Κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων ιδιωτών γιατί αποκτήθηκαν από εγκληματικές ενέργειες, χωρίς επαρκή έλεγχο! Παραβίαση δικαιώματος στην περιουσία

68

ΑΠΟΦΑΣΗ

Todorov κ.α. κατά Βουλγαρίας της 13.07.2021  (αρ. προσφ. 50705/11, 11340/12, 26221/12, 71694/12, 44845/15, 17238/16 και 63214/16)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Κατάσχεση περιουσίας. Νομιμοποίηση εσόδων που αποκτήθηκαν από παράνομες δραστηριότητες. Αρχή της αναλογικότητας και δικαίωμα στην περιουσία.

Το κράτος κατάσχεσε μεγάλο μέρος της περιουσίας των προσφευγόντων όπως οχήματα, σπίτια, χρήματα,  με το αιτιολογικό ότι αποκτήθηκαν από παράνομες  δραστηριότητες καθόσον τα έσοδα τους δεν επαρκούσαν για τις αγορές τους. Οι προσφεύγοντες άσκησαν προσφυγή στο ΕΔΔΑ για παραβίαση του δικαιώματος τους στην περιουσία.

Το Στρασβούργο επανέλαβε ότι η στέρηση περιουσίας υπόκειται σε ορισμένες προϋποθέσεις. Στην υπό κρίση περίπτωση διαπίστωσε ότι ήταν νόμιμη, γιατί τα έσοδα των προσφευγόντων προέρχονταν από παράνομες δραστηριότητες. Τόνισε όμως ότι για να υφίσταται η αρχή της αναλογικότητας στις κατασχέσεις αυτές θα έπρεπε να επιτευχθεί μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων ενός ατόμου. Ειδικότερα, θα έπρεπε να αποδεικνύονταν η σύνδεση των εσόδων των προσφευγόντων με τις παράνομες δραστηριότητες.

Για τις υποθέσεις στις οποίες διαπίστωσε ότι δεν δόθηκαν εγγυήσεις στους προσφεύγοντες να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους,  έκρινε ότι δεν επιτεύχθηκε η δίκαιη ισορροπία και επομένως  η κατάσχεση ήταν δυσανάλογη.

Αντιθέτως για τις περιπτώσεις που τα δικαστήρια εξέτασαν λεπτομερώς τα αποδεικτικά στοιχεία και άκουσαν τα επιχειρήματα των προσφευγόντων, έκρινε ότι δεν υπήρχε παραβίαση του δικαιώματος τους στην περιουσία με τις επιβληθείσες κατασχέσεις.

Το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσό από 2.000  – 4.000 ευρώ σε κάθε προσφεύγοντα για ηθική βλάβη και 6.150 ευρώ για έξοδα και δαπάνες.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες είναι 14 Βούλγαροι υπήκοοι οι οποίοι ζουν σε διάφορα μέρη στη Βουλγαρία και, στην περίπτωση του Zheko Zhekov, στην Αθήνα.

Τουλάχιστον ένας προσφεύγων σε κάθε προσφυγή καταδικάστηκε για εγκλήματα – μεταξύ των οποίων παράνομη υλοτομία, υπεξαίρεση, απόπειρα εκβίασης,  οπλοκατοχή, ληστεία,  πλαστογραφία πιστοποιητικών, παράνομη κατοχή ναρκωτικών και φοροδιαφυγή – από δικαστήρια σε διάφορα μέρη της Βουλγαρίας μεταξύ των ετών  2000 έως  2012.

Όλοι τους είχαν καταδικαστικές αποφάσεις οι οποίες εμπίπτουν στο πλαίσιο του ν. 2005.

Αυτός ο νόμος επέτρεψε στις αρχές να ερευνήσουν συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία που φέρεται ότι ήταν έσοδα από εγκληματικές ενέργειες. Οι προσφεύγοντες ανακρίθηκαν από την Επιτροπή για την αποκάλυψη προϊόντων εγκληματικών ενεργειών, μεταξύ άλλων, σχετικά με τα έσοδα και τις δαπάνες τους κατά τη σχετική περίοδο. Μετά από αιτήσεις της Επιτροπής, ορισμένα περιουσιακά στοιχεία που ανήκαν στους προσφεύγοντες – όπως ακίνητη περιουσία, επιχειρήσεις, οχήματα, μετρητά και ούτω καθεξής – κατασχέθηκαν από το κράτος. Τα εγχώρια δικαστήρια κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι σχετικές δαπάνες των προσφευγόντων κατά την υπό εξέταση περίοδο είχαν υπερβεί σημαντικά τα νόμιμο εισόδηματά τους. Τα δικαστήρια δήλωσαν ότι θα μπορούσε να τεκμαίρεται λογικά ότι τα άλλα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν ήταν προϊόν εγκληματικών ενεργειών.

Τα επιχειρήματα από ορισμένους από τους προσφεύγοντες ότι τα περιουσιακά τους στοιχεία είχαν προέλθει  από δωρεές ή κληρονομιές απορρίφθηκαν από τα δικαστήρια. Τα επιχειρήματα των προσφευγόντων ότι δεν υπήρχε σχέση μεταξύ των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων και των εγκληματικών ενεργειών  κρίθηκαν αναξιόπιστα. Οι αποφάσεις αυτές επικυρώθηκαν από τα ανώτερα δικαστήρια.

Το κράτος δεν μπόρεσε να κατασχέσει όλα τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία, καθώς πολλά  εκποιήθηκαν.

Βασιζόμενοι, ιδίως, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου (προστασία περιουσίας), οι προσφεύγοντες  παραπονέθηκαν για διάφορες πτυχές της διαδικασίας με την οποία η περιουσία τους είχε κατασχεθεί.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Η Emilia Zhekova (αριθ. προσφ. 71694/12) έχει πλέον αποβιώσει και το δικαστήριο έκρινε ότι οι κληρονόμοι της είχαν το δικαίωμα να συνεχίσουν την προσφυγή στη θέση της.

Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι, σύμφωνα με τη Σύμβαση, η στέρηση περιουσίας υπόκειται σε ορισμένες προϋποθέσεις, και ότι τα συμβαλλόμενα κράτη θα μπορούσαν να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας τους σύμφωνα με το γενικό συμφέρον. Δεν αμφισβητήθηκε ότι η κατάσχεση αποτελούσε παρέμβαση στα δικαιώματα περιουσίας των προσφευγόντων. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η κατάσχεση ήταν νόμιμη καθώς βασίστηκε στο νόμο για τα έσοδα από παράνομες δραστηριότητες. Επιπλέον, δήλωσε ότι η κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν μέσω εγκληματικών ενεργειών ήταν σύμφωνη με το γενικό συμφέρον, όπως σε αυτές τις περιπτώσεις.

Όσον αφορά την αρχή της αναλογικότητας, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι έπρεπε να επιτευχθεί μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων ενός ατόμου. Μέρος αυτού μπορεί να περιλαμβάνει την ευκαιρία να υποβάλει την υπόθεσή του στις αρμόδιες αρχές. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι το ευρύ πεδίο εφαρμογής που διέπει το νόμο σε αυτήν την περίπτωση, τόσο όσον αφορά τα αδικήματα όσο και το χρόνο/διάρκεια από την κίνηση της διαδικασίας, θα μπορούσε να παρουσιάζει δυσκολίες για τους προσφεύγοντες. Το Δικαστήριο δήλωσε ότι τέτοια προβλήματα στο νόμο μπορούσαν να διαταράξουν την ισορροπία των διαδικασιών  προς το κράτος. Έτσι ήταν απαραίτητο αυτό το πλεονέκτημα να αντισταθμιστεί, ειδικότερα, από την υποχρέωση να αποδειχτεί σύνδεση με τις εγκληματικές ενέργειές ώστε να δικαιολογηθεί η κατάσχεση.  Το Δικαστήριο δήλωσε ότι τα εθνικά δικαστήρια έπρεπε να αναλάβουν την υποχρέωση να προβούν σε μια τέτοια αντιστάθμιση, εκτός εάν αποδείχθηκε ότι η συλλογιστική των δικαστηρίων ήταν αυθαίρετη ή προφανώς παράλογη.

Στις υποθέσεις Todorov κ.α. (αρ.  50705/11), Gaich (αρ. 11340/12), Barov (αρ. 26221/12) και Zhekovi (αρ. 71694/12) το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν αρκετές εγγυήσεις ώστε να επιτύχει την απαιτούμενη δίκαιη ισορροπία για να εξασφαλίσει τα δικαιώματα των προσφευγόντων σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, συμπεριλαμβανομένης της προσπάθειας να εξεταστεί η σχέση μεταξύ της περιουσίας και της φερόμενης εγκληματικής ενέργειας, ούτε η διαπίστωση από τα δικαστήρια σχετικά με το κατά πόσο τα περιουσιακά στοιχεία που παρασχέθηκαν ισοδυναμούσαν με τη  διαφορά μεταξύ των δαπανών και των εσόδων των προσφευγόντων. Η απώλεια της περιουσίας τους ήταν δυσανάλογη, οδηγώντας σε παραβίαση της Σύμβασης.

Ωστόσο, στις περιπτώσεις Rusev (αρ. 44845/15), Katsarov (αρ. 17238/16), και Dimitrov (αρ. 63214/16), το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα εθνικά δικαστήρια είχαν εξετάσει λεπτομερώς τα ζητήματα – συγκεκριμένα τις δαπάνες και τα εισοδήματά τους εκείνη τη στιγμή – και παρείχαν την ευκαιρία στους προσφεύγοντες να διατυπώσουν επιχειρήματα, και παρείχαν επαρκή αιτιολογία. Η κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων των προσφευγόντων δεν ήταν δυσανάλογη και δεν υπήρξε παραβίαση των δικαιωμάτων της Σύμβασης σε αυτές τις περιπτώσεις.

Λοιπά Άρθρα

Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε ανάγκη εξέτασης των άλλων καταγγελιών στις προσφυγές με αριθ. 50705/11, 71694/12 και 11340/12.

Δίκαιη  ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Βουλγαρία έπρεπε να καταβάλλει  για ηθική βλάβη ποσό 4.000 ευρώ  στους V.I. Todorov, Todorova, Z.D. Gaich και α Z.M. Gaich, 3.000 ευρώ στον Barov και 2.000 σε καθέναν από τους  I.I. Todorov και Ivanova. Έκρινε επίσης ότι πρέπει να καταβληθεί το συνολικό ποσό 6.150 ευρώ για έξοδα και δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).

ΠΗΓΗechrcaselaw.com