Απόφ. 256/2021 του κατά το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος Ειδικού Δικαστηρίου (συντάξεις δικαστικών λειτουργών)

55

Αριθμός 256/2021

Το κατά το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος Ειδικό Δικαστήριο

——————————-

         Αποτελούμενο από τους: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Πρόεδρο, κωλυομένης της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτη, αναπληρωματικό μέλος, κωλυομένων των Μαρίας Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτη, τακτικού μέλους και Μυρσίνης Παπαχίου, Αρεοπαγίτη, αναπληρωματικού μέλους, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αναπληρωματικό μέλος, κωλυομένων των Ευφροσύνης Παπαθεοδώρου, Συμβούλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τακτικού μέλους και Νεκταρίας Δουλιανάκη, Συμβούλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αναπληρωματικού μέλους, Ευγενία Πρεβεδούρου, Καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τακτικό μέλος, Σπυρίδωνα Ψυχομάνη, Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αναπληρωματικό μέλος, κωλυομένων των Κωνσταντίνου Χριστοδούλου, Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, τακτικού μέλους και Ελένης Μουσταΐρα, Καθηγήτριας της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, αναπληρωματικού μέλους, Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, αναπληρωματικό μέλος, κωλυομένης της Ευγενίας Σαχπεκίδου, Καθηγήτριας της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τακτικού μέλους, Δημήτριο Πολλάλη, Δικηγόρο, αναπληρωματικό μέλος, κωλυομένων των Χριστίνας Κουντούρη και Θεμιστοκλή Μαμάκου, Δικηγόρων, τακτικών μελών, Ιωάννη Πιτσιώρα, Δικηγόρο, αναπληρωματικό μέλος, κωλυομένων των ανωτέρω Δικηγόρων τακτικών μελών και του Δημητρίου Μανώλη, Δικηγόρου, αναπληρωματικού μέλους, Θεόδωρο Γεωργάκη, Δικηγόρο, τακτικό μέλος,Ελένη Γκίκα, Προϊσταμένη της Διεύθυνσης της Γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, Γραμματέα.

         Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του Συμβουλίου της Επικρατείας στις 6 Απριλίου 2021, ημέρα Τρίτη και ώρα 18.00, για να δικάσει την από 5 Ιουνίου 2020 αγωγή, η οποία κατατέθηκε στις 9 Ιουνίου 2020 ενώπιον της Γραμματείας του Ειδικού Δικαστηρίου και έλαβε αριθμό καταθέσεως 1.

         Τ η ς  ………… του ………., κατοίκου …………. Αττικής, …………, η οποία δεν παρέστη αλλά κατέθεσε έγγραφη έγκριση για την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος από τον υπογράφοντα το δικόγραφο δικηγόρο Θωμά Τραυλό.

         Κ α τ ά  1) του Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και 2) του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης και ήδη Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, οι οποίοι δεν παρέστησαν αλλά κατέθεσαν δήλωση για τη συζήτηση της αγωγής.

         Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη, άκουσε την εισηγήτρια της υποθέσεως Αγγελική Πανουτσακοπούλου, κ α ι

Α φ ο ύ   μ ε λ έ τ η σ ε   τ α   σ χ ε τ ι κ ά   έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε   κ α τ ά   τ ο ν   Ν ό μ ο

         1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, η ενάγουσα, συνταξιούχος δικαστική λειτουργός (Εφέτης Διοικ. Δικαστηρίων επί τιμή), η οποία συνταξιοδοτήθηκε την 1-7-2016, ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Ελληνικό Δημόσιο και το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)» και ήδη «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)» (άρθρο 51Α του ν.4387/2016), το οποίο συνεστήθη, ως φορέας κοινωνικής ασφάλισης με το άρθρο 51 του ν. 4387/12-5-2016 και στο οποίο υπήχθησαν από 1-1-2017 οι υφιστάμενοι φορείς κύριας κοινωνικής ασφάλισης, των οποίων έκτοτε κατέστη οιονεί καθολικός διάδοχος και ειδικά ως προς το Δημόσιο οι εν γένει αρμοδιότητες που αφορούν στις  συντάξεις του Δημοσίου, οφείλουν να της καταβάλουν εις ολόκληρον και νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής το ποσό των 159.369,14 ευρώ, άλλως και εφόσον, καθόσον αφορά στην επικαλούμενη στην αγωγή ουσιώδη απόκλιση της καταβαλλόμενης μηνιαίας σύνταξής της από τις αποδοχές των εν ενεργεία συναδέλφων της, ήθελε ληφθεί υπόψη η μικτή σύνταξή της, το ποσό των 107.126,48 ευρώ, ως αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, για την αποκατάσταση της ζημίας που φέρεται να έχει υποστεί κατά την περίοδο από 1/7/2016 έως 30/4/2020 από την παράνομη στέρηση ποσών συντάξεων. Ειδικότερα, τα ποσά αυτά θα ελάμβανε, κατά τους ισχυρισμούς της, αν δεν εφαρμόζονταν κατά τον υπολογισμό της μηνιαίας σύνταξής της οι κατ’ αυτήν αντίθετες στα άρθρα 4  §§ 1 και 5, 25 §§ 1 και 4, 26, 87 § 1 και 2 και 88 § 2 του Συντάγματος αμέσως παρακάτω αναφερόμενες διατάξεις και αν δεν υπολογίζονταν εσφαλμένα τα επιβλητέα ποσά κρατήσεων υγειονομικής περίθαλψης κατά τη χορήγηση της προσωρινής σύνταξής της και δεν επαναξιώνονταν αυτά απ’ αυτή κατά την έκδοση της οικείας συνταξιοδοτικής πράξης, εκ των ανωτέρω δε ποσών ζητεί να υποχρεωθούν τα εναγόμενα να της καταβάλουν το ποσό των 6.000 ευρώ. Επίσης ζητεί να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να της καταβάλουν το ποσό των 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση  της ηθικής βλάβης που ισχυρίζεται ότι υπέστη (σχετικώς με την παθητική νομιμοποίηση των εναγομένων Δημοσίου και ΕΦΚΑ, επί αγωγών συνταξιούχων υπαγομένων στο ειδικό συνταξιοδοτικό καθεστώς των δημοσίων λειτουργών, υπάλληλων και στρατιωτικών με αντικείμενο την ικανοποίηση απαιτήσεων που απορρέουν από τη συνταξιοδοτική τους σχέση, είτε ευθέως εκ του νόμου, είτε ένεκα αδικοπραξίας κατ’ άρθρο 105 Εισ.Ν.ΑΚ. και την παράλληλη ευθύνη του ΕΦΚΑ ως εις ολόκληρον οφειλέτη βλ. τις Ελ. Συν. 2395,1575, 363/2020). Όπως ειδικότερα προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, η ανωτέρω ζημία προκλήθηκε, κατά την ενάγουσα, λόγω (α) της επιβολής εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων (άρθρα 38 του ν. 3863/2010, 11 του ν. 3865/2010, 44 παρ. 10 του ν. 3986/2011 και 2 παρ. 13 του ν. 4002/2011), (β) της εσφαλμένης παρακράτησης κατά το διάστημα χορήγησης της προσωρινής σύνταξης (1.7.2016 έως 1.7.2019) ποσού 5.679 ευρώ, αντί του πράγματι οφειλόμενου  ποσού  των 4.407,48 ευρώ για κρατήσεις υγειονομικής περίθαλψης (άρθρο 44 ν. 4387/2016), καθώς και λόγω της εκ νέου αξίωσης καταβολής ποσού 4.407,48 ευρώ για τον ίδιο λόγο, κατά την έκδοση της 03425/2019 συνταξιοδοτικής πράξης, (γ) του εσφαλμένου υπολογισμού της προσωπικής διαφοράς της ενάγουσας, εξαιτίας της πλημμελούς ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 14 του ν. 4387/2016, δοθέντος ότι, κατά τον υπολογισμό του  καταβαλλόμενου ποσού της «παλαιάς» σύνταξης ως βάσης υπολογισμού της προσωπικής διαφοράς, πραγματοποιήθηκαν οι αντισυνταγματικές περικοπές των ν. 3865/2010, 4051/2010 και 4093/2012 και (δ) της ιδιαίτερα υψηλής απόκλισης μεταξύ της μηνιαίας σύνταξης της ενάγουσας και των αποδοχών ενεργείας των ομοιόβαθμων με αυτή εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών κατά ποσοστό ανώτερο του 40% και της ανατροπής της επιβαλλόμενης αναλογίας των μεγεθών αυτών.

         2. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 4, 5 παρ. 1 και 2 και 8 του ν. 3038/2002, ερμηνευόμενων ενόψει του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, στη δικαιοδοσία του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου υπάγονται οι σχετικές με κάθε είδους αποδοχές και συντάξεις των δικαστικών λειτουργών διαφορές, εφόσον η επίλυση των οικείων νομικών ζητημάτων αφορά ειδικώς τους δικαστικούς λειτουργούς και μπορεί ταυτόχρονα να επηρεάσει τη μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση ευρύτερου κύκλου των προσώπων αυτών. Αντιθέτως, δεν υπάγονται στην δικαιοδοσία του Ειδικού Δικαστηρίου μισθολογικές και συνταξιοδοτικές διαφορές δικαστικών λειτουργών, στις οποίες ανακύπτουν ζητήματα που αφορούν και άλλες κατηγορίες λειτουργών, υπαλλήλων ή συνταξιούχων του Δημοσίου. Και τούτο διότι, όταν το αρμόδιο τακτικό διοικητικό δικαστήριο ή το Ελεγκτικό Συνέδριο εκδικάζει όμοια με τα εγειρόμενα ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου νομικά ζητήματα που αφορούν και άλλους λειτουργούς, υπαλλήλους ή συνταξιούχους του Δημοσίου, πλην των δικαστικών λειτουργών, ενδέχεται να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις για το ίδιο νομικό ζήτημα, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άρσης της σχετικής σύγκρουσης. Το Ειδικό Δικαστήριο εάν κρίνει ότι δεν έχει δικαιοδοσία παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο τακτικό  διοικητικό δικαστήριο ή Ελεγκτικό Συνέδριο. Η παραπεμπτική απόφαση είναι δεσμευτική για το δικαστήριο στο οποίο γίνεται η παραπομπή. Περαιτέρω, κατά την έννοια των ίδιων ως άνω διατάξεων, το Ειδικό Δικαστήριο, μετά την επίλυση του εμπίπτοντος στη δικαιοδοσία του νομικού ζητήματος, εφόσον τούτο δεν έχει ήδη επιλυθεί με προηγούμενη απόφασή του, παραπέμπει τη σχετική υπόθεση για την περαιτέρω εκδίκασή της στο αρμόδιο δικαστήριο, δηλαδή είτε σε τακτικό διοικητικό δικαστήριο είτε στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Το δικαστήριο δε στο οποίο παραπέμπεται η υπόθεση, συμμορφούμενο, ως προς το επιλυθέν νομικό ζήτημα, με την απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου, επιλύει οριστικώς τη διαφορά. Αν το τιθέμενο στην υπόθεση νομικό ζήτημα έχει ήδη επιλυθεί με προηγούμενη απόφασή του, το Ειδικό Δικαστήριο, αφού διαπιστώσει τούτο, παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο για την περαιτέρω εκδίκασή της και δεν προβαίνει στην εκ νέου κρίση επί του ζητήματος αυτού (βλ. αποφ. του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου 130, 1-3/2020, 1-4/2018, 55, 173/2019, 17, 6, 5/2017, 345, 213/2016 κ.ά.).

         3. Επειδή, με το κρινόμενο ένδικο βοήθημα τίθεται, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου, μεταξύ άλλων, το ζήτημα της συμφωνίας ή μη με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος των διατάξεων τόσο του ν. 4387/2016 όσο και των ως άνω προγενέστερων αυτού νόμων, κατά το μέρος που αφορούν τον υπολογισμό συντάξεων των δικαστικών λειτουργών και έχουν επέλθει με αυτές περικοπές στις συντάξεις τους. Με τα δεδομένα αυτά, το παρόν Ειδικό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία για την εκδίκαση της κρινόμενης διαφοράς, δεδομένου ότι η επίλυση των αναφυομένων ζητημάτων αφορά μόνον τους δικαστικούς λειτουργούς, ενόψει του  ειδικού καθεστώτος που διέπει τη μισθολογική και συνταξιοδοτική τους μεταχείριση, και μπορεί να επηρεάσει τη συνταξιοδοτική κατάσταση ευρύτερου κύκλου των εν λόγω λειτουργών,  ενώ κατά τα λοιπά συντρέχει δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα.

         4. Επειδή, με την 164/2015 απόφαση του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου καθόσον αφορά στο ζήτημα της συμφωνίας ή μη με το Σύνταγμα της επιβολής εισφοράς αλληλεγγύης και περικοπών στις συντάξεις του Δημοσίου, μεταξύ των οποίων και των δικαστικών λειτουργών με τις αμέσως παρακάτω αναφερόμενες διατάξεις, κρίθηκαν τα εξής: «[…] οι θεσπισθείσες με τους ν. 3833/2010 (άρθρο 1 παρ. 2), 3845/2010 (άρθρο τρίτο παρ. 6), 3865/2010 (άρθρο 11), 4002/2011 (άρθρο 2 παρ. 13), 4024/2011 (άρθρο 1 παρ. 10) και 4051/2012 (άρθρο 1 παρ. 1) περικοπές των συντάξεων του Δημοσίου, μεταξύ των οποίων και των δικαστικών λειτουργών, αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο, συνολικά εφαρμοζόμενο, αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, άμεσης ανάγκης κάλυψης οικονομικών αναγκών της χώρας όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν κατ’ αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και συμβάλλουν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών. Ενόψει τούτων τα μέτρα αυτά δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν είναι αναγκαία, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτόν κρίσιμης δημοσιονομικής κατάστασης υπόκειται σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο. Επομένως, εφόσον η κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των ν. 3833/2010, 3845/2010, 3865/2010, 4002/2011, 4024/2011 και 4051/2012 μείωση των συντάξεων των δικαστικών λειτουργών, όπως και όλων των συνταξιούχων του Δημοσίου, δεν υπερβαίν[ει] το αναγκαίο μέτρο, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί κλονισμού των συνθηκών οικονομικής ασφάλειας των δικαστών, της αρχής της διακρίσεως των λειτουργιών και προσβολής της δικαστικής (προσωπικής και λειτουργικής) ανεξαρτησίας».

         5. Επειδή, με την ανωτέρω απόφαση επιλύθηκε και το ζήτημα της συμφωνίας προς τις συνταγματικές διατάξεις που διασφαλίζουν τη δικαστική ανεξαρτησία, μεταξύ άλλων, των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 4051/2012, που αφορά αναπροσαρμογή (μείωση) της κύριας σύνταξης των συνταξιούχων του Δημοσίου γενικά, καθώς και  των άρθρων 11 του ν. 3865/2010 και 2 παρ. 13 του ν. 4002/2011, οι οποίες αφορούν την εισφορά αλληλεγγύης που επιβλήθηκε, μεταξύ άλλων, στις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών. Αναφορικά ωστόσο, με τους συνταξιούχους εν γένει του Δημοσίου και χωρίς να ασκεί επιρροή η δικαστική ή μη ιδιότητα των εναγόντων, ακολούθησαν οι 244/2017 και 504/2021 αποφάσεις της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την πρώτη εκ των οποίων κρίθηκε ότι οι ανωτέρω διατάξεις είναι αντίθετες προς τις ρυθμίσεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος και τις από αυτά απορρέουσες αρχές, με τη δε δεύτερη κρίθηκε ότι οι ίδιες διατάξεις αντίκεινται στις παραπάνω ρυθμίσεις του Συντάγματος και μετά την ένταξή τους στο ενιαίο συνταξιοδοτικό σύστημα του ν. 4387/2016, για το χρονικό διάστημα έως 31.12.2018. Με τα δεδομένα αυτά η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος που αφορά την ανωτέρω εισφορά αλληλεγγύης, πρέπει να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση στο Ελεγκτικό Συνέδριο (βλ. αποφ. Ειδικού Δικαστηρίου 173/2019, 2/2018).

         6. Επειδή, με τις αποφάσεις 1-4/2018 του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου κρίθηκε ότι οι διατάξεις της υποπαραγράφου Β.3 της παραγράφου Β του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, κατά το μέρος που αφορούν τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς και ελήφθησαν υπόψη για τον επανυπολογισμό των συντάξεων τους, κατά το άρθρο 14 παράγραφοι 1 περ. β και 2 περ. α του ν. 4387/2016, καθώς και οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 13 αυτού, αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 26 του Συντάγματος και στις εξειδικεύουσες αυτές, ως προς τη δικαστική εξουσία, διατάξεις των άρθρων 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος, οι οποίες επιτάσσουν τη χορήγηση στους δικαστικούς λειτουργούς σύνταξης, που να μην αποκλίνει ουσιωδώς από τις αποδοχές των εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι έχουν τον αυτό βαθμό με εκείνον που κατείχαν οι συνταξιούχοι κατά την έξοδό τους από την ενεργό υπηρεσία, ώστε να διασφαλίζεται σε αυτούς επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, ανάλογο με το κύρος και την αποστολή του λειτουργήματος που ασκούσαν. Τούτο διότι, κατά τον προσδιορισμό των ανωτέρω περικοπών του ν. 4093/2012 δεν ελήφθη υπόψη η ιδιαίτερη συνταξιοδοτική μεταχείριση των δικαστικών λειτουργών, την οποία, κατά τα ανωτέρω, κατοχυρώνει το Σύνταγμα ως εγγύηση για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας και, δι’ αυτής, την εξασφάλιση στους πολίτες αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, αφού, πέραν του αμιγώς ποσοτικού (αριθμητικού), και ως εκ τούτου απρόσφορου κριτηρίου, της επίτευξης, δηλαδή, συγκεκριμένης μεσοσταθμικής μείωσης του εν γένει μισθολογικού κόστους του Δημοσίου, δεν συνεκτιμήθηκαν οι τυχόν επιπτώσεις από τις εν λόγω μειώσεις σε σχέση με το επιδιωκόμενο οικονομικό όφελος, εάν θα μπορούσαν να ληφθούν άλλα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος, με μικρότερο κόστος για τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς, καθώς και εάν ειδικώς οι συντάξεις αυτών παραμένουν, και μετά τις νέες μειώσεις, σε σχέση αναλογίας με τις αποδοχές των εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών, όπως απαιτείται από το Σύνταγμα. Με τις ως άνω αποφάσεις του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου και ως προς το θέμα της αναλογίας μεταξύ της σύνταξης και των αποδοχών ενεργείας των δικαστικών λειτουργών, διαπιστώθηκε ότι η μηνιαία σύνταξη των συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών διαμορφώθηκε με βάση τον ν. 4093/2012 σε ποσό υπολειπόμενο των αποδοχών ενεργείας τους, κατά ποσοστό ανώτερο του 40% και κρίθηκε, ειδικότερα, ότι η διαμόρφωση της μηνιαίας καθαρής σύνταξης των εναγόντων, με βάση τον ν. 4093/2012, σε ποσό υπολειπόμενο των μηνιαίων καθαρών αποδοχών ενεργείας των ομοιοβάθμων με αυτούς εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών, κατά ποσοστό ανώτερο του 40%, συνεπάγεται πράγματι ανατροπή της ως άνω συνταγματικώς επιβαλλόμενης αναλογίας των συντάξεων και των αποδοχών ενεργείας των δικαστικών λειτουργών. Η εν λόγω επισήμανση έχει ως σκοπό να καταδείξει το μέγεθος της επελθούσας με τις επίμαχες διατάξεις ουσιώδους ανατροπής της αναλογίας αυτής και δεν έχει την έννοια ότι σύνταξη δικαστικού λειτουργού ίση με το 60% των αποδοχών των εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών (συνεπαγόμενη τη μείωση του εισοδήματος των δικαστικών λειτουργών μετά τη συνταξιοδότησή τους κατά 40%, μείωση που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν είναι ουσιώδης) ευρίσκεται στη συνταγματικώς επιβαλλόμενη σχέση αναλογίας με τις εν ενεργεία αποδοχές, δεν αποκλίνει ουσιωδώς από αυτές και εξασφαλίζει στους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς το επίπεδο διαβίωσης που τους εξασφάλιζαν οι αποδοχές που λάμβαναν ενόψει της θέσης και του βαθμού που κατείχαν κατά τον χρόνο αποχώρησης από την ενεργό υπηρεσία. Μετά δε την ανωτέρω διαπίστωση και όπως αναφέρεται στην αρχή της παρούσας σκέψης, κρίθηκε με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου ότι οι ανωτέρω διατάξεις της υποπαρ. Β.3 της παρ. Β του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, κατά το μέρος που αφορούν τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς και ελήφθησαν υπόψη για τον επανυπολογισμό των συντάξεών τους κατά το άρθρο 14 παρ. 1 περ. β και 2 περ. α του νεότερου ν. 4387/2016, αντίκεινται στις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις.

         7. Επειδή, με τις ίδιες αποφάσεις κρίθηκε ότι από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης του ν. 4387/2016, και ιδίως από την αιτιολογική του έκθεση, την έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής, τα πρακτικά συνεδριάσεων της Βουλής και τις μελέτες που συνοδεύουν τον εν λόγω νόμο, ουδόλως προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη οποιοδήποτε στοιχείο, το οποίο να αφορά ειδικώς το κατοχυρωμένο από τα άρθρα 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος μισθολογικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς των δικαστικών λειτουργών. Αντίθετα, οι δικαστικοί λειτουργοί, εν ενεργεία και συνταξιούχοι, αντιμετωπίστηκαν κατά τρόπο ενιαίο τουλάχιστον με το σύνολο των απασχολούμενων στο Δημόσιο (άμεσα και έμμεσα κρατικά όργανα) και εντάχθηκαν, τόσο στις πάγιες ρυθμίσεις του εν λόγω νόμου, όσο και στις μεταβατικές ρυθμίσεις του άρθρου 13 αυτού, χωρίς να συνεκτιμηθεί, ειδικώς, κατά τη θέσπιση, με το τελευταίο αυτό άρθρο, ανώτατου ορίου στις ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις, η ιδιαίτερη κατά το Σύνταγμα συνταξιοδοτική τους μεταχείριση και χωρίς να προκύπτει, βάσει συγκεκριμένων εκτιμήσεων, ότι η σκοπούμενη με τις ρυθμίσεις του εν λόγω νόμου διατήρηση της βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος δεν ήταν δυνατή, παρά μόνον με τη θέσπιση τέτοιων δραστικών μειώσεων στις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών. Κρίθηκε δε ότι, κατ’ αποτέλεσμα, η διάρρηξη της σχέσης αναλογίας μεταξύ της σύνταξης και αποδοχών ενεργείας των δικαστικών λειτουργών, η οποία είχε ήδη επέλθει με τις περικοπές του ν. 4093/2012, επιτείνεται πλέον κατά πολύ, με την εφαρμογή των εν λόγω μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 4387/2016, χωρίς καμία εκτίμηση των σωρευτικών επιπτώσεων τους, με την επίκληση και μόνον των εκάστοτε δημοσιονομικών συνθηκών και δυσχερειών. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι η εμφανιζόμενη ως προσωρινή (έως 31.12.2018) μείωση της καταβαλλόμενης σύνταξης δεν είναι πράγματι προσωρινή, εφόσον, και μετά την πάροδο του χρονικού διαστήματος εφαρμογής των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 4387/2016, η σύνταξη των δικαστικών λειτουργών δεν πρόκειται να επανέλθει όχι μόνον στο ποσό στο οποίο ανερχόταν πριν από τη θεσπισθείσα με τις διατάξεις της υποπαραγράφου Β.3 της παραγράφου Β του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 περικοπή, αλλά ούτε καν στο μειωμένο ποσό στο οποίο ανερχόταν κατόπιν της περικοπής αυτής κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016. Τούτο δε ενόψει ιδίως των θεσπιζομένων με το άρθρο 14 του ίδιου ν. 4387/2016 ρυθμίσεων, διότι για τον επανυπολογισμό της σύνταξης (και ειδικότερα για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους της) λαμβάνεται μεν υπόψη ο συντάξιμος μισθός επί του οποίου κανονίστηκε η ήδη χορηγηθείσα σύνταξη, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, αλλά εφαρμόζονται και τα ποσοστά αναπλήρωσης, που θεσπίζονται με το άρθρο 8 του εν λόγω νόμου, στο οποίο παραπέμπει ρητώς η περίπτωση α΄ της παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου 14, η εφαρμογή δε των ποσοστών αυτών, ως εκ του ύψους και της κλιμάκωσής τους συνεπάγεται περαιτέρω διατάραξη της αναλογίας μεταξύ της καταβαλλόμενης στους δικαστικούς λειτουργούς σύνταξης και των αποδοχών ενεργείας.

         8. Επειδή, από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι έχουν επιλυθεί τα προβαλλόμενα με την αγωγή ζητήματα σχετικά με τη αντισυνταγματικότητα ή μη των περικοπών του ν. 3865/2010, συντρέχει δε δικαιοδοσία του  Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά το μέρος που η επιβολή της ΕΑΣ αφορά τους συνταξιούχους του Δημοσίου εν γένει (σκέψη 5), καθώς και των περικοπών των ν. 4051/2010 και 4093/2010 (άρθρο πρώτο παρ. Β υποπαρ. Β3), οι οποίες συνυπολογίστηκαν για τον προσδιορισμό της δικαιούμενης  προσωπικής διαφοράς της ενάγουσας (άρθρο 6 παρ. 1 γ και 14 παρ. 2 του ν. 4387/2016). Επίσης έχει επιλυθεί το ζήτημα σχετικά με την προβαλλόμενη διάρρηξη, με τις ρυθμίσεις του ν. 4387/2016, της σχέσης αναλογίας μεταξύ μισθού ενεργείας και σύνταξης των δικαστικών λειτουργών, η οποία (διάρρηξη), κατά τα ανωτέρω, επήλθε αρχικώς με τον ν. 4093/2012, αλλά περαιτέρω κρίθηκε ότι επιτείνεται κατά πολύ με την εφαρμογή των ποσοστών αναπλήρωσης, που θεσπίζονται με το άρθρο 8 του ν. 4387/2016, στον οποίο υπήχθησαν αδιακρίτως με το σύνολο των απασχολούμενων στο Δημόσιο και χωρίς επαρκή αιτιολόγηση οι δικαστικοί λειτουργοί, υφιστάμενοι δραστικές μειώσεις στις συντάξεις τους, κατά τα προαναφερόμενα.  Δοθέντος δε ότι οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων πρώτου παρ. Β υποπαρ. Β3 του ν. 4093/2012, 6, 8 και 14 του ν. 4387/2016 δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν, ως ανίσχυρες, για τον προσδιορισμό της σύνταξης της ενάγουσας, ήταν εφαρμοστέες οι προϊσχύουσες αυτών διατάξεις (βλ. αποφ. του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου 1-4/2018, σκέψη 20).  Με τα δεδομένα αυτά, η αγωγή πρέπει και κατά το μέρος αυτό να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

         9. Επειδή, εξάλλου, κατά τα προβαλλόμενα με την αγωγή, στη βάση του υπολογισμού της προσωπικής διαφοράς συμπεριλήφθηκαν και οι αντισυνταγματικές μειώσεις των  διατάξεων των περιπτώσεων 13 και 14 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Ανεξαρτήτως της βασιμότητας του ισχυρισμού αυτού, ενόψει της αναδρομικής κατάργησης των διατάξεων αυτών από τότε που ίσχυσαν (δηλαδή από 1.8.2012), με τις διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παρ. 1 του άρθρου 181 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), το σχετικό νομικό ζήτημα έχει επίσης επιλυθεί με την 88/2013 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου, στο πνεύμα της οποίας ακολούθησε η 4327/2014 απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου (πρβλ. 127/2016 απόφ. του Ειδικού Δικαστηρίου και Πρακτικά  της 8ης Γεν. Συν./3.5.2017 της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου).

         10. Επειδή,  η προβολή της εσφαλμένης παρακράτησης, κατά το διάστημα χορήγησης της προσωρινής σύνταξης (1.7.2016 έως 1.7.2019), ποσού 5.679 ευρώ αντί του πράγματι οφειλόμενου, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ποσού των 4.407,48 ευρώ για κρατήσεις υγειονομικής περίθαλψης (άρθρο 44 ν. 4387/2016), καθώς και λόγω της εκ νέου αξίωσης καταβολής ποσού 4.407,48 ευρώ για τον ίδιο λόγο, κατά τη χορήγηση της προσωρινής σύνταξης της ενάγουσας και κατά την έκδοση της 03425/2019 συνταξιοδοτικής πράξης, δεν στοιχειοθετεί διοικητική διαφορά ουσίας, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 702/1977 (Α΄268), υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, δοθέντος ότι δεν αμφισβητούνται οι όροι υπαγωγής στο καθεστώς υγειονομικής περίθαλψης και οι εξ’ αυτού προκύπτουσες υποχρεώσεις καταβολής των νόμιμων κρατήσεων. Αντίθετα, προβάλλεται σφάλμα της συνταξιοδοτικής διοίκησης αναφορικά με τον υπολογισμό των πράγματι οφειλόμενων κατά νόμο ποσών για τις εν λόγω κρατήσεις, κατά τον κανονισμό σύνταξης. Ειδικότερα, επιδιώκεται η επιδίκαση αποζημίωσης κατά το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. για την αποκατάσταση της ζημίας που φέρεται ότι προκλήθηκε από την παράνομη στέρηση ποσών σύνταξης, λόγω της προβαλλόμενης ως άνω αδικοπραξίας των συνταξιοδοτικών οργάνων, συνισταμένης σε εσφαλμένο υπολογισμό των επιβλητέων ποσών κρατήσεων, με αποτέλεσμα η αναφυόμενη διαφορά να έχει ως υποκείμενη αιτία την οικεία συνταξιοδοτική σχέση (πρβλ αποφ. 4/2001 ΑΕΔ, Ολ. Ελ. Συν. 1388/2018). Συνεπώς, η αγωγή πρέπει και κατά το μέρος αυτό να παραπεμφθεί για εκδίκαση στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

         11. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, το κρινόμενο ένδικο βοήθημα πρέπει να παραπεμφθεί στο σύνολό του στο Ελεγκτικό Συνέδριο, το οποίο είναι αρμόδιο να επιλύσει οριστικώς τη διαφορά.

Δ ι ά   τ α ύ τ α

         Διαπιστώνει ότι τα αναφυόμενα στο πλαίσιο της κρινόμενης αγωγής  νομικά ζητήματα, τα οποία εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου, και αφορούν τη συμφωνία ή μη με το Σύνταγμα των διατάξεων των άρθρων 1 § 1 του ν. 4051/2012, 11 του ν. 3865/2010, 2 § 13 του ν. 4002/2011, πρώτο παρ. Β, υποπαρ. Β3 του ν. 4093/2012 και 8 και 14 του ν. 4387/2016 έχουν ήδη επιλυθεί με τις 164/2015 και 1-4/2018 αποφάσεις του Δικαστηρίου, ενώ κατά τα λοιπά συντρέχει δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

         Παραπέμπει την κρινόμενη αγωγή προς περαιτέρω εκδίκαση στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

         Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2021

               Η Πρόεδρος                                    Η Γραμματέας

και μετά την αποχώρησή της

η αρχαιότερη της συνθέσεως

          Πελαγία Ακάσογλου                                 Ελένη Γκίκα

και η απόφαση  δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 5 Οκτωβρίου 2021.

               Ο Πρόεδρος                                    Η Γραμματέας

         Νικόλαος Πιπιλίγκας                                  Ελένη Γκίκα

ΠΗΓΗddikastes.gr