτος προσφεύγων υποχρεώθηκε, για ένα χρόνο, να εγκαταλείπει τακτικά την οικογένειά του στη Ρωσία για διάστημα ενενήντα ημερών κάθε φορά, προκειμένου να συμμορφωθεί με τους σχετικούς μεταναστευτικού κανόνες.

Το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι η απόφαση άρνησης της ανανέωσης της άδειας του πρώτου προσφεύγοντος ελήφθη από τις αρχές για τυπικούς διαδικαστικούς λόγους λόγω της παράλειψης να προσκομίσει εγκαίρως το ζητούμενο έγγραφο. Κατόπιν έφεσης κατά της άρνησης, τα εγχώρια δικαστήρια αναγνώρισαν ότι το μέτρο αντιπροσωπεύει στην πραγματικότητα παρέμβαση στο δικαίωμα του πρώτου προσφεύγοντος στο σεβασμό της  οικογενειακής του ζωής. Ωστόσο, ούτε εξισορρόπησαν προσεκτικά τα διάφορα εμπλεκόμενα συμφέροντα – συμπεριλαμβανομένων των καλύτερων συμφερόντων του παιδιού των προσφευγόντων – ούτε προέβησαν σε εμπεριστατωμένη ανάλυση ως προς την αναλογικότητα και τον αντίκτυπό της απόφασης στην οικογενειακή ζωή των προσφευγόντων. Κατά συνέπεια, δεν έλαβαν υπόψη τις εκτιμήσεις και τις αρχές που ανέπτυξε το Δικαστήριο και δεν εφάρμοσαν πρότυπα που ήταν σύμφωνα με το άρθρο 8 της Σύμβασης.

Το Δικαστήριο τόνισε επίσης ότι τα εγχώρια δικαστήρια δεν αξιολόγησαν γιατί η αναγκαιότητα προσκόμισης του συγκεκριμένου ιατρικού πιστοποιητικού ήταν τόσο κρίσιμη και αποφασιστική για την έγκριση από την Υπηρεσία Ασύλου και Μετανάστευσης του αιτήματος του πρώτου προσφεύγοντος για παράταση της άδειας διαμονής, δεδομένης της νόμιμης διαμονής του στη Ρωσία από το 2001 και τις προηγούμενες επιτυχημένες αιτήσεις του για άδεια διαμονής. Από την άποψη αυτή, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι ο καθορισμός αίτησης άδειας διαμονής βάσει θετικού τεστ HIV  του προσφεύγοντος διαπιστώθηκε ότι παραβιάζει το άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 (βλ. Kiyutin κατά Ρωσίας, 2700/10, §§ 73-74, ECHR 2011, και Novruk κ.λπ. κατά Ρωσίας, αρ. 31039/11 και 4 ακόμη, § 111, 15 Μαρτίου 2016). Τέλος, το Δικαστήριο επισήμανε ότι ο πρώτος προσφεύγων υπέβαλε το ελλείπον ιατρικό πιστοποιητικό με την έφεσή του κατά της άρνησης και ότι, βάσει των πληροφοριών που ελήφθησαν, τα εθνικά δικαστήρια θα μπορούσαν να ακυρώσουν την απόρριψη και να διατάξουν την Υπηρεσία Ασύλου και Μετανάστευσης να εξετάσει εκ νέου το αίτημά του.

Βάσει των ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η διαδικασία κατά την οποία οι αποφάσεις άρνησης ανανέωσης της άδειας διαμονής του πρώτου προσφεύγοντος ελήφθησαν και έγιναν δεκτές κατόπιν έφεσης, δεν πληρούσαν τις απαιτήσεις της Σύμβασης. Δεν εξέτασαν όλα τα στοιχεία τα οποία οι εγχώριες αρχές θα έπρεπε να είχαν λάβει υπόψη κατά την εκτίμηση του κατά πόσον το μέτρο ήταν ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο θεμιτό σκοπό και «αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία».

Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ όσον αφορά τους προσφεύγοντες.

Δίκαιη ικανοποίηση:

Ηθική βλάβη: 2.000 ευρώ από κοινού στους προσφεύγοντες.

Δικαστικά και άλλα έξοδα: 2.200 ευρώ.