Αντιφατικές αποφάσεις του Ανωτάτου και απόρριψη αιτήματος επιδίκασης πρόσθετης αποζημίωσης σε απαλλοτρίωση παρά του ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις το αίτημα είχε γίνει δεκτό. Παραβίαση δικαιώματος στην ιδιοκτησία

48

ΑΠΟΦΑΣΗ

Aliyeva κ.α. κατά Αζερμπαϊτζάν της 21.09.2021 (αρ. προσφ. 66249/16 και άλλες 6 προσφυγές)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δικαίωμα στην ειρηνική απόλαυση της ιδιοκτησίας. Νομική αβεβαιότητα λόγω αντιφατικών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του ίδιου θέματος.

Οι προσφεύγοντες ζήτησαν δικαστικά πρόσθετη αποζημίωση 20% δυνάμει της εγχώριας νομοθεσίας λόγω της απαλλοτρίωσης της περιουσίας τους για δημόσια ωφέλεια και συγκεκριμένα για την διάνοιξη αυτοκινητόδρομου. Τα αιτήματα τους απορρίφθηκαν με αμετάκλητες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, παρά την ύπαρξη νομολογίας από το ίδιο δικαστήριο που επιδίκασε αντίστοιχη αποζημίωση σε παρόμοιες υποθέσεις. Άσκησαν καταγγελία για παραβίαση του δικαιώματος τους στην ιδιοκτησία και για διακριτική μεταχείριση.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι  εγχώρια δικαστήρια, και συγκεκριμένα το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο ήταν το ανώτατο δικαστικό όργανο, όπου προσέφυγαν οι προσφεύγοντες, εξέδωσε αποφάσεις που περιείχαν αντικρουόμενες εκτιμήσεις της ίδιας κατάστασης στις υποθέσεις των προσφευγόντων και σε υποθέσεις άλλων προσώπων.

Τόνισε ότι ο ρόλος ενός ανώτατου δικαστηρίου είναι ακριβώς η επίλυση τέτοιων συγκρούσεων και εάν αντικρουόμενες πρακτικές αναπτυχθούν σε μία από τις ανώτατες δικαστικές αρχές μιας χώρας, το ίδιο το δικαστήριο καθίσταται πηγή νομικής αβεβαιότητας, υπονομεύοντας, έτσι, την αρχή της νομικής βεβαιότητας και την εμπιστοσύνη του κοινού στο δικαστικό σύστημα. Έκρινε ότι οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων και ιδίως οι σχετικές αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου, που απέρριψαν τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων, συνιστούσαν παρέμβαση στο δικαίωμα τους για ειρηνική απόλαυση των ιδιοκτησιών τους σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

Όσον αφορά την διακριτική μεταχείριση, έκρινε την καταγγελία αβάσιμη γιατί η διαφορετική αντιμετώπιση αφορούσε αποφάσεις δικαστηρίου και δεν είχε προσωπικά χαρακτηριστικά.

Το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσά μεταξύ 3.640 και 7.930 ευρώ για κάθε προσφεύγοντα για αποζημίωση και 3.000 ευρώ σε κάθε προσφεύγοντα  για ηθική βλάβη

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου,

Άρθρο 14

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι  προσφεύγοντες είναι επτά υπήκοοι του Αζερμπαϊτζάν οι οποίοι ζουν όλοι στο Μπακού.

Η υπόθεση αφορούσε την καταγγελία των προσφευγόντων ότι τα εθνικά δικαστήρια απέρριψαν το αίτημα τους να τους επιδικάσουν πρόσθετη αποζημίωση, παρά του ότι προβλέπονταν στο  εσωτερικό δίκαιο, για διαμερίσματα που κατείχαν στην περιοχή Sabail του Μπακού τα οποία απαλλοτριώθηκαν  το 2011 και στις αρχές του 2012 προκειμένου να επεκταθεί ένας αυτοκινητόδρομος.

Το 2011 ο επικεφαλής της Εκτελεστικής Αρχής του Μπακού («BCEA») εξέδωσε διαταγές καλώντας τους προσφεύγοντες να εγκαταλείψουν τις περιουσίες τους. Βάσει αυτών των εντολών, οι προσφεύγοντες συνήψαν συμβάσεις αγοραπωλησίας με τον αναπληρωτή επικεφαλή της BCEA. Οι προσφεύγοντες έγραψαν στο BCEA αρκετά χρόνια αργότερα ότι τα διαμερίσματά τους είχαν απαλλοτριωθεί για δημόσια ωφέλεια και ζητούσαν πρόσθετη αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 2.3 του Προεδρικού Διατάγματος αριθ. 689 της 26ης Δεκεμβρίου 2007 και βάσει του άρθρου 66 του νόμου για την απαλλοτρίωση γης για δημόσια ωφέλεια. Η BCEA αρνήθηκε να καταβάλει οποιαδήποτε πρόσθετη αποζημίωση. Στη συνέχεια, οι προσφεύγοντες κίνησαν ξεχωριστές διαδικασίες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων κατά της BCEA και του Υπουργείου Οικονομικών ως τρίτου μέρους. Σε πρώτο βαθμό, ορισμένοι από τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων έγιναν δεκτοί, είτε πλήρως είτε εν μέρει, ενώ άλλοι απορρίφθηκαν πλήρως. Ασκήθηκαν εφέσεις  και αναιρέσεις . Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε αμετάκλητα τις  αγωγές των προσφευγόντων.

Με βάση το άρθρο 1 του Πρώτου  Πρόσθετου Πρωτοκόλλου  (προστασία της ιδιοκτησίας) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και το άρθρο 14 (απαγόρευση των διακρίσεων) της Σύμβασης, οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν  ότι οι αρχές τους είχαν ενημερώσει ότι η επικουρική αποζημίωση θα ήταν δυνατή μόνο αφού παρέδιδαν  τα διαμερίσματά τους στο Κράτος, και ότι η άρνηση των εγχώριων δικαστηρίων να επιδικάσουν την πρόσθετη αποζημίωση αποτελούσε την πάγια νομολογία και σε άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις κατοίκων της ίδιας περιοχής.

ΤΟ ΣΤΡΑΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου

(α) Εφαρμογή

(i) Πρόσθετη αποζημίωση 20% δυνάμει του Προεδρικού Διατάγματος του 2007.

Το άρθρο 2.3 του Προεδρικού Διατάγματος του 2007 παραχωρούσε  το δικαίωμα σε ένα άτομο του οποίου η περιουσία είχε απαλλοτριωθεί για δημόσια ωφέλεια να λάβει πρόσθετη αποζημίωση. Η αποζημίωση φάνηκε να είναι ουσιαστικά ένα σταθερό ασφάλιστρο υπολογιζόμενο σε ποσοστό 20% της εμπορικής αξίας  του απαλλοτριωμένου ακινήτου.

Ενώ οι αγωγές των προσφευγόντων για πρόσθετη αποζημίωση απορρίφθηκαν με αμετάκλητες αποφάσεις του Αρείου Πάγου – βάσει του συμπεράσματος ότι οι ιδιοκτησίες τους δεν είχαν απαλλοτριωθεί για δημόσια ωφέλεια -, σε πολλές άλλες περιπτώσεις, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τις αποφάσεις πρωτοβάθμιων δικαστηρίων  που δέχτηκαν την καταβολή πρόσθετων αξιώσεων αποζημίωσης που υποβλήθηκαν από άλλα άτομα που ζούσαν στην ίδια γειτονιά με τους προσφεύγοντες τα οποία αντιστοίχως επηρεάστηκαν από τη διαταγή της BCEA και αιτήθηκαν την ίδια αποζημίωση,  βασιζόμενοι στους ίδιους λόγους. Στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις, το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, παρά την αποτυχία των αρχών να ακολουθήσουν τη σχετική διαδικασία απαλλοτρίωσης και, ιδίως, την απουσία εντολής απαλλοτρίωσης από το Υπουργικό Συμβούλιο, η εν λόγω περιουσία είχε πράγματι απαλλοτριωθεί για δημόσια ωφέλεια. Επιπλέον, σε μια από τις αποφάσεις του, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε  σε νομολογία προηγούμενων παρόμοιων υποθέσεων που έγιναν δεκτές αξιώσεις αποζημίωσης. Η Κυβέρνηση δεν υποστήριξε ότι μια τέτοια προσέγγιση, η οποία φάνηκε να αναγνωρίζει την ύπαρξη δικαιολογημένης εμπιστοσύνης για τους προσφεύγοντες να λάβουν την αποζημίωση 20% που ισχυρίστηκαν, ήταν το αποτέλεσμα ενός μεμονωμένου δικαστικού λάθους ή ότι για κάποιο λόγο ήταν άσχετη με τις υποθέσεις των προσφευγόντων. Ο ισχυρισμός των προσφευγόντων για επιπλέον αποζημίωση 20% υποστηριζόταν από μια σαφώς αναγνωρίσιμη γραμμή της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Επιπλέον, στις περιπτώσεις Akhverdiyev και Khalikova, το σπίτι και το διαμέρισμα των προσφευγόντων κατεδαφίστηκαν αντίστοιχα  μετά από παρόμοιες εντολές που εκδόθηκαν από την BCEA. Ειδικά στην υπόθεση Akhverdiyev, η κυβέρνηση υποστήριξε ρητά ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι περιουσίες των προσφευγόντων νόμιμα «απαλλοτριώθηκαν … για δημόσια ωφέλεια» από την BCEA. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες η αλλοτρίωση ιδιοκτησιών ιδιωτών έλαβε χώρα σε αυτές τις περιπτώσεις και στις παρούσες περιπτώσεις, ήταν σε μεγάλο βαθμό παρόμοιες (δηλαδή, η αλλοτρίωση και η στέρηση του τίτλου έγινε  κατόπιν εντολής της BCEA και στην υπόθεση Khalikova υπεγράφη τελικά σύμβαση αγοραπωλησίας), η θέση της κυβέρνησης σχετικά με το αν η αλλοτρίωση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί βάσει του εσωτερικού δικαίου ως απαλλοτρίωση για δημόσια ωφέλεια  ήταν ασυνεπής.

Η άρνηση καταβολής αποζημίωσης στους προσφεύγοντες δεν οφειλόταν σε μακροχρόνια απόκλιση της εσωτερικής νομολογίας που προέκυψε από διάφορες ερμηνείες των εθνικών δικαστηρίων της σχετικής νομικής διάταξης, καθώς δεν αποδείχθηκε  η ύπαρξη αντίθετων ερμηνειών της διάταξης αυτής. Η άρνηση απέρρεε από τα συμπεράσματα των εγχώριων δικαστηρίων και ιδίως του Ανώτατου Δικαστηρίου στις συγκεκριμένες υποθέσεις, αποκλίνουσα από τα πορίσματά του σε προηγούμενες παρόμοιες υποθέσεις, ότι το διάταγμα δεν εφαρμόστηκε στην περίπτωση  των προσφευγόντων, επειδή η κατάσταση αυτή δεν ισοδυναμούσε με απαλλοτρίωση για δημόσια ωφέλεια.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, για τους σκοπούς της παρούσας καταγγελίας, η θέση των προσφευγόντων ότι τα διαμερίσματά τους είχαν πράγματι απαλλοτριωθεί για δημόσια ωφέλεια  από την BCEA, ενεργώντας για λογαριασμό του κράτους, και ότι, ως εκ τούτου είχαν το δικαίωμα στην πρόσθετη αποζημίωση 20%, ισοδυναμούσε  με μια «δικαιολογημένη εμπιστοσύνη» που είχε θεσπιστεί επαρκώς στο εσωτερικό δίκαιο.

(ii) Αποζημίωση για ηθική βλάβη βάσει του νόμου περί απαλλοτριώσεων.

(α) Σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του νόμου περί απαλλοτριώσεων, η «αρχή απαλλοτρίωσης» ήταν αρχή η οποία ορίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο με σχετική εντολή. Στις παρούσες υποθέσεις εκδόθηκε τέτοια εντολή και οι προσφεύγοντες υπέβαλαν τελικά τις αξιώσεις τους στην BCEA, η οποία δεν ήταν αρμόδια να απαλλοτριώσει ιδιωτική ιδιοκτησία αυτεπαγγέλτως. Οι προσφεύγοντες είχαν επίσης ασκήσει τις αξιώσεις τους για αποζημίωση πολύ μετά τη λήξη της προθεσμίας. Επιπλέον, ενώ υπήρχε επαρκής εσωτερική νομολογία η οποία, μαζί με τις ισχύουσες εσωτερικές νομικές διατάξεις, αποτελούσε επαρκή βάση για τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων  βάσει του ΠΔ, δεν θα μπορούσε να ειπωθεί το ίδιο για τις αξιώσεις τους για αποζημίωση βάσει του νόμου περί απαλλοτριώσεων. Στην πραγματικότητα, μόνο σε τρεις υποθέσεις που ασκήθηκαν από άλλα άτομα που επλήγησαν από τις εντολές της BCEA έγιναν τελικά δεκτές παρόμοιες αξιώσεις.

Συνολικά, οι προσφεύγοντες απέτυχαν να αποδείξουν πειστικά ότι κατά την κατάθεση των αιτημάτων τους θα μπορούσαν να έχουν μια «νόμιμη προσδοκία» να λάβουν αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν βάσει του νόμου περί απαλλοτριώσεων.

(β) Επί της ουσίας.

Το Δικαστήριο έπρεπε να αποφασίσει εάν η άρνηση καταβολής της πρόσθετης αποζημίωσης 20% συνιστούσε από μόνη της παρέμβαση στο δικαίωμα των προσφευγόντων για ειρηνική απόλαυση των περιουσιών τους. Οι καταγγελίες των προσφευγόντων επικεντρώθηκαν κυρίως στην ασυνεπή προσέγγιση των εθνικών δικαστηρίων και στην φερόμενη αυθαιρεσία των αποφάσεών τους. Επομένως, η ύπαρξη παρεμβάσεων εξαρτιόνταν από το αν τα εθνικά δικαστήρια αποφάσισαν όντως αυθαίρετα.

Τα μέρη διαφωνούσαν ως προς το αν η κατάσταση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως απαλλοτρίωση για δημόσια ωφέλεια. Όπως φάνηκε, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός των προσφευγόντων ότι τα διαμερίσματα είχαν απαλλοτριωθεί για δημόσια ωφέλεια είχε υποστηριχθεί τουλάχιστον από μια σειρά αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου. Υπό τις συνθήκες αυτές, ήταν σημαντικό τα εθνικά δικαστήρια, στα οποία απευθύνθηκαν οι προσφεύγοντες, να παρέχουν προστασία και μια σαφή και ολοκληρωμένη απάντηση σχετικά με το ερώτημα, εάν οι προσφεύγοντες δικαιούνταν πρόσθετη αποζημίωση 20% την οποία και διεκδίκησαν.

Ωστόσο, τα εγχώρια δικαστήρια, και συγκεκριμένα το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο ήταν το ανώτατο δικαστικό όργανο, όπου προσέφυγαν οι προσφεύγοντες, εξέδωσε αποφάσεις που περιείχαν αντικρουόμενες εκτιμήσεις της ίδιας κατάστασης στις υποθέσεις των προσφευγόντων και σε υποθέσεις άλλων προσώπων.

Επιπλέον, παρά τις άμεσες αναφορές των προσφευγόντων σε προηγούμενες αμετάκλητες  αποφάσεις, όπου είχαν επιδικαστεί παρόμοιες αξιώσεις, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε σιωπήσει στις αποφάσεις του σχετικά με τις υποθέσεις τους και δεν είχε κάνει καμία διευκρίνιση ως προς το γιατί κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα στην παρούσα υπόθεση.

Το Δικαστήριο έχει  ήδη τονίσει ότι ο ρόλος ενός ανώτατου δικαστηρίου είναι ακριβώς η επίλυση τέτοιων συγκρούσεων και εάν αντικρουόμενες πρακτικές αναπτυχθούν σε μία από τις ανώτατες δικαστικές αρχές μιας χώρας, το ίδιο το δικαστήριο καθίσταται πηγή νομικής αβεβαιότητας, υπονομεύοντας, έτσι, την αρχή της νομικής βεβαιότητας και την εμπιστοσύνη του κοινού στο δικαστικό σύστημα. Είχε, επίσης, κρίνει ότι όταν τέτοιες προδήλως αντιφατικές αποφάσεις παρεμβαίνουν στο δικαίωμα στην ειρηνική απόλαυση των ιδιοκτησιών και δεν δίνεται εύλογη εξήγηση για την απόκλιση, αυτές οι παρεμβάσεις δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν νόμιμες για τους σκοπούς του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου επειδή οδηγούν σε αντιφατική νομολογία η οποία δεν διαθέτει την απαιτούμενη ακρίβεια για να επιτρέψει στα άτομα να προβλέψουν τις συνέπειες των πράξεών τους.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων, και ιδίως οι σχετικές αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου, που απέρριπταν τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων, συνιστούσαν παρέμβαση στο δικαίωμα τους για ειρηνική απόλαυση των ιδιοκτησιών τους σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Μια τέτοια παρέμβαση ήταν ασυμβίβαστη με την αρχή της νομιμότητας και κατά συνέπεια παραβίαζε το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

Άρθρο 14

Οι προσφεύγοντες κατήγγειλαν ότι υπέστησαν διακρίσεις λόγω της άρνησης των εθνικών δικαστηρίων να τους χορηγήσουν πρόσθετη αποζημίωση όταν σε άλλα άτομα που βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση είχαν καταβληθεί τέτοιες αποζημιώσεις. Το Δικαστήριο επανέλαβε  ότι για να προκύψει ζήτημα σύμφωνα με το άρθρο 14 πρέπει να υπάρχει διαφορά στη μεταχείριση των προσώπων σε ανάλογες ή συναφείς παρόμοιες καταστάσεις. Μια τέτοια διαφορά μεταχείρισης είναι διακριτική εάν δεν έχει αντικειμενική και εύλογη αιτιολογία με άλλα λόγια, εάν δεν επιδιώκει νόμιμο σκοπό ή εάν δεν υπάρχει λογική σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου στόχου. Το άρθρο 14 δεν απαγορεύει όλες τις διαφορές στη μεταχείριση, αλλά μόνο εκείνες τις διαφορές που βασίζονται σε αναγνωρίσιμο, αντικειμενικό ή προσωπικό χαρακτηριστικό ή «κατάσταση», με το οποίο διακρίνονται άτομα ή ομάδες μεταξύ τους (βλ. Carvalho Pinto de Sousa Morais κατά Πορτογαλίας, αρ. 17484/15, §§ 44-45, 25 Ιουλίου 2017).

Στις υπό κρίση υποθέσεις, οι προσφεύγοντες επικαλέστηκαν εγχώριες δικαστικές αποφάσεις στις οποίες είχαν γίνει δεκτές αξιώσεις άλλων ατόμων που επηρεάστηκαν ομοίως από τη διαταγή της BCEA της 31ης Μαΐου 2011. Ωστόσο, απέτυχαν να υποστηρίξουν ότι η διαφορά στην αντιμετώπιση βασίστηκε σε ένα αναγνωρίσιμο προσωπικό χαρακτηριστικό. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο έκρινε  ότι η καταγγελία για διακριτική μεταχείριση είναι αβάσιμη

Δίκαιη ικανοποίηση : Το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσά που κυμαίνονται μεταξύ 3.640 και 7.930 ευρώ για κάθε προσφεύγοντα ως αποζημίωση και  3.000 ευρώ σε κάθε προσφεύγοντα  για ηθική βλάβη (επιμέλεια echrcaselaw.com).

ΠΗΓΗechrcaselaw.com