Ψυχραιμία με τους υπαλλήλους της Efood – Όποιο χαρακτηρισμό κι αν δώσει στη σύμβαση η εργοδότρια, σημασία θα έχει η πραγματική φύση και οι όροι της σύμβασης, ζήτημα που θα προσδιορίσουν εν τέλει τα Δικαστήρια – Θα είναι τεράστια διακινδύνευση για την εταιρία να μεταβάλει τις συμβάσεις από εργασίας σε έργου. Διαβάστε γιατί:

122

Κατόπιν του σάλου, που προξενήθηκε στα κοινωνικά δίκτυα, αναφορικά με τη μεταβολή του καθεστώτος εργασίας των εργαζομένων σε πλατφόρμες ταχυμεταφοράς, μία ανάρτηση των οποίων παραθέτουμε εδώ από το ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ (https://www.protothema.gr/economy/article/1162034/efood-allazei-to-ergasiako-kathestos-ton-dianomeon-adidraseis-sta-social-media/), παραθέτουμε στο τέλος τη δική μας νομική άποψη για το ζήτημα και συστήνουμε ψυχραιμία, κυρίως στους εργαζομένους!

E-food: Αλλάζει το εργασιακό καθεστώς των διανομέων – Αντιδράσεις στα  social media

efood

17/09/2021, 12:02 49

Οι χρήστες του διαδικτύου κάνουν λόγο για «πλατφόρμες-γαλέρες»

Χαμός στα social media από την απόφαση της efood να κρατήσει μόνο τους ταχυμεταφορείς οι οποίοι θα δεχθούν τη μετατροπή της σχέσης εργασίας προκειμένου να δουλέψουν πλέον ως freelancer χωρίς δικαιώματα.

H είδηση συγκέντρωσε πολλά tweets που αποδοκίμαζαν την εταιρία κάνοντας λόγο για «πλατφόρμες-γαλέρες».

Η efood τα τελευταία χρόνια προσφέροντας αυξημένες αμοιβές κατά 30% για 4ωρη ή 8ωρη απασχόληση, στολή και άλλες παροχές κατάφερε να συγκεντρώσει την πλειοψηφία των «ντεληβεράδων»  σε σημείο που οι περισσότερες ψησταριές της γειτονιάς να μη βρίσκουν ταχυμεταφορείς.

Ωστόσο αυτές τις μέρες προκάλεσε αρνητικό θόρυβο όταν ενημέρωσε τους υπαλλήλους της ότι μετά τη λήξη της σύμβασής τους θα πρέπει να επιλέξουν άλλο μοντέλο συνεργασίας.

Οι  εργαζόμενοι έλαβαν email για το μέλλον της συνεργασίας τους το οποίο τους ενημέρωνε ότι το efood δε θα προχωρήσει σε ανανέωση της σύμβασης που είχαν ως μισθωτοί εργαζόμενοι και αν θέλουν μπορούν να ενταχθούν στο πρόγραμμα συνεργατών.

«Θέλουμε να συνεχίσεις να εργάζεσαι ως freelancer -ανέφερε το μήνυμα- θα έχεις την ευελιξία να διαμορφώσεις τις ώρες εργασίας σου και να αυξήσεις τις αποδοχές σου. Σε διαφορετική περίπτωση θα θέλαμε να σε ενημερώσουμε ότι δεν υπάρχει δυνατότητα ανανέωσης της υπάρχουσας σύμβασης. Παρακαλώ να μας ενημερώσεις άμεσα μέσω ticket για την αποδοχή του παραπάνω, προκειμένου να σε ενημερώσουμε για τα επόμενα βήματα».

efood-1

Σε ερώτηση που έκανε το σωματείο των εργαζομένων του κλάδου για την αιτία της αλλαγής μοντέλου, η εταιρία απάντησε ότι μετά την  αξιολόγηση των προφίλ των εργαζόμενων έκρινε ότι δεν ήταν αποδοτικοί.

Αξίζει να σημειώνουμε ότι η επίσης γνωστή πλατφόρμα Wolt είχε εξ αρχής υιοθετήσει το μοντέλο των freelancer.

Σημαντικό ρόλο στην απόφαση της efood έπαιξε ο πρόσφατος νόμος Χατζηδάκη για την προστασία της εργασίας ο οποίος προέβλεπε αυστηρότερες προϋποθέσεις για τη σύναψη συμβάσεων εργασίας των εργαζόμενων στις πλατφόρμες. Προέβλεπε όμως και τη δυνατότητα συνεργασίας με σύμβαση έργου. Στη περίπτωση αυτή ο «συνεργάτης» δεν έχει δικαιώματα (αποζημίωση, δώρα, επιδόματα) και δεν καλύπτεται από το σωματείο.

Η efood προσπάθησε να ξεφύγει από το αυστηρότερο πλαίσιο συμβάσεων της μισθωτής εργασίας ώστε να μην είναι ανεξέλεγκτες οι πλατφόρμες, υιοθετώντας το μοντέλο των συνεργατών, το οποίο σύμφωνα με τους συνδικαλιστές θα αποτελέσει «κερκόπορτα» για την ακόμα μεγαλύτερη χαλάρωση των εργασιακών σχέσεων.

«To efood» επισημαίνει ο γραμματέας τύπου της ΓΣΕΕ Δημήτρης Καραγεωργόπουλος «έχει υπερεκτιμήσει το πόσο μπορεί να εκβιάσει τους εργαζόμενους, αφού τους ξεσήκωσε να παρατήσουν την εργασία τους σε άλλα μαγαζιά, προσφέροντας,η αλήθεια είναι, ελκυστικό πακέτο αποδοχών και παροχών. Αφού εδραιώθηκε στην αγορά, τώρα μετατρέπει τους εργαζόμενους σε freelancers. Mε πρόσχημα ένα απαράδεκτο σύστημα αξιολόγησης, ξεσκαρτάρει από το δαπανηρό υποτίθεται προσωπικό και σχεδόν εκβιαστικά του αλλαζει τη σύμβαση. Για μας ήταν αναμενόμενο να συμβεί κάτι τέτοιο. Ακόμα και οι απαράδεκτες διευκολύνσεις που έκανε ο τελευταίος εργασιακό νόμος σε αυτού του είδους τις πλατφόρμες δεν ήταν αρκετές να καλύψει τη βουλιμία τους για περισσότερα κέρδη σε βάρος των εργαζομένων».

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΝΟΜΙΚΗ ΜΑΣ ΑΠΟΨΗ:

Αντιγράφουμε από τη σελίδα της ΓΕΣΕΕ τη διάκριση των διαφόρων μορφών συμβάσεων, με κυρίαρχη στην πράξη αυτή μεταξύ εργασίας και έργου:

“Σύμβαση εργασίας

Έννοια Σύμβασης

Είναι η συμφωνία γραπτή ή προφορική βάσει της οποίας ένα ορισμένο άτομο που καλείται μισθωτός, αναλαμβάνει την υποχρέωση να παρέχει τις υπηρεσίες του για ορισμένο ή αόριστο χρόνο σε ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο (εργοδότης),έναντι συμφωνημένου μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου.


Σύμβαση Εξαρτημένης Εργασίας

Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου, βάσει της οποίας ο εργαζόμενος αναλαμβάνει την κύρια υποχρέωση να παρέχει την εργασία του στον εργοδότη, υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του και ο εργοδότης την κύρια υποχρέωση καταβολής του μισθού. Οι κύριες υποχρεώσεις των μερών συνοδεύονται, βέβαια, και από αρκετές παρεπόμενες.Προϋπόθεση για την εφαρμογή των διατάξεων του εργατικού δικαίου είναι η ύπαρξη εξαρτημένης σύμβασης εργασίας. Το κριτήριο που χαρακτηρίζει μία σύμβαση ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι η προσωπική εξάρτηση, δηλαδή το γεγονός ότι ο εργαζόμενος είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται με τις οδηγίες και εντολές του εργοδότη και να δέχεται παράλληλα τον έλεγχό του. Πέραν αυτού, πρέπει να πληρούνται και ειδικότερα κριτήρια όπως, μεταξύ άλλων, οι σταθερά καταβαλλόμενες αποδοχές, το σταθερό ωράριο, ο προσδιορισμένος τόπος εργασίας, η διάθεση από τον εργοδότη των μέσων παραγωγής για την εκτέλεση της εργασίας, η ένταξη του εργαζόμενου σε μία ιεραρχικά οργανωμένη δομή.


Διευθυντικό δικαίωμα εργοδότη

Είναι η αρμοδιότητα του εργοδότη να ρυθμίζει κάθε θέμα που αφορά την οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του, προκειμένου να πετύχει τους σκοπούς της και να καθορίζει τους όρους και τις συνθήκες εργασίας των μισθωτών του, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης.Το ανωτέρω δικαίωμα του εργοδότη δεν είναι όμως ούτε απεριόριστο, ούτε ανεξέλεγκτο. Περιορίζεται από τους όρους της ατομικής σύμβασης εργασίας και υπόκειται σε περιορισμούς που προβλέπονται από το Σύνταγμα, τη κείμενη νομοθεσία, τις Σ.Σ.Ε., τον Κανονισμό Εργασίας της επιχείρησης και σε περίπτωση καταστρατήγησης, τον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων.Επομένως, το διευθυντικό δικαίωμα πρέπει να ασκείται με καλή πίστη και να μην ασκείται καταχρηστικά (ΑΚ 281). Ο εργοδότης πριν προβεί σε οποιαδήποτε μεταβολή πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες ατομικές και οικογενειακές ανάγκες των εργαζομένων του, τη δυνατότητα μετακίνησης, την ηλικία κλπ. 

Διάκριση από άλλες συμβάσεις:

α) Σύμβαση Έργου: Σύμβαση έργου υπάρχει όταν ένα πρόσωπο (εργολάβος) αναλαμβάνει έναντι ενός άλλου προσώπου (εργοδότη / κυρίου του έργου) την υποχρέωση εκτέλεσης ορισμένου έργου έναντι αμοιβής. Το κύριο στοιχείο που διακρίνει τη σύμβαση εργασίας από τη σύμβαση έργου είναι ότι στην περίπτωση της σύμβασης εργασίας ενδιαφέρει η παροχή της εργασίας ανεξαρτήτως συγκεκριμένου αποτελέσματος, ενώ στην περίπτωση της σύμβασης έργου ενδιαφέρει το αποτέλεσμα της εκτέλεσης ορισμένου έργου.

β) Σύμβαση Ανεξαρτήτων Υπηρεσιών: Σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει, όταν ο παρέχων ανεξάρτητες υπηρεσίες αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι ενός προσώπου, για παροχή εργασίας χωρίς όμως να υπόκειται στην εποπτεία και τον έλεγχο του αντισυμβαλλομένου του. Κύριο χαρακτηριστικό, επομένως της σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών είναι η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και η ανεξαρτησία ως προς τον καθορισμό του τόπου, του χρόνου και του τρόπου παροχής της εργασίας, κάτι που βασικά δεν συμβαίνει στην περίπτωση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

γ) Άτυπες μορφές απασχόλησης: Ευρύτατη εφαρμογή έχουν άτυπες μορφές απασχόλησης, όπως η κατ΄οίκον απασχόληση, η τηλεργασία, το φασόν. Αυτές οι μορφές απασχόλησης, οι οποίες αφορούν κυρίως γυναίκες εργαζόμενες, εμφανίζουν συχνά δυσμενείς συνέπειες για τους εργαζόμενους, όπως μειωμένες αποδοχές, στέρηση συλλογικών δικαιωμάτων, αλλά και γενικότερα δικαιωμάτων που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας (επιδόματα κλπ). Για την ρύθμιση των άτυπων αυτών μορφών απασχόλησης, θεσπίστηκε με το Ν. 2639/1998, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Ν. 3846/2010 τεκμήριο υπέρ της ύπαρξης εξαρτημένης εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη κι αν συναφθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου σύμβαση παροχής υπηρεσιών ή έργου, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας, εισάγεται τεκμήριο ότι υποκρύπτεται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η εργασία παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννένα συνεχόμενους μήνες.


Καταστρατήγηση της Σύμβασης Εξαρτημένης Εργασίας
Σε εποχές οικονομικής κρίσης και κατά συνέπεια απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων παρατηρείται συχνά το φαινόμενο, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας να χαρακτηρίζεται με άλλη μορφή σύμβασης (έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών), με όλες τις δυσμενείς για τον εργαζόμενο συνέπειες, όπως η μη ασφάλιση του εργαζόμενου στις μισθωτές υπηρεσίες του ΕΦΚΑ, ΙΚΑ, η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών ως ελεύθερος επαγγελματίας, η απώλεια επιδομάτων εορτών και αδείας κ.λ.π. Η σκόπιμη αυτή υποκατάσταση της σύμβασης εξαρτημένης από τον εργοδότη, η οποία προφανώς συνεπάγεται μεγάλη εξοικονόμηση εργοδοτικού κόστους, οδηγεί σε ευθεία καταστρατήγηση του πυρήνα των προστατευτικών διατάξεων του εργατικού δικαίου που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.Επειδή, ωστόσο, οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας είναι αναγκαστικού δικαίου, ο χαρακτηρισμός που δίνεται σε μία σύμβαση δεν δεσμεύει τα μέρη, αλλά ο χαρακτήρας της σύμβασης ελέγχεται από το δικαστήριο, το οποίο και αποφαίνεται τελικά βάσει των κριτηρίων και των ιδιαίτερων συνθηκών υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία. Στην περίπτωση κατατρατήγησης της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ο εργαζόμενος μπορεί να διεκδικήσει τα δικαιώματά του επικαλούμενος τα πραγματικά στοιχεία της εργασιακής του σχέσης δηλ. ωράριο, συμμόρφωση στις εντολές του εργοδότη κ.λ.π.


Σύμβαση Εργασίας Αορίστου ΧρόνουΣύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν η διάρκεια της δεν είναι καθορισμένη από τη συμφωνία εργοδότη – εργαζόμενου


Σύμβαση Εργασίας Ορισμένου Χρόνου

Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει όταν καθορίζεται το χρονικό διάστημα, μέσα στο οποίο ο μισθωτός θα προσφέρει τις υπηρεσίες του και παύει αυτοδικαίως μόλις λήξει ο χρόνος για τον οποίο καταρτίστηκε. Η διάρκεια της σύμβασης μπορεί να προκύπτει είτε από τη συμφωνία των ενδιαφερομένων, είτε από άλλα δεδομένα δηλ. διάταξη νόμου, είδος νόμου, είδος και σκοπός συμβάσεως κ.λ.π. 

Καταστρατήγηση της σύμβασης αορίστου χρόνου
Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν.2112/1920, οι διατάξεις περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των μισθωτών εφαρμόζονται κατ’ εξαίρεση και στις συμβάσεις εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, όταν ο καθορισμός της διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από το είδος και τη φύση της εργασίας, αλλά έγινε σκόπιμα για να καταστρατηγηθούν οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας περί υποχρεωτικής καταγγελίας και καταβολής αποζημίωσης. Αυτό συμβαίνει στις περιπτώσεις αλλεπάλληλων συμβάσεων ορισμένου χρόνου, οι οποίες συνάπτονται με σκοπό να αποφύγει ο εργοδότης την καταβολή αποζημίωσης στον μισθωτό, σε περίπτωση απόλυσής του, οπότε θεωρείται ότι πρόκειται για μια ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.Το θέμα των συμβάσεων ορισμένου χρόνου και η μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου απασχολεί εδώ και πολλά χρόνια τα ελληνικά δικαστήρια, ιδίως μετά την έκδοση της κοινοτικής οδηγίας 1999/70/ΕΚ, χωρίς ωστόσο να επέλθει ουσιαστική λύση στο πρόβλημα της απασχόλησης των εργαζομένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Η τελευταία προσπάθεια που επιχειρήθηκε το 2004 ήταν τα Π.Δ. 164/2004 για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και 180/2004 για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα.Το Π.Δ. 180/2004 τροποποιήθηκε με το Ν. 3986/2011 και πλέον το θεσμικό πλαίσιο για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου ορίζεται ως εξής:Θεσπίζεται ότι η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή μόνο αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο όπως αυτός προσδιορίζεται περιοριστικά στο νόμο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν άμεσα ή έμμεσα από την οικεία σύμβαση, όπως

  • Η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού
  • Η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα
  • Γίνεται με την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος
  • Συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός

 Σε περίπτωση μη συνδρομής αντικειμενικού λόγου και εφόσον η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου υπερβαίνει συνολικά τα 3 χρόνια τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης με συνέπεια την μετατροπή αυτών σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Αν στο χρονικό διάστημα των τριών ετών ο αριθμός των ανανεώσεων των συμβάσεων υπερβαίνει τις 3 τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης με συνέπεια την μετατροπή αυτών σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.


Δοκιμαστική περίοδος

Σύμβαση εργασίας με δοκιμή υπάρχει όταν ο εργοδότης διατηρεί για εύλογο χρονικό διάστημα το δικαίωμα να κρίνει εάν ο εργαζόμενος διαθέτει τις απαραίτητες για τη συγκεκριμένη θέση εργασίας ικανότητες, προσόντα και επιμέλεια, προκειμένου να προχωρήσει σε οριστική πρόσληψη. Το χαρακτηριστικό της σύμβασης με δοκιμή είναι ότι καθιστά ευχερέστερη τη λύση της. Σύμφωνα με τη διάταξη του Ν. 3899/2010, η απασχόληση με σύμβαση αορίστου χρόνου θεωρείται ως απασχόληση δοκιμαστικής περιόδου για τους πρώτους δώδεκα μήνες και μπορεί να καταγγελθεί χωρίς προειδοποίηση και χωρίς αποζημίωση απολύσεως, εκτός εάν υπάρχει διαφορετική συμφωνία των μερών. 

Ενημέρωση εργαζομένων για τους όρους της σύμβασης εργασίας τους

Ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιήσει αναλυτικά στον εργαζόμενο τους όρους εργασίας, δίνοντάς του έγγραφο που περιγράφει τη μορφή της εργασιακής σχέσης και τους όρους της, ανεξαρτήτως αν η σύμβαση εργασίας καταρτίστηκε προφορικά ή γραπτά. (άρ.2 Π.Δ. 156/94). 

Διάκριση υπαλλήλου και εργάτη

Ορισμός Υπαλλήλου

Υπάλληλος θεωρείται ο μισθωτός που παρέχει κατά κύριο λόγο πνευματική εργασία, με βάση δηλαδή ουσιαστικά κριτήρια, ενώ υπάρχει πλέον πλούσια νομολογία, σύμφωνα με την οποία χαρακτηρίζονται ως υπάλληλοι συγκεκριμένες ειδικότητες εργαζομένων, οι οποίοι παρέχουν μεν σωματική εργασία, πλην όμως έχουν εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και κυρίως ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση του έργου. Τέλος, υπάρχουν κατηγορίες ή ειδικότητες εργαζομένων οι οποίοι χαρακτηρίζονται από τον νόμο, από κανονισμούς που εκδίδονται με νομοθετική εξουσιοδότηση ή από Σ.Σ.Ε., ως ιδιωτικοί υπάλληλοι ή εξομοιώνονται με αυτούς, ανεξάρτητα από το είδος της παρεχόμενης εργασίας (υπάλληλοι) με βάση το τυπικό κριτήριο.Ο υπάλληλος αμείβεται κατά κύριο λόγο με μηνιαίο μισθό και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του μπορεί να γίνει είτε ύστερα από προειδοποίηση (τακτική καταγγελία), είτε χωρίς προειδοποίηση (έκτακτη καταγγελία). 

Εργάτης

Εργάτης θεωρείται ο μισθωτός που παρέχει κατά κύριο λόγο σωματική εργασία. Οι εργάτες αποκαλούνται πολλές φορές εργατοτεχνίτες ή τεχνίτες. Με τους εργάτες εξομοιώνονται γενικώς οι μαθητευόμενοι, οι μαθητές, τεχνίτες και το υπηρετικό (οικιακό) προσωπικό. Ο εργάτης αμείβεται συνήθως με ημερομίσθιο και η καταγγελία της σύμβασής του πραγματοποιείται χωρίς προειδοποίηση.


Διάκριση Μισθωτών σε Υπάλληλο και Εργάτη

Ανάλογα με τη φύση της εργασίας, δηλαδή αν είναι πνευματική ή σωματική, οι εργαζόμενοι (μισθωτοί) διακρίνονται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία σε υπαλλήλους ή εργάτες. Η διάκριση αυτή, η οποία επηρεάζει την εργασιακή τους σχέση τόσο κατά τη διάρκεια της (όροι αμοιβής και απασχόλησης), όσο και κατά τη λήξη της (καταβολή αποζημίωσης κλπ), καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής, καθώς το κριτήριο της παροχής πνευματικής ή σωματικής εργασίας έχει υποστεί μεταβολές κυρίως λόγω των σύγχρονων τεχνολογικών εξελίξεων. Ο χαρακτηρισμός του μισθωτού ως υπαλλήλου ή εργάτη γίνεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και όχι από χαρακτηρισμό που δίνεται από τη σύμβαση εργασίας ή τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής του, ή από την κατοχή τυπικών προσόντων (πτυχίο δίπλωμα κλπ). Δηλαδή γίνεται αποκλειστικά και μόνο από το είδος και τη φύση της παρεχόμενης εργασίας, εκτός βέβαια από τις περιπτώσεις που προσδιορίζεται από το νόμο ή την ιδιότητα του υπαλλήλου ή εργάτη σε ορισμένες κατηγορίες μισθωτών. Πάντως ο τρόπος υπολογισμού και καταβολής των αποδοχών δεν αποτελεί κριτήριο και είναι αδιάφορο αν ο εργαζόμενος αμείβεται με μηνιαίο μισθό ή ημερομίσθιο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Έτσι είναι δυνατόν οι ημερομίσθιοι να χαρακτηρισθούν σαν υπάλληλοι ή εργατοτεχνίτες, ανάλογα με τις υπηρεσίες που παρέχουν. Παράλληλα και όσοι αμείβονται με μηνιαίο μισθό δεν χαρακτηρίζονται για μόνο το λόγο αυτό σαν υπάλληλοι, γιατί μπορεί η εργασία που παρέχουν να είναι του εργατοτεχνίτη ή υπηρέτη”.

Στη συνέχεια παραθέτουμε δύο από τις πολλές σχετικές αποφάσεις του Αρείου Πάγου, που σταθερά νομολογούν με τον αυτό τρόπο επί δεκαετίες:

<<Απόφαση 793 / 2013    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 793/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2′ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Μ. του Κ., κατοίκου … η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της …. με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία “….” που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ….. με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/2/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30841/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 451/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/7/2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 1/3/2003 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 451/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (στους κανόνες δε αυτούς περιλαμβάνονται και οι ΣΣΕ και οι αποφάσεις των Διαιτητικών Δικαστηρίων επί συλλογικών διαφορών εργασίας) ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία – ΟλΑΠ 1/1999 και 32/1996), όταν δηλ. δεν προκύπτει από την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Εξάλλου: (Α) Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθ. 38 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και ν` ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη. Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθ. 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης. Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι` αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρ- τημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλ. η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ` αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005)…>>

<<Άρειος Πάγος

Απόφαση 71/2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας – σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών – σύμβαση έργου. Μετατροπή αρχικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας σε σύμβαση έργου. Καταγγελία συμβάσεως. Αγωγή για ακυρότητα καταγγελίας, λόγω μη καταβολής πλήρους αποζημίωσης. Εύλογος χρόνος καταβολής με δημόσια κατάθεση. Λόγοι αναίρεσης 559.11 ότι δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της την ομολογία της αναιρεσίβλητης και ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν. Λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ. Τι είναι πράγματα. Ειδικώς,…

Περίληψη:

Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας – σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών – σύμβαση έργου. Μετατροπή αρχικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας σε σύμβαση έργου. Καταγγελία συμβάσεως. Αγωγή για ακυρότητα καταγγελίας, λόγω μη καταβολής πλήρους αποζημίωσης. Εύλογος χρόνος καταβολής με δημόσια κατάθεση. Λόγοι αναίρεσης 559.11 ότι δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της την ομολογία της αναιρεσίβλητης και ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν. Λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ. Τι είναι πράγματα. Ειδικώς, για την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, όταν αυτή στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά ατποτελί “πράγμα”, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, είναι καταχρηστική και διότι αποτελεί “κύρωση”. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, και πρέπει να γίνει δεκτός. Αναιρεί ως προς το μέρος που απέρριψε την αγωγή κατά την στηριζόμενη στην ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας βάση της, λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής.

Αριθμός 71/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2′ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ….

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία “…………………ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ”, πρώην υπό την επωνυμία “…. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ”, που εδρεύει στην … και όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ως ex lege καθολικής διαδόχου του εγκατεστημένου στην Ελλάδα Υποκαταστήματος της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας Ζωής … και η οποία προήλθε από μετατροπή, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2166/1993, του εν λόγω Υποκαταστήματος της πιο πάνω Αλλοδαπής Ανώνυμης εταιρείας, σε Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της ….

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2380/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2352/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 21-3-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 2-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της και καθένας από αυτούς, την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του Α.Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 324/1946 Π.Υ.Σ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 Εισ. Ν. ΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη ( Ολ. ΑΠ 28/2005 ).

Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και ειδικότερα αν εκείνος που παρέχει τις υπηρεσίες του δεν υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, υπό την ανωτέρω έννοια, υπάρχει σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Ο χαρακτήρας δε της εργασίας ως εξαρτημένης δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού και καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως είναι η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών και η ασφάλιση στο ΙΚΑ.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, προκύπτει ότι, κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της συμβάσεως έργου είναι ότι με αυτήν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στο τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και όχι σ’ αυτή καθαυτή την εργασία, που θα απαιτηθεί για την εκτέλεση του έργου, η ολοκλήρωση και παράδοση του οποίου επιφέρει τη λύση της συμβάσεως. Αντικείμενο δε της συμβάσεως αυτής μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές αλλά επαναλαμβανόμενο σε ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια. Σε κάθε, όμως, περίπτωση τη μίσθωση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξαρτήσεως από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, επιλέγοντας το χρόνο και τον τρόπο εκτελέσεώς του μέσα στις συμβατικές προθεσμίες, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχό του. Τέλος, ο χαρακτηρισμός της συμβάσεως ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίδεται σε αυτή από τους διαδίκους, αλλά αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του για το χαρακτήρα της συμβάσεως από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε κατά ανέλεγκτη κρίση τα εξής:” …. Δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων έργου, ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, ο εκκαλών παρείχε τις υπηρεσίες του στην εφεσίβλητη, από 1.7.1985 έως 30.6.1995, ως εισπράκτορας ασφαλίστρων. Ειδικότερα στον εκκαλούντα είχε ανατεθεί η είσπραξη ασφαλίστρων πελατών της εφεσίβλητης, στην περιοχή Αθηνών, Πειραιώς και Προαστίων. Μετά το πέρας των εισπράξεων, έπρεπε να προσέρχεται καθημερινά στα γραφεία της εφεσίβλητης και να παραδίδει στο ταμείο το εισπραχθέν ποσό με τα σχετικά δικαιολογητικά και στοιχεία. Η αμοιβή του ήταν ανάλογη με τον αριθμό των εισπράξεων, το ωράριο απασχόλησης ελεύθερο και η εφεσίβλητη του κατέβαλε τη δαπάνη κινήσεως και συντηρήσεως του μέσου που χρησιμοποιούσε στις μετακινήσεις του. Από τα προαναφερθέντα, συνάγεται ότι οι διάδικοι απέβλεπαν στην επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος, ήτοι την είσπραξη ασφαλίστρων, ο εκκαλών παρείχε τις υπηρεσίες του, χωρίς τον έλεγχο και την εποπτεία της εκκαλούσας και δεν τελούσε σε νομική εξάρτηση από αυτήν. Κατ’ ακολουθίαν, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος που συνιστά και λόγο έφεσης ότι η έννομη σχέση που τον συνέδεε με την εφεσίβλητη, κατά το άνω διάστημα, ήταν, εν τοις πράγμασι, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν και απορριπτέος. Το έτος 1995, η εφεσίβλητη μετέτρεψε όλες τις συμβάσεις έργου των εισπρακτόρων της σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και από τότε όλοι οι εισπράκτορες, μεταξύ των οποίων και ο εκκαλών, εργάζονταν με την ιδιότητα του διοικητικού υπαλλήλου και ασφαλίζονταν στο Ι.Κ.Α., έναντι του ΤΕΒΕ που ήσαν ασφαλισμένοι μέχρι τότε. Ειδικότερα, ο εκκαλών κατήρτισε στις 1.7.1995 με την εφεσίβλητη, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας εντάχθηκε στους διοικητικούς υπαλλήλους της εταιρίας, με αντικείμενο εργασίας κυρίως την είσπραξη ασφαλίστρων. Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του ορίσθηκαν στο ποσό των 214.500 δραχμών, ενώ συμφωνήθηκε καταβολή 14,5 μισθών, κατ’ έτος και επί πλέον αμοιβή 420 δρχ. για κάθε πραγματοποιούμενη είσπραξη πλέον των τριακοσίων πρώτων εκάστου μηνός. Επίσης καθορίσθηκαν έξοδα κίνησης, μέχρι 25.000 δρχ. μηνιαίως, με την προσκόμιση νομίμων δικαιολογητικών. Συμφωνήθηκε πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση και ωράριο το νόμιμο …”. Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο δέχτηκε, ότι η σύμβαση που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων ήταν αυτή της σύμβασης έργου και όχι της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις, αφού με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση ήταν αυτή της σύμβασης έργου με το παραπάνω αντικείμενο. Ειδικότερα η παραδοχή ότι στον αναιρεσείοντα είχε ανατεθεί η είσπραξη ασφαλίστρων πελατών της εφεσίβλητης στην περιοχή Αθηνών, Πειραιώς και Προαστίων και ότι αυτός ” μετά το πέρας των εισπράξεων, έπρεπε να προσέρχεται καθημερινά στα γραφεία της εφεσίβλητης και να παραδίδει στο ταμείο το εισπραχθέν ποσό με τα σχετικά δικαιολογητικά “, προσδιορίζει το έργο που είχε ανατεθεί στον αναιρεσείοντα και τις συμβατικές αυτού υποχρεώσεις, ως προς την (τμηματική) παράδοση του έργου (δηλαδή των επιμέρους εισπράξεων των ασφαλίστρων ) και δεν ενέχει αντίφαση με το πόρισμα της αποφάσεως ότι ο αναιρεσείων παρείχε τις υπηρεσίες του, χωρίς τον έλεγχο και την εποπτεία της εκκαλούσας και δεν τελούσε σε νομική εξάρτηση από αυτήν. Εξάλλου η είσπραξη ασφαλίστρων πελατών της αναιρεσίβλητης, δύναται να αποτελέσει το αντικείμενο τόσο συμβάσεως εργασίας , όσο και συμβάσεως έργου και δεν ενέχει αντίφαση η παραδοχή ότι το αντικείμενο της εργασίας του αναιρεσείοντος δεν μεταβλήθηκε ουσιαστικά , ενώ στην απόφαση διαλαμβάνονται περιστατικά από τα οποία προκύπτει η μεταβολή της αρχικής σύμβασης ( έργου) σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας , όπως η αναφορά ότι ενώ αρχικά το ωράριο απασχόλησης ήταν ελεύθερο μετά το 1995 ο αναιρεσείων εργαζόταν ως διοικητικός υπάλληλος , καθώς επίσης ότι συμφωνήθηκε πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση και νόμιμο ωράριο εργασίας. Επομένως, ο πρώτος ( με τα στοιχ. Α-Δ) λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται, με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις, ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι…>>.

Από τα ανωτέρω ευχερώς συνάγεται ότι όπως κι αν χαρακτηρίσει η κάθε πλατφόρμα ταχυμεταφοράς τη σύμβαση, που τη συνδέει με τον ταχυμεταφορέα, τούτο θα κριθεί τελικά από τα Δικαστήρια, συνήθως κάποια χρόνια μετά, όταν θα λυθεί η σχετική σύμβαση έργου, που ενδεχομένως θα έχει επιλέξει. Με το δεδομένο ωστόσο της ύπαρξης όρων προσδιορισμού ωραρίου, τόπου και χρόνου εκτέλεσηςτης σύμβασης, όρων τόπου παραλαβής και παράδοσης των ειδών, ελέγχου τήρησης αυτών, εκ μέρους της εργοδότριας σε καθημερινή βάση, το ζήτημα του αν η σύμβαση αφορά παροχή εργασίας ή έργου, βαρύνει προς τη σύμβαση εργασίας. Αν αυτό δεχθούν και τα Δικαστήρια, οι συνέπειες για την εργοδότρια θα είναι κυριολεκτικά δυσβάστακτες για καταβολή αναδρομικών δώρων και επιδομάτων, τόκων υπερημερίας, ασφάλισης ΕΦΚΑ (ΙΚΑ) με πρόστιμα και προσαυξήσεις, πλέον της ποινικής διάστασης ως προς την οφειλή δεδουλευμένων κλπ.

Κυριάκος Κόκκινος – Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω – Διαπραγματευτής – CSAP – Coach