Αναδρομική εφαρμογή νόμου που στέρησε αποζημίωση σε γονείς για παιδί που γεννήθηκε ανάπηρο από ελλιπή προγεννητικό έλεγχο. Παραβίαση σεβασμού της περιουσίας

70

ΑΠΟΦΑΣΗ

N.M. κ.α. κατά Γαλλίας της 03.02.2022 (αρ. προσφ. 66328/14)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αναπηρία παιδιού λόγω ελλιπούς προγεννητικού ελέγχου. Αναδρομική εφαρμογή νομοθεσίας για μη αποζημίωση. Προστασία της περιουσίας.

Η υπόθεση αφορά την απόρριψη, από τα διοικητικά δικαστήρια, των επιχειρημάτων που προέβαλαν οι δύο πρώτοι προσφεύγοντες – και γονείς του τρίτου προσφεύγοντος – στην αγωγή τους για αποζημίωση για τα ειδικά έξοδα που προέκυψαν από την αναπηρία του παιδιού τους. Συγκεκριμένα, τον Μάιο του 2001 ενώ η πρώτη προσφεύγουσα ήταν έγκυος, ζήτησε από το Νοσοκομείο S. να προβεί σε ενδελεχή προγεννητικό έλεγχο, όπου δεν εντοπίστηκε κανένα πρόβλημα. Μερικούς μήνες αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2001 γεννήθηκε ο γιος της, ο οποίος αποδείχθηκε ότι έπασχε από μια σειρά δυσπλασιών. Η εν λόγω αναπηρία δεν είχε εντοπιστεί κατά το χρόνο της προγεννητικής διάγνωσης. Οι προσφεύγοντες ζήτησαν αποζημίωση για αποκατάσταση της βλάβης που υπέστη ο γιος τους και ηθική βλάβη για αυτόν και του ιδίους. Νομοθετική διάταξη που θεσμοθετήθηκε με Νόμο της 4ης Μαρτίου 2002, και η οποία κωδικοποιήθηκε βάσει του άρθρου L. 114-5 της Κοινωνικής Δράσης και Οικογενειακού Κώδικα (CASF) – απαγόρευσε τη συμπερίληψη αυτών των δαπανών κατά τον υπολογισμό της καταβλητέας αποζημίωσης. Η νομοθετική αυτή αλλαγή που τέθηκε σε ισχύ μετά τη γέννηση του παιδιού αλλά πριν από την άσκηση αγωγής για αποζημίωση, εφαρμόστηκε στη προκείμενη υπόθεση.

Το Δικαστήριο έκρινε, πρώτον, ότι οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν εύλογα να αναμένουν ότι θα μπορούσαν να λάβουν αποζημίωση για την βλάβη που είχαν υποστεί, η οποία αντιστοιχούσε στο κόστος της φροντίδας παιδιού με αναπηρία, αμέσως μόλις επήλθε αυτή η ζημιά, δηλαδή από τη γέννηση του παιδιού, και συνεπώς υφίστατο «περιουσία» κατά την έννοια της πρώτης πρότασης του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου. Στη συνέχεια επισήμανε ότι, σύμφωνα με την απόφαση του Συνταγματικού Συμβουλίου αριθ. 2010-2 QPC, όλες οι μεταβατικές διατάξεις που απαιτούσαν αναδρομική εφαρμογή του άρθρου L. 114-5 του CASF είχαν καταργηθεί.

Αν και η κατάργηση των μεταβατικών αυτών διατάξεων άφησε αμέσως περιθώρια εφαρμογής των κανόνων κοινού δικαίου που διέπουν την εφαρμογή του νόμου διαχρονικά, το Δικαστήριο διαπίστωσε απόκλιση μεταξύ της ερμηνείας που υιοθέτησε το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο και της ερμηνείας που υιοθέτησε το Ακυρωτικό Δικαστήριο σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου L. 114-5 του CASF σε γεγονότα που προέκυψαν πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου της 4ης Μαρτίου 2002 (δηλαδή, 7 Μαρτίου 2002). Αν και στην εν λόγω απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2011, το Ακυρωτικό Δικαστήριο είχε αποκλείσει την εφαρμογή του άρθρου L. 114-5 του CASF σε γεγονότα που είχαν συμβεί πριν από τις 7 Μαρτίου 2002, ανεξάρτητα από την ημερομηνία με την οποία ασκήθηκε η αγωγή αποζημίωσης, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο είχε διευθετήσει τη διαφορά με την απόφασή της της 13 Μαΐου 2011, η οποία, από την πλευρά της, είχε διατηρήσει μια συγκεκριμένη αναδρομική σκοπιά σε σχέση με αυτή η διάταξη.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν μπόρεσε να διαπιστώσει ότι η νομιμότητα της παρέμβασης που προέκυψε από την εφαρμογή του άρθρου L. 114-5 του CASF από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο στην απόφασή του της 31 Μαρτίου 2014 θα μπορούσε να απορρέει από την πάγια και σταθεροποιημένη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων. Κατά το Στρασβούργο, η αναδρομική παρέμβαση στην περιουσία των προσφευγόντων δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως έχουσα «προβλεφθεί από το νόμο» κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

Το ΕΔΔΑ έκρινε, ομόφωνα, ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (προστασία της περιουσίας) της ΕΣΔΑ και επιφυλάχθηκε να επιδικάσει ποσό για αποζημίωση και ηθική βλάβη σε μεταγενέστερη απόφασή του.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 6 § 1

Άρθρο 8

Άρθρο 14

Άρθρο 1 ΠΠΠ

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες, η κα N.M., ο κ. M. και ο γιος τους A., είναι Γάλλοι υπήκοοι οι οποίοι γεννήθηκαν το 1972, 1971 και 2001 αντίστοιχα και ζουν στην Sainte Anne de Guadeloupe.

Τον Μάιο του 2001, ενώ η πρώτη προσφεύγουσα ήταν έγκυος, ζήτησε από το Νοσοκομείο S. να προβεί σε ενδελεχή προγεννητικό έλεγχο, όπου δεν εντοπίστηκε καμία ανωμαλία. Στις 30 Δεκεμβρίου 2001 γεννήθηκε ο Α., ένα αγόρι που έπασχε από μια σειρά δυσπλασιών που αναφέρονται ως «Σύνδρομο VATERL», με αδιάτρητο πρωκτό, δυσπλασίες που επηρεάζουν τα νεφρά του, έναν σπόνδυλο και ένα από τα άνω άκρα του και ασυμμετρία προσώπου.

Στις 16 Σεπτεμβρίου 2002 οι γονείς, οι οποίοι θεώρησαν ότι υπήρξε σφάλμα στην προγεννητική διάγνωση, ζήτησαν να διοριστεί πραγματογνώμονας, ο οποίος, αφού διορίστηκε από το δικαστήριο, συνέταξε μια έκθεση στην οποία κατέληγε στο συμπέρασμα ότι υπήρξε σφάλμα στην ερμηνεία των υπερηχογραφημάτων στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της. Μετά την αναφορά αυτή, οι προσφεύγοντες άσκησαν αγωγή κατά του Νοσοκομείου, επικαλούμενοι αμέλεια, ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου της Αμιέν και ζήτησαν αποζημίωση.

Δύο αγωγές αποζημίωσης, που αφορούν τη ζημία που υπέστησαν οι γονείς και τα έξοδα που συνδέονται με την αναπηρία, έθεσαν, μεταξύ άλλων, το θέμα της διαχρονικής εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 1 παράγραφος 1 του νόμου της 4ης Μαρτίου 2002, που κωδικοποιείται στο άρθρο L. 114-5 της Κοινωνικής Δράσης και Οικογενειακό Κώδικα (CASF).

Σε απόφαση της 30ής Δεκεμβρίου 2008, το Διοικητικό Δικαστήριο της Αμιέν έκρινε ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις, οι οποίες περιόριζαν τους λόγους των ισχυρισμών τους οποίους μπορούσαν να επικαλεστούν οι γονείς, δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν στην εν λόγω διαφορά. Σημειώνοντας την αμέλεια που διαπράχθηκε στην παρακολούθηση της εγκυμοσύνης, το δικαστήριο έκρινε ότι το Νοσοκομείο ευθύνεται και διέταξε να αποκαταστήσει όλες τις ζημίες που υπέστησαν οι δύο γονείς και το παιδί τους. Καθόρισε την απώλεια δυνατότητας που υπέστησαν οι δύο πρώτοι προσφεύγοντες να αποτρέψουν τη γέννηση του παιδιού στο 100%.

Στις 9 Μαρτίου 2009, το Νοσοκομείο άσκησε έφεση κατά αυτής της απόφασης και οι προσφεύγοντες άσκησαν αναίρεση στις 13 Ιουλίου 2009. Στις 11 Ιουνίου 2010, το Συνταγματικό Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση QPC αριθ. 2010-2, καταργώντας το άρθρο 2(2)(ii) του Νόμου της 11ης Φεβρουαρίου 2005.

Σε απόφαση της 16 Νοεμβρίου 2010, επί των προσφυγών, το Διοικητικό Εφετείο Douai αρνήθηκε, με τη σειρά του, να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου L. 114-5 του CASF, βάσει της Συνταγματικής Απόφασης του Συμβουλίου αριθ. 2010-2 QPC (σχετικά με αίτημα για προδικαστική απόφαση αναφορικά με τη συνταγματικότητα) και την κατάργηση των διατάξεων αυτών με ισχύ από 12 Ιουνίου 2010. Το διοικητικό δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι η αμέλεια του Νοσοκομείου ήταν η άμεση αιτία των ζημιών που υπέστησαν οι δύο πρώτοι προσφεύγοντες.

Δύο αναιρέσεις ασκήθηκαν από το S. Hospital (Νοσοκομείο) και από τους προσφεύγοντες

Μετά την απόφασή του της 13 Μαΐου 2011 (Δικαστική Συνέλευση, Lazare), το Συμβούλιο της Επικρατείας σε απόφασή του στις 31 Μαρτίου 2014, έκρινε ότι το άρθρο L. 114-5 του CASF είχε εφαρμογή στη διαφορά, καθώς οι προσφεύγοντες είχαν κινήσει διαδικασία αποζημίωσης μετά τις 7 Μαρτίου 2002, ημερομηνία έναρξης ισχύος του Νόμου από τον οποίο απορρέουν οι διατάξεις του παρόντος άρθρου. Έτσι ακύρωσε την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου με το σκεπτικό ότι ερμήνευσε εσφαλμένα το νόμο. Το ΣτΕ έκρινε ότι, δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν ασκήσει προσφυγή πριν από τις 7 Μαρτίου 2002, ημερομηνία κατά την οποία οι νέες διατάξεις τέθηκαν σε ισχύ, δεν είχαν κατά την ημερομηνία αυτή δικαίωμα αξίωσης αποζημίωσης, η οποία με τη σειρά της θα αποτελούσε «περιουσία» κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Περαιτέρω η απόφαση σχετικά με την ευθύνη του Νοσοκομείου, απέκλεισε οποιαδήποτε αποζημίωση για ζημιά που υπέστη το ίδιο το παιδί. Από την άλλη πλευρά, έκρινε ότι υπήρχε αναμφισβήτητη άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημίας που υπέστησαν οι γονείς και της αμέλειας που διέπραξε το νοσοκομείο κατά τη διεξαγωγή του υπερηχογραφήματος, στο βαθμό που αυτό τους εμπόδισε από το να γνωρίζουν τη σοβαρή και ανίατη κατάσταση του αγέννητου παιδιού και τους είχε στερήσει τη δυνατότητα διακοπής της εγκυμοσύνης, όπως προβλέπει η σχετική νομοθεσία.

Κατά το εγχώριο ανώτατο διοικητικό δικαστήριο «οι διατάξεις του άρθρου L. 114-5 του CASF απαγορεύουν την υπαγωγή των ειδικών δαπανών που προκύπτουν από την αναπηρία του παιδιού τους, που δεν εντοπίστηκε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, σε ποσό που καταβάλλεται στους γονείς ως αποζημίωση», και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «τα επιχειρήματα των προσφευγόντων γονέων ότι τα έξοδα που σχετίζονται με την αναπηρία του γιου τους που θα πρέπει να βαρύνουν το Νοσοκομείο δεν μπορεί… να γίνουν δεκτά» Σε ό,τι αφορά τις άλλες ζημιές, η αποζημίωση που έπρεπε να καταβληθεί αυξήθηκε σε 80.000 ευρώ (40.000 ευρώ σε καθένα των γονέων) ως προς την ηθική βλάβη που υπέστησαν οι γονείς και για την αναστάτωση της ζωής τους.

Επικαλούμενοι τα άρθρα 6 § 1 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη), 8 (δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής) και 14 (απαγόρευση διακρίσεων) της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (προστασία της ιδιοκτησίας), οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν για την αναδρομική εφαρμογή του νόμου.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου

Οι δύο πρώτοι προσφεύγοντες αμφισβήτησαν την αίτηση του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου στην απόφασή του της 31 Μαρτίου 2014, του 1ου και 3ου εδαφίου του άρθρου L. 114-5 του CASF. Υποστήριξαν ότι η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, οι οποίες είχαν οδηγήσει στην άρνηση, κατ’ αρχήν, να επιδικαστεί αποζημίωση για τα έξοδα που σχετίζονται με την αναπηρία που προέκυψαν από την αναπηρία του γιου τους, είχαν παραβιάσει το δικαίωμά τους στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας τους, κατά παράβαση του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου σημείωσε ότι ούτε το νοσοκομείο ούτε η κυβέρνηση αμφισβήτησαν ότι η εσφαλμένη διάγνωση που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια των προγεννητικών υπερηχογραφημάτων ισοδυναμούσε με μη ευθύνη, προκαλώντας στους προσφεύγοντες βλάβη. Το μόνο επίμαχο σημείο ήταν η ημερομηνία του γεγονότος που οδήγησε στην επίδικη αξίωση.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, ενόψει των αρχών του γαλλικού κοινού δικαίου και της πάγιας νομολογίας ως προς την ευθύνη, σύμφωνα με την οποία αξίωση αποζημίωσης υφίστατο μόλις η ζημία που οδήγησε στην αξίωση είχε επέλθει, οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν εύλογα να αναμένουν ότι θα ήταν σε θέση να λάβουν αποζημίωση για την ζημία που υπέστησαν, η οποία θα αντιστοιχεί στο κόστος φροντίδας του ανάπηρου τέκνου τους, αμέσως μόλις επήλθε η εν λόγω βλάβη, δηλαδή όταν γεννήθηκε το παιδί. Το Δικαστήριο ακολούθως διαπίστωσε ότι οι προσφεύγοντες είχαν μια αξίωση η οποία θα μπορούσαν εύλογα να αναμένουν ότι θα επιδικαστεί σύμφωνα με το κοινό δίκαιο της ευθύνης από αμέλεια, δεδομένου ότι αυτό ήταν ζημία που είχε προκληθεί πριν από τη θέσπιση του νόμου τον οποίο καταγγέλλουν. Διέθεταν έτσι «περιουσία» κατά την έννοια της πρώτης πρότασης του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου έπρεπε να κρίνει εάν η καταγγελλόμενη παρέμβαση θα μπορούσε να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 1 του ΠΠΠ. Το Δικαστήριο σημείωσε, πρώτον, ότι σύμφωνα με τους όρους της απόφασης του Συνταγματικού Συμβουλίου αριθ. 2010-2 QPC, όλες οι μεταβατικές διατάξεις που προβλέπουν την αναδρομική εφαρμογή του άρθρου L. 114-5 του CASF είχαν καταργηθεί. Η κατάργηση αυτών των μεταβατικών διατάξεων άφησε αμέσως περιθώρια εφαρμογής των κανόνων του κοινού δικαίου που διέπουν την προηγούμενη εφαρμογή του νόμου. Επομένως, δεδομένης της κατάργησης όλων των μεταβατικών διατάξεων και ελλείψει άλλης νομοθετικής ρυθμιστικής διάταξης που να το προβλέπει ρητά, το άρθρο L. 114-5 του CASF δεν μπορούσε να εφαρμοστεί σε πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυπταν πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου της 4ης Μαρτίου 2002, ανεξάρτητα από την ημερομηνία κατά την οποία κινήθηκαν οι διαδικασίες.

Το Δικαστήριο σημείωσε, δεύτερον, την απόκλιση μεταξύ της ερμηνείας που υιοθέτησε το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο και αυτής που εγκρίθηκε από το Ακυρωτικό Δικαστήριο. Στην απόφασή του της 15ης Δεκεμβρίου 2011, το Ακυρωτικό Δικαστήριο απέκλεισε την εφαρμογή του άρθρου L. 114-5 του CASF σε γεγονότα που είχαν συμβεί πριν τις 7 Μαρτίου 2002, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ ο νόμος της 4ης Μαρτίου 2002, ανεξάρτητα από την ημερομηνία κατά την οποία ασκήθηκε η αγωγή αποζημίωσης. Το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο είχε στη συνέχεια επικυρώσει την εν λόγω προσέγγιση.

Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο δεν μπόρεσε να διαπιστώσει ότι η νομιμότητα της παρέμβασης η οποία προήλθε από την εφαρμογή, με την απόφαση του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου της 31 Μαρτίου 2014, του άρθρου L. 114-5 του CASF, θα μπορούσε να προκύψει από την πάγια και σταθεροποιημένη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων. Το δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αναδρομική παρέμβαση στην περιουσία των προσφευγόντων δεν μπορούσε να θεωρείται ότι έχει «προβλεφθεί από το νόμο» κατά την έννοια του άρθρου 1 του ΠΠΠ. Έτσι διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ σε σχέση με τους δυο πρώτους προσφεύγοντες.

Άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου

Δεδομένης της διαπίστωσης παραβίασης του δικαιώματος των δύο πρώτων προσφευγόντων στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας τους, το Δικαστήριο του Στρασβούργου δεν έκρινε απαραίτητο να εξετάσει την καταγγελία των προσφευγόντων σύμφωνα με το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ μαζί με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Όσον αφορά το ποσό που πρέπει να επιδικαστεί στους προσφεύγοντες για οποιαδήποτε περιουσιακή ή ηθική ζημία ως αποτέλεσμα της παραβίασης που διαπιστώθηκε, το Δικαστήριο έκρινε ότι το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 41 δεν ήταν έτοιμο προς απόφαση, και κατά συνέπεια επιφυλάχτηκε για το μέλλον.

ΠΗΓΗechrcaselaw.com