Η εκ του νόμου εγγραφή πρώτου του επωνύμου του πατέρα στο τέκνο, σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων, συνιστά διάκριση εις βάρος της μητέρας

32

ΑΠΟΦΑΣΗ

León Madrid κατά Ισπανίας της 26.10.2021 (αρ. προσφ. 30306/13)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Επωνυμία τέκνου. Αίτημα της προσφεύγουσας να αντιστραφεί η σειρά των επωνύμων των γονέων της ανήλικης κόρης της, η οποία γεννήθηκε το 2005. Κατά τον κρίσιμο χρόνο, η ισπανική νομοθεσία προέβλεπε ότι σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των γονέων, το παιδί θα φέρει το επώνυμο του πατέρα και στη συνέχεια εκείνο της μητέρας. Η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι αυτή η διάταξη συνιστούσε διάκριση.

Η αυτόματη φύση της εφαρμογής του νόμου κατά τον κρίσιμο χρόνο – που είχε εμποδίσει τα εθνικά δικαστήρια να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης – δεν μπορούσε, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, να δικαιολογηθεί βάσει της Σύμβασης. Παρά τον κανόνα ότι το πατρικό επίθετο θα έπρεπε να προηγείται, σε περιπτώσεις που οι γονείς διαφωνούσαν, δεν αποκλείεται να κριθεί απαραίτητο το αντίθετο, δηλαδή να προηγηθεί το επώνυμο της μητέρας, γεγονός όχι απαραίτητα ασυμβίβαστο με τη Σύμβαση. Ωστόσο η παρέκκλιση αυτή ήταν αυστηρή και μεροληπτική κατά των γυναικών. Επιπλέον, με βάση τον ισχύοντα νόμο, η εγγραφή πρώτα του πατρικού επωνύμου θα μπορούσε να εξυπηρετεί το σκοπό της ασφάλειας δικαίου, ωστόσο τον ίδιο σκοπό θα μπορούσε να εξυπηρετήσει και η εγγραφή του μητρικού επωνύμου. Επομένως, οι λόγοι που προέβαλε η κυβέρνηση δεν ήταν επαρκώς αντικειμενικοί και εύλογοι για να δικαιολογήσουν τη διαφορετική μεταχείριση που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα.

Παραβίαση του άρθρου 14 (απαγόρευση των διακρίσεων) σε συνδυασμό με το άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 8

Άρθρο 14

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα, Josefa León Madrid, είναι υπήκοος της Ισπανίας, η οποία γεννήθηκε το 1969 και ζει στην Πάλμα ντε Μαγιόρκα (Ισπανία).

Μεταξύ 2004 και 2005 η προσφεύγουσα είχε συνάψει  σχέση με τον J.S.T.S. και έμεινε έγκυος. Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, ο J.S.T.S. επέμεινε να διακόψει την εγκυμοσύνη, κάτι που την οδήγησε στο να τερματίσει κάθε επικοινωνία μαζί του και να κρατήσει το μωρό. Το 2005 γέννησε μια κόρη, η οποία είχε εγγραφεί στο μητρώο γεννήσεων με τα δύο επώνυμα (πατρικό και μητρικό) τα οποία χρησιμοποιεί η ίδια η μητέρα.

Το 2006 ο πατέρας κατέθεσε αγωγή για την αναγνώριση πατρότητας τέκνου γεννημένου εκτός γάμου, η οποία αμφισβητήθηκε από την προσφεύγουσα. Στο τέλος των εν λόγω διαδικασιών, κατά τις οποίες διαπιστώθηκε η βιολογική πατρότητα του παιδιού, ο δικαστής αποφάσισε  ότι το παιδί θα φέρει το επώνυμο του πατέρα ακολουθούμενο από αυτό της μητέρας. Η προσφεύγουσα προσέβαλε ανεπιτυχώς την απόφαση αυτή ενώπιον των ανώτερων δικαστηρίων, διαδικασία που έληξε το 2012.

Κατά τον κρίσιμο χρόνο η ισπανική νομοθεσία (άρθρο 194 του κανονισμού εφαρμογής του νόμου για την καταγραφή γεννήσεων, γάμων και θανάτων) προέβλεπε ότι σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των γονέων, το παιδί θα φέρει το επώνυμο του πατέρα ακολουθούμενο από εκείνο της μητέρας. Ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι ο εν λόγω κανονισμός εισάγει διακρίσεις και ότι η σειρά των επωνύμων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε περίπτωσης, κρίνοντας in concreto.

Η προσφεύγουσα επικαλέστηκε ιδίως το άρθρο 14 (απαγόρευση των διακρίσεων) σε συνδυασμό με το άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) της Σύμβασης.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 14 (απαγόρευση των διακρίσεων) σε συνδυασμό με το άρθρο 8

Το ΕΔΔΑ σημείωσε ότι το άρθρο 194 του Κανονισμού εφαρμογής του νόμου για την καταχώριση των γεννήσεων, γάμων και θανάτων, είχε τροποποιηθεί με τον Νόμο 20/2011, που προέβλεπε ότι σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των γονέων θα εναπόκειτο στον «δικαστή» να αποφασίσει σχετικά με τη σειρά των επωνύμων του παιδιού, λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον του παιδιού ως πρωταρχικό μέλημα. Ωστόσο, οι νέες αυτές διατάξεις δεν ίσχυαν για την κόρη της προσφεύγουσας, η οποία κατά την εξέταση της υπόθεσης ήταν 16 ετών. Η αυτόματη εφαρμογή της προηγούμενης νομοθεσίας δεν είχε επιτρέψει στον δικαστή να λάβει υπόψη τις καταγγελίες της προσφεύγουσας με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, όπως για παράδειγμα, την αρχική επιμονή του πατέρα να διακόψει την εγκυμοσύνη ή το γεγονός ότι το παιδί έφερε τα δύο επώνυμα της μητέρας από τη στιγμή της γέννησής του και για περισσότερο από ένα χρόνο, μη έχοντας αναγνωριστεί αμέσως από τον πατέρα.

Το ΕΔΔΑ σημείωσε ότι δύο άτομα σε παρόμοια κατάσταση –η προσφεύγουσα και ο πατέρας του παιδιού– είχαν αντιμετωπιστεί  διαφορετικά και ότι η διάκριση ήταν αποκλειστικά φυλετική. Δήλωσε ότι καθήκον του ήταν να καθορίσει εάν η «διαφορετική μεταχείριση» με βάση το φύλο κατά τον κρίσιμο χρόνο, με αποτέλεσμα το επώνυμο του πατέρα να εγγραφθεί πρώτο σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των γονέων, ήταν αντίθετη με το άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της Σύμβασης. Σε  σχέση με αυτά, εναπόκειτο στις εθνικές αρχές να επιτύχουν μια δίκαιη ισορροπία στην παρούσα υπόθεση μεταξύ των διαφόρων διακυβευόμενων συμφερόντων, δηλαδή, αφενός, του ιδιωτικού συμφέροντος της προσφεύγουσας αντιστρέφοντας τα επώνυμα της κόρης της και, από την άλλη, το δημόσιο συμφέρον για τη ρύθμιση της επιλογής των επωνύμων.

Το ΕΔΔΑ παρατήρησε ότι το τρέχον κοινωνικό πλαίσιο στην Ισπανία δεν αντιστοιχούσε σε αυτό που υφίστατο  κατά τον χρόνο έκδοσης της νομοθεσίας που είχε εφαρμογή στην εν λόγω υπόθεση. Μια σειρά κοινωνικών αλλαγών είχαν λάβει χώρα στην Ισπανία από τη δεκαετία του 1950 με αποτέλεσμα την εναρμόνιση του εσωτερικού δικαίου με τα διεθνή όργανα και την εγκατάλειψη της πατριαρχικής έννοιας της οικογένειας που κυριαρχούσε στο παρελθόν. Η Ισπανία, μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης από τις 24 Νοεμβρίου 1977 είχε εκπληρώσει τις δεσμεύσεις της ως προς αυτό και είχε υιοθετήσει πολυάριθμα μέτρα που στοχεύουν στην ισότητα των φύλων στην ισπανική κοινωνία, σύμφωνα με τα ψηφίσματα και τις συστάσεις που εγκρίθηκαν στο πλαίσιο αυτού του Οργανισμού.

Σημείωσε την πρόσφατη εξέλιξη, αλλά παρατήρησε ότι το άρθρο 194 του κανονισμού για την εφαρμογή του νόμου για την καταγραφή γεννήσεων, γάμων και θανάτων που ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση, και οι αναφορές σε εικαζόμενες γενικές παραδόσεις ή πλειοψηφικές κοινωνικές στάσεις που επικρατούσαν σε μια δεδομένη χώρα δεν ήταν επαρκείς για να δικαιολογήσουν τη διαφορετική μεταχείριση λόγω φύλου.

Η Κυβέρνηση αρνήθηκε την ύπαρξη διάκρισης, υποστηρίζοντας ότι η κόρη της προσφεύγουσας θα μπορούσε, εάν το επιθυμούσε να αλλάξει τη σειρά των επωνύμων της μόλις συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας της. Πέρα από  τον αναμφισβήτητο αντίκτυπο που θα μπορούσε να έχει ένα μέτρο τέτοιας διάρκειας στα δικαιώματα της προσωπικότητας της και στην ταυτότητά της ως ανήλικη, η οποία  θα ήταν υποχρεωμένη να δώσει προτεραιότητα στο επώνυμο του πατέρα με τον οποίο είχε μόνο βιολογική συγγένεια, το ΕΔΔΑ δεν μπορούσε να αγνοήσει τις επιπτώσεις στη ζωή της προσφεύγουσας: ως νόμιμος εκπρόσωπός της που μοιραζόταν τη ζωή της κόρης της από τη γέννησή της, η προσφεύγουσα υπέφερε σε καθημερινή βάση από τις συνέπειες των διακρίσεων που προκλήθηκαν από την αδυναμία να αλλάξει το όνομα του παιδιού της. Έπρεπε να γίνει διάκριση μεταξύ των επιπτώσεων του καθορισμού του ονόματος κατά τη γέννηση και τη δυνατότητα αλλαγής του ονόματος αργότερα. Ο αυτόματος χαρακτήρας της εφαρμογής του επίμαχου νόμου, που είχε εμποδίσει τα δικαστήρια να λάβουν υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, δεν δικαιολογούνταν, κατά την άποψη του ΕΔΔΑ, βάσει της Σύμβασης. Ο κανόνας ότι το επίθετο του πατέρα πρέπει να τοποθετείται πρώτο σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των γονέων και η αδυναμία παρέκκλισης από αυτόν τον κανόνα ήταν υπερβολικά αυστηρή και επέφερε διακρίσεις σε βάρος των γυναικών. Επιπλέον, ο σκοπός εξυπηρέτησης της ασφάλειας του δικαίου θα μπορούσε να επιτευχθεί εξίσου και με την εισαγωγή πρώτα του μητρικού επωνύμου.

Οι λόγοι που προέβαλε η κυβέρνηση δεν ήταν επαρκώς αντικειμενικοί και εύλογοι προκειμένου να δικαιολογηθεί η διαφορετική μεταχείριση που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα. Υπήρξε συνεπώς παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το ΕΔΔΑ επιδίκασε στην προσφεύγουσα 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 23.853,22 ευρώ για έξοδα και δαπάνες.

ΠΗΓΗechrcaselaw.com