ΜΠρΑθ 322/2018 Αυτοκινητικό ατύχημα – Ευθύνη – Ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας – Στοιχεία ορισμένου αγωγής – Αξίωση αποζημίωσης λόγω τροχαίου ατυχήματος – Υποχρέωση αποζημίωσης ή διατροφής – Ασφαλιστικοί φορείς – Τόκος επιδικίας και τόκος υπερημερίας -.

101

Παραίτηση από το αγωγικό δικόγραφο. Αντικειμενική ευθύνη σε βάρος του οδηγού, του κατόχου και του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, οι οποίοι ενέχονται εις ολόκληρον έναντι του παθόντος προς αποκατάσταση της ζημίας του. Ο τραυματισθείς σε τροχαίο ατύχημα έχει την ευχέρεια να στηρίξει την αγωγή του τόσο στις διατάξεις των άρθρων 914 επ., 330, 297 ΑΚ, όσο και στη διάταξη του άρθρου 4 του ν. ΓΠΝ/1911, ή να σωρεύσει στο ίδιο δικόγραφο και τις δύο βάσεις. Σε περίπτωση κατά την οποία ενάγεται ο οδηγός, ο κάτοχος ή ο ιδιοκτήτης του φερομένου ως ζημιογόνου οχήματος, κατά τις διατάξεις περί αντικειμενικής ευθύνης του ΓΠΝ/1911 αλλά και σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, ο μεν ισχυρισμός περί μη συνδρομής υπαιτιότητας στο πρόσωπο του φερομένου ως οδηγού και ζημιογόνου οχήματος συνιστά άρνηση της αγωγής, καθ’ ο μέρος αυτή ερείδεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών και ένσταση καθ’ ό μέρος ερείδεται στο ΓΠΝ/1911, ο δε ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας συνιστά ένσταση, καθό μέρος αυτή ερείδεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών και ένσταση καθ’ ό μέρος ερείδεται στο ν. ΓΠΝ/1911. Η συνυπαιτιότητα του παθόντος ως προς την επέλευση της ζημίας  αλλά και ως προς την έκταση αυτής λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο στα πλαίσια της εκτίμησης των κατ’ ιδίαν περιστάσεων για τον υπολογισμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Στοιχεία του ορισμένου του αγωγικού αιτήματος σε περίπτωση αξίωσης αποζημίωσης λόγω αυτοκινητικού ατυχήματος, συνισταμένης σε δαπάνη για βελτιωμένη διατροφή.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ: ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ: ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΠΟΦΑΣΗ: 322/2018

ΓΕΝ. ΑΡΙΘΜ. ΕΚΘ. ΚΑΤΑΘ. ΑΓΩΓΗΣ: 548235/19.06.2017

ΕΙΔ. ΑΡΙΘΜ. ΕΚΘ. ΚΑΤΑΘ. ΑΓΩΓΗΣ: 2340/19.06.2017

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Διονύσιο Γιαννούλη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα Ευαγγελία Ανδριοπούλου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια και στο ακροατήριο του στις 13.12.2017 για να δικάσει την αγωγή με γενικό αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 548235/19.06.2017 και ειδικό αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2340/19.06.2017, με αντικείμενο αξιώσεις εξ αυτοκινητικού ατυχήματος, μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: …, Α.Φ.Μ. …, κατοίκου Δήμου Ηρακλείου της Π.Ε. Ηρακλείου της Περιφέρειας Κρήτης (οδός …), ο οποίος παραστάθηκε στο δικαστήριο διά του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτού, Σπυρίδωνα Τριπλή του Ανδρέα (Α.Μ.Δ.Σ.Α. 26.153), η οποία κατέθεσε προτάσεις επί της έδρας.

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1. …, κατοίκου Δήμου Ρεθύμνου τη Π.Ε. Ρεθύμνου της Π.Ε. Ηρακλείου (οδός …) και 2. ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», Α.Φ.Μ. …. η οποία εδρεύει στο Δήμο Νέας Σμύρνης της Π.Ε. Νοτίου Τομέα Αθηνών της Περιφέρειας Αττικής {Λεωφόρος Συγγρού, αριθμός 173) και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο πρώτος δεν παραστάθηκε στο δικαστήριο ενώ η δεύτερη παραστάθηκε στο δικαστήριο διό του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτής, Κωνσταντίνου Ντεκούλη του Γεωργίου (Α.Μ.Δ.Σ.Α. 13.214), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις επί της έδρας.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 19.06.2017 αγωγή, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου με γενικό αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 548235/19.06.2017 και ειδικό αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2340/19.06.2017 και προσδιορίστηκε να δικασθεί στην παρούσα ως άνω δικάσιμο, εγγραφόμενη στο οικείο πινάκιο.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, παρασταθέντες ως αναφέρθηκε, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294 εδ. 1, 295 § 1 εδ. α., 297 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες εφαρμόζονται κατ’ άρθρ. 591 § 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και στη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (614 περ. 6 Κ.Πολ.Δ.), συνάγεται ότι ο ενάγων δύναται με προφορική δήλωση, η οποία καταχωρίζεται στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως και προ της ενάρξεως της προφορικής συζητήσεως επί της ουσίας της υποθέσεως να παραιτηθεί του αγωγικού δικογράφου κατά του εναγομένου. Η παραίτηση αυτή είναι δυνατή και στην κατ’ έφεση δίκη (ΑΠ 69/1996 ΝοΒ 46.331, ΕφΘεσ 993/2004 Αρμ ΝΘ.394, ΕφΑθ 3895/1996 ΝοΒ 45.798). Έχει δε η παραίτηση ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (άρθρ. 295 § 1 Κ.Πολ.Δ.) με δικονομικό επακόλουθο την κατάργηση της δίκης που ανοίχθηκε με την έγερση της αγωγής (ΑΠ 648/2009 ΕλλΔνη 2011.424, ΝοΒ 2010.925, ΑΠ 902/2003 ΝοΒ 52.383, ΑΠ 1602/01 ΕλλΔνη 43.397, ΑΠ 1611/1999 ΕλλΔνη 41. 343, ΕφΑθ 81/2000 ΕλλΔνη 41.1384, ΕφΑθ 3895/1996 ΝοΒ 1997.798 Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ. Τόμος loς σελ. 590 επ.).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 216 § 1 α), 111 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι η αγωγή θα πρέπει μεταξύ άλλων να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από την ενάγοντα κατά του εναγομένου. Συνεπώς στην περίπτωση της συνήθους νομιμοποίησης, η επίκληση και μόνο των στοιχείων που καθιστούν την αγωγή ορισμένη αρκεί και για τη νομιμοποίηση των διαδίκων (ΑΠ 1272/1999 ΕλλΔνη 2001.430 και 438, ΕφΑθ 3133/1994 ΕλλΔνη 1995.686, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ., Τόμος 1ος άρθρ. 216 σελ. 461) ενώ εάν δεν ήθελε αποδειχθούν το στοιχεία αυτά, η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και όχι ως ανομιμοποίητη (ενεργητικά ή παθητικά). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 4 του Ν. ΓΠΝ/1911, ο οποίος εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 47 και 114 Εισ.Ν.Α.Κ., ορίζεται ότι «δια πόσον υπό του αυτοκινήτου κατά την λειτουργία του ζημίαν προς τρίτους ενέχεται εις ακοζημίωσιν ο οδηγός και ο κατά το άρθρο 2 κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης εν η περιπτώσει είναι τοιούτος άλλος ή ο κάτοχος, ενέχεται μόνον μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου». Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη σε βάρος του οδηγού, του κατόχου και του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, οι οποίοι ενέχονται εις ολόκληρον έναντι του παθόντος προς αποκατάσταση της ζημιάς του. Η ευθύνη αυτή συνδέεται προς κάθε μία από τις ως άνω ιδιότητες, η οποία μόνη της αρκεί για την θεμελίωση ευθύνης χωρίς την ανάγκη συνδρομής άλλης πρόσθετης προϋπόθεσης (προστήσεως κλπ). Η αντικειμενική ευθύνη του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου θεμελιώνεται ανεξάρτητα από το αν αυτός κατά το χρόνο του ατυχήματος είναι οδηγός ή κάτοχος τούτου και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υπαιτιότητα του ή από σχέση προστήσεως μεταξύ αυτού (ιδιοκτήτη) και του υπαιτίου οδηγού. Και τούτο διότι το άρθρο 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, που ορίζει ότι «εν περιπτώσει συγκρούσεως μεταξύ δύο ή πλειόνων αυτοκινήτων υπεύθυνος εις σποζημίωσιν είναι ο υπαίτιος του ατυχήματος της υπαιτιότητος κρινομένης κατά το κοινόν δίκαιον», έχει σκοπό να προσδιορίσει την ευθύνη για το επελθόν αποτέλεσμα μεταξύ των οδηγών των περισσοτέρων αυτοκινήτων, τα οποία συγκρούσθηκαν, και όχι να αποκλείσει την ευθύνη των κυρίων και κατόχων του ζημιογόνου αυτοκινήτου, η οποία διέπεται από το άρθρο 4 του ίδιου νόμου. Έτσι ο τραυματισθείς σε τροχαίο ατύχημα έχει την ευχέρεια να στηρίξει την αγωγή του τόσο στις διατάξεις των άρθρων 914 επομ., 330, 297 ΑΚ, όσο και στην άνω διάταξη του άρθρου 4 του Μ. ΓΠΝ/1911 ή να σωρεύει στο ίδιο δικόγραφο και τις δύο βάσεις (βλ. σχετ. ΑΠ 1391/2007 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 1.074/2007 ΝοΒ 2008.1799, ΕφΠατρ 365/2008 ΑχΝομ 2009.668). Επίσης, σε περίπτωση κατά την οποία ενάγεται ο οδηγός, ο κάτοχος ή ο ιδιοκτήτης του φερομένου ως ζημιογόνου οχήματος, κατά τις διατάξεις περί αντικειμενικής ευθύνης του ΓΠΝ/1911 αλλά και σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, ο μεν ισχυρισμός περί μη συνδρομής υπαιτιότητας στο πρόσωπο του φερομένου ως οδηγού του ζημιογόνου οχήματος (ο οποίος ουσιαστικά συνιστά ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας τρίτου) συνιστά άρνηση της αγωγής, καθ’ ο μέρος αυτή ερείδεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (914 επ. Α.Κ.) και ένσταση καθ’ ο μέρος ερείδεται στο ΓΠΝ/1911 (ΑΠ 763/2000 ΕλλΔνη 42.75, ΜονΠρωτΧαλκ 575/2002 Αρμ ΝΗ.523, Αθ. Κρητικού, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδοση δ’, 2008, παρ. 16, αρ. 66 επ., σελ. 248 επ.), ο δε ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας συνιστά ένσταση, καθ’ ο μέρος αυτή ερείδεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (914 επ., 300 Α.Κ.) και ένσταση καθ’ ο μέρος ερείδεται στο Ν. ΓΠΝ/1911 (5, 6 Ν. ΓΠΝ/1911 – 300 Α.Κ. ΟλΑΠ 423/1985 ΕλλΔνη 27.469, ΑΠ 1847/2009 ΧρΙΔ 2010.626, ΑΠ 574/1995 Ε.Ε.Ν. 1996. 444, ΜονΠρωτΧαλκ 575/2002 Αρμ ΝΗ.523, Αθ. Κρητικός Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα Εκδ. 1998 σελ. 488- 489}. Οι δε σχετικοί ισχυρισμοί που προβάλλονται από συνεναγόμενη ασφαλιστική εταιρία ή το επικουρικό κεφάλαιο έχουν το χαρακτήρα ενστάσεως ή αρνήσεως με βάση την ευθύνη ποίου δημιουργείται η ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρίας ή του επικουρικού κεφαλαίου, λόγω και του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυητικής ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρίας, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 853 Α.Κ. και της επικουρικής ευθύνης εκ του νόμου του επικουρικού κεφαλαίου (Αθ. Κρητικός Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα Εκδ. 1998 σελ. 786 – 7). Επιπλέον, η τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος ως προς την επέλευση της ζημίας αλλά και ως προς την έκταση αυτής λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο στα πλαίσια της εκτίμησης των κατ’ ιδίαν περιστάσεων για τον υπολογισμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 1502/2001 ΝοΒ 50.1657, ΕΕΡΓΔ 2003.810, ΕφΘεσ 2634/2004 Αρμ ΝΗ.1710, ΜονΠρωτΤρικ. 313/2003 ΔΕΕ 2004.84, ΜονΠρωτΛαρ 583/1997 ΑρχΝ 1998.913, Αθ. Κρητικός Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα Συμπλήρωμα Εκδ. 1996 σελ. 21 αρ. 146). Επιπλέον, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2,118 και 216 § 1 στοιχ. α και β Κ.ΠολΛ, τα οποία εφαρμόζονται και στη διαδικασία στη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών του άρθρου 614 περ. 6 Κ.Πολ.Δ. {591 § 1 εδ. 1 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται όλα τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της, επιφέρει δε την απόρριψη της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης είτε και αυτεπαγγέλτως, εφόσον ανάγεται στην προδικασία που είναι δημόσιας τάξης {βλ. σχετ. Κεραμέα Αστικό Δικονομικό Δίκαιο 1986, παρ. 75, σελ. 206, ΑΠ 314/2009 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 931/2003 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 1147/2003 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 488/2001 ΕλλΔνη 43.381, ΑΠ 365/2000 ΕλλΔνη 41.1301). Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με την προσθήκη, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. σχετ. ΑΠ 314/2009 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 305/2001 ΕλλΔνη 42.1318, ΕφΑΘ 6394/2003 ΝοΒ 52.811).

 Ειδικότερα, σε περίπτωση αξίωσης αποζημίωσης λόγω αυτοκινητικού ατυχήματος, συνισταμένης σε δαπάνη για βελτιωμένη διατροφή, στοιχεία του ορισμένου του αγωγικού αιτήματος αποτελούν (άρθρ. 111 § 2,118 και 216 § 1 στοιχ. α και β Κ.Πολ.Δ.) α. ποια ήταν η τροφή, την οποία ελάμβανε ο παθών προ του ατυχήματος, ώστε να κριθεί η ανάγκη του για βελτιωμένη τροφή, β. σε τι συνίσταται η βελτιωμένη διατροφή μετά το ατύχημα και τι μονάδες βάρους (ή άλλου είδους μονάδα) λαμβάνει και αντί τίνος τιμήματος ανά μονάδα, ούτε ποια είναι η θερμιδική αξία αυτής (ΜονΠρωτΒερ 29/1999 Αρμ ΝΓ.804), ενόψει του ότι η βελτιωμένη διατροφή δεν χορηγείται σε κάθε σωματική κάκωση, αλλά μόνο όταν αυτή επιβάλλεται για ιατρικούς λόγους στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. ΕφΑΘ 5210/2001 ΕπΣυγκΔ 2001.498} και κατά κανόνα όχι όταν η βελτιωμένη διατροφή περιλαμβάνεται κατά παριεχόμενο στο καθημερινό διαιτολόγιο ενός μέσου ανθρώπου (ΜονΠρωτΜεσ 73/2011 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΜονΠρωτΑΘ 3683/2009 Τ.Ν.Π. Νόμος). Προσέτι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 929 εδ. α’ ΑΚ «Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του», Κατά την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης τα «νοσήλια» περιλαμβάνουν κάθε δαπάνη που έγινε ή κρίθηκε αναγκαία να γίνει για την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος. Στα νοσήλια περιλαμβάνονται, έτσι, οι δαπάνες νοσοκομειακής και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης (ΕφΑθ 5588/2002), η δαπάνη μίσθωσης ταξί προς μετάβαση του στο νοσοκομείο ή σε ιατρούς για εξετάσεις (ΕφΑθ 421/2008 ΕλλΔνη 2009.791), ειδικής βελτιωμένης διατροφής, όταν αυτό επιβάλλεται στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. ΕφΛαμ 22/2010 Επιδικία 2011.47) κ.λ.π.. Βέβαια, από τα έξοδα θεραπείας του παθόντος αποδίδονται μόνον τα εύλογα, δηλαδή εκείνα τα οποία από τη σκοπιά του μέσου συνετού παρατηρητή φαίνονται σκόπιμα βάσει των δεδομένων της συγκεκριμένης περίπτωσης (βλ. ΜονΠρωτΑΘ 2069/2010 Επιδικία 2010.287, ΜονΠρωτΛαμ 169/2009 Τ.Ν.Π. Νόμος). Τη σκοπιμότητα αυτή οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο παθών, προσκομίζοντας σχετική ιατρική βεβαίωση (ΠολΠρωτΑΘ 189/2010 ΕπισκΕΔ 2010.583). Σημειωτέον, ωστόσο, ότι δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της αγωγής ως προς τις δαπάνες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης το είδος και η ποσότητα των φαρμακευτικών σκευασμάτων ή φαρμακευτικών προϊόντων, τα οποία προμηθεύτηκε ο ζημιωθείς, αλλά τα τελευταία αποτελούν περιγραφικά στοιχεία αναγόμενα στην ουσία (ΕφΠατρ 492/2009 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΠειρ 1008/2007 αδ.).

 Περαιτέρω, στο άρθρο 930 § 3 Α.Κ. ορίζεται ότι η αξίωση αποζημιώσεως δεν αποκλείεται εκ του ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται γενικότερη αρχή, κατά την οποία η κατά του ζημιώσαντος αξίωση του παθόντος για αποζημίωση δεν μπορεί να αποκρουσθεί από τον ζημιώσαντα εκ του λόγου ότι άλλος εκ του νόμου υποχρεούμενος προσέφερε στον παθόντα υπηρεσίες πέραν από τις συνήθεις. Διότι κατά τη βούληση του νομοθέτη δεν πρέπει να αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός ότι τρίτος είναι υπόχρεος από το νόμο ή εξ άλλου λόγου να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε (ΑΠ 132/2010 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 833/2005 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 371/2001 ΝοΒ 50.347, Αθ. Κρητικός Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα Συμπλήρωμα Εκδ. 1998 σελ. 77 -78). Η ως άνω διάταξη του άρθρου 930 § 3 Α.Κ. αποτελεί έκφραση μιας γενικότερης αρχής ότι σε περίπτωση προσβολής της ζωής, του σώματος ή της υγείας προσώπου με αδικοπραξία ο υπεύθυνος δεν απαλλάσσεται της αστικής ευθύνης από το ότι τρίτος υποχρεούται από σύμβαση ή από το νόμο σε ορισμένη παροχή προς τον παθόντα ή τους οικείους του. Η παροχή αυτή σκοπό έχει την εξασφάλιση και ανακούφιση του ζημιωθέντος και όχι την απαλλαγή του ζημιώσαντος. O παραπάνω σκοπός της διάταξης του άρθρου 930 § 3 Α.Κ. επιβάλλει την όσο το δυνατόν ευρεία ερμηνεία αυτής. Σύμφωνα έτσι με την παραπάνω γενική αρχή, η διάταξη του άρθρου 930 § 3 Α.Κ., παρά το ότι από τη γραμματική διατύπωση της φαίνεται να αφορά στις περιπτώσεις που κάποιος άλλος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που ζημιώθηκε, αυτή εφαρμόζεται σε κάθε παροχή τρίτου, ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, είτε στηρίζεται σε σύμβαση, είτε στο νόμο, είτε γίνεται εκουσίως χωρίς νομική υποχρέωση και αποβλέπει στην άρση ή μείωση των συνεπειών της προσβολής κατά της ζωής, του σώματος ή της υγείας προσώπου και όχι να ωφελήσει το βλάψαντα, του οποίου αφήνεται άθικτη η υποχρέωση αποζημιώσεως. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι «άλλος» με την έννοια της ως άνω διατάξεως μπορεί να είναι οποιοσδήποτε τρίτος (Δημόσιο, ασφαλιστικοί οργανισμοί, ασφαλιστικές εταιρίες, ιδιώτης, συγγενείς, εργοδότης κ.λπ.). Επομένως, κατ’ εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 930 § 3 Α.Κ., ο παθών από αδικοπραξία δικαιούται σε σωρευτική απόληψη, πέραν των παροχών τρίτου,  και της οφειλομένης  από τον αδικοπραγήσαντα αποζημιώσεως (ΑΠ 1488/2014 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 31/2014 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 384/2013 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 347/2009 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 1127/2002, ΑΠ 1213/2001). Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 10 § 5 του ν.δ. 4104/1960, όπως αντικ. με το άρθρο 18 § 1 του Ν. 4476/1965 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Β.Δ. 226/21.03.1973 και το άρθρο 18 του Ν.1654/1986 προκύπτει, ότι σε περίπτωση αναπηρίας ή θανάτωσης ασφαλισμένου στο ΙΚΑ, η αξίωση αποζημίωσης του ασφαλισμένου ή των δικαιούχων μελών της οικογενείας του, που απορρέει από τα άρθρα 928 και 929 ΑΚ κατά του υπόχρεου, μεταβιβάζεται αυτοδικαίως (εκχωρείται εκ του νόμου) στο ΙΚΑ από την ημέρα που γεννήθηκε η σχετική αξίωση, το οποίο και μόνο νομιμοποιείται εφεξής προς έγερση της σχετικής αξιώσεως (ΑΠ 235/2011 Επιδικία 2011.265, ΑΠ 1074/2008 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 70/2005 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΛαμ 22/2010 Επιδικία 2011.47) ενώ ο παθών νομιμοποιείται να απαιτήσει το υπόλοιπο ποσό της αποζημίωσης (βλ. σχετ. ΑΠ 163/2012 ΝοΒ 2012.1407, ΑΠ 601/2010 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 666/2010 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 793/2010 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΛαμ 51/2013 Τ.Ν.Π. Νόμος), μη εφαρμοζόμενης της διατάξεως του άρθρου 930 § 3 Α.Κ.. Για να λειτουργήσει το σύστημα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης στο ΙΚΑ της αξίωσης αποζημίωσης του παθόντα ή των δικαιοδόχων του κατά του ζημιώσαντος τρίτου, πρέπει να συντρέχει ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία μεταξύ των παροχών του ΙΚΑ προς τον ασφαλισμένο ή τα μέλη της οικογενείας του και των αξιώσεων αποζημίωσης του παθόντος ή των δικαιοδόχων του κατά του υπόχρεου τρίτου. Η αντιστοιχία αυτή συντρέχει όταν αμφότερες οι παροχές είναι ομοειδείς και υπηρετούν τον ίδιο σκοπό. Τούτο συμβαίνει όταν οι παροχές αυτές τελούν μεταξύ τους υπό χρονική και ποιοτική άποψη σε μία εσωτερική συνάφεια. Σκοπός της παραπάνω ρύθμισης είναι κυρίως, η παρεμπόδιση μιας διπλής ουσιαστικά αποζημίωσης του θύματος της αδικοπραξίας ή, σε περίπτωση θανάτου, των δικαιούχων διατροφής. Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές, επέρχεται η μεταβίβαση της απαίτησης στο Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. (ΑΠ 560/2013 Τ.Ν.Π. Νόμος). Τα ανωτέρω εφαρμόζονται πλέον αναλόγως και για τους ασφαλιστικούς οργανισμούς ελευθέρων επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε. και Ε.Τ.Α.Α.) καθώς και τον Ο.Γ.Α, καθόσον, κατά τη διάταξη ίου άρθρου 47 § 6 του Ν. 3518/2006 «Οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ΝΑ 4104/1960 (ΦΕΚ 147 Α’) όπως αντικαταστάθηκαν με την παράγραφο 1 του άρθρου 18 του Ν. 4476/1965 (ΦΕΚ 103 Α’) και συμπληρώθηκαν με το άρθρο 18 του Ν. 1654/1986, καθώς και οι διατάξεις του ΒΑ 226/23.2/21.3.1973 (ΦΕΚ 66 Α’) έχουν ανάλογη εφαρμογή και στους ασφαλιστικούς οργανισμούς ελευθέρων επαγγελματιών, ανεξάρτητα απασχολουμένων, καθώς και στον Ο.Γ.Α.» {βλ. ΕφΑΘ 4583/2010 ΕΕμπΔ 2011.400). Τα ανωτέρω επίσης ισχύουν και ως προς τις δαπάνες σε χρήμα για παροχές υγείας σε είδος, τις οποίες προσφέρει ο Ε.Ο.Π.Ύ.Υ. καθόσον, μετά την μεταβίβαση του κλάδου υγείας των ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, Ο.Α.Ε.Ε., Ε.Τ.Α.Α. και του Ο.Π.Α.Δ. στον Ε.Ο.Π.Ύ.Υ. με το άρθρο 17 § 2 του Ν. 3.918/2011 (ΦΕΚ Α’ 31/02.03.2011) ως προς τις παροχές υγείας σε είδος, με το άρθρο 29 § 2 του Ν. 4.272/2014 (ΦΕΚ Α 145/11.07.2014) προστέθηκε στο άρθρο 29 του Ν. 3.918/2011 παράγραφος 5 σύμφωνα με την οποία «Οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν.δ. 4104/1960, καθώς και οι διατάξεις του β.δ. 226/23.02/21.03.1973 έχουν ανάλογη εφαρμογή και στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όσον αφορά την υγειονομική περίθαλψη σε είδος, σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ενιαίου Κανονισμού Παροχών Υγείας του Ε.Ο.Π.Ύ.Υ.». Η ως άνω εκχώρηση υπέρ του Ε.Ο.Π.Ύ.Υ. καταλαμβάνει μόνο τις αξιώσεις του παθόντος για ατυχήματα, τα οποία λαμβάνουν χώρα μετά τη Θέση σε ισχύ του νόμου αυτού στις 11.07.2014 και δεν καταλαμβάνουν γεγενημένες αξιώσεις προ του χρονικού αυτού σημείου, ως προς τις οποίες τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 930 § 3 Α.Κ. (Αθ. Κρητικός, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα Εκδ. 2014, Συμπλήρωμα στην έκδοση του έτους 2008 σελ. 131). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 249 Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στις ειδικές διαδικασίες (591 § 1 εδ. 1 Κ.Πολ.Δ., Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ, Εκδ. 2000 Τόμος 1Κ σελ. 524) συνάγεται ότι τα πολιτικά δικαστήριο οιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας δύνανται κατά τη κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση αυτών να αναστείλουν δια της εκδόσεως μη οριστικής αποφάσεως την ενώπιον αυτών δίκη προκειμένου να προσκομισθεί βεβαίωση του Ι.Κ.Α. – ΕΤΑΜ ή του Ο.Α.Ε.Ε. ή του Ο.Γ.Α. ή του Ε.Τ.Α.Α. (και πλέον του Ε.Φ.Κ.Α.) αλλά και του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ως προς τις δαπάνες για παροχές υγείας σε είδος, από την οποία να προκύπτει εάν ο ενάγων δικαιούται να απαιτήσει παροχές από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό, το είδος, την ποσότητα τους και σε ποιο χρονικό διάστημα ανάγεται, εφόσον κατά τα ανωτέρω συνάγεται ότι ως προς αυτές τις αξιώσεις υπάρχει υποκατάσταση υπέρ του οικείου κατά περίπτωση ασφαλιστικού οργανισμού (εκχώρηση ex lege) και συνεπώς δικαιούχος αυτών είναι ο τελευταίος. Επιπροσθέτως, το άρθρο 346 Α.Κ., το οποίο όριζε ότι «ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος», αντικαταστάθηκε με το όρθρο 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρ. 113 του νόμου αυτού, από τις 02.04.2012, κατά ίο οποίο: «Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ’ εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ’ εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης». Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως. Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι’ αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ. ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού {βλ. αιτιολογική έκθεση Ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι’ αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ’ αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ’ εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας. Με βάση αυτά, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δεν συνιστά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, λόγο για την κατ’ εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, ο οποίος, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, πρέπει να επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 1207/2017 Τ.Ν.Π. Νόμος και ανάλογες σκέψεις στη ΑΠ 2033/2013 Τ.Ν.Π. Νόμος).

Εν προκειμένω, στην υπό κρίση από 19.06.2017 και με γενικό αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/19.06.2017 και ειδικό αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/19.06.2017 αγωγή, ο ενάγων εκθέτει ότι ο πρώτος των εναγομένων, οδηγώντας το με στοιχεία κυκλοφορίας ΡΕΖ … Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο κυριότητας του ιδίου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο ως προς την αστική ευθύνη έναντι τρίτων από την κυκλοφορία του στη δεύτερη συνεναγομένη ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε από υπαιτιότητα αυτού αυτοκινητικό ατύχημα, με αποτέλεσμα ο ίδιος (ενάγων) να υποστεί (α.) θετική περιουσιακή ζημία συνισταμένη (α1.) σε δαπάνες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, (α2.) σε δαπάνες βελτιωμένης διατροφής, (α3.) σε δαπάνες συμπαραστάτη (αποκλειστικής νοσοκόμας – οικιακής βοηθού), για τις υπηρεσίες που του προσέφεραν οικείοι αυτού κατ’ άρθρ. 930 § 3 Α.Κ., (α4.) φθορές και ζημίες σε προσωπικά του είδη και (β.) μη περιουσιακή ζημία (ηθική βλάβη), λόγω της αδικοπρακτικής προσβολής της σωματικής του ακεραιότητας και των εξ αυτής συνεπειών, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής. Ενόψει τούτων, ζητεί να εκδοθεί προσωρινώς εκτελεστή απόφαση αυτού του δικαστηρίου, με την οποία να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και εις ολόκληρον έκαστος να του καταβάλουν (α.) ποσό 22.222,90 Ευρώ, ως αποζημίωση σε αποκατάσταση της θετικής περιουσιακής ζημίας αυτού και δη (α1.) 645,90 Ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στις δαπάνες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, (α2.) ποσό 3.168,00 Ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στη δαπάνη βελτιωμένης διατροφής, (α3.) ποσό 17.160,00 Ευρώ, ως δαπάνη απασχόλησης συμπαραστάτη (οικιακής βοηθού – αποκλειστικής νοσοκόμας), (α4.) ποσό 1.249,00 Ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην αξία των ολοσχερώς καταστραφέντων ατομικών ειδών και (β.) ποσό 100.000,00 Ευρώ, ως αποζημίωση σε αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας αυτού (χρηματική ικανοποίηση λόγω  ηθικής βλάβης) λόγω της αδικοπρακτικής προσβολής της σωματικής του ακεραιότητας και των εξ αυτής συνεπειών, (γ.) πλέον τόκων επιδικίας από της επιδόσεως της αγωγής. Τέλος, (δ.) ζητεί την καταδίκη των εναγομένων στη δικαστική του δαπάνη. Με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, η οποία καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του παρόντος δικαστηρίου και περιέχεται στις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις αυτού ο ενάγων (Ι.) παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο αυτής και (II.) έτρεψε τα κύρια αιτήματα παροχής έννομης προστασίας της αγωγής από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά. Πρέπει, συνεπώς, σύμφωνα και με τη μείζονα σκέψη, η οποία προηγήθηκε, να καταργηθεί η με την ως άνω αγωγή ανοιγείσα δίκη ως προς τον πρώτο εναγόμενο αυτής. Με το ως άνω περιεχόμενο, πλέον, η από 19.06.2017 και με γενικό αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/19.06.2017 και ειδικό αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/19.06.2017 αγωγή, παραδεκτώς εισάγεται στο δικαστήριο τούτο, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (αρθρ. 7,9 εδ. 1 έως 4,10,14 § 2,221 § 1 περ. β), 215 § 1 εδ. α, 16 § 11, 25 § 2, 614 περ. 6 Κ.Πολ.Δ.), κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών του άρθρ. 614 περ. 6 Κ.Πολ.Δ., κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 Ένατο § 2 του Ν. 4335/2015, απορριπτόμενου του ισχυρισμού της δεύτερης εναγομένης περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος ως προς ό,τι έχει λάβει ή δικαιούται να λάβει από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό, δεδομένου ότι ο ενάγων επικαλείται τα στοιχεία που καθιστούν ορισμένη την αγωγή αυτού και δικαιολογούν την έγερση της κατά της δεύτερης εναγομένης, εάν δε ήθελε αποδειχθεί ότι ο ενάγων δικαιούται να λάβει ή έλαβε παροχές από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό, η αγωγή θα είναι απορριπτέα κατά το αντίστοιχο μέρος ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η οποία προηγήθηκε και όχι ως ενεργητικώς ανομιμοποίητη. Ωστόσο, το υπό στοιχείο (α2.) επιμέρους αίτημα προς επιδίκαση αποζημίωσης λόγω δαπάνης για βελτιωμένη διατροφή, είναι απορριπτέο ως αόριστο, επειδή ο ενάγων δεν προσδιορίζει στο αγωγικό δικόγραφο, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, η οποία προηγήθηκε, ποια ήταν η τροφή, την οποία ελάμβανε προ του ατυχήματος, ώστε να κριθεί η ανάγκη αυτού για βελτιωμένη τροφή, σε τι συνίσταται η βελτιωμένη διατροφή μετά το ατύχημα και τι μονάδες βάρους (ή άλλου είδους μονάδα) λαμβάνει και αντί τίνος τιμήματος ανά μονάδα Είναι δε κατά τα λοιπά η αγωγή πλήρως ορισμένη και όσα περί του αντιθέτου διατείνεται η δεύτερη εναγομένη είναι αβάσιμα και συνεπώς απορριπτέα δεδομένου ότι ιδίως ως προς τις δαπάνες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της αγωγής το είδος και η ποσότητα των φαρμακευτικών σκευασμάτων ή φαρμακευτικών προϊόντων, τα οποία προμηθεύτηκε ο ζημιωθείς, αλλά τα τελευταία αποτελούν περιγραφικά στοιχεία αναγόμενα στην ουσία, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη, η οποία προηγήθηκε και νόμιμη, ερειδόμενη στις προεκτεθείσες στις μείζονες σκέψεις διατάξεις και σε εκείνες των άρθρων 914,297, 299, 330 εδ. β, 345, 346, 929, 930 § 3, 932 Α.Κ., 2, 4, 9,10 Ν. ΓΠΝ/1911, 2, 6,10, 11 § 1 του Ν. 489/1976, 70, 176 Κ.Πολ.Δ., πλην του αιτήματος να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή κατά το μέρος που έχει λάβει χώρα περιορισμός των κυρίων αιτημάτων παροχής έννομης προστασίας από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, το οποίο είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, επειδή η αναγνωριστική απόφαση δε συνιστά εκτελεστό τίτλο κατ’ άρθρ. 904 § 2 περ. α Κ.Πολ.Δ. και κατά συνέπεια δε δύναται ούτε να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ. Εκδ. 2000 Τόμος 20C σελ. 1701). Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί η αγωγή περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, χωρίς να απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου καθ’ ο μέρος ο ενάγων απαλλάσσεται οπό την υποχρέωση καταβολής αυτού κατ’ άρθρ. 33 §§ 1 και 2 του Ν. 4446/2016 μετά την ως άνω γενόμενη τροπή των κύριων αιτημάτων παροχής έννομης προστασίας της αγωγής από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά.

Η δεύτερη εναγομένη, προς απόκρουση της αγωγής, αρνείται την ιστορική βάση αυτής και προβάλλει ισχυρισμούς. Ειδικότερα, προβάλλει ισχυρισμό περί συνυπαιτιότητας του οδηγού του με στοιχεία κυκλοφορίας ΗΚΝ … Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, ως προς την επέλευση του ατυχήματος σε ποσοστό 50%, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στις προτάσεις. Με το ως άνω περιεχόμενο, ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης παραδεκτώς προβάλλεται κατ’ άρθρ. 591 § 1 στοιχ. δ Κ.Πολ.Δ., πλην όμως καθ’ ο μέρος στρέφεται κατά του ενάγοντος, ο οποίος ουδόλως φέρεται να επέδρασε στην κυκλοφορία του με στοιχεία κυκλοφορίας ΗΚΝ … Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι ο βαθμός της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους (συν)ενεχόμενους (έστω και αντικειμενικά) δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της σε ολόκληρον διωκόμενης ευθύνης αυτών έναντι του (αμέτοχου) ζημιωθέντος σύμφωνα με τις ΑΚ 926 και 927 και του Ν. ΓΠΝ/1911 αλλά απλώς παρέχει στον καθένα τους, δικαίωμα αναζητήσεως της αναλογίας επί της επιδικαζόμενης αποζημιώσεως κατά το μέτρο της βεβαιούμενης αντίστοιχης ευθύνης τους με αυτοτελή αγωγή (ΑΠ 873/2013 Τ.Ν.Π, Νόμος, βλ. και Αθ. Κρητικός Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα Εκδ. 1998 σελ. 488-489). Περαιτέρω, προβάλλει ισχυρισμό περί συνυπαιτιότητας του πατέρα του ενάγοντος, Δημητρίου Τσιντάνη, ως προς την επέλευση του ατυχήματος σε ποσοστό 50%, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στις προτάσεις. Με το ως άνω περιεχόμενο, ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης παραδεκτώς προβάλλεται κατ’ άρθρ. 591 § 1 στοιχ. δ Κ.Πολ.Δ., πλην όμως είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, διότι ο βαθμός της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους (συν)ενεχόμενους (έστω και αντικειμενικά) δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της σε ολόκληρον διωκόμενης ευθύνης αυτών έναντι του (αμέτοχου) ζημιωθέντος σύμφωνα με τις ΑΚ 926 και 927 και του Ν. ΓΠΝ/1911 αλλά απλώς παρέχει στον καθένα τους, δικαίωμα αναζητήσεως της αναλογίας επί της επιδικαζόμενης αποζημιώσεως κατά το μέτρο της βεβαιούμενης αντίστοιχης ευθύνης τους με αυτοτελή αγωγή (ΑΠ 873/2013 Τ.Ν.Π. Νόμος, βλ. και Αθ. Κρητικός Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα Εκδ. 1998 σελ. 488- 489). Έτι περαιτέρω, προβάλλει ισχυρισμό περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος ως προς την επέλευση του ατυχήματος σε ποσοστό 50%, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στις προτάσεις. Με το ως άνω περιεχόμενο, ο ισχυρισμός παραδεκτώς προβάλλεται κατ’ άρθρ. 591 § 1 στοιχ. δ Κ.Πολ.Δ. και συνιστά ένσταση κατ’ άρθρ. 300 εδ. α Α.Κ. καθ’ ο μέρος η αγωγή ερείδεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (914 επ., 300 Α.Κ.) και ένσταση καθ’ ο μέρος ερείδεται στο Ν. ΓΠΝ/1911 (5, 6 Ν. ΓΠΝ/1911, 300 Α.Κ.) σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, η οποία προηγήθηκε. Επιπλέον, προβάλλει ισχυρισμό περί συνυπαιτιότητας του οδηγού του με στοιχεία κυκλοφορίας ΗΚΝ 90011.Χ,Φ. αυτοκινήτου, ως προς την επέλευση της ζημίας και την έκταση της σε ποσοστό 50%, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στις προτάσεις. Με το ως άνω περιεχόμενο, ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης παραδεκτώς προβάλλεται κατ’ άρθρ. 591 § 1 στοιχ. δ Κ.ΠολΑ, πλην όμως είναι αλυσιτελώς προβαλλόμενος κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα. Έτι περαιτέρω, προβάλλει ισχυρισμό περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος ως προς την επέλευση του τραυματισμού του και της έκτασης του σε ποσοστό 50%, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στις προτάσεις. Με το ως άνω περιεχόμενο, ο ισχυρισμός παραδεκτώς προβάλλεται κατ’ άρθρ. 591 § 1 στοιχ. δ Κ.Πολ.Δ. και συνιστά ένσταση κατ’ άρθρ. 300 εδ. α Α.Κ. καθ’ ο μέρος η αγωγή ερείδεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (914 επ., 300 Α.Κ.) και ένσταση καθ’ ο μέρος ερείδεται στο Ν. ΓΠΝ/1911 (5, 6 Ν. ΓΠΝ/1911, 300 Α,Κ.) σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, η οποία προηγήθηκε. Επιπροσθέτως, υποβάλλει αίτημα επίδειξης βεβαίωσης του ασφαλιστικού φορέα του ενάγοντος από την οποία να καταφάσκεται το ύψος και η αιτία των παροχών που αυτό χορήγησε στον ενάγοντα αναφορικά με τις δαπάνες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Με το ως άνω περιεχόμενο, το αίτημα είναι απορριπτέο ως αόριστο, επειδή η δεύτερη εναγομένη (Ι.) δεν επικαλείται ότι ο ενάγων έχει στην κατοχή του το αιτούμενο προς επίδειξη έγγραφο και (Κ.) δεν προσδιορίζει το περιεχόμενο του εγγράφου, του οποίου ζητείται η επίδειξη, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (ΑΠ 1093/2014 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 2095/2009 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 31/2006 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 952/2002 ΕλλΔνη 44.1310, ΕφΘεσ 1852/2003 Αρμ ΝΗ 1150, ΕφΘεσ 1150/2001 ΕλλΔνη 44.520), ενόψει του ότι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 § 2 και 451 § 1 Κ.Πολ.Δ., στην αίτηση επίδειξης πρέπει να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενο του και να εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού αυτού ή προς ανταπόδειξη τοιούτου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 123/2016 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 1093/2014 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 2095/2009 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 31/2006 Τ.Ν.Π. Νόμος).  Δύναται, ωστόσο, να θεωρηθεί ότι υποβάλει αίτημα αναστολής της δίκης κατ’ άρθρ. 249 Κ.Πολ.Δ., προκειμένου να προσκομισθεί βεβαίωση του οικείου ασφαλιστικού φορέα από την οποία να προκύπτει το είδος των παροχών που δικαιούται ο ενάγων από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ως προς τις δαπάνες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Τέλος, η δεύτερη εναγομένη υποβάλλει αίτημα να μην επιδικασθούν τόκοι επιδικίας αλλά τόκοι υπερημερίας. Με το ως άνω περιεχόμενο, το αίτημα παραδεκτώς προβάλλεται και είναι νόμιμο, ερειδόμενο στη διάταξη του άρθρου 346 εδ. 4 Α.Κ.. Πρέπει, συνεπώς, να εξετασθούν περαιτέρω οι ισχυρισμοί και τα αιτήματα ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα.

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος, ο οποίος εξετάσθηκε νομότυπα στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, όπως η κατάθεση αυτή περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του παρόντος δικαστηρίου, από τα έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, εκ δε των εγγράφων της ποινικής δικογραφίας μόνο όσα συνοδεύονται από ειδική, σαφή και συγκεκριμένη επίκληση, αποδεικνύονται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά στην υπό κρίση υπόθεση:

Στις 10.05.2016, ημέρα Τρίτη και περί ώρα 19:29, ο ενάγων, …, ήταν πεζός επί της Π.Ε.Ο. Ηρακλείου – Ρεθύμνου στο Δήμο Ηρακλείου της Π.Ε. Ηρακλείου της Περιφέρειας Κρήτης και δη στο έρεισμα παραπλεύρως του ρεύματος κυκλοφορίας με κατεύθυνση από το Ηράκλειο προς το Ρέθυμνο, καθώς είχε αποβιβασθεί από το με στοιχεία κυκλοφορίας ΗΚΝ … Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, το οποίο είχε ακινητοποιηθεί λόγω μηχανικής βλάβης στην 11η χ/θ και στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος της Π.Ε.Ο. Ηρακλείου – Ρεθύμνου στο Δήμο Ηρακλείου της Π.Ε. Ηρακλείου της Περιφέρειας Κρήτης και δη εν μέρει εντός του ρεύματος κυκλοφορίας με κατεύθυνση από το Ηράκλειο προς το Ρέθυμνο και εν μέρει εντός του ερείσματος εκ δεξιών του ως άνω ρεύματος κυκλοφορίας, σχεδόν εφαπτόμενο με τοιχίο στο άκρο του χώρου στάθμευσης του κέντρου με το διακριτικό τίτλο «ΑΡΟΛΙΘΟΣ», κινείτο δε (ο ενάγων) με κατεύθυνση αντίστροφη προς τη φορά του ρεύματος κυκλοφορίας με κατεύθυνση από το Ηράκλειο προς το Ρέθυμνο, προκειμένου να τοποθετήσει την κατ’ άρθρ. 29 § 3 και 81 § 16 του Ν. 2.696/1999 «Κ.Ο.Κ.» ισόπλευρη τριγωνική πινακίδα ερυθρού αντανακλαστικού περιγράμματος όπισθεν του κατά τα ανωτέρω ακινητοποιηθέντος οχήματος. Στον αυτό χρόνο, ο …  έβαινε επί της προμνησθείσης Π.Ε.Ο και δη στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από το Ηράκλειο προς το Ρέθυμνο οδηγώντας το με στοιχεία κυκλοφορίας ΡΕΖ … Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο ως προς την αστική ευθύνη έναντι τρίτων από την κυκλοφορία του στη δεύτερη συνεναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ». Σημειωτέον δε ότι στον τόπο του ατυχήματος, ήτοι στην 11η χ/θ της Π.Ε.Ο. Ηρακλείου – Ρεθύμνου στο Δήμο Ηρακλείου της Π.Ε. Ηρακλείου της Περιφέρειας Κρήτης, η ως άνω Π.Ε.Ο. είναι οδός διπλής κατευθύνσεως, πλάτους 6,00 μέτρων (3,00 μέτρα ανά ρεύμα κυκλοφορίας), πλέον ερείσματος πλάτους 0,80 μέτρων εκατέρωθεν των ρευμάτων κυκλοφορίας, η οποία είναι διαμορφωμένη ως ελαφρά αριστερή καμπύλη για τους κινούμενους στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από το Ηράκλειο προς το Ρέθυμνο, σημαίνεται δε με κατά μήκος διαγράμμιση επί του οδοστρώματος, συνισταμένη σε διπλή διαχωριστική γραμμή. Επιπλέον, η κατάσταση του ασφαλτικού οδοστρώματος ήταν καλή (ξηρά), υπήρχε πλήρης φυσικός φωτισμός, δεν υπήρχαν εμπόδια ως προς την ορατότητα των οδηγών, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική, το δε εν ισχύ όριο ταχύτητας ανερχόταν σε 40 χλμ/ώρα. Στο χρονικό δε σημείο κατά το οποίο ο ενάγων πεζός βρισκόταν σε απόσταση 20 μέτρων κατά προσέγγιση από το οπίσθιο του ακινητοποιηθέντος με στοιχεία κυκλοφορίας ΗΚΝ … Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου και εντός του ερείσματος και κινείτο κατά τα προαναφερθέντα, το με στοιχεία κυκλοφορίας ΡΕΖ … Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο προσέγγισε τον τόπο του ατυχήματος, έπεσε επί του πεζού με τον πρόσθιο ανεμοθώρακα αυτού και ακολούθως με την εμπρόσθια δεξιά γωνία αυτού στην οπίσθια αριστερή γωνία του με στοιχεία κυκλοφορίας ΗΚΝ … Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου. Αποκλειστικός υπαίτιος του ως άνω επελθόντος αυτοκινητικού ατυχήματος ήταν ο …, ως οδηγός του με στοιχεία κυκλοφορίας ΡΕΖ … Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου. Ειδικότερα, η υπαιτιότητα αυτού συνίστατο σε αμέλεια, καθόσον μη επιδεικνύοντας τη απαιτούμενη κατά νόμο επιμέλεια, οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή αυτού, ώστε να δύναται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οδηγούμενου υπ’ αυτού οχήματος υπό τις οποιεσδήποτε συνθήκες και με ταχύτητα υπερβαίνουσα όχι το μέγιστο οριζόμενο αλλά το ενδεδειγμένο με βάση τις επικρατούσες στον τόπο του ατυχήματος συνθήκες [έντονη φωτεινότητα λόγω της θέσης του ήλιου χαμηλά στον ορίζοντα και εξ αυτής περιορισμένη ορατότητα] όρθιο ταχύτητας (το οποίο το δικαστήριο προσδιορίζει 25 χλμ/ώρα), εξ ου και δεν αντελήφθη την παρουσία και την καθόλα σύννομη πορεία του ενάγοντος πεζού στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, με αποτέλεσμα το με στοιχεία κυκλοφορίας ΡΕΖ … Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο να πέσει επί του προμνησθέντος πεζού. Ήτοι δε συμμορφώθηκε με τις διατάξεις των άρθρων 12 § 1 εδ, α και β, 13 § 2 εδ. α, 19 §§ 1 και 2 και 26 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), οι οποίες ορίζουν την προσήκουσα οδική συμπεριφορά κατά τις προμνησθείσες συνθήκες, η δε παράβαση αυτών είχε ως αποτέλεσμα (συνδέεται αιτιωδώς με) τη σύγκρουση. Ειδικότερα, εάν ο …, συμπεριφερόταν επιμελώς θα μείωνε την ταχύτητα του οδηγούμενου υπ’ αυτού οχήματος ώστε να έχει τον πλήρη έλεγχο του οδηγούμενου υπ’ αυτού οχήματος και να έχει επαρκές περιθώριο αντίδρασης σε περίπτωση κατά την οποία ήθελε εμφανισθεί εμπόδιο στο οδόστρωμα, ενόψει και του περιορισμού της ορατότητας από τη θέση του ηλίου χαμηλά στον ορίζοντα, οπότε και θα αντιλαμβανόταν εγκαίρως την παρουσία και την πορεία του ενάγοντος στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος και θα ρύθμιζε αναλόγως την πορεία του και δεν θα λάμβανε χώρα το ατύχημα. Τουναντίον, δεν δύναται να γίνει βάσιμα λόγος για παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του ενάγοντος, η οποία να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ατυχήματος. Ειδικότερα, ο ενάγων κινείτο επί του οδοστρώματος προκειμένου να τοποθετήσει την κατ’ άρθρ. 29 § 3 και 81 § 16 του Ν. 2696/1999 «Κ.Ο.Κ.» ισόπλευρη τριγωνική πινακίδα ερυθρού αντανακλαστικού περιγράμματος όπισθεν του κατά τα ανωτέρω ακινητοποιηθέντος οχήματος και η πορεία του στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος ήταν επιβεβλημένη, δεδομένου ότι δεν υπήρχε δυνατότητα να κινηθεί με ασφάλεια εκτός του οδοστρώματος, λόγω της διαμόρφωσης του εδάφους και συνεπώς καθόλα σύννομη κατ’ άρθρ. 29 § 3 εδ. 1 και 38 § 1 εδ. 1 του Ν. 2.696/1999 «Κ.Ο.Κ.» και όσα περί του αντιθέτου διατείνεται η δεύτερη εναγομένη είναι αβάσιμα και συνεπώς απορριπτέα. Συνεπεία δε του ως άνω αυτοκινητικού ατυχήματος, ο ενάγων, διεκομίσθη με το Ε.Κ.Α.Β. στο Πανεπιστημιακό Γ.Μ. Ηρακλείου «ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ – ΠΑΝΑΝΕΙΟ» και εξετάσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία αυτού, όπου κατόπιν της υποβολής του σε ακτινολογικό έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάκωση του αριστερού γόνατος, κρανιοεγκεφαλική κάκωση, θλαστικά τραύματα του ινίου και της δεξιάς ζυγωματικής χώρας, εκδορές και εκχυμώσεις του κάτω βλεφάρου του δεξιού οφθαλμού, κατάγματα των εγκαρσίων αποφύσεων των 02 – 04 σπονδύλων της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης (Ο.Μ.Σ.Σ.), κάκωση της δεξιάς κλείδας, κάκωση του δεξιού αντίχειρα καθώς και ότι εκδήλωνε άλγος του δεξιού ώμου, εκ των οποίων το τραύμα του μετώπου αντιμετωπίσθηκε διά της υποβολής του σε συρραφή, του τοποθετήθηκε πηχεοκαρπικός νάρθηκας στη δεξιά πηχεοκαρπική, ενώ του συνεστήθη η τοποθέτηση κηδεμόνα της Ο.Μ.Σ.Σ. και η λήψη φαρμακευτικής αγωγής συνισταμένης σε διαφανή γέλη για τους οφθαλμούς (Dacrogel) και αντιβιοτικών για τους οφθαλμούς (Tobrex). Στις 16.05.2016, εξετάσθηκε εκ νέου στα εξωτερικά ιατρεία της Νευροχειρουργικής Κλινικής του ως άνω νοσοκομείου και διαπιστώθηκε ότι οποιαδήποτε κίνηση του σώματος του ήταν ιδιαίτερα επώδυνη και οιαδήποτε μετακίνηση ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη. Στις 26.05.2016, εξετάσθηκε εκ νέου στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών της Ορθοπεδικής Κλινικής του ως άνω νοσοκομείου και διαπιστώθηκε αδυναμία χρήσης της δεξιάς χειρός για ενάμιση μήνα. Στις 29.07.2016 εξετάσθηκε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών της Ορθοπεδικής Κλινικής του ως άνω νοσοκομείου και του συνεστήθη η αποχή του από την εργασία για χρονικό διάστημα δύο μηνών. Την 01.08.2016 εξετάσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία της Νευροχειρουργικής Κλινικής του ως άνω νοσοκομείου και του συνεστήθη η αποχή από αθλητικές δραστηριότητες για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών. Στις 19.09.2016 εξετάσθηκε στο Ορθοπεδικό ιατρείο του Γ.Ν. Νίκαιας «ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ», με τον ενάγοντα να παραπονείται για άλγος στην Ο.Μ.Σ.Σ. αλλά και στις κινήσεις του δεξιού ώμου και στο Νευροχειρουργικό Τμήμα, όπου και διαπιστώθηκε ότι εκδήλωνε εμμένουσα οσφυαλγία. Στις 02.11.2016 εξετάσθηκε στο ψυχιατρικό τμήμα του ως άνω νοσοκομείου και διαπιστώθηκε ότι πάσχει από διαταραχή μετατραυματικού άγχους με φοβίες και προσβολές φαγητού και του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή, συνισταμένη σε αντιψυχωτικά (Xanax). Στις 27.03.2017 εξετάσθηκε στο Ορθοπεδικό, στο Νευροχειρουργικό και στο Ψυχιατρικό Τμήμα του ως άνω νοσοκομείου, όπου και διαπιστώθηκε η εμμονή των ως άνω ευρημάτων.

Επειδή, ωστόσο, ο ενάγων ήταν κατά το χρόνο του ατυχήματος ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. και ως προς τις παροχές υγείας σε είδος στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., τίθεται ζήτημα εάν δικαιούτο να λάβει ή έχει ήδη λάβει παροχές λόγω του ατυχήματος ως προς τη δαπάνη αγοράς ενός νάρθηκα Ο.Μ.Σ.Σ. με ειδική ζώνη συμπίεσης (ή κορδόνι συμπίεσης) από τον εν λόγω ασφαλιστικό οργανισμό (ως προς την οποία ο ίδιος συμμετέχει σε ποσοστό 25%), με τον τελευταίο να υποκαθίσταται ex lege στις σχετικές αξιώσεις, ενόψει και του ότι δεν προσκομίζεται η πρωτότυπη απόδειξη, γεγονός το οποίο θα καταδείκνυε ότι δεν έχει ζητήσει τη χορήγηση της σχετικής ασφαλιστικής παροχής και η σχετική αξίωση θα ηδύνατο να θεωρηθεί παραγεγραμμένη κατ’ αρθρ. 23 του εν ισχύ Κανονισμού του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (υπ’ αριθ. Φ90380/25916/3294/2011 [ΦΕΚ 2456/Β703.11.2011] Κ.Υ.Α. «Ενιαίος Κανονισμός Παροχών Υγείας [Ε.Κ.Π.Υ.] του Εθνικού Οργανισμού Παροχών Υπηρεσιών Υγείας [Ε.Ο.Π.Υ.Υ.]) θα πρέπει, σύμφωνα και με τη μείζονα σκέψη, η οποία προηγήθηκε, να ανασταλεί η πρόοδος της δίκης έως ότου προσκομισθεί βεβαίωση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., από την οποία να προκύπτει το ποσό το οποίο τυχόν δικαιούτο αυτός να λάβει ή έχει ήδη λάβει από τον εν λόγω ασφαλιστικό οργανισμό λόγω του ατυχήματος ως προς τη δαπάνη αγοράς ενός νάρθηκα Ο.Μ.Σ.Σ. με ειδική ζώνη συμπίεσης (ή κορδόνι συμπίεσης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΤΗ ΔΙΚΗ ως προς τον πρώτο εναγόμενο

ΔΙΚΑΖΕΙ ΚΑΤΑ ΤΑ ΛΟΙΠΑ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ότι έκρινε απορριπτέο.

ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την έκδοση αποφάσεως επί της από 19.06.2017 και με γενικό αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/19.06.2017 και ειδικό αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/19.06.2017 αγωγής, έως ότου προσκομισθεί βεβαίωση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., από την οποία να προκύπτει το ποσό το οποίο τυχόν δικαιούτο ο ενάγων να λάβει ή έχει ήδη λάβει από τον εν λόγω ασφαλιστικό οργανισμό λόγω του ατυχήματος ως προς τη δαπάνη αγοράς ενός νάρθηκα Ο.Μ.Σ.Σ. με ειδική ζώνη συμπίεσης (ή κορδόνι συμπίεσης).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα και στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 8 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 

http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/mprath322_2018.htm

ΠΗΓΗdsanet.gr