ΔΕφΑθ 1834/2021-νομιμότητα επιβολής του τέλους χρήσεως δημοτικής ή κοινόχρηστης οδού

37

2. Επειδή, το άρθρο 13 του από 24.9/20.10.1958 β.δ/τος, όπως αντικαταστάθηκε κατ’ αρχήν από το άρθρο 3 του ν. 1080/80, «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων τινών της περί των προσόδων των οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως νομοθεσίας και άλλων τινών συναφών διατάξεων» (φ. 246), και στη συνέχεια η περ. β’ της παρ. 3 του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε από την παρ. 4 του άρθρου 26 του ν. 1828/1989 (ΦΕΚ Α’ 2), ορίζει ότι: «1. Επιτρέπεται η, υπέρ δήμου ή κοινότητος, επιβολή τέλους εις βάρος των χρησιμοποιούντων διαρκώς ή προσκαίρως πεζοδρόμια, οδούς, πλατείας και εν γένει κοινοχρήστους χώρους και το υπέδαφος αυτών… Ως κοινόχρηστος χώρος δια την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος νοείται και το δάπεδον χώρων μεταξύ της θέσεως των προσόψεων των ισογείων των οικοδομών και των εγκεκριμένων οικοδομικών γραμμών (στοαί και το υπέδαφος αυτών ως και αποτμήσεις γωνιών οικοδομικών τετραγώνων, αποτελούντων των χώρων τούτων προεκτάσεις πεζοδρομίων και αφεθέντων εις κοινήν χρήσιν. 2. Τα τμήματα των κοινοχρήστων χώρων, των οποίων επιτρέπεται η παραχώρησις της χρήσεως, καθορίζονται δι’ αποφάσεως του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. Εις δήμους πληθυσμού άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) η απόφασις του συμβουλίου δημοσιεύεται άπαξ εις μίαν ή δύο εφημερίδας της πόλεως, ή του νομού. Προκειμένου περί των λοιπών δήμων και κοινοτήτων η απόφασις δημοσιεύεται δια τοιχοκολλήσεως εις την είσοδον του δημοτικού ή κοινοτικού καταστήματος. 3α. Το κατά την παρ. 1 τέλος ορίζεται ετήσιον δι’ αποφάσεως του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου κατά τετραγωνικόν μέτρον, ανεξαρτήτως χρόνου χρήσεως και αναλόγως της περιοχής της πόλεως ή χωρίου εις την οποία κείται ο χρησιμοποιούμενος χώρος. Επί χρησιμοποιήσεως των ανωτέρω χώρων ως προθήκης καταστήματος, το τέλος ορίζεται εις το διπλάσιον. β. Ειδικά σε περιπτώσεις κατάληψης πεζοδρομίου ή οδού από αυτούς που εκτελούν οποιοσδήποτε φύσεως τεχνοοικοδομικές εργασίες, το τέλος ορίζεται μηνιαίο κατά ζώνες με απόφαση του συμβουλίου και κατά τετραγωνικό μέτρο. Γ\α την πληρωμή αυτού του τέλους ευθύνονται από κοινού και εις ολόκληρο εκείνος που πήρε την άδεια οικοδομής καθώς και ο ιδιοκτήτης του ακινήτου». Τέλος, με την παρ. 8 του ίδιου άρθρου του ν. 1080/1980, όπως το α’ εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 26 του ν. 1828/1989 (ΦΕΚ Α’2), ορίζεται ότι: «8. Σε περίπτωση αυθαίρετης χρήσης κοινοχρήστων χώρων, των οποίων έχει επιτραπεί η παραχώρηση της χρήσης, καταλογίζεται σε βάρος του υπόχρεου με απόφαση του δημάρχου ή προέδρου της κοινότητας, εκτός από το αναλογούν τέλος και χρηματικό πρόστιμο διπλάσιο προς το αναλογούν τέλος, ανεξάρτητα από το διάστημα της αυθαίρετης χρήσης…. Η διαπίστωση της αυθαίρετης χρήσης ενεργείται από το δήμο ή την κοινότητα ή την αστυνομική αρχή….». Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ. 6 του ως άνω άρθρου, «Ο προτιθέμενος να χρησιμοποιήσει τους κατά τις προηγούμενες παραγράφους κοινόχρηστους χώρους ή το υπέδαφος αυτών υποβάλλει, προ της χρήσεως, σχετικήν αίτησιν εις τον οικείον δήμον ή κοινότητα. Εις την αίτησιν αναγράφονται: α) το ονοματεπώνυμον ή η επωνυμία του αιτούντος, το είδος και η διεύθυνσις της ασκουμένης επιχειρήσεως και β) η θέσις, η έκτασις και το είδος του αιτουμένου προς χρήσιν χώρου, ως και η χρονική διάρκεια δι’ ην αιτείται η παραχώρησις της χρήσεως αυτού….».

3. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η επιβολή του καθοριζομένου από αυτές τέλους προβλέπεται για τη χρήση κοινοχρήστων χώρων ή του υπεδάφους των, οι οποίοι βρίσκονται εντός των διοικητικών ορίων του οικείου Δήμου, εφόσον όμως οι χώροι αυτοί ανήκουν στο Δήμο που επιβάλλει το τέλος και έχουν πράγματι τεθεί στην κοινή χρήση. Ειδικότερα, αν πρόκειται για παραχώρηση της χρήσεως οδών ή του υπεδάφους αυτών, επιτρέπεται η επιβολή του εν λόγω τέλους, όταν η οδός είναι δημοτική. Ως δημοτικές οδοί πρέπει, εφόσον στην κειμένη δημοτική νομοθεσία δεν προβλέπεται ειδικότερη ρύθμιση, να θεωρηθούν οι οριζόμενες ως τέτοιες από τις διατάξεις της λοιπής συναφούς νομοθεσίας, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3155/1955 “Περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών” (ΦΕΚ 63 Α), σύμφωνα με την οποία “Δημοτικαί και Κοινοτικαί οδοί είναι αι εξυπηρετούσαι τας πάσης φύσεως ανάγκας ενός Δήμου ή μιας Κοινότητας εντός των διοικητικών ορίων αυτού”. Ενόψει όμως του ότι η πιο πάνω διάταξη δεν προβλέπει διαδικασία χαρακτηρισμού οδών ως δημοτικών ή κοινοτικών, ενώ τέτοια διαδικασία δεν προβλέπεται ούτε από άλλη διάταξη της κείμενης νομοθεσίας, έχει γίνει δεκτό ότι η ύπαρξη δημοτικής ή κοινοτικής οδού είναι ζήτημα πραγματικό (βλ. ΣτΕ 3194/20154059/2015). Συνεπώς για να είναι νόμιμη η επιβολή του τέλους θα πρέπει τα διοικητικά δικαστήρια να διαπιστώσουν αιτιολογημένα ότι η οδός, της οποίας τυχόν αμφισβητείται η ιδιότητα ως δημοτικής, ή ως κοινόχρηστης, εξυπηρετεί τις ανάγκες του οικείου ΟΤΑ, και έχει πράγματι τεθεί στην κοινή χρήση, ανήκουσα στον Δήμο που επιβάλλει το τέλος αυτό (ΣτΕ2631/19963679/1990). Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις ίδιες διατάξεις, για τη νόμιμη επιβολή τέλους χρήσεως κοινοχρήστου χώρου πρέπει να έχει προηγηθεί απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, με την οποία καθορίζονται οι κοινόχρηστοι χώροι ή τα τμήματα αυτών, των οποίων επιτρέπεται η παραχώρηση της χρήσεως έναντι καταβολής τέλους. Ακολούθως, το Δημοτικό Συμβούλιο καθορίζει το ύψος του καταβλητέου ετησίως τέλους, αναλόγως του είδους του κοινοχρήστου χώρου, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στην παρ. 3 του άρθρου 13 του από 24.9/20-10-1958 β.δ/τος.

4. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής:  Η προσφεύγουσα εταιρεία με την επωνυμία […], διατηρεί βιομηχανικές εγκαταστάσεις στην περιοχή «Νεοκτισιά» του Δήμου Ασπροπύργου. Για την εξυπηρέτηση των εγκαταστάσεων αυτών διατηρεί «υπόγειους  αγωγούς» για τους οποίους κατέβαλε ανελλιπώς από το έτος 2005 στο πιο πάνω Δήμο τέλη χρήσεως υπεδάφους, που βεβαιώνονταν σε βάρος της με σχετικές εγγραφές στους αντίστοιχους Χρηματικούς Καταλόγους. Στις 14.2.2014 η ως άνω εταιρεία  απέστειλε στον Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών του καθού Δήμου επιστολή, που υπογράφεται από τον αρμόδιο Διευθυντή των εγκαταστάσεών της, με την οποία ανέφερε ότι η περιοχή διέλευσης των υπογείων αγωγών της εγκατάστασής της έχει διαστάσεις (όγκο) 518,97 μ3 (επιφάνεια Χ μέσο καταλαμβανόμενο βάθος 546,28 Χ 0,95 μ) και ζήτησε να ληφθούν υπόψη οι διαστάσεις αυτές για τον υπολογισμό των τελών υπεδάφους του έτους 2013. Το αίτημά της έγινε αποδεκτό από τον καθού Δήμο, ο οποίος έκτοτε και για τα έτη 2014, 2015 και 2016 επέβαλε σε βάρος της ετησίως τέλη χρήσης κοινοχρήστων χώρων που αντιστοιχούσαν σε χρήση υπεδάφους έκτασης 518,97 μ3, τα οποία (τέλη) και κατέβαλε εμπρόθεσμα. Ακολούθως, με την 1624/24.1.2019 ειδοποίηση του καθού Δήμου γνωστοποιήθηκε στην προσφεύγουσα η 3625/2019 εγγραφή της στους χρηματικούς καταλόγους του για τέλη χρήσης υπεδάφους, έτους 2018, ποσού 300.582,14 ευρώ. Τα εν λόγω τέλη υπολογίσθηκαν για χρήση υπόγειου αγωγού, επιφάνειας 518,97 μ3, δυνάμει της 488/2017 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου, με την οποία καθορίσθηκε, για το έτος 2018,  ο συντελεστής ανά κυβικό μέτρο χρήσης υπεδάφους για περιοχές εκτός σχεδίου πόλης σε 579,19 ευρώ. Ήδη, η προσφεύγουσα με την κρινόμενη προσφυγή και τα προαναφερόμενα δικόγραφα προσθέτων λόγων αμφισβητεί τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης εγγραφής της στον χρηματικό  κατάλογο του καθού η προσφυγή Δήμου για το ως άνω έτος  και επιδιώκει την ακύρωσή της.

5. Επειδή, η προσφεύγουσα με το από 28.8.2020 δικόγραφο προσθέτων λόγων ισχυρίζεται καταρχάς ότι ο καθού Δήμος προέβη εκ νέου στην υπ’ αριθμ. 4481/2020 εγγραφή της στους χρηματικούς καταλόγους του για τέλη χρήσης υπεδάφους κοινοχρήστων χώρων για το κρίσιμο έτος 2018, ύψους 3.571.758,14 ευρώ, κατόπιν διενέργειας από όργανά του της 10862/16.6.2020 αυτοψίας (σε εκτέλεση της 1152/2019 προδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, η οποία εκδόθηκε  επί της ασκηθείσας με ΠΡ 391/13.2.2018 προσφυγή της προσφεύγουσας κατά της εγγραφής της στους χρηματικούς καταλόγους του καθού Δήμου για τέλη χρήσης υπεδάφους κοινοχρήστων χώρων, έτους 2017), κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι το μήκος των αγωγών της (δύο αγωγών 16 ιντσών και ενός αγωγού 12 ιντσών) ανέρχεται σε 2.700 μέτρα και όχι σε 546,28 μέτρα και ο συνολικός όγκος των τριών αυτών αγωγών σε 8.100 κυβικά μέτρα αντί των δηλούμενων από αυτήν 518,97 κυβικών μέτρων. Ενόψει αυτού, ο καθού Δήμος ανακάλεσε, κατά τους ισχυρισμούς της, την προγενέστερη και προσβαλλόμενη εν προκειμένω πράξη, στερουμένη έκτοτε εννόμων συνεπειών. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την περιλαμβανόμενη στα στοιχεία του φακέλου 12024/29.6.2020 ειδοποίηση του Τμήματος Εσόδων του διάδικου Δήμου προκύπτει ότι η 4481/2020 εγγραφή της προσφεύγουσας στους χρηματικούς καταλόγους του για συμπληρωματικά τέλη υπεδάφους ύψους 3.571.758,14 ευρώ, ιδίου έτους 2018, αφορά στην προκύπτουσα διαφορά των 7.581,03 μ3 των υπόγειων αγωγών της, ήτοι 8.100 μ3 ο συνολικός όγκος αυτών βάσει της ανωτέρω αυτοψίας (προσδιοριζόμενα τέλη συνολικού ύψους 3.872.340,54 ευρώ) μείον 518,97 μ3 ο όγκος των αγωγών βάσει των δηλούμενων από την προσφεύγουσα και λαμβανομένων υπόψη εν προκειμένω για την επιβολή των προσβαλλόμενων τελών, ύψους 300.582,24 ευρώ.

6. Επειδή, περαιτέρω, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη εγγραφή της στους χρηματικούς καταλόγους του καθού Δήμου δεν είναι νόμιμη, καθόσον δεν είχε προηγηθεί έκδοση απόφασης του Δημάρχου Ασπροπύργου για την επιβολή των ένδικων τελών υπεδάφους, η οποία και αποτελεί τον νόμιμο τίτλο της εγγραφής αυτής. Ο ισχυρισμός της αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και τούτο διότι, κατά τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη 2η σκέψη της παρούσας, η έκδοση απόφασης Δημάρχου για την επιβολή του ένδικου τέλους απαιτείται αποκλειστικά και μόνο στην περίπτωση αυθαίρετης χρήσης κοινόχρηστου χώρου, προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, εφόσον η επιβολή των τελών υπεδάφους σε βάρος της προσφεύγουσας έγινε βάσει της δηλώσεως της ιδίας ότι χρησιμοποιεί για τη διέλευση του υπογείου αγωγού που εξυπηρετεί τις εγκαταστάσεις της κοινόχρηστο υπέδαφος όγκου 518,97 μ3 και συνεπώς, η χρήση του εν λόγω κοινόχρηστου χώρου είχε, σε κάθε περίπτωση, γνωστοποιηθεί στη Δημοτική Αρχή.

7. Επειδή, επιπλέον, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη πράξη (εγγραφή) είναι ακυρωτέα διότι αυτή αλλά και η 488/2017 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, που αποτελεί το νόμιμο έρεισμά της, στερούνται ειδικής αιτιολογίας, εφόσον δεν αναφέρεται σε καμία από αυτές ποιους συγκεκριμένους κοινόχρηστους χώρους καταλαμβάνει ο υπόγειος αγωγός που συνδέεται με τις εγκαταστάσεις της και επίσης δεν τεκμηριώνεται με αναγραφή συγκεκριμένων στοιχείων ο κοινόχρηστος χαρακτήρας τους, ούτε η κυριότητα του Δήμου επ’ αυτών. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι   η 488/2017 απόφαση, καθώς και όλες οι προγενέστερες αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου του καθού η προσφυγή Δήμου περί προσδιορισμού του οικείου συντελεστή του τέλους υπεδάφους δεν φέρουν αιτιολογία όσον αφορά στη σκοπιμότητα για την επιβολή των τελών και περί του ύψους των τελών κατ’ εκτίμηση των τοπικών αναγκών. Όμως, οι παραπάνω αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου, των οποίων το κύρος ελέγχεται παρεμπιπτόντως από το Δικαστήριο τούτο κατά τα αναφερόμενα στην πρώτη σκέψη, ανεξαρτήτως του ότι δεν προσδιορίζονται επακριβώς με το κρινόμενο δικόγραφο, έχουν κανονιστικό χαρακτήρα και εκ του λόγου τούτου δεν χρήζουν ειδικής αιτιολογίας, εφόσον κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται ρητώς από τον νόμο. Ειδικά δε στις περιπτώσεις κατά τις οποίες χρησιμοποιείται όχι μόνo η επιφάνεια των κοινοχρήστων χώρων αλλά και το υπέδαφος αυτών, οπότε και αναιρείται πλέον η κατά τον προορισμό του καταλαμβανόμενου χώρου κοινή χρήση, έχει εφαρμογή η διάταξη του εδαφίου γ της ως άνω παραγράφου 3 του άρθρου 13 του από 24.9/20.10.1958 β.δ/τος με την οποία, κατά την έννοια της, δεν τίθενται περιορισμοί για τον καθορισμό του τέλους από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, δυνάμενο να υπολογίσει το εν λόγω τέλος ελευθέρως (ΣτΕ 1363/2002, πρβλ. ΣτΕ 1906/87, πρβλ. και 1042/85). Πέραν όμως τούτου, όσον αφορά τη σκοπιμότητα της επιβολής των ένδικων τελών στο σώμα της 488/2017 απόφασης του δημοτικού συμβουλίου, με την οποία αποφασίσθηκε η μηδενική αναπροσαρμογή των τελών χρήσεως υπεδάφους για το έτος 2018 και ορίσθηκε το ανά κυβικό μέτρο ποσό χρέωσης να ανέρχεται για τις περιοχές εκτός σχεδίου πόλεως σε 579,19 ευρώ,  αναφέρεται ότι αυτή ήταν επιβεβλημένη προκειμένου να λάβει χώρα εκ μέρους της Οικονομικής Επιτροπής η σύνταξη του προϋπολογισμού του Δήμου και, περαιτέρω, ότι για τον προσδιορισμό αυτών λήφθηκε υπόψη η μεταβολή των οικονομικών συνθηκών στα όρια του Δήμου, αλλά και το όφελος που έχει προκύψει κατά περίπτωση για όσους χρησιμοποιούν το υπέδαφος και, ως εκ τούτου, νομίμως αιτιολογείται. Εξάλλου, δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύονται στην απόφαση αυτή οι επί μέρους κοινόχρηστοι χώροι που παραχωρούνται προς χρήση, όπως αβάσιμα προβάλλει η προσφεύγουσα και τούτο διότι ο αναλυτικός καθορισμός των κοινόχρηστων χώρων, των οποίων επιτρέπεται η παραχώρηση της χρήσης τους έναντι καταβολής τέλους, έγινε με την προγενέστερη 36/24.4.1991 απόφαση του ίδιου Δημοτικού Συμβουλίου, αντίγραφο της οποίας περιλαμβάνεται στα στοιχεία του φακέλου. Επιπλέον, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης εγγραφής, όπως αυτή προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, είναι επαρκής, εφόσον στην αποσταλείσα στην προσφεύγουσα 1626/24.1.2019 ειδοποίηση, με την οποία της γνωστοποιείται η εν λόγω εγγραφή, αναφέρονται αφενός τα κυβικά μέτρα κοινόχρηστου υπεδάφους που καταλαμβάνει ο υπόγειος αγωγός της και αφετέρου ο τρόπος υπολογισμού των ενδίκων τελών και ειδικότερα το ποσό χρέωσης ανά κυβικό μέτρο, όπως αυτό καθορίζεται με την 488/2017 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, ενώ για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείται αναλυτική αναφορά των κοινόχρηστων χώρων από τους οποίους διέρχεται ο εν λόγω αγωγός, απορριπτομένου ως αβασίμου του αντίθετου ισχυρισμού της προσφεύγουσας. Περαιτέρω, ανεξαρτήτως του ότι, ενόψει της κριθείσας ως άνω επάρκειας της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πράξης (εγγραφής), προβάλλεται αλυσιτελώς ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι το καθού μη νόμιμα με την έκθεση απόψεών του επικαλούμενο την προαναφερόμενη έκθεση αυτοψίας με την οποία υπολογίζεται για πρώτη φορά ο όγκος των υπόγειων αγωγών της σε 8.100 μ3, καθώς και τα τμήματα του υπεδάφους από όπου αυτοί διέρχονται εντός και εκτός σχεδίου πόλης, επιχειρεί να αναπληρώσει μεταγενεστέρως την ελλείπουσα αιτιολογία της προσβαλλόμενης εγγραφής και να της προσδώσει άλλη νόμιμη βάση, συνδεόμενη με πραγματικά δεδομένα που δεν προκύπτουν από αυτήν, η επίκληση και προσαγωγή από το καθού της εν λόγω έκθεσης αυτοψίας γίνεται αποκλειστικά προς αντίκρουση των ισχυρισμών της προσφεύγουσας που αφορούν τη μη διέλευση των αγωγών της από κοινόχρηστους χώρους (δημοτικές οδούς) και όχι προς συμπλήρωση της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πράξης, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η προσφεύγουσα, ενώ, εξάλλου, βάσει των δεδομένων που προέκυψαν από την ανωτέρω αυτοψία κατά τα προαναφερθέντα,  η προσφεύγουσα έχει εγγραφεί ήδη στους χρηματικούς καταλόγους του καθού δήμου για συμπληρωματικά τέλη υπεδάφους για το ένδικο έτος 2018.

8. Επειδή, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, επίσης, ότι ο καταλογισμός σε βάρος της των επίδικων τελών χρήσης υπεδάφους σε χρόνο που απέχει πολλά  έτη από την εγκατάσταση και έναρξη λειτουργίας των επίδικων αγωγών της έλαβε χώρα κατά παράβαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και κατά κατάχρηση εξουσίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα εν λόγω τέλη, τα οποία, εξάλλου, καταλογίζονταν σε βάρος της από το έτος 2013 δυνάμει σχετικής δηλώσεως της ιδίας, επιβλήθηκαν κατ’ ενάσκηση δέσμιας αρμοδιότητας της Διοίκησης (πρβλ.ΣτΕ 936/2016, ΣτΕ 1741/2012, ΣτΕ 4476/2011).

9. Επειδή, εν συνεχεία, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι  η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατά παράβαση του προβλεπόμενου στα άρθρα 20 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999 ΦΕΚ Α 45) ουσιώδους τύπου της προηγούμενης ακρόασης. Ο ισχυρισμός  αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι οι ανωτέρω διατάξεις δεν βρίσκουν έδαφος εφαρμογής σε περιπτώσεις δυσμενών διοικητικών πράξεων, οι οποίες εκδίδονται βάσει αντικειμενικών προϋποθέσεων, ως ισχύει εν προκειμένω,  ασυνδέτως προς οποιαδήποτε υποκειμενική συμπεριφορά του προσώπου του οποίου τα συμφέροντα θίγουν (πρβλ. ΣτΕ 2164/2017, 2151/2017 επτ., 423/2016,  1308-9/2014,  41-42/2014, 1505/2010), σε συνδυασμό και με το ότι  τα ένδικα τέλη υπεδάφους επιβλήθηκαν σε βάρος της προσφεύγουσας βάσει της δηλώσεως της ιδίας περί χρησιμοποίησης για τη διέλευση του υπογείου αγωγού που εξυπηρετεί τις εγκαταστάσεις της κοινοχρήστου  υπεδάφους όγκου 518,97 μ3.

10. Επειδή, τέλος, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι  εν προκειμένω δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την επιβολή των ενδίκων τελών, αφού ο υπόγειος αγωγός που συνδέει τις εγκαταστάσεις της με το διυλιστήριο Ασπροπύργου, διέρχεται από μη κοινόχρηστους χώρους, αλλά από ιδιόκτητα γήπεδα, καθώς και το Εθνικό Οδικό Δίκτυο που δεν ανήκει κατά κυριότητα στο Δήμο Ασπροπύργου. Αντιθέτως, ο καθού Δήμος με την από 23.6.2020 έκθεση απόψεών του  αντικρούει τον ανωτέρω ισχυρισμό υποστηρίζοντας ότι από την 9133/22.5.2020 έκθεση αυτοψίας – ελέγχου, η οποία διενεργήθηκε από τριμελές συνεργείο του Δήμου Ασπροπύργου σε εκτέλεση της 1152/2019 προδικαστικής απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, προκύπτουν επί λέξει τα εξής : […]

11. Επειδή, εξάλλου, η προσφεύγουσα, προς αντίκρουση των ανωτέρω προβαλλόμενων από το καθού ισχυρισμών, με το από 29.12.2020 δικόγραφο προσθέτων λόγων της ισχυρίζεται ότι η καταχώρηση ΚΑΕΚ επί της επίδικης οδού εκτός σχεδίου (σημείο 3 έως 4) δεν συνιστά απόδειξη ότι αυτή έχει αποκτήσει την ιδιότητα δημοτικής κοινόχρηστης οδού,  δεδομένου   ότι,  κατά τη νομολογία, ο χαρακτηρισμός μιας οδού εκτός σχεδίου ως δημοτικής είναι ζήτημα πραγματικό και τα δικαστήρια οφείλουν να  διαπιστώσουν  αιτιολογημένα εάν  η  οδός, της οποίας τυχόν αμφισβητείται η  ιδιότητα ως δημοτικής ή  κοινοτικής  ή ως κοινόχρηστης, εξυπηρετεί ανάγκεςτου οικείου Ο.Τ.Α. και έχει πράγματι τεθεί στην κοινή χρήση ανήκουσα στον Δήμοή την Κοινότητα που επιβάλλει το τέλος αυτό, ενώ το σχετικό  βάρος απόδειξης το φέρει  ο Δήμος ο οποίος επιβάλει τα ένδικα τέλη. Ειδικότερα, προβάλλει ότι ο Δήμος, ο οποίος ισχυρίζεται ότι  «η διαδρομή των αγωγών από το σημείο 3 έως το σημείο 4 είναι σε εκτός σχεδίου οδό η οποία ανήκει στο Δήμο Ασπροπύργου», θα πρέπει να καθορίσει τον νόμιμο τρόπο με τον οποίο αποκτήθηκε η ιδιότητα της συγκεκριμένης οδού ως δημοτικής και να αποδείξει τον χαρακτήρα της οδού και του υπεδάφους αυτής ως κοινόχρηστων, κατά το χρόνο μάλιστα εγκαταστάσεως των επίδικων αγωγών (ήτοι κατά το έτος 1980) και τούτο διότι η νόμιμη εγκατάσταση των αγωγών με άδεια της Αρχής, καθιστά την χρήση του  υπεδάφους που  καταλαμβάνουν  αποκλειστική  και συνεπώς δεν είναι ταυτόχρονα δυνατή η κοινή χρήση του χώρου. Επιπλέον, κατά τους ισχυρισμούς της, από τη στιγμή που  εγκαταστάθηκαν   νόμιμα   οι   αγωγοί   της   εταιρείας   της  καταλαμβάνοντας   συγκεκριμένο   τμήμα   υπεδάφους,   η μετέπειτα   τυχόν διαμόρφωση και καθορισμός του υπερκείμενου εδάφους ως οδού κατά το σχέδιο πόλης (ακόμα και αν συντρέχει), δεν καθιστά το υπέδαφος κοινόχρηστο, ούτε τους αγωγούς της αντικείμενο δημοτικών τελών. Αντιθέτως, ο διάδικος δήμος, με το από 19.1.2021 νομίμως κατατεθέν υπόμνημά του, διατείνεται ότι ο χαρακτήρας της οδού που αρχίζει από την Εθνική Οδό Αθηνών – Κορίνθου και καταλήγει εις τον Συνοικισμό    Διυλιστηρίων    όπου    βρίσκονται    οι    εγκαταστάσεις    της προσφεύγουσας ως μιας δημοτικής οδούονομαζόμενης και Ε9, που είχε τεθεί   πριν   από   το   έτος   1980   στην   κοινή   χρήση, αποδεικνύεται από τα  προσαγόμενα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, ήτοι  την υπ’ αριθμ. πρωτ. 3739/30-06-1981 αίτηση προς το Δήμο Ασπροπύργου της εταιρείας με την επωνυμία […] της οποίας καθολική διάδοχος είναι η προσφεύγουσα, με την οποία ζήτησε την παραχώρηση του δικαιώματος χρήσεως του υπεδάφους του Δήμου για την τοποθέτηση αγωγού ελκυσμού καυσίμων λωρίδος πλάτους 2,00 μέτρων κατά το άκρον και μήκος της της δημοτικής οδού της αγούσης εκ   της  Εθνικής   Οδού  Αθηνών Κορίνθου  εις συνοικισμόν Διυλιστηρίων και δη κατά το τμήμα αυτής από της ειρημένης οδού μέχρι της εισόδου του ακινήτου της και την υπ’ αριθμ. 44/24.2.1982 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του καθού, με την οποία εγκρίθηκε η αιτούμενη παραχώρηση της χρήσεως του υπεδάφους της εν λόγω δημοτικής οδού, καθώς και όσα προτάθηκαν από την ως άνω εταιρεία (χρηματικό ποσό 400.000 δρχ. για τα ένδικα τέληαναπροσαρμοζόμενο κατ’ έτος, πλέον οικονομικές ενισχύσεις σε συλλόγους της περιοχής και σε σχολεία του Δήμου, καθώς και δωρεάν διάθεση πετρελαίου θέρμανσης κατ’ έτος στα σχολεία του Δήμου), έκτοτε δε η  προσφεύγουσα  έλαβε  την απαιτούμενη  από  το Νομάρχη Αττικής Διαμέρισμα Δυτικής Αττικής άδεια για την τοποθέτηση δικτύου αγωγών καυσίμων  και κατέβαλε ετησίως  στον   Δήμο   τα συμφωνηθέντα τέλη υπεδάφους. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι από τα ΚΑΕΚ υπ’ αριθμ. […] του Ελληνικού Κτηματολογίου προκύπτει ότι η όδευση των αγωγών της προσφεύγουσας από το σημείο 1 έως το σημείο 7 της εκθέσεως αυτοψίας – ελέγχου ευρίσκεται στο υπέδαφος των οδών που ανήκουν κατά κυριότητα στο Δήμο Ασπροπύργου και επομένως, βάσει των ανωτέρω, συντρέχουν εν προκειμένω όλες οι επικαλούμενες από την προσφεύγουσα προϋποθέσεις επιβολής των ένδικων τελών,  αφού η εν λόγω δημοτική οδός που αρχίζει από την Εθνική Οδό Αθηνών – Κορίνθου και καταλήγει εις τον Συνοικισμό Διυλιστηρίων από το υπέδαφος της οποίας διέρχονται οι αγωγοί καυσίμων της εξυπηρετούσε, ήδη από το έτος 1980, τις ανάγκες του Δήμου Ασπροπύργου και είχε τεθεί στην κοινή χρήση, είναι δε νομικώς αδιάφορον εάν η οδός αυτή ήταν ή όχι τότε εντός σχεδίου πόλεως ή αν μετέπειτα περιήλθε στο σχέδιο πόλεως του Δήμου.

12. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι : α) από την 9133/22.5.2020 έκθεση αυτοψίας – ελέγχου, η οποία διενεργήθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, από τριμελές συνεργείο του Δήμου Ασπροπύργου, αλλά και τα λοιπά προαναφερόμενα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι οι αγωγοί (δύο αγωγοί 16 ιντσών, 0,4064 μέτρων και ένας αγωγός 12 ιντσών, 0,3048 μέτρων) που εξυπηρετούν τις εγκαταστάσεις της προσφεύγουσας διέρχονται από το υπέδαφος των οδών που ξεκινούν  από την Εθνική Οδό Αθηνών – Κορίνθου και καταλήγουν στον  Συνοικισμό των Διυλιστηρίων όπου    βρίσκονται   οι   εγκαταστάσεις  της, ενώ στην έκθεση αυτοψίας γίνεται ακριβής προσδιορισμός της διαδρομής τους (σημείο 1 έως 7)  με αναλυτική αναφορά των μέτρων των αγωγών αυτών που διέρχονται από συγκεκριμένες ονομαστικά αναφερόμενες οδούς, καθώς και του αν πρόκειται για οδούς εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως και του Ο.Τ στο οποίο αυτές ανήκουν, β) η προσφεύγουσα ουδέποτε προσκόμισε στον καθού Δήμο ή ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατασκευαστικά σχέδια των εγκαταστάσεών της ή αυτοψία σχετική με την διαδρομή των υπόγειων αγωγών της, γ) από τα ΚΑΕΚ […] του Ελληνικού Κτηματολογίου προκύπτει ότι η όδευση των ως άνω αγωγών της προσφεύγουσας από το σημείο 1 έως το σημείο 7 της εκθέσεως αυτοψίας – ελέγχου ευρίσκεται στο υπέδαφος  οδών που ανήκουν κατά κυριότητα στο Δήμο Ασπροπύργου, εγγραφές που δεν προκύπτει ότι έχουν αμφισβητηθεί εντός της νόμιμης αποκλειστικής προθεσμίας που ορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2664/1998 και συνεπώς έχουν οριστικοποιηθεί παράγοντας αμάχητο τεκμήριο υπέρ των φερομένων με αυτές ως δικαιούχων, μη ασκώντας ουδεμία σημασία αν πρόκειται για οδούς εντός ή εκτός σχεδίου ή ο χρόνος ένταξης αυτών  στο σχέδιο πόλης του διάδικου δήμου και δ) από την υπ’ αριθμ. 44/24.2.1982 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του καθού προκύπτει ότι τουλάχιστον από το έτος αυτό ο Δήμος είχε εγκρίνει την αιτούμενη από την […], της οποίας καθολική διάδοχος κατά τους μη αμφισβητούμενους ισχυρισμούς του καθού είναι η προσφεύγουσα, παραχώρηση της χρήσεως του υπεδάφους της δημοτικής οδού από την  Εθνική   Οδό Αθηνών  Κορίνθου  έως την είσοδο του ακινήτου της στον συνοικισμό Διυλιστηρίων, εισπράττοντας έκτοτε το συμφωνηθέν τέλος χρήσης υπεδάφους κοινόχρηστου χώρου, ενώ από το έτος 2005 έως και το έτος 2016 η ίδια η προσφεύγουσα κατέβαλε τα εν λόγω τέλη αναγνωρίζοντας εμμέσως τη νομιμότητα της επιβολής τους, κρίνει ότι συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις, κατ’ άρθρο 13 του από 24.9/20.10.1958 β.δ/τος, επιβολής των ένδικων τελών, απορριπτομένων ως αβασίμων όλων των περί του αντιθέτου προβαλλόμενων από την προσφεύγουσα ισχυρισμών.

https://www.ddikastes.gr/node/7968