Πυροβολισμός της κόρης της προσφεύγουσας, με αποτέλεσμα τον θάνατό της, από τον πρώην σύντροφό της. Συστημική αποτυχία της αστυνομίας να αποτρέψει την ενδοοικογενειακή και έμφυλη βία!

64

ΑΠΟΦΑΣΗ

Tkhelidze κατά Γεωργίας της 8.7.2021 (αριθ. 33056/17)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αποτυχία των γεωργιανών αρχών να προστατεύσουν την κόρη της προσφεύγουσας από ενδοοικογενειακή και έμφυλη βία του πρώην συντρόφου της, με αποτέλεσμα τον θάνατό της. Μη διεξαγωγή αποτελεσματικής έρευνας για τον θάνατό της.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι η αστυνομία θα έπρεπε να γνωρίζει ότι η κόρη της προσφεύγουσας βρίσκονταν σε κίνδυνο, καθώς την εκφόβιζε και την απειλούσε συστηματικά. Η κόρη της προσφεύγουσας είχε επανειλημμένα καταγγείλει τη συμπεριφορά του. Στο πλαίσιο μίας εξ αυτών, η αστυνομία της εξήγησε ότι δεν μπορούσαν να τον συλλάβουν, καθώς απουσίαζε κάθε μορφή φυσικής επίθεσης εναντίον της, αλλά πρότεινε την εναλλακτική λύση «να βάλει τα αδέλφια της να τον ξυλοκοπήσουν»! Τελικά, ο πρώην σύντροφός της εμφανίστηκε στο χώρο εργασίας της κόρης της προσφεύγουσας και την πυροβόλησε με αποτέλεσμα τον θάνατό της, στη συνέχεια έστρεψε το όπλο στον εαυτό του και αυτοκτόνησε.

Παρά το γεγονός ότι οι αρχές θα μπορούσαν να είχαν λάβει διάφορα προστατευτικά μέτρα, εν όψει των επανειλημμένων εκκλήσεων της θανούσας, απέτυχαν να αποτρέψουν την έμφυλη βία σε βάρος της με αποτέλεσμα τον θάνατό της. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι  η αδράνεια της αστυνομίας θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μία συστημική αποτυχία. Επίσης, υπήρχε επιτακτική ανάγκη να διεξαχθεί ουσιαστική έρευνα σχετικά με την πιθανότητα να υπήρχε το στοιχείο της διάκρισης λόγω φύλου πίσω από την καθυστερημένη δράση της αστυνομίας.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ομόφωνα ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 2 (δικαίωμα στη ζωή / έρευνα) σε συνδυασμό με το άρθρο 14 (απαγόρευση διακρίσεων) της ΕΣΔΑ.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Γεωργία έπρεπε να καταβάλει στην προσφεύγουσα 35.000 ευρώ για ηθική βλάβη.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 2

Άρθρο 14

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα Taliko Tkhelidze, είναι υπήκοος της Γεωργίας η οποία γεννήθηκε το 1958 και ζει στην Τιφλίδα. Το 2013, η κόρη της προσφεύγουσας, η Μ.Τ., και η εξάχρονη κόρη της μετακόμισαν σε ένα διαμέρισμα με τον σύντροφο της Μ.Τ., τον L.M., μαζί με τους γονείς του L.M.. Τον Απρίλιο και τον Σεπτέμβριο του 2014, η αστυνομία κλήθηκε στο διαμέρισμα λόγω της απειλητικής και καταχρηστικής συμπεριφοράς του L.M απέναντι στην M.T. Σε καμία περίπτωση δεν κινήθηκε ποινική έρευνα ή εκδόθηκαν περιοριστικά μέτρα, παρά το γεγονός ότι η M.T. τραυματίστηκε σωματικά και παρά τα αιτήματα τόσο της Μ.Τ. όσο και των γονέων του L.M. να εκδοθούν περιοριστικά μέτρα ενάντια στον L.M.. Η  αστυνομία ενημέρωσε την M.T. ότι δεν ήταν δυνατό να συλλάβει τον σύντροφό της ή να ζητήσει οποιοδήποτε άλλο περιοριστικό μέτρο δεδομένης της «ασήμαντης» φύσης της «οικογενειακής διαμάχης».

Την επόμενη ημέρα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014, η M.T. εγκατέλειψε τον L.M. και μετακόμισε με τη μητέρα της στην Τιφλίδα. Μετά την αποχώρησή της, ο L.M. έστειλε απειλητικά μηνύματα τόσο σε αυτήν, όσο και στην κόρη της. Στις 27 Σεπτεμβρίου, η Μ.Τ. κατέθεσε μήνυση εναντίον του L.M.. Δεν κινήθηκε καμία ποινική έρευνα, αλλά εκδόθηκε επίσημη προειδοποίηση εναντίον του να μην εμπλακεί σε κάθε είδους διαφωνία με την M.T..

Την επόμενη μέρα, αφ’ ότου ο L.M. πλησίασε πάλι την Μ.Τ., η αστυνομία της εξήγησε ότι δεν μπορούσαν να τον συλλάβουν καθώς απουσίαζε κάθε μορφή φυσικής επίθεσης, αλλά πρότεινε την εναλλακτική λύση τα αδέλφια της να τον ξυλοκοπήσουν. Το πρώτο εξάμηνο του Οκτωβρίου 2014, η προσφεύγουσα πήγε στο αστυνομικό τμήμα στο Tbisili τρεις φορές για να καταγγείλει τον L.M. για καταδίωξη και απειλή κατά της κόρης της, συμπεριλαμβανομένης της παρουσίας του στον χώρο εργασίας της με μία χειροβομβίδα στο χέρι της και απειλώντας να την απασφαλίσει.  Στις 16 Οκτωβρίου 2014, μετά την πτώση του L.M στο αυτοκίνητο της Μ.Τ. όταν η τελευταία πήγαινε την κόρη της στο σχολείο, η προσφεύγουσα πήγε πάλι στην αστυνομία και ζήτησε την προστασία του κράτους.

Ανέφερε ότι η ζωή της καθώς και η ζωή της κόρης της είχαν γίνει αφόρητες, με τον L.M να τους τρομοκρατεί καθημερινά. Καμία περιοριστική εντολή ή άλλο μέτρο δεν εφαρμόστηκε.

Στις 17 Οκτωβρίου 2014 ο L.M.. εμφανίστηκε στο χώρο εργασίας της Μ.Τ. και την πυροβόλησε με αποτέλεσμα τον θάνατό της. Έστρεψε αμέσως το όπλο στον εαυτό του και αυτοκτόνησε.

Η έρευνα ξεκίνησε, αλλά διακόπηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2014 καθώς ο υπεύθυνος για το έγκλημα ήταν νεκρός. Σύμφωνα με τα διάφορα αρχεία και εκθέσεις που συνέταξε η αστυνομία, ούτε η προσφεύγουσα, ούτε η κόρη της είχαν ενημερωθεί σχετικά με τα διαδικαστικά τους δικαιώματα ή τα νομοθετικά και διοικητικά μέτρα προστασίας που τους παρέχονται βάσει του Ποινικού Κώδικα και του Νόμου για την ενδοοικογενειακή Βία.

Στις 8 Απριλίου 2015, η προσφεύγουσα υπέβαλε μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα, ζητώντας να ξεκινήσει έρευνα για αμέλεια εναντίον των αστυνομικών που ασχολούνται με τις καταγγελίες ενδοοικογενειακής βίας κατά της κόρης της. Επανέλαβε την καταγγελία της για τουλάχιστον πέντε ακόμη περιστατικά μεταξύ του 2015 και του 2016, τονίζοντας ότι η αδράνεια της αστυνομίας θα μπορούσε να θεωρηθεί ως διάκριση λόγω φύλου. Τα παράπονά της παρέμειναν αναπάντητα, και μάλιστα η προσφεύγουσα ρώτησε από την Εισαγγελία τον Απρίλιο του 2017 αν είχε λάβει τις επιστολές και τα παράπονά της και γιατί δεν είχε λάβει απάντηση. Έλαβε επιβεβαίωση ότι η προηγούμενη αλληλογραφία λήφθηκε αλλά δεν της δόθηκαν περαιτέρω πληροφορίες.

Στηριζόμενη στα άρθρα 2 (δικαίωμα στη ζωή) και 14 (απαγόρευση των διακρίσεων) της Σύμβασης, η προσφεύγουσα παραπονέθηκε για την αποτυχία των εγχώριων αρχών να προστατεύσουν την κόρη της από ενδοοικογενειακή βία και να διεξαγάγουν μια αποτελεσματική ποινική έρευνα για τις περιστάσεις που οδήγησαν στον θάνατό της. Υποστήριξε ότι η αστυνομία γνώριζε τον κίνδυνο που ενέχει η ζωή της κόρης της, αλλά δεν είχε λάβει τα απαραίτητα προληπτικά μέτρα. Ειδικότερα, η απάντησή τους στις πολλαπλές καταγγελίες που είχαν καταθέσει η ίδια  και η κόρη της για την καταχρηστική συμπεριφορά του L.M., ήταν μη κατάλληλη και προκατειλημμένη.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ….

Άρθρο 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 14

Το Δικαστήριο εξέτασε τις καταγγελίες βάσει του άρθρου 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 14 της Σύμβασης. Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι, όποτε υπήρχαν υποψίες ενδοοικογενειακής βίας ή βίας κατά των γυναικών, απαιτείται ειδική επιμέλεια από τις αρχές κατά τη διάρκεια των εσωτερικών διαδικασιών. Η αποτυχία ενός κράτους να προστατεύσει τις γυναίκες από την ενδοοικογενειακή βία παραβίαζε τα δικά τους δικαιώματα ίσης προστασίας ενώπιον του νόμου. Επιπλέον, η υποχρέωση προστασίας της ζωής σύμφωνα με το άρθρο 2 της Σύμβασης απαιτούσε να υπάρχει κάποια μορφή αποτελεσματικής επίσημης έρευνας όποτε κάποιος δολοφονούνταν.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι μεταξύ 29 Απριλίου και 16 Οκτωβρίου 2014, η M.T. και η προσφεύγουσα είχαν ζητήσει βοήθεια από την αστυνομία σε τουλάχιστον 11 περιπτώσεις. Στις δηλώσεις τους, ανέφεραν πάντα ξεκάθαρα το επίπεδο βίας στη συμπεριφορά του L.M. Η αστυνομία είχε ενημερωθεί από τους γονείς του L.M. ότι υπέφερε από παθολογική ζήλια, ήταν ψυχικά ασταθής και είχε προβλήματα διαχείρισης του θυμού. Ο ίδιος είχε παραδεχτεί ότι είχε απειλήσει να σκοτώσει την κόρη της προσφεύγουσας, είχε ποινικό μητρώο και ένα ιστορικό κατάχρησης ναρκωτικών και αλκοόλ. Η αστυνομία γνώριζε ότι η M.T. κουβαλούσε διάφορα αμυντικά όπλα πάνω της ανά πάσα στιγμή και τον φοβόταν εξαιρετικά. Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αστυνομία ήξερε ή σίγουρα έπρεπε να γνωρίζει την πραγματική και άμεση απειλή για την ασφάλειά της.

Ωστόσο, οι αρχές επιβολής του νόμου απέτυχαν συστηματικά να λάβουν μέτρα που θα μπορούσαν να έχουν μετριάσουν τη βλάβη ή να αλλάξουν το τραγικό αποτέλεσμα. Παρά τα διάφορα προστατευτικά μέτρα που ήταν άμεσα διαθέσιμες σε αυτές, οι αρχές είχαν αποτύχει να αποτρέψουν τη βία λόγω φύλου κατά της Μ.Τ., η οποία κορυφώθηκε με το θάνατό της.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η αδράνεια της αστυνομίας στην παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μία συστημική αποτυχία και ότι υπήρχε επιτακτική ανάγκη διεξαγωγής ουσιαστικής έρευνας σχετικά με την πιθανότητα  οι διακρίσεις και οι προκαταλήψεις βάσει φύλου να βρίσκονταν πίσω από την έλλειψη αντίδρασης της αστυνομίας.

Έτσι, το κράτος είχε παραβεί τις υποχρεώσεις του βάσει του άρθρου 2 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 14 για την προστασία της ζωής της κόρης της προσφεύγουσας και για την αποτελεσματική εκτέλεση έρευνας για το θάνατό της.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Γεωργία έπρεπε να καταβάλει στην προσφεύγουσα 35.000 ευρώ για ηθική βλάβη.

ΠΗΓΗechrcaselaw.com