ΑΠ 909/2021 Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής – Εταιρίες ειδικού σκοπού – Μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων με πώληση – Αναίρεση για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου -.

227

Μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων με αποτέλεσμα εκχώρησης. Καταχώρηση σύμβασης στα δημόσια βιβλία με αποτελέσματα αναγγελίας. Διαδικασία. Καταχώρηση περίληψης της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και μεταβολών προσθηκών της σύμβασης στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών. Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής. Κρίθηκε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της υποβολής αιτήσεως για την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής η αναιρεσείουσα είχε καταστεί δικαιούχος της ένδικης απαίτησης. Βάσιμος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Το εφετείο δεχόμενο ότι δεν αποδεικνυόταν εγγράφως η ιδιότητα της αιτούσας ως δικαιούχου της απαίτησης και ακύρωσε την εκδοθείσα διαταγή πληρωμής για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις οικείες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και παρά το νόμο προέβη στην ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής.

Αριθμός 909/2021

TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ TOY ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2′ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου – Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία» με τον διακριτικό τίτλο «Eurobank Ergasias», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: ., κατοίκου Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αντωνιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13678/2014 μη οριστική και 12629/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2674/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-3-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο εδώ αναιρεσίβλητος άσκησε ανακοπή κατά της εκδοθείσας, κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσείουσας τράπεζας, με αριθμό ./2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μον/λούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποίαν υποχρεώθηκε ο ανακόπτων να της καταβάλει το ποσό των 409.535,27 ευρώ από το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλοχρέου λογαριασμού που εξυπηρετούσε την μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση πίστωσης, πλέον τόκων και εξόδων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 12629/2015 απόφαση του απέρριψε την ανακοπή. Κατά της παραπάνω αποφάσεως ο ανακόπτων άσκησε έφεση. Το Μονομελές Εφετείο με την 2674/2017 απόφαση του δέχθηκε την έφεση κατ’ ουσίαν και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την ως άνω διαταγή πληρωμής. Κατά της αποφάσεως αυτής η καθής η ανακοπή τράπεζα άσκησε την από 27-3-2018 αναίρεση που ερευνάται εν προκειμένω κατά τους επί μέρους λόγους της.

Σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3156/2003 «… Τιτλοποίηση  απαιτήσεων είναι η  μεταβίβαση  επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ “μεταβιβάζοντος” και “αποκτώντος” σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται: (α) από το Προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή (β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. Για τους σκοπούς του νόμου αυτού – ιδιωτική τοποθέτηση – είναι ή διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα. Αμοιβαία κεφάλαια και εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου με έδρα την Ελλάδα μπορούν να μετέχουν σε ιδιωτική τοποθέτηση, εφόσον οι ομολογίες έχουν αξιολογηθεί πιστοληπτικά από έναν διεθνώς αναγνωρισμένο οίκο αξιολόγησης (risk rating agency) σε ποσοστό το οποίο χαρακτηρίζεται διεθνώς ως επενδυτικού βαθμού (investment grade)…( παρ. 2). Για τους σκοπούς του νόμου αυτού “μεταβιβάζων” είναι έμπορος με κατοικία ή έδρα στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, εφόσον έχει εγκατάσταση στην Ελλάδα. “Αποκτών” είναι το νομικό πρόσωπο ή νομικά πρόσωπα τα οποία έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την απόκτηση επιχειρηματικών απαιτήσεων για την τιτλοποίησή τους σύμφωνα με το νόμο αυτόν (“εταιρεία ειδικού σκοπού”), προς τα οποία μεταβιβάζονται λόγω πώλησης οι επιχειρηματικές απαιτήσεις, εκδότης των ομολογιών είναι ο ίδιος ο αποκτών (παρ. 3). Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού εδρεύει στην Ελλάδα, πρέπει να είναι ανώνυμη εταιρεία και διέπεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί ανωνύμων εταιρειών και τις διατάξεις του ν.δ. 17 Ιουλίου /13 Αυγούστου 1923, εφόσον δεν είναι αντίθετες με το νόμο αυτόν. Η διάταξη της περιπτώσεως (γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 48 του κ.ν. 2190/1920 δεν εφαρμόζεται…( παρ.5) … η ονομαστική αξία κάθε ομολογίας είναι τουλάχιστον εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ… (παρ. 6). Οι απαιτήσεις που μεταβιβάζονται με σκοπό την τιτλοποίηση μπορεί να είναι απαιτήσεις κατά οποιουδήποτε τρίτου, ακόμη και των καταναλωτών, υφιστάμενες· ή μελλοντικές, εφόσον αυτές προσδιορίζονται ή είναι δυνατόν να προσδιορισθούν με οποιονδήποτε τρόπο. Επίσης μπορεί να μεταβιβάζονται και απαιτήσεις υπό αίρεση. Διαπλαστικά ή άλλα δικαιώματα, ακόμη και αν δεν αποτελούν παρεπόμενα δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 458 του Α.Κ., εφόσον συνδέονται με τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις, μπορούν να μεταβιβάζονται μαζί με αυτές. Ο μεταβιβάζων υποχρεούται να γνωστοποιεί τη γένεση των απαιτήσεων στην εταιρεία ειδικού σκοπού. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του Α.Κ., εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού…(παρ.7). Η εταιρεία ειδικού σκοπού, για τους σκοπούς της τιτλοποίησης, καθώς και για λόγους αντιστάθμισης κινδύνου, μπορεί να συνάπτει πάσης φύσεως δάνεια, ή πιστώσεις και ασφαλιστικές ή εξασφαλιστικές συμβάσεις, περιλαμβανομένων και συμβάσεων χρηματοοικονομικών παραγώγων. Στους σκοπούς της τιτλοποίησης … περιλαμβάνονται ενδεικτικώς η άντληση των κεφαλαίων που απαιτούνται για την απόκτηση των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων, η έκδοση και διάθεση των ομολογιών, η εξόφληση αυτών και των πάσης φύσεως δανείων, πιστώσεων και λοιπών συμβάσεων… (παρ. 8). Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του v. 2844/2000 (ΦΕΚ 220 Α’) και κατισχύει των συμφωνιών μεταξύ μεταβιβάζοντος και τρίτων περί ανεκχωρήτου των μεταξύ τους απαιτήσεων. Επιτρέπεται η μεταβίβαση περαιτέρω απαιτήσεων στην εκδότρια και η προσθήκη αυτών σε εκείνες οι οποίες ήδη χρησιμοποιούνται για την εξασφάλιση των απαιτήσεων που σχετίζονται με την τιτλοποίηση, εφόσον η μεταβίβαση δεν επιφέρει την υποβάθμιση της αξιολόγησης του ομολογιακού δανείου. παρ. 9. Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν όμως ορίζεται στους όρους της σύμβασης, η μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη. Με την αναγγελία πρέπει να ορίζονται και οι απαιτήσεις στις οποίες αφορά η μεταβίβαση. (παρ. 10). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης αυτής στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου αυτού. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση λόγω πώλησης της παραγράφου 1. Καταβολή προς την εταιρεία ειδικού σκοπού πριν από την αναγγελία ελευθερώνει τον οφειλέτη έναντι του μεταβιβάζοντος και των ελκόντων δικαιώματα από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού. (παρ. 11). Καταπιστευτική μεταβίβαση των απαιτήσεων δεν επιτρέπεται και οποιοσδήποτε καταπιστευτικός όρος δεν ισχύει. Επιτρέπεται η αναπροσαρμογή ή πίστωση του τιμήματος της πωλήσεως και η υπαναχώρηση από τη σύμβαση πώλησης κατά τους όρους της σχετικής σύμβασης και τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του Α.Κ., καθώς και μεταγενέστερη συμφωνία για την αναμεταβίβαση στον μεταβιβάζοντα απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν για τους σκοπούς τιτλοποίησης. Η αναχρηματοδότηση υφιστάμενου δανείου ή αναπροσαρμογή των όρων αυτού δεν επιτρέπεται να βλάπτει τα δικαιώματα των υφιστάμενων ομολογιούχων ούτε να επιφέρει την υποβάθμιση της αξιολόγησης του ομολογιακού δανείου.(παρ. 12). Στις μεταβιβασθείσες ή μεταβιβαστέες απαιτήσεις, με την επιφύλαξη της παραγράφου 18, δεν επιτρέπεται να συσταθεί ενέχυρο ή άλλο βάρος. Αν μεταβιβαζόμενη απαίτηση απαρτίζεται με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης ή ενέχυρο ή άλλο παρεπόμενο δικαίωμα ή προνόμιο, το οποίο έχει υποβληθεί σε δημοσιότητα με καταχώριση σε δημόσιο βιβλίο ή αρχείο, για τη σημείωση της μεταβολής του δικαιούχου αρκεί η καταχώριση της βεβαίωσης της καταχώρισης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 και η μνεία σε περίληψη του εμπράγματου βάρους, του παρεπόμενου δικαιώματος ή του προνομίου. Από την καταχώριση για κάθε ενέχυρο σε σχέση με τις τιτλοποιούμενες απαιτήσεις επέρχονται τα αποτελέσματα των άρθρων 39 και 44 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 (παρ. 13). Η πώληση και η μεταβίβαση απαιτήσεων σύμφωνα με το όρθρο αυτό, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων από τραπεζικό μνεία και πιστώσεις πάσης φύσεως, κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπό έξοδα, δεν μεταβάλλει την ουσιαστική, δικονομική και φορολογική φύση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και των σχετικών δικαιωμάτων, όπως ίσχυαν αυτοί. πριν από τη μεταβίβαση σύμφωνα με τις κατά περίπτωση εφαρμοστέες διατάξεις. Ειδικό προνόμια που ισχύουν υπέρ του μεταβιβάζοντος διατηρούνται και ισχύουν υπέρ της εταιρείας ειδικού σκοπού. Στα ειδικό προνόμια του προηγούμενου εδαφίου περιλαμβάνονται και τα προνόμια περί την εκτέλεση (δυνάμει του ν.δ. 17.7./13.8.1923 ή άλλης διάταξης) και εκπτώσεις και απαλλαγές από φόρους και τέλη πόσης φύσεως που ίσχυαν κατά τις κατά περίπτωση εφαρμοστέες διατάξεις στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος αναφορικά με την επιδίωξη των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και την ενάσκηση κάθε σχετικού δικαιώματος. (παρ. 14). Με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες σύμφωνα με το σκοπό του στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένο με διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβαση τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρου με τον διαχειριστή. (παρ. 15). Ο διαχειριστής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο υποχρεούται να καταθέτει, αμέσως με την είσπραξή τους, το προϊόν των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, υποχρεωτικό σε χωριστή έντοκη κατάθεση που τηρείται στον ίδιο, εφόσον είναι πιστωτικό ίδρυμα, διαφορετικά σε πιστωτικό ίδρυμα που δραστηριοποιείται στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό χώρο. Στην κατάθεση γίνεται ειδική μνεία ότι αυτή αποτελεί χωριστή περιουσία διακριτή από την περιουσία του διαχειριστή και του πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο κατατίθεται. Κάθε εμπράγματη ασφάλεια που παρέχεται για λογαριασμό των ομολογιούχων, τα κεφάλαια, που εισπράττει ο διαχειριστής για λογαριασμό τους ή οι κινητές αξίες που κατατίθενται σε αυτόν, δεν υπόκεινται σε κατάσχεση, συμψηφισμό ή άλλου είδους δέσμευση από τον ίδιο ή τους δανειστές του ούτε περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία του. (παρ. 16). Στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 της έδρας του μεταβιβάζοντος σημειώνεται η σύμφωνα με την παράγ. 14 ανάθεση της διαχείρισης και κάθε σχετική μεταβολή. (παρ. 17). Τα ποσά που προκύπτουν από την είσπραξη των απαιτήσεων που μεταβιβάζονται και οι αποδόσεις της κατάθεσης που αναφέρονται στην παραγρ. 15 διατίθενται για την εξόφληση των εκδιδόμενων ομολογιών, κατά- κεφάλαιο, -τόκους, έξοδα, φόρους και πάσης φύσεως δαπάνες, καθώς και των λειτουργικών δαπανών της εταιρείας ειδικού σκοπού και των απαιτήσεων κατ’ αυτής, όπως ορίζεται στους όρους του ομολογιακού δανείου και του προγράμματος. (παρ. 18). Επί των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και της κατάθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 15 υφίσταται νόμιμο ενέχυρο υπέρ των ομολογιούχων και των λοιπών δικαιούχων σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, με την καταχώριση της κατά την παράγραφο 1 σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000. Οι απαιτήσεις για τις οποίες υπάρχει το νόμιμο ενέχυρο κατατάσσονται πριν από τις απαιτήσεις του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν ορίζεται διαφορετικοί στους όρους του δανείου (παρ. 19). Από της καταχωρίσεως, το κύρος της πώλησης και μεταβίβασης της παραγράφου 1, των παρεπόμενων προς τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις δικαιωμάτων και του νομίμου ενεχύρου, δεν θίγεται από την επιβολή οποιουδήποτε συλλογικού μέτρου ικανοποίησης των πιστωτών, που συνεπάγεται την απαγόρευση ή τον περιορισμό της εξουσίας διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος της εταιρείας ειδικού σκοπού ή τρίτου εγγυοδότη ή δικαιούχου παρεπόμενου δικαιώματος ή του προσώπου που αναλαμβάνει την είσπραξη και διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, ούτε από την υποβολή σχετικής αίτησης κατ’ αυτών. Το ίδιο ισχύει και όταν πρόκειται για μελλοντικές απαιτήσεις, η γένεση των οποίων επέρχεται μετά την επιβολή του συλλογικού μέτρου ή την υποβολή της σχετικής αίτησης. Σύμφωνα εξ άλλου με την ΥΑ161338 ΦΕΚ Β 1688/2003 (Καθορισμός εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003), οι προβλεπόμενες από το όρθρο αυτό συμβάσεις, συντάσσονται σε έντυπο, το οποίο εκτυπώνεται σε λευκό χαρτί γραφής 100 γραμμαρίων και- αποτελείται από ένα φύλλο. Το φύλλο έχει διαστάσεις 42 εκατοστά (πλάτος) επί 29,7 εκατοστά (μήκος) και διαιρείται σε δύο ημίφυλλα. Στην πρώτη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: 1) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, 2) οι όροι της σύμβασης (το νόμισμα και ποσό του τιμήματος αγοράς, ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης πώλησης, εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία και λοιποί ουσιώδεις όροι), 3) Ο τύπος των μεταβιβαζόμενων επιχειρηματικών απαντήσεων (γενική περιγραφή της επιχειρηματικής απαίτησης και νόμισμα). Στη δεύτερη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, τα ονοματεπώνυμα και δ/νσεις των οφειλετών και εγγυητών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Στην ίδια σελίδα τίθενται επίσης η ημερομηνία και οι υπογραφές των συμβαλλομένων και η θεώρηση αυτών. Στην τρίτη σελίδα του εντύπου καταχωρίζονται οι τυχόν μεταβολές των συμβάσεων αυτών. Το αναλυτικό περιεχόμενο κάθε σελίδας με τις οικείες υποσημειώσεις εμφαίνεται στα προσαρτημένα στο παράρτημα της παρούσας απόφασης υποδείγματα.

Η ανωτέρω νομοθετική ρύθμιση κρίθηκε απαραίτητη για τον εκσυγχρονισμό των χρηματοδοτικών τεχνικών στην Ελλάδα προς όφελος των ελληνικών επιχειρήσεων και της οικονομίας όπως ρητά αναφέρεται και στην οικεία εισηγητική έκθεση.

Ειδικότερα με το άρθρο 10 του άνω νόμου προβλέπεται ρύθμιση για την τιτλοποίηση απαιτήσεων που αποτελούν έναν ιδιαίτερα διαδεδομένο τρόπο χρηματοδότησης στην αλλοδαπή καλύπτοντας (κατ’ αρχήν απαιτήσεις από στεγαστικά δάνεια) και στη συνέχεια πάσης φύσεως επιχειρηματικές απαιτήσεις (π.χ. απαιτήσεις μιας τράπεζας από δάνεια που αποτελούν μια από τις πλέον διαδεδομένες περιπτώσεις τιτλοποιήσεων διεθνώς). Στην πιο απλή μορφή της συνίσταται στην εκχώρηση απαιτήσεων από έναν ή περισσοτέρους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρείας προς μια άλλη εταιρεία που έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) Προκειμένου εμπορικές επιχειρήσεις (πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και μεγάλες επιχειρήσεις) να αντλήσουν περισσότερα κεφάλαια για τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες προσφεύγουν στον συγκεκριμένο θεσμό μεταβιβάζοντας τις επιχειρηματικές τους απαιτήσεις λόγω πώλησης στις προς τούτο συνιστάμενες εταιρείες ειδικού σκοπού, οι οποίες τις «τιτλοποιούν» ενσωματώνοντας τες σε ομολογίες που εκδίδουν συγκεκριμένης ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 ευρώ εκάστη που εν συνεχεία διαθέτουν (με ιδιωτική τοποθέτηση) σε ένα περιορισμένο κύκλο προσώπων όχι άνω των 150, η δε εξόφλησή τους πραγματοποιείται από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή από δάνεια πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων, β) Η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων επέρχεται από την καταχώρηση της σχετικής έγγραφης σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθ.3 του ν.2844/2000. γ) Η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται με σύμβαση εντολής/διαχείρισης από την αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού με έγγραφη σύμβαση, σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, νομίμως λειτουργούν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτο (είτε είναι εγγυητής των εν λόγω απαιτήσεων, είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξή τους πριν τη μεταβίβαση), καταχωρίζεται δε και αυτή η σύμβαση (όπως κάθε μεταβολή) στο παραπάνω δημόσιο βιβλίο, χωρίς ωστόσο ο νόμος (3156/2003) να απονέμει στην εταιρία διαχείρισης την ιδιότητα του  κατ’ εξαίρεση νομιμοποιούμενου διαδίκου (μη δικαιούχου), όπως ρητά πράττει για τις εταιρίες διαχειρίσεως του ν. 4354/2015 στο άρθρο 2 παρ. 4 αυτού, δ) Επιτρέπεται η μεταγενέστερη συμφωνία για την αναμεταβίβαση στον μεταβιβάζοντα απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν για σκοπούς τιτλοποίησης, για δε τη σημείωση της μεταβολής του δικαιούχου στη συγκεκριμένη περίπτωση αρκεί η καταχώρηση στο δημόσιο βιβλίο του άνω νόμου, ε) οι εν λόγω συμβάσεις (τιτλοποίησης) συντάσσονται σε συγκεκριμένο έντυπο (όπως τούτο περιγράφεται λεπτομερώς στην προμνημονευθείσα ΥΑ161/2003), με αναφορά στην πρώτη σελίδα αυτού των στοιχείων των συμβαλλομένων, των όρων της σύμβασης, του τύπου των μεταβιβαζομένων επιχειρήσεων, ενώ στη δεύτερη σελίδα του εντύπου αναγράφονται το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, ονοματεπώνυμα και διευθύνσεις οφειλετών και εγγυητών, παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Τέλος στην τρίτη σελίδα καταχωρίζονται οι τυχόν μεταβολές των συμβάσεων αυτών, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενες, κατόπιν «αποτιτλοποίησης αποχαρακτηρισμού των δανείων», όρος που καθιερώθηκε κατά τη διαδικασία επαναμεταβίβασης στον αρχικό δικαιούχο των εκχωρηθεισών προς τιτλοποίηση απαιτήσεων από τις εν λόγω δανειακές συμβάσεις, ο οποίος και χρησιμοποιείται κατά την καταχώρισή τους στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000.

Περαιτέρω, από τα άρθρα 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό των χρημάτων που οφείλεται είναι ορισμένο. Εξ’ άλλου, από τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, που καταθέτει ο δικαιούχος της απαίτησης (άρθρο 106 ΚΠολΔ) στη γραμματεία του δικαστηρίου, πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων στοιχείων, την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή και ότι σ’ αυτή πρέπει να επισυνάπτονται όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και το πρόσωπο του δικαιούχου και του οφειλέτη (ΑΠ 784/1994), στα οποία, σε περίπτωση ειδικής ή καθολικής διαδοχής στο πρόσωπο του αιτούντος ή του καθού η αίτηση, περιλαμβάνονται και τα απαιτούμενα προς τούτο νομιμοποιητικά έγγραφα. Αν δεν προσκομισθούν στον αρμόδιο δικαστή το αργότερο πριν την έκδοση της διαταγής πληρωμής τα ανωτέρω έγγραφα, ο τελευταίος οφείλει, κατ’ άρθρο 628 παρ. 1α ΚΠολΔ, να απορρίψει τη σχετική αίτηση ως απαράδεκτη. Εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του καθ’ ού η διαταγή, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή απαγγέλεται, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της ουσιαστικής απαίτησης με τη βραδύτερη (μετά την έκδοση της διαταγής απόδοσης) προσαγωγή των ως άνω αποδεικτικών εγγράφων. Έτσι το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, εάν από τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν μέχρι την ημέρα έκδοσης της διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και η νομιμοποίηση του αιτούντος και του καθ’ ού η αίτηση σε περίπτωση διαδοχής, δεν μπορεί να διαγνώσει, στηριζόμενο σε άλλα στοιχεία, διαφορετικά από αυτά, που προσκομίστηκαν και υποβλήθηκαν στο δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή και συγκεκριμένα σε έγγραφα προσκομιζόμενα το πρώτον στη δίκη της ανακοπής, αλλά οφείλει να δεχθεί το αίτημα της ανακοπής και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, χωρίς όμως η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, η οποία δεν διαγνώσθηκε (ΟλΑΠ 10/97, ΑΠ 914/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση του κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: «…Δυνάμει της υπ. αριθμ. ./29-7-2005 ιδιωτικής σύμβασης πίστωσης, που καταρτίστηκε μεταξύ της καθ’ ης η ανακοπή και του ανακόπτοντα, ανοίχθηκε υπέρ του τελευταίου πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ, το όριο της οποίας με την υπ’ αριθμ. ./1/13-10-2009 πρόσθετη πράξη, αυξήθηκε κατά το ποσό των 30.000 ευρώ και ανήλθε στο συνολικό ποσό των 330.000 ευρώ. Η χορηγηθείσα κατά τα άνω πίστωση συμφωνήθηκε έντοκη και ο πιστούχος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην καθ’ ης η ανακοπή τόκο με κυμαινόμενο συνολικό επιτόκιο αποτελούμενο από το Βασικό Επιτόκιο Κεφαλαίου Κίνησης Επαγγελματιών (Β.Ε.Κ.Κ.Ε,), πλέον περιθωρίου Και εισφοράς Ν. 128/1975. Η Τράπεζα εδικαιούτο να μεταβάλει το συμβατικό επιτόκιο σε χρονικά διαστήματα όχι μικρότερα του μήνα λαμβάνοντας  υπόψη τη  διακύμανση των παρεμβατικών επιτοκίων, που ανακοινώνονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και του EURΙBOR, όπως αυτό εκάστοτε ανακοινώνεται, τη διακύμανση του πληθωρισμού, τον αναλαμβανόμενο από την τράπεζα ειδικό και συνολικό πιστωτικό κίνδυνο και το λειτουργικό κίνδυνο και τις συνθήκες της αγοράς και του ανταγωνισμού, το δε νέο βασικό επιτόκιο συμφωνήθηκε ότι θα ανακοινώνεται σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 501.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η καθ’ ης η ανακοπή την απαίτηση της από την ανωτέρω σύμβαση την τιτλοποίησε κατά την έννοια του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003.

Ειδικότερα, με την από 6-11-2006 σύμβαση εκχώρησης απαιτήσεων, εκχώρησε στην εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «.LIMITED», που εδρεύει στην Αγγλία, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3156/2003 και τα άρθρα 455 επ, ΑΚ και η τελευταία αναδέχτηκε τις εκεί αναφερόμενες απαιτήσεις μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και η απαίτηση από την προαναφερόμενη σύμβαση πίστωσης που καταρτίσθηκε με τον ανακόπτοντα. Η σύμβαση αυτή εκχώρησης καταχωρήθηκε αυθημερόν στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών που προβλέπονται από το άρθρο 3 Ν. 2844/2000, από την καταχώρηση δε αυτή επήλθε και η μεταβίβαση των περιλαμβανομένων σ’ αυτή απαιτήσεων. Κατά το άρθρο 10 του ν. 3156/2003 η μεταβίβαση αυτή είχε αποτελέσματα εκχώρησης σύμφωνα με τα άρθρα 39 και 44 του ν.δ. 17.7-13.8/1923 (παρ. 12), η δε καταχώρηση της σύμβασης στα δημόσια βιβλία είχε και τα αποτελέσματα της αναγγελίας της εκχώρησης στον οφειλέτη (παρ. 10). Την ίδια ημέρα, με την από 6-11-2006 σύμβαση διαχείρισης, που υπογράφηκε μεταξύ της ανωτέρω εταιρείας και της καθ’ ης η ανακοπή, ανατέθηκε στην τελευταία και αυτή ανέλαβε, κατά τους όρους της παρ. 14 του άρθρου 10 ν. 3156/2003, την τήρηση των πάσης φύσεως στοιχείων καθώς και τη διαχείριση και είσπραξη των απαιτήσεων, που της μεταβιβάστηκαν νόμιμα κατά τα ανωτέρω, η σύμβαση δε αυτή καταχωρήθηκε αυθημερόν στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000, (όπως προβλέπεται από την παρ. 16 του άρθρου 10 ν. 3156/2003). Ακολούθως, με το από 7-4-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης οφειλής, και κατόπιν αποδοχής σχετικού αιτήματος του ανακόπτοντος, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να γίνει στις 11-4-2011 ρύθμιση της προερχόμενης από την προαναφερόμενη σύμβαση οφειλής του ανακόπτοντος, η οποία στις 4-4-2011 ανέρχονταν στο ποσό των 345.659,10 ευρώ, έτσι ώστε η αποπληρωμή αυτής πλέον των νομίμων τόκων και τυχόν εξόδων μέχρι την ημερομηνία ρύθμισης, να πραγματοποιηθεί κατά τον αναφερόμενο στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό τρόπο. Με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό ο ανακόπτων αναγνώρισε την ανωτέρω οφειλή του, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ως έγκυρες και ισχυρές όλες τις χρεοπιστώσεις, που είχε διενεργήσει η καθ’ ης η ανακοπή στο λογαριασμό της πίστωσης, ενώ το υφιστάμενο ως άνω οφειλόμενο ποσό πλέον των νομίμων τόκων και εξόδων συνολικού ύψους 346.768,96 ευρώ συμφωνήθηκε (διακανονίσθηκε) να καταβληθεί ως εξής: α) Ποσοστό 75% ύψους 260.076,96 ευρώ να αποπληρωθεί για χρονική περίοδο 24 μηνών με καταβολή μηνιαίων δόσεων για τους δεδουλευμένους τόκοι που υπολογίζονται τοκαριθμικά επί του ποσού αυτού, με πρώτη δόση τοκοπληρωμής την 1-6-2011 και τελευταία την 1-5-2013, και κατόπιν συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις με ημερομηνία πρώτης καταβολής την 1-6-2013 και τελευταία την 1-5-2026 β) Για το εναπομένον ποσοστό 25% ύψους 86.692 ευρώ θα υφίσταται περίοδος χάριτος 24 μηνών για κεφάλαιο και τόκους από 1-6-2011 έως 1-5-2013, κατά την οποία το ποσό θα εκτοκίζεται και οι τόκοι που θα προκύπτουν θα κεφαλαιοποιούνται (ανατοκίζονται) ανά εξάμηνο. Στη συνέχεια η οφειλή, όπως θα έχει διαμορφωθεί κατά τη λήξη της περιόδου χάριτος, θα εξοφλείται με συνεχείς μηνιαίες και συντιθέμενες μόνο από δεδουλευμένους τόκους δόσεις με ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης την 1-6-2013 και της τελευταίας την 1-5-2026. Κατά την εξόφληση της τελευταίας δόσης, πρέπει να εξοφληθεί και το ποσό του κεφαλαίου, πλέον τόκων και εξόδων που θα απομείνει. Για την εξυπηρέτηση της προαναφερόμενης πίστωσης μετά την κατάρτιση του προαναφερόμενου ιδιωτικού συμφωνητικού τηρήθηκαν από την καθ’ ης η ανακοπή, για το 75% της οφειλής, το οποίο κατά την ημερομηνία έναρξης της ρύθμισης ανερχόταν σε 260.076,96 ευρώ ο με αρ. . λογαριασμός παρακολούθησης και ο ταυτάριθμος λογαριασμός νομικών εξόδων/πυρασφαλιστηρίου, όπου καταχωρήθηκαν όλες οι χρεώσεις και πιστώσεις μετά τη ρύθμιση της οφειλής και μέχρι το οριστικό κλείσιμο του και τη μεταφορά τους στον ταυτάριθμο λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, όπως αναλυτικά προκύπτει από αποσπάσματα των λογαριασμών που έχουν εξαχθεί από τα νόμιμα τηρούμενα με μηχανογραφικό σύστημα βιβλία της τράπεζας στην μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή και για το 25% του εναπομείναντος ποσού της οφειλής, το οποίο κατά την ημερομηνία έναρξης της ρύθμισης ανερχόταν σε 86.692 ευρώ ο με αρ. . λογαριασμός παρακολούθησης, στον οποίο καταχωρήθηκαν όλες οι χρεώσεις και πιστώσεις από την αναγνώριση οφειλής, μέχρι το οριστικό κλείσιμο του και τη μεταφορά του στον αρ. . λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, όπως αναλυτικά προκύπτει από το απόσπασμα του παραπάνω λογαριασμού, που έχει εξαχθεί από τα νόμιμα τηρούμενα με μηχανογραφικό σύστημα βιβλία της τράπεζας στη  μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Ωστόσο, ο ανακόπτων δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του από την πιο πάνω σύμβαση, ούτε τήρησε τις υποχρεώσεις, που ανέλαβε με το προαναφερόμενο συμφωνητικό για την αποπληρωμή και εξόφληση της οφειλής του γι’ αυτό και η καθ’ ης η ανακοπή στις 4-4-2013 έκλεισε οριστικά τους προαναφερόμενους λογαριασμούς, οι οποίοι εμφάνιζαν εκείνη την ημερομηνία χρεωστικό υπόλοιπο, ο πρώτος υπ1 αριθμ. . λογαριασμός ύψους. 301-815,85 ευρώ, πλέον του ποσού των 3.301,48 ευρώ για νομικά έξοδα/έξοδα πυρασφαλιστηρίου και ο δεύτερος υπ. αριθμ. . χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 86,692 ευρώ και συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 409.535,27 ευρώ, την ίδια δε ημέρα μετέφερε το χρεωστικό υπόλοιπο στον υπ’ αριθμ. . λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης στο όνομα του πιστούχου ως οριστικό υπόλοιπο του κλεισθέντος λογαριασμού της σύμβασης πίστωσης. Ακολούθως με την από 44201 3 δήλωση της, την οποία κοινοποίησε στον καθ’ ου η ανακοπή-πιστούχο στις 18-6-2013 (βλ. προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. .Στ/18-6-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης .) του γνωστοποίησε το οριστικό κλείσιμο της εν λόγω πίστωσης και των λογαριασμών, που τηρήθηκαν με βάση τις προαναφερόμενες συμβάσεις προσκαλώντας τον να της καταβάλει το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 409.535,27 ευρώ με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας από 5-4-2013, επομένη του οριστικού κλεισίματος, των τόκων ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο. Στη συνέχεια με την από 30-10-2013 αίτηση της ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής, επί της αιτήσεως δε αυτής εκδόθηκε η υπ. αριθμ.  ./2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία ο ανακόπτων υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ποσό των 409.535,27 ευρώ, εντόκως με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης, καθώς και το ποσό των 8.600 ευρώ για δικαστική δαπάνη έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Προς απόδειξη της ανωτέρω απαίτησής της καθ’ ης η ανακοπή προσκόμισε ενώπιον του Δικαστή του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου τα ακόλουθα έγγραφα: α) την υπ’ αριθ../29-7-2005 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, την από 13-10-2009 πρόσθετη πράξη Νο1 και το από 7-4-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης της οφειλής, β) απόσπασμα από τα εμπορικά βιβλία της, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση του τηρουμένου προς εξυπηρέτηση της δανειακής σύμβασης λογαριασμού που κατά το κλείσιμο στις 4-4-2013 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 409.535,27 ευρώ μεταφερόμενο σε λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, το οποίο (απόσπασμα) βάσει όρου της σχετικής σύμβασης αποτελούσε πλήρη απόδειξη, γ) την από 4-4-2013 εξώδικη καταγγελία της σύμβασης πίστωσης, δ) φωτοαντίγραφο της με αριθμό ./6-11-2006 βεβαίωσης καταχώρησης περίληψης της σύμβασης εκχώρησης επιχειρηματικών απαιτήσεων στο ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο 3 και με αριθμό 186, των δημοσίων βιβλίων του άρθρου 3 Ν.2844/2000, που τηρούνται σ’ αυτό, ε) φωτοαντίγραφο της με αριθμο ../6-11-2006 βεβαίωσης καταχώρησης περίληψης της σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο 3 και με αριθμό 187 των δημοσίων βιβλίων του άρθρου 3 Ν. 2844/2000, που τηρούνται σ’ αυτό, στ) φωτοαντίγραφο αποσπάσματος καταλόγου, που χορηγήθηκε από το ενεχυροφυλακείο Αθηνών από το καταχωρηθέν στα βιβλία του Ν. 2844/2000, στο οποίο αναγράφονται τα στοιχεία των οφειλετών και των μεταβιβασθεισών επιχειρηματικών απαιτήσεων, μετά των παρεπομένων ενοχικών και εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους, ζ) φωτοαντίγραφο της βεβαίωσης καταχώρησης περίληψης της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και των μεταβολών προσθηκών της σύμβασης αυτής με αριθμό πρωτοκόλλου …/24-6-2011 στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο 5 και με αριθμό 496 και η) φωτοαντίγραφο αποσπάσματος καταλόγου, που χορηγήθηκε από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών από το καταχωρηθέν στα βιβλία του Ν. 2844/2000, στο οποίο αναγράφονται τα στοιχεία των οφειλετών με αποχαρακτηρισμένα δάνεια και ημερομηνία αποχαρακτηρισμού 6-4-2011. Κατά της παραπάνω διαταγής πληρωμής, η οποία κοινοποιήθηκε στον ανακόπτοντα στις 15-11-2013 (βλ. την υπ. αριθμ. .Γ/15-11-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …), ο τελευταίος άσκησε την από 2-12-2013 και με αριθμ. κατ. ./2013 ανακοπή, η οποία κοινοποιήθηκε στην καθ’ ης η ανακοπή στις 5-12-2013 (βλ. την υπ. αριθμ. ./5-12-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …) με τον δεύτερο λόγο της οποίας ισχυρίζεται ότι από τα προσκομισθέντα για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής έγγραφα δεν αποδεικνύεται ότι η καθ’ ης η ανακοπή είναι δικαιούχος της προερχόμενης από την προαναφερόμενη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω διαταγή πληρωμής και ότι για το ανωτέρω λόγο πρέπει αυτή να ακυρωθεί. Πράγματι από τα προσκομισθέντα ενώπιον του Δικαστή, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής έγγραφα δεν αποδεικνύονταν, ότι η καθ’ ης η ανακοπή είναι δικαιούχος της προερχόμενης από την προαναφερόμενη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την ανακοπή διαταγή πληρωμής, καθόσον μεταξύ των ανωτέρω εγγράφων δεν περιλαμβάνονταν και αντίγραφο, ή έστω απόσπασμα της σύμβασης επανεκχώρησης, που καταρτίσθηκε κατά τους ισχυρισμούς της καθ’ ης η ανακοπή μεταξύ αυτής και της εταιρίας ειδικού σκοπού «. LIMITED» και από το οποίο θα προέκυπταν οι όροι της ανωτέρω σύμβασης και η επικαλούμενη εκ μέρους της καθ’ ης η ανακοπή επαναμεταβίβαση της ανωτέρω απαίτησης στην ίδια. Σημειωτέον ότι στο προσκομιζόμενο από την καθ’ ης η ανακοπή φωτοαντίγραφο της βεβαίωσης καταχώρησης περίληψης της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και των μεταβολών προσθηκών της σύμβασης αυτής με αριθμό πρωτοκόλλου ./246-2011 στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο . και με αριθμό ., πέραν του ότι δεν γίνεται αναφορά σε επαναγορά της επίδικης απαίτησης, η καθ’ ης η ανακοπή φέρεται ως μεταβιβάζουσα και όχι ως αποκτώσα. Επιπλέον, στο επισυναπτόμενο στην ανωτέρω βεβαίωση παράρτημα το οποίο επιγράφεται ως «Μεταβολές/προσθήκες της Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων» γίνεται αναφορά σε περιορισμό ή μερική εξάλειψη ενεχύρων, τα οποία ήταν καταχωρημένα στα οικεία βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και όχι σε συμφωνία επαναγοράς των αναφερομένων σ’ αυτό απαιτήσεων από την καθ’ ης η ανακοπή, ενώ στο προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο αποσπάσματος καταλόγου, που χορηγήθηκε από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών από το καταχωρηθέν στα βιβλία του ν. 2844/2000, αναγράφονται τα στοιχεία των οφειλετών με αποχαρακτηρισμένες δανειακές συμβάσεις χωρίς να γίνεται αναφορά και σε επανεκχώρηση των σχετικών απαιτήσεων. Συνεπώς εφόσον προϋπόθεση της έκδοσης διαταγής πληρωμής είναι μεταξύ άλλων και η έγγραφη απόδειξη ότι δικαιούχος της απαίτησης είναι ο αιτών αυτήν, στην προκειμένη δε περίπτωση έγγραφη απόδειξη ότι δικαιούχος της προερχόμενης από την προαναφερόμενη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό απαίτησης είναι η αιτούσα δεν προσκομίστηκε ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλόμενη με την ανακοπή διαταγή πληρωμής Δικαστή πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και στην ουσία του ο προαναφερόμενος λόγος ανακοπής…». 

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κρίνοντας ότι το πρωτοβάθμιο που απέρριψε την ανακοπή έσφαλε, δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δεχόμενο την ανακοπή κατά τον ανωτέρω λόγο της ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, δεχόμενο ότι δεν αποδεικνυόταν εγγράφως η ιδιότητα της αιτούσας ως δικαιούχου της απαίτησης, ακύρωσε την εκδοθείσα διαταγή πληρωμής για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προμνημονευθείσες διατάξεις και παρά το νόμο προέβη στην ακύρωση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, καθώς και των εγγράφων τα οποία κατά τις παραδοχές του Εφετείου προσκομίστηκαν από την αναιρεσείουσα με την αίτηση της προς έκδοση της διαταγής πληρωμής, σαφώς προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα επισύναψε στην από 30-10-2013 αίτηση της για την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής όλα τα αναγκαία για τη νομιμοποίησή της ως δικαιούχου της εν λόγω απαίτησης έγγραφα, μεταξύ των οποίων και επικυρωμένο αντίγραφο του με αρ. πρωτ. …./24-6-2011 τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις εγγράφου του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών περί αναμεταβίβασης σ’ αυτήν την ως άνω ημερομηνία της επίδικης απαίτησης που είχε μεταβιβαστεί στις 6-11-2006 για τους σκοπούς της τιτλοποίησης στην εταιρεία ειδικού σκοπού και αποχαρακτηρίσθηκε στις 6-4-2011 και καταχώρισης της μεταβολής αυτής στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, σε συνδυασμό με το με αρ. …/16-10-2013 επικυρωμένο φωτοαντίγραφο (απόσπασμα) του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών εκ του παραρτήματος της άνω καταχωρηθείσας σύμβασης, από το οποίο προκύπτει ότι μεταξύ των απαιτήσεων που αποχαρακτηρίσθηκαν και αναμεταβιβάστηκαν περιλαμβάνεται και η επίδικη σε βάρος του αναιρεσίβλητου. Εν όψει των ανωτέρω κατά τον κρίσιμο χρόνο της υποβολής αιτήσεως για την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής η αναιρεσείουσα είχε καταστεί δικαιούχος της ένδικης απαίτησης και συνεπώς συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της νομιμοποίησης της προς τούτο και συναφώς οι προϋποθέσεις για την έκδοση της εν λόγω διαταγής πληρωμής. Επομένως ο πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνεται βάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ), να επιβληθούν δε σε βάρος του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα της αναιρείουσας που κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 2674/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί όμως από Εφέτη άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ             

http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/%CE%91%CE%A0%20909.2021.htm

ΠΗΓΗdsanet.gr