ΜΠρΑθ 92/2022 Ανακοπή άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της εκτέλεσης αλλοδαπής απόφασης κράτους-μέλους της ΕΕ (κατά τον Κανονισμό ΕΕ 1215/2012) -.

116

Σε περίπτωση εκτέλεσης όπου υπάρχει κατάσχεση εις χείρας τρίτου και καταφατική δήλωση τρίτου, το απώτατο χρονικό σημείο μέχρι του οποίου μπορεί να ασκηθεί η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ συνδέεται με την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 988 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, ήτοι είναι οκταήμερη (αν ο καθ’ου η εκτέλεση-οφειλέτης κατοικεί στην Ελλάδα), οπότε συντελείται η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του οφειλέτη (καθ’ου η εκτέλεση) προς τον κατάσχοντα, και όχι σαράντα πέντε ημέρες από την κατάσχεση. Η προθεσμία αυτή αρχίζει από την επομένη της επίδοσης του κατασχετηρίου προς τον καθ’ου η εκτέλεση, εφόσον προηγήθηκε η προς τον τρίτο επίδοση τούτου, αφότου η κατάσχεση θεωρείται υπαρκτή, αλλιώς αρχίζει από τη μεταγενέστερη προς τον τρίτο επίδοση. Μέσα στην προθεσμία πρέπει να γίνει τόσο η κατάθεση της ανακοπής όσο και η κοινοποίησή της. Εάν ο οφειλέτης θέλει να αμφισβητήσει την απαίτηση, δικαιούται να ασκήσει ανακοπή αμέσως μετά την επίδοση του κατασχετηρίου, χωρίς να αναμείνει την παρέλευση του οκταημέρου και την υποβολή καταφατικής δηλώσεως του τρίτου, εφ’ όσον γνωρίζει ότι τυγχάνει δικαιούχος απαιτήσεως εις χείρας του τρίτου, ο οποίος οφείλει να προβεί σε καταφατική δήλωση.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΑΝΑΚΟΠΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ

Αριθμός Απόφασης 92/2022

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Αλεξοπούλου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και τη Γραμματέα Σοφία Τσαγκαροπούλου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΩΝ ΑΝΑΚΟΠΤΟΥΣΩΝ: 1) Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία … και 2) της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας με την επωνυμία …. οι οποίες δεν παραστάθηκαν.

ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Της Δανικής εταιρείας με την επωνυμία … η οποία παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων της Έλενας Νικολαρέα (AM ΔΣΑ 39289) και Αστέριου Σύσιλα (AM ΔΣΑ 24250), που κατέθεσαν προτάσεις.

ΟΙ ΑΝΑΚΟΠΤΟΥΣΕΣ ζητούν να γίνει δεκτή η από 24.4.2019 ανακοπή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 02.5.2019 με γενικό αριθμό κατάθεσης … και ειδικό αριθμό κατάθεσης … η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης, και μετά την εκφώνηση της από το σχετικό πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της καθ’ ης η ανακοπή ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους και αίτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτές και στα πρακτικά της δίκης.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την καθ’ ης η ανακοπή αντίγραφο της ένδικης ανακοπής με την επισημείωση με ημερομηνία 02.5.2019 του δικαστικού επιμελητή .. αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης ανακοπής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια των ανακοπτουσών. Οι τελευταίες όμως δεν εμφανίστηκαν κατά τη δικάσιμο αυτή κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου και συνεπώς πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση τους χωρίς αυτές (άρθρο 272 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του ν. 4335/2015, «ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 ΚΠολΔ είναι παραδεκτή: α) αν αφορά ελαττώματα από τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης κατά τα άρθρα 955 και 995 ΚΠολΔ ή την απαίτηση ή σε περίπτωση κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μέχρι και την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον καθ’ ου μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης […]». Επίσης, όπως προκύπτει από τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 983 ΚΠολΔ, που εξακολουθούν να ισχύουν, όπως ίσχυαν και πριν το ν. 4335/2015, η κατάσχεση χρηματικής απαίτησης στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου (κατασχετηρίου). Με τη συντέλεση και των δύο ως άνω επιδόσεων, της κατασχετήριας έκθεσης επέρχεται, εκτός των άλλων, ως έννομη, συνέπεια της κατάσχεσης στα χέρια του τρίτου, η αναγκαστική και αυτόματη εκχώρηση της απαίτησης που έχει κατασχεθεί από τον μέχρι τότε δικαιούχο της (καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη) στον κατασχόντα δανειστή.

Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 983 παρ. 3, 984, 988 παρ. 1 και 990 ΚΠολΔ συνάγεται ότι την αυτοδίκαιη εκ του νόμου εκχώρηση στον κατασχόντα της απαίτησης που κατασχέθηκε, συνεπάγεται η εμπρόθεσμη υποβολή καταφατικής δήλωσης από τον τρίτο και η πάροδος της προβλεπόμενης από το άρθρο 988 παρ. 1 προθεσμίας περί υποβολής δήλωσης (ΟλΑΠ 3/1993 ΝοΒ 1995. 223). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 933 ΚΠολΔ, ο καθ’ ου η εκτέλεση (δανειστής του τρίτου και οφειλέτης του επισπεύδοντος) δικαιούται να προσβάλει τις πράξεις και τη διαδικασία της εκτέλεσης, που επισπεύδεται με κατάσχεση στα χέρια τρίτου, καθόσον η κατάσχεση αυτή αποτελεί μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων. Πρόκειται περί αντιρρήσεων, οι οποίες εισάγονται με ανακοπή, που ρυθμίζεται αποκλειστικά από την προμνησθείσσ. διάταξη του άρθρου 933 ΚΠολΔ, πρέπει δε να ασκείται καταρχήν εντός των προθεσμιών, που τάσσει το άρθρα 934 του ίδιου Κώδικα. Ωστόσο, το απώτατο χρονικό σημείο, μέχρι του οποίου μπορεί να ασκηθεί ή ανωτέρω ανακοπή, συνδέεται με την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 988 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, ήτοι είναι οκταήμερη, αν ο καθ’ ου η εκτέλεση-οφειλέτης κατοικεί στην Ελλάδα, οπότε συντελείται η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του οφειλέτη (καθ’ου η εκτέλεση) προς τον κατασχόντα (βλ. ΑΠ 954/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 360/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΘεσ 1189/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑΘ 9690/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και όχι σαράντα πέντε ημέρες από την κατάσχεση (βλ. ΕφΘεσ. (ΜΟΝ) 1839/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, πρβλ. Γαβαλό, Παρατηρήσεις στην ΑΠ 360/2017, ΕφΑΔ 2017, 839 επ.). Η προθεσμία αυτή αρχίζει από την επομένη της επίδοσης του κατασχετηρίου προς τον καθ’ ου η εκτέλεση, εφόσον όμως προηγήθηκε η προς τον τρίτο επίδοση τούτου, αφότου η κατάσχεση θεωρείται υπαρκτή (ΟλΑΠ 3/1993 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αλλιώς αρχίζει από τη μεταγενέστερη προς τον τρίτο επίδοση. Μέσα στην προθεσμία πρέπει να γίνει τόσο η κατάθεση της ανακοπής όσο και η κοινοποίηση της (ΕφΘεσ 2692/1992 ΕλλΔνη 35(1994).634, ΜΠρΛαρ 535/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά ταύτα, ό προσδιορισμός της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής κατά της καταφατικής δήλωσης τρίτου συναρτάται με τη νομική φύση της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου ως έμμεσης εκτέλεσης (άρθρα 951 παρ. 1 εδαφ. α’ και 982 επ. ΚΠολΔ) και με την εκ του νόμου εκχώρηση της απαίτησης στον κατασχόντα δανειστή, η οποία συντελείται με την υποβολή της καταφατικής δήλωσης του τρίτου. Το κύριο χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου είδους εκτέλεσης είναι η εκχώρηση της απαίτησης στον δανειστή, ενώ κρίσιμο για τον υπολογισμό των προθεσμιών του άρθρου 933 ΚΠολΔ δεν είναι η προσβαλλομένη πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης αλλά το προβαλλόμενο ελάττωμα αυτής. Επομένως λόγω της λειτουργίας αυτής της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου και αντιθέτως προς όλες τις λοιπές περιπτώσεις αναγκαστικής εκτέλεσης, η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής δεν εξαρτάται από την πρώτη ή τελευταία πράξη εκτελέσεως. Εξαρτάται αποκλειστικώς και μόνο από το χρόνο κατά τον οποίο συντελείται η εκχώρηση της απαιτήσεως δηλαδή δεν είναι προθεσμία σταθερή. Εάν υποβληθεί καταφατική δήλωση τότε η ανακοπή θα πρέπει να ασκηθεί εντός της οκταήμερης προθεσμίας. Εάν δεν υποβληθεί τότε, επειδή η εκχώρηση της απαιτήσεως συντελείται με την άσκηση ανακοπής και την έκδοση αποφάσεως επ’ αυτής τότε δύναται να ασκηθεί μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ανακοπής. Εάν ο οφειλέτης θέλει να αμφισβητηθεί την απαίτηση, δικαιούται να ασκήσει ανακοπή αμέσως μετά την επίδοση του κατασχετηρίου, χωρίς να αναμείνει την παρέλευση του οκταημέρου και την υποβολή καταφατικής δηλώσεως του τρίτου, εφ’ όσον γνωρίζει ότι τυγχάνει δικαιούχος απαιτήσεως εις χείρας του τρίτου, ο οποίος οφείλει να προβεί σε καταφατική δήλωση (ΑΠ 954/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Επισημαίνεται ότι οι προθεσμίες των άρθρων 934, 985, 988 ΚΠολΔ είναι δικονομικές διεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 144 επ. ΚΠολΔ, εξετάζονται δε αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και η παρέλευση τους συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξης εκτέλεσης (151 ΚΠολΔ), εκφεύγουν δε της εξουσίας των ορίων διάθεσης εκ μέρους των διαδίκων, δεδομένου ότι αφορούν στην ασφάλεια των συναλλαγών και έχουν τεθεί προς προστασία των τρίτων (ΑΠ 954/2019, ΑΠ 93/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, οι ανακόπτουσες με την κρινόμενη ανακοπή τους ζητούν για τους διαλαμβανόμενους σ’ αυτή λόγους που συνοψίζονται στην ανυπαρξία τής απαίτησης και σε ελαττώματα σχετικά με τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης την ακύρωση της από 04.3.2019 επιταγής προς πληρωμή και των από 15.4.2019 κατασχετήριων εγγράφων εις χείρας τρίτου, με τις οποίες επιτάσσονται να καταβάλουν εις ολόκληρον στην καθ’ ης το συνολικά ποσό των … ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, που αφορά οφειλή από σύμβαση παροχής υπηρεσιών και αποζημίωση λόγω αδικαιολόγητης καταγγελίας της σύμβασης και επιδικάσθηκε με την υπ’ αρ. …. απόφαση του Πρωτοδικείου της Κοπεγχάγης Δανίας μετά της από … βεβαίωσης σχετικά με απόφαση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις του άρθρου 53 του Κανονισμού (EE) αριθμ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Με αυτά το περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη ανακοπή αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 933 παρ. 1 εδ. α και 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από τη διάταξη του άρθρου 1 άρθρο όγδοο του Ν. 4335/2015), αφού ο εκτελεστός τίτλος εκδοθηκε από το Πρωτοδικείο της Κοπεγχάγης Δανίας, φέρει βεβαίωση, σύμφωνα με το άρθρο 53 του Κανονισμού (EE) αρ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, κατά την προκείμενη, ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 514 επ. ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα γενικά άρθρα των ειδικών διαδικασιών 591 επ. ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 4335/2015 (άρθρα 583, 584, 585 και 933 παρ. l και 3 και 937 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως τα δύο τελευταία αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1, άρθρο τέταρτο και άρθρο όγδοο παρ. 2 Ν. 4335/2015 και η παρ. 3 του άρθρου 933 αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 207 παρ. 2 Ν. 4512/2018), και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, λόγω της κατάθεσης της ανακοπής μετά την 01.01.2016, ημερομηνία έναρξης ισχύος του άνω νόμου – βλ. άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 Ν. 4335/2015). Ωστόσο, τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της ως προς την πρώτη ανακόπτουσα, δεκτής γενομένης της σχετικής ένστασης της καθ’ ης η ανακοπή. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από την καθ’ ης η ανακοπή έγγραφα, το από 15.4.2019 κατασχετήριο, δυνάμει του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, μεταξύ άλλων, εις χείρας της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία …  επιδόθηκε προς την ως άνω Τράπεζα ως τρίτης στις 16.4.2019 (βλ. την υπ’ αρ. … έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …) και στην πρώτη ανακόπτουσα – οφειλέτρια στις 22.4.2019 (βλ. την υπ’ αρ…. έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών … Ακολούθως η ως άνω Τράπεζα προέβη εμπρόθεσμα, στις 24.04.2019, στην υπ’ αριθμ. … θετική δήλωση της ως προς την πρώτη ανακόπτουσα, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ενώ η κρινόμενη ανακοπή κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 02.5.2019 και επιδόθηκε στην καθ’ ης αυθημερόν (βλ. αντίγραφο της κρινόμενης ανακοπής με την επισημείωση με ημερομηνία 02.5.2019 ταυ δικαστικού επιμελητή ….).

Συνεπώς, εφόσον πρόκειται εν προκειμένω για αναγκαστική κατάσχεση χρηματικής απαίτησης στα χέρια της ως άνω τράπεζας, ως τρίτης, οπότε η πάροδος της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ συνδέεται με την εκπνοή της προβλεπόμενης από το άρθρο 988 παρ. 1 του ιδίου ως άνω Κώδικα οκταήμερης προθεσμίας, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη, προκύπτει ότι η άσκηση της ανακοπής εκ μέρους της πρώτης ανακόπτουσας (για την οποία υπήρξε θετική δήλωση) έλαβε χώρα μετά την προβλεπόμενη ως άνω οκταήμερη προθεσμία του άρθρου 988 παρ.1 α του ΚΠολΔ, η οποία έληγε την 30η.4.2019, υπολογιζόμενη από την επομένη της κοινοποίησης του κατασχετηρίου στην πρώτη ανακόπτουσα, με αποτέλεσμα, από τη στιγμή που υπήρξε η θετική δήλωση της ανωτέρω Τράπεζας, ως τρίτης, να έχει επέλθει αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης που κατασχέθηκε, από τη μέχρι τότε δικαιούχο της (καθ’ ης η εκτέλεση οφειλέτρια-ανακόπτουσα) στη δανείστρια-καθ’ ης’ η ανακοπή. Αντιθέτως, η ως άνω ανακοπή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τη δεύτερη ανακόπτουσα στην οποία επιδόθηκε το κατασχετήριο στις 23.4.2019 (βλ. την υπ’ αρ. … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή …), χωρίς ωστόσο να υπάρξει θετική δήλωση εκ μέρους των πέντε ανωνύμων τραπεζικών εταιριών στις οποίες επιδόθηκε το κατασχετήριο ως τρίτες. Εφόσον, όμως, η δεύτερη ανακόπτουσα δεν εμφανίστηκε κατά τη σημερινή συνεδρίαση, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε προσηκόντως για να συζητηθεί από το οικείο πινάκιο, η δε δικονομική θέση της ταυτίζεται με εκείνη του ενάγοντος, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω της ερημοδικίας της, σύμφωνα με το άρθρο 272 παρ. 1 ΚΠολΔ, το οποία έχει εφαρμογή και στην προκείμενη ειδική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, χωρίς να λάβει χώρα έρευνα της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας των λόγων της ανακοπής, αφού λόγω της ερημοδικίας της συνάγεται τεκμήριο παραίτησης της από αυτή. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι ανακόπτουσες, λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της καθ’ ης η ανακοπή, προσδιοριζόμενων βάσει του ποσού της απαίτησης γαι το οποίο επισπεύστηκε η εκτέλεση (βλ. σχετ. ΑΠ 905/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 328/2003 ΧρΙΔ 2003,547), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν θα οριστεί παράβολο ανακοπής ερημοδικίας καθόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του όρθρου 937 παρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ [όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 59 του Ν. 4842/ 2021 (ΦΕΚ Α’ 190/13.10.2021) και εφαρμόζεται σύμφωνα με την παρ.6β άρθρου 116 του αυτού νόμου και για τις αποφάσεις που θα δημοσιευθούν μετά από την έναρξη ισχύος του] στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση δεν επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην των ανακοπτουσών

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανακοπή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις ανακόπτουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της καθ’ ης η ανακοπή, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων ευρώ (1.000 €).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, στο ακροατήριο του, και σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση αυτού, στις 31/1/2022, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Κωνσταντίνα Αλεξοπούλου                        Σοφία Τσαγκαροπούλου

http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/%CE%9C%CE%A0%CF%81%CE%91%CE%B8%2092.2022.htm

ΠΗΓΗdsanet.gr