Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης 1210/2016 Προστασία σήματος. Αθέμιτος ανταγωνισμός. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

85

Αριθμός 1210/2016

Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης

  
(Τακτική Διαδικασία)

– Προστασία σήματος. Αθέμιτος ανταγωνισμός. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

– Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 121, 122, 125 και 147 του Ν. 4072/2012 προκύπτει ότι η προστασία του σήματος, δηλαδή κάθε σημείου επιδεκτικού γραφικής παράστασης (λ.χ. λέξεις, ονόματα, επωνυμίες, ψευδώνυμα, απεικονίσεις, σχέδια, γράμματα, αριθμοί, χρώματα, ήχοι, συμπεριλαμβανομένων των μουσικών φράσεων, το σχήμα του προϊόντος ή της συσκευασίας του και τα διαφημιστικά συνθήματα), ικανού να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων (βλ. ΕφΑθ 7460/1999 ΔΕΕ 2000.156), προϋποθέτει καταχώρησή του στο μητρώο σημάτων του άρθρου 147 του ίδιου νόμου. Περαιτέρω, από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 150 και 153 του ίδιου νόμου, προκύπτει ότι εκείνος, που κατέθεσε νομίμως σήμα, δικαιούται και συνακόλουθα νομιμοποιείται ενεργητικά ως δικαιούχος του σήματος και μέχρι τη νόμιμη διαγραφή του, να ζητήσει από κάθε τρίτο, που χρησιμοποιεί κατά τις συναλλαγές σημείο ταυτόσημο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρισθεί ή σημείο για το οποίο, λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητας του με το σήμα και της ταυτότητας ή ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, περιλαμβανόμενου και του κινδύνου συσχέτισης, να άρει την προσβολή, να την παραλείπει στο μέλλον, καθώς και να καταβάλει αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

– Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1 και 4 παρ. 2 του Ν. 146/1914 προκύπτει ότι εκείνος ο οποίος κάνει κατά τις συναλλαγές χρήση ονόματος εμπορικής επωνυμίας ή ιδιαιτέρου διακριτικού γνωρίσματος βιομηχανικής ή εμπορικής επιχείρησης, κατά τρόπο που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση με το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα, το οποίο άλλος νόμιμα μεταχειρίζεται, μπορεί να υποχρεωθεί από τον τελευταίο σε παράλειψη της χρήσης, ακόμη και αν αυτή γίνεται με μερικές παραλλαγές, εφόσον όμως αυτές δεν αποκλείουν τον εν λόγω κίνδυνο (της σύγχυσης). Ειδικότερα, διακριτικό γνώρισμα είναι το μέσο, με το οποίο εξατομικεύεται είτε το πρόσωπο (λ.χ. το όνομά του) είτε η επιχείρηση (λ.χ. διακριτικός τίτλος της), είτε το εμπόρευμα ή οι υπηρεσίες (λ.χ. το σήμα και ο διασχηματισμός) (βλ. ΑΠ 606/2005). Ο διασχηματισμός και η ιδιαίτερη διακόσμηση του εμπορεύματος, κατά την έννοια της άνω διάταξης (άρθρο 13 εδ. 4 Ν. 146/1914) περιλαμβάνουν τα εξωτερικά στοιχεία διαμόρφωσης, κυρίως το χρώμα ή συνδυασμούς χρωμάτων, τη συσκευασία ή περικαλύμματα του εμπορεύματος και κάθε διακριτικό στοιχείο, το οποίο έχει επικρατήσει στις συναλλαγές ως γνώρισμα του εμπορεύματος και είναι ικανό να το διακρίνει από άλλα όμοια ή ομοειδή εμπορεύματα άλλης προέλευσης (βλ. ΑΠ 1795/2014). Τα διακριτικά γνωρίσματα, που αποτελούν μέσα εξατομίκευσης της επιχείρησης, προστατεύονται από τις διατάξεις του παραπάνω νόμου, με σκοπό την παρεμπόδιση της εκμετάλλευσης της ξένης καλής φήμης και συγχρόνως την προφύλαξη του καταναλωτικού κοινού από τον κίνδυνο της σύγχυσης, ο οποίος υπάρχει όταν, λόγω ομοιότητας δύο διακριτικών γνωρισμάτων, είναι πιθανό να δημιουργηθεί παραπλάνηση στους συναλλακτικούς κύκλους και συγκεκριμένα σ’ έναόχι εντελώς ασήμαντο μέρος των πελατών αναφορικά είτε με την προέλευση των εμπορευμάτων ή υπηρεσιών από ορισμένη επιχείρηση είτε με την ταυτότητα της επιχείρησης είτε με την ύπαρξη σχέσης συνεργασίας μεταξύ δύο επιχειρήσεων. Η ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης αποτελεί κοινή προϋπόθεση για την προστασία όλων των διακριτικών γνωρισμάτων. Αν τα διακριτικά γνωρίσματα της επιχείρησης προσβληθούν με τη χρησιμοποίηση τους από τρίτον, παρέχεται η από το άρθρο 13 του Ν. 146/1914 προστασία, αρκεί δε η χρήση να γίνεται κατά τρόπο που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, έστω και αν δεν γίνεται με ανταγωνιστικό σκοπό (βλ. ΑΠ 249/2014, ΑΠ 344/2013).

– Κατά το άρθρο 932 του ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από τη περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης δικαιούνται και τα νομικά πρόσωπα, εφόσον προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη ή το εμπορικό τους μέλλον, καθώς και όταν προσβάλλεται η φήμη τους (βλ. ΑΠ 1143/2003 ΕλΔνη 2005.394).

ΠΗΓΗinlaw.gr