ΜΠρΑθ 9179/2017 Εισπρακτικές εταιρείες – Προσωπικά δεδομένα – Παράνομη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων – Τράπεζες – Οφειλή από δάνειο – Τηλεφωνικές οχλήσεις του οφειλέτη – Ηθική βλάβη

121

Επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης οφειλέτη τράπεζας λόγω δανείου, του οποίου τα προσωπικά δεδομένα διαβιβάστηκαν χωρίς την προηγούμενη ενημέρωσή του σε εταιρία, η οποία τον οχλούσε τρομοκρατώντας τον με κατάσχεση της περιουσίας του και χωρίς αυτός να έχει ενημερωθεί για το όνομα του υπεύθυνου της επεξεργασίας και για τον σκοπό της επεξεργασίας των δεδομένων από τις εναγόμενες εταιρίες. Απόρριψη της έφεσης που άσκησαν οι εναγόμενες εταιρίες.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΦΕΣΕΩΝ

Αριθμός αποφάσεως 9179/20l7

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αριθμός κατάθεσης έφεσης 48732/2227/2016

Αριθμός κατάθεσης πρόσθετων λόγων 501365/109/2017

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αφροδίτη Κούτσουλα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Παναγιώτα Στρατικοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 17 Φεβρουαρίου 2017, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλούντων-ασκούντων πρόσθετους λόγους εφέσεως-εναγομένων: 1) Της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ» που εδρεύει στην Αθήνα (Όθωνος 8) όπως νομίμως εκπροσωπείται και 2) Της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «Eurobank Υπηρεσίες Ενημέρωσης Οφειλετών ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα (Κύπρου 27 και Αρχιμήδους) όπως νομίμως εκπροσωπείται, οι οποίες αμφότερες παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αλέξανδρου Κεραμιδά (ΔΣΑ 11839).

Της εφεσίβλητης – καθής ο πρόσθετος λόγος εφέσεως-ενάγουσας: …, κατοίκου Αθηνών (οδός …), ΑΦΜ … που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Πουλή ( ΔΣΑ 36624).

Η εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 2-3-2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 346/2015 αγωγή της κατά των εκκαλούντων και ζήτησε να γίνει δεκτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ’ αριθμ. 273/2016 οριστική του απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως, οι εκκαλούσες άσκησαν την από 8-06-2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ΓΑΚ 20061/2016 και ΕΑΚ 923/2016 έφεση, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με γενικό αριθμό καταθέσεως 48732/2016 και αριθμό καταθέσεως δικογράφου 2227/2016. η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο καθώς και τους από 12-1-2017 πρόσθετους λόγους που κατατέθηκαν στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με γενικό αριθμό καταθέσεως 501365/2017 και ειδικό αριθμό κατάθεσης 109/2017 και προσδιορίστηκαν να συζητηθούν για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκαν στο πινάκιο με αριθμό 34.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων κατά της υπ’ αριθμ. 273/2016 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η εκκαλουμένη επιδόθηκε στις εναγόμενες επιμέλεια της ενάγουσας στις 16-05-2016 (βλ. τη σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, στο επιδοθέν στον αντίκλητο δικηγόρο των εναγομένων αντίγραφο της εκκαλουμένης αποφάσεως) και το δικόγραφο της εφέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στις 13-06-2016 και συντάχθηκε η με ΓΑΚ 20061/2016 και ΕΑΚ 923/2016 έκθεση καταθέσεως, αρμοδίως, δε, φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρο 17Α ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί περαιτέρω, κατά την ίδια ειδική διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ). Οι δε από 12-1-2017 πρόσθετοι λόγοι των εκκαλούντων, που αρμοδίως φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα με χωριστό δικόγραφο, σύμφωνα με το άρθρο 520 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι το σχετικό δικόγραφο κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 16-01-2017 συντασσόμενης της σχετικής έκθεσης κατάθεσης και κοινοποιήθηκε στην εφεσίβλητη στις 16-01-2017 (όπως τούτο προκύπτει από την με αριθμ. 9511/16.1.2017 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …), ήτοι τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης που έλαβε χώρα στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (17-02-2017), αναφέρονται δε στα κεφάλαια της απόφασης που πλήττονται με την έφεση τους. Είναι επομένως παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν, κατά την ίδια διαδικασία, για να κριθούν ως προς το παραδεκτό, τη νομική και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ) συνεκδικαζόμενοι (άρθρο 246 ΚΠολΔ) αυτεπαγγέλτως με την υπό κρίση έφεση.

Με την από 2-3-2015 αγωγή, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εκθέτει ότι στις 20.06.2013 συνήψε με την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη εκκαλούσα την υπ’   αριθμ. … αίτηση – σύμβαση χορήγησης προσωπικού καταναλωτικού δανείου, δυνάμει της οποίας εγκρίθηκε και εκδόθηκε στο όνομα της καταναλωτικό δάνειο ύψους 5.200 ευρώ με τους ειδικότερους όρους που διαλαμβάνονται στην ως άνω σύμβαση, στο παράρτημα αυτής καθώς και στο δελτίο τυποποιημένων πληροφοριών  που  επισυνάπτονται στη σύμβαση αποτελώντας αναπόσπαστο μέρος αυτής. Ότι κατά την κατάρτιση της ως άνω συμβάσεως χορήγησης καταναλωτικού δανείου, η πρώτη εναγομένη συνέλεξε από αυτήν προσωπικά της δεδομένα, που παρατίθενται αναλυτικά στην αγωγή. Ότι στις αρχές του 2014 και λόγω της μακροχρόνιας ανεργίας της άρχισε να αντιμετωπίζει πρόβλημα στην αποπληρωμή των μηνιαίων δόσεων του δανείου της και ότι στις 7.2.2014 έλαβε τηλεφωνική όχληση από προστηθείσα υπάλληλο της δεύτερης εναγομένης ζητώντας κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο να την πληροφορήσει για το πότε σκόπευε να προχωρήσει σε πληρωμή της οφειλής της τρομοκρατώντας την με κατάσχεση της περιουσίας της, δίχως ωστόσο να έχει ενημερωθεί σχετικά από την πρώτη εναγομένη προ της μεταβίβασης των αναφερόμενων στην αγωγή προσωπικών της δεδομένων για την μεταβίβαση αυτών προς την δεύτερη εναγομένη, αλλά ούτε και εκ των υστέρων και δίχως επίσης να έχει ενημερωθεί για το όνομα του υπευθύνου της επεξεργασίας και για το σκοπό της επεξεργασίας των δεδομένων της από τις εναγόμενες. Ότι η προκλητική, απαράδεκτη και καθόλα παράνομη συμπεριφορά της δεύτερης εναγόμενης να καλεί καθημερινά μέσω προστηθέντων υπαλλήλων της για δήθεν ενημέρωση της περί οφειλών της εν λόγω πιστωτικής του κάρτας, συνεχίστηκε, παρότι η ίδια παραπονέθηκε πολλάκις τηλεφωνικώς προειδοποιώντας την να σταματήσει την παράνομη συμπεριφορά της και να διαγράψει τα προσωπικά της δεδομένα από τα αρχεία της. Ότι η πρώτη εναγομένη διαβίβασε τα προσωπικά της δεδομένα μαζί με το οικονομικό δεδομένο για το ύψος της οφειλής του δανείου της παρανόμως και χωρίς ουδέποτε να την ενημερώσει για την επικείμενη διαβίβαση τους είτε εκ των προτέρων είτε εκ των υστέρων ως όφειλε και η δεύτερη εναγομένη, ως τρίτη και αποδέκτρια των παραπάνω προσωπικών της δεδομένων τα επεξεργάστηκε δια των προστηθέντων υπαλλήλων της αφότου προηγουμένως τα είχε συλλέξει παρανόμως από την πρώτη εναγομένη και στη συνέχεια τα καταχώρησε στο προσωπικό της αρχείο (ηλεκτρονικό υπολογιστή) και ακολούθως τα χρησιμοποίησε χωρίς ουδέποτε να την ενημερώσει και αυτή για το ότι τα έχει λάβει, για το όνομα του υπευθύνου επεξεργασίας και για το σκοπό της επεξεργασίας τους. Περαιτέρω, η ενάγουσα εκθέτει ότι οι παραπάνω παράνομες πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων δια των προστηθέντων οργάνων τους της έχουν προκαλέσει μεγάλη ψυχική αναστάτωση, θυμό και οργή από το γεγονός ότι απόρρητα προσωπικά της δεδομένα έχουν ανακοινωθεί και διαρρεύσει χωρίς καμία απολύτως ενημέρωση της, ούτε προγενέστερη ούτε και μεταγενέστερη της διαβιβάσεως των δεδομένων του σε τρίτους. Ότι η αφόρητη και πιεστική συμπεριφορά της δεύτερης εναγομένης δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, της προκάλεσαν σε πολλές περιπτώσεις κρίσεις πανικού και επιληψίας. Ότι οι προαναφερόμενες παρανομίες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων προσέβαλαν την προσωπικότητα της και της έχουν προκαλέσει σημαντική ηθική βλάβη, η οποία δεδομένων των περιστάσεων, του ετήσιου τζίρου των δύο εναγομένων, της σωματικής της αναπηρίας που ανέρχεται σε 70% και των λοιπών συνθηκών που τελέστηκαν οι ως άνω πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων, ανέρχεται στο ποσό των 15.000 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί έκαστη των εναγομένων να της καταβάλει εις ολόκληρον το ανωτέρω ποσό ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη συμπεριφορά τους νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως και να καταδικασθούν στη δικαστική της δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δια της εκκαλουμένης ως άνω οριστικής του αποφάσεως αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τις εναγόμενες να καταβάλουν στην ενάγουσα αλληλεγγύως και εις ολόκληρον το ποσό των 6.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της εν λόγω αποφάσεως παραπονούνται τώρα οι εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες-ασκούσες πρόσθετους λόγους εφέσεως, με την υπό κρίση έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για τους αναφερόμενους στην έφεση λόγους και τους πρόσθετους λόγους αυτής, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή.

Σε συμμόρφωση προς τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 (που κυρώθηκε με τον ν. 2068/1992) και την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 24-10-1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών εξεδόθη ο ν. 2472/1997 “Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα”, ο οποίος ορίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Στο άρθρο 2 ότι: “Για τους σκοπούς τους παρόντος νόμου νοούνται ως : α) “Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα”, κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων…. β)… γ) “Υποκείμενο των δεδομένων”, το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική. δ) “επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα” (“επεξεργασία”), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) “Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα” (“αρχείο”), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο, στ)… ζ) Υπεύθυνος επεξεργασίας”, οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσιο αρχή η υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο, η) “εκτελών την επεξεργασία”, οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) “τρίτος”, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) “Αποδέκτης”, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) “Συγκατάθεση” του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για τον σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα, ιβ) “Αρχή”, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ’ του παρόντος νόμου”. Στο άρθρο 4 ότι: ” 1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών β) Να είναι συναφή, προσφορά, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ) … Η τήρηση των διατάξεων της παραγράφου αυτής βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας…”. Στο άρθρο 5 ότι : “1. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεση του. 2. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α)… β)… γ)… δ)… ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών…”. Στο άρθρο 10: «1. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ’ εντολή του. 2. Για τη διεξαγωγή της επεξεργασίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου. 3. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή τυχαία, απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας. 4. Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπεύθυνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικώς εγγράφως. Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνο κατ’ εντολή του υπεύθυνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν». Στο άρθρο 11 ότι: “Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητα του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης. 2. … 3. Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς..”. Στο άρθρο 12 ότι: 1. Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως…”. Στο άρθρο 13 ότι: “1. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν…”. Στο άρθρο 15 ότι “1. Συνιστάται Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Αρχή), με αποστολή την εποπτεία της εφαρμογής του παρόντος νόμου και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται κάθε φορά…”. Στο άρθρο 19 ότι: Ί. Η αρχή έχει τις εξής ιδίως αρμοδιότητες: α)… β)… γ)… δ)… ε)… στ)… ζ)… η)… θ)… ι) εκδίδει κανονιστικές πράξεις για τη ρύθμιση ειδικών, τεχνικών και λεπτομερειακών θεμάτων, στα οποία αναφέρεται ο παρών νόμος…”. Στο άρθρο 23 ότι: “Φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον. 2. Η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται κατ’ ελάχιστο στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξαρτήτως από την αιτουμένη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη…”. Στο άρθρο 24 ότι: “1… 2….3… Για αρχεία που λειτουργούν και επεξεργασίας που εκτελούνται κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου οι υπεύθυνοι επεξεργασίας οφείλουν να προβούν στην κατά την παρ. 1 του άρθρου 11 ενημέρωση των υποκειμένων μέσα σε έξι (6) μήνες από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής. Η ενημέρωση, εφόσον αφορά μεγάλο αριθμό υποκειμένων μπορεί να γίνει και δια του τύπου. Στην περίπτωση αυτή τις λεπτομέρειες καθορίζει η Αρχή…”. Στο πλαίσιο της παρεχόμενης από τα άρθρα 19 παρ. 1 στοιχ. ι και 24 παρ. 3 αυτού του νόμου ειδικής εξουσιοδοτήσεως, η οποία εναρμονίζεται προς το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα (εφεξής: Αρχή) εξέδωσε την 1/1999 κανονιστική πράξη (ΦΕΚ Β’ 555/1999), η οποία, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα της ατομικής ενημερώσεως του υποκειμένου των δεδομένων, ορίζει στο άρθρο 3 παρ. 3 εδ. β’ ότι “κατ’ εξαίρεση και ύστερα από άδεια της Αρχής, η οποία παρέχεται είτε για επί μέρους κλάδους ή τομείς δραστηριότητας ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων, είτε για συγκεκριμένο κάθε φορά αρχείο ύστερα από αίτηση του υπευθύνου επεξεργασίας, όταν η ενημέρωση αφορά μεγάλο αριθμό υποκειμένων, επιτρέπεται η ενημέρωση τους δια του τύπου, είτε με οπονονδήποτε άλλον πρόσφορο και σαφή τρόπο, σύμφωνα με τους κώδικες δεοντολογίας του οικείου κλάδου ή τομέα εφόσον υπάρχουν”. Η αόριστη νομική έννοια “του μεγάλου αριθμού υποκειμένων” εξειδικεύεται με την 408/1998 κανονιστική απόφαση της Αρχής (ΦΕΚ Β’ 1250/1998) σύμφωνα με την οποία “υπεύθυνοι επεξεργασίας αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και υπόχρεοι σε ενημέρωση σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 3 του Ν. 2472/1997 μπορούν να ενημερώνουν δια του τύπου τα υποκείμενα σε επεξεργασία άτομα, όταν ο αριθμός των ατόμων αυτών είναι ίσος ή υπέρτερος των χιλίων (1000)” (άρθρο 1). Οι ως άνω κανονιστικές αποφάσεις της Αρχής ευρίσκονται εντός των ορίων της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 24 παρ. 3 του ν. 2472/1997, η οποία εκφράζει ευρύτερο και πάγιο πνεύμα του νομοθέτη, και ως εκ τούτου η ρυθμιστική της εμβέλεια, όταν πρόκειται για ενημέρωση μεγάλου αριθμού υποκειμένων (τουλάχιστον χιλίων) δεν περιορίζεται μόνο στις κατά την έναρξη ισχύος του νόμου εκτελούμενες επεξεργασίες, αλλά καλύπτει αναλόγως και τις μεταγενέστερες επεξεργασίες, καθόσον, ενόψει και της ομοιότητας αμφοτέρων των περιπτώσεων, δεν δικαιολογείται διαφοροποίηση στη νομοθετική τους μεταχείριση. Από τις εκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού αφενός της προστασίας του ατόμου και την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων (άρθρο 9 Α Συντάγματος) και αφετέρου της διασφαλίσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσεως τους (άρθρο 5 Α Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπευθύνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου. Η ακρίβεια και ενημέρωση (επικαιροποίηση) των δεδομένων βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας ο οποίος κατά τη συλλογή ή (και) την εν συνεχεία επεξεργασία των δεδομένων, οφείλει, με μέτρο την επιμέλεια του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του εν λόγω κύκλου δραστηριότητας, να ελέγχει την ακρίβεια των δεδομένων. Ο αποδέκτης και εκτελών την επεξεργασία, κατ’ εντολή και για λογαριασμό του υπευθύνου επεξεργασίας με βάση έγγραφη συμφωνία, βαρύνεται με τις αναφερόμενες στο άρθρο 10 του ν. 2472/1997 υποχρεώσεις (απόρρητο και ασφάλεια επεξεργασίας), δεν υπέχει, όμως, και αυτός υποχρέωση για ενημέρωση του υποκειμένου, γιατί δεν καθίσταται αυτομάτως υπεύθυνος επεξεργασίας από μόνο το γεγονός ότι στην ουσία συλλέγει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, αφού για να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει να τα συλλέγει με σκοπό και αποφασισμένο τρόπο περαιτέρω επεξεργασίας, δηλαδή επεξεργασίας για σκοπούς άλλους από την εκτέλεση της σχετικής συμβάσεως αναθέσεως για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (π.χ. περαιτέρω διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων κ.λ.π.)· Η διάταξη του άρθρου 11 ν. 2472/1997 είναι σαφής και επιβάλλει ρητά την υποχρέωση ενημέρωσης του υποκειμένου μόνο στον υπεύθυνο επεξεργασίας. Η ενημέρωση των υποκειμένων, εφόσον ο αριθμός τους είναι μεγάλος (ίσος ή υπέρτερος των χιλίων), μπορεί να γίνει δια του τύπου, με την τήρηση των ειδικότερων όρων και προϋποθέσεων που προβλέπονται στις ως άνω δύο κανονιστικές αποφάσεις της Αρχής. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 23 του ν. 2472/1997 και του ταυτάριθμου άρθρου της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του ν. 2472/1977 ή (και) των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων της Αρχής, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη. Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται, και ως εκ τούτου ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματος του πραγματικά γεγονότα. Για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επιδικάζεται, κατ’ ελάχιστο όριο, ποσό 2.000.000 δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια (ΑΠ 1740/2013, ΑΠ 1923/2006, ΕφΑΘ 1437/2014. ΕφΑΘ 2887/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με τον πρώτο λόγο της έφεσης τους οι εκκαλούσες ισχυρίζονται μεταξύ άλλων ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε την αγωγή ορισμένη, ενώ έπρεπε να κάνει δεκτή τη σχετική ένσταση τους περί αοριστίας. Εν προκειμένω η υπό κρίση αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, κατά τρόπο που και το Δικαστήριο να δύναται να εκτιμήσει τη νομική και εν συνεχεία ουσιαστική βασιμότητα της και οι εναγόμενες να αμυνθούν κατ’ αυτής, καθόσον η ενάγουσα διαλαμβάνει λεπτομερώς στην αγωγή της όλα τα θεμελιωτικά της ένδικης αξιώσεως της περιστατικά και δη α) την παράνομη πράξη των εκκαλούντων και των προστηθέντων υπαλλήλων τους που παραβιάζει τις διατάξεις του ν. 2472/1977, β) το είδος της ηθικής βλάβης που υπέστη η ενάγουσα λόγω της προσβολής της προσωπικότητας της από την παράνομη δίχως προηγούμενη ενημέρωση της διαβίβαση των προσωπικών της δεδομένων από την πρώτη εναγομένη στην δεύτερη εναγόμενη καθώς και από την δίχως ενημέρωση της από την τελευταία περί της πρόθεση της να κάνει χρήση των δεδομένων της, για το σκοπό χρήσης καθώς και για τον υπεύθυνο επεξεργασίας αυτών, γ) τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς των εναγομένων και της ηθικής βλάβης που υπέστη η ενάγουσα και δ) υπαιτιότητα των εναγομένων, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου τις πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη στην ενάγουσα. Συνακόλουθα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός που οι εναγόμενες προέβαλαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και επανέφεραν με τον πρώτο λόγο έφεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και είχε απορριφθεί σιγή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως κι ανταποδείξεως, που δόθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα προς την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως και από την συνεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των μετ’ επικλήσεως νομίμως προσκομιζομένων υπό των διαδίκων εγγράφων, τα οποία χρησιμεύουν προς άμεση απόδειξη (άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ) και για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 § 3, 339, 395 ΚΠολΔ), διότι επετράπη το εμμάρτυρον ακόμη και αυτών που παραδεκτώς προσκομίζονται υπό των εκκαλούντων το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ και λαμβάνονται υπόψη, εφόσον κρίνονται αναγκαία και δεν αποδίδεται στις εναγόμενες πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, ως και από τα διδάγματα της κοινής πείρας απεδείχθησαν τα εξής: Στις 20.06.2013 η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη συνήψε με την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη εκκαλούσα την υπ’ αριθμ. … αίτηση – σύμβαση χορήγησης προσωπικού καταναλωτικού δανείου και ανοίγματος λογαριασμού καταθέσεων, δυνάμει της οποίας εγκρίθηκε και εκταμιεύτηκε με τον υπ’ αριθμ. … δανειακό λογαριασμό καταναλωτικό δάνειο ύψους 5.200 ευρώ, με τους ειδικότερους όρους που περιλαμβάνονται στην ως άνω σύμβαση και στο παράρτημα που επισυνάπτεται στη σύμβαση αποτελώντας αναπόσπαστο μέρος αυτής. Κατά την κατάρτιση δε της ως άνω συμβάσεως χορήγησης του καταναλωτικού δανείου η πρώτη εναγομένη τράπεζα συνέλεξε από αυτή προσωπικά της δεδομένα, που ήταν αναγκαία για την κατάρτιση της άνω σύμβασης και συγκεκριμένα το ονοματεπώνυμο της, το όνομα πατρός, την ημερομηνία γέννησης της, την διεύθυνση κατοικίας της, το επάγγελμα της, τα στοιχεία της αστυνομικής της ταυτότητας, τον αριθμό φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ) του καθώς και τον αριθμό τηλεφώνου της. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη τράπεζα ανέθεσε δυνάμει της από 5-10-2009 έγγραφης σύμβασης στην εταιρεία με την επωνυμία «EUROBANK EFG ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΕ», η οποία κατόπιν της από 19.11.2012 τροποποίησης του καταστατικού της που καταχωρίστηκε στο Γ.Ε.ΜΗ και δημοσιεύτηκε στο τεύχος ΑΕ – ΕΠΕ (ΦΕΚ 13341/21.11.2012) μετονομάστηκε σε «EUROBANK ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΟΦΕΙΛΕΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» με τον διακριτικό τίτλο «EUROBANK REMEDIAL SERVICES», να ενημερώνει προφορικώς ή εγγράφως τους πελάτες   κατά των οποίων η τράπεζα έχει απαιτήσεις για την ύπαρξη απαιτήσεων και την καθυστέρηση αποπληρωμής τους, καθώς και να διαπραγματεύεται τον χρόνο και τους λοιπούς όρους αποπληρωμής κατ’ εντολή και για λογαριασμό της τράπεζας σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3758/2009 και τους ειδικότερους όρους που περιέχονταν στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό καθώς και στο από 1/10/2014 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπεγράφη εν συνεχεία μεταξύ των εναγομένων εταιρειών με αντίστοιχο περιεχόμενο. Στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης μεταξύ των εναγομένων και δεδομένου ότι η ενάγουσα είχε καταστεί υπερήμερη ως προς την αποπληρωμή της οφειλής της προς την εναγόμενη τράπεζα από την ως άνω σύμβαση καταναλωτικού δανείου, η εναγομένη τράπεζα και ήδη πρώτη εκκαλούσα διαβίβασε στην εναγομένη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών τα παραπάνω προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας με το δυσμενές οικονομικό δεδομένο της οφειλής της χωρίς προηγουμένως να έχει ενημερώσει την ενάγουσα για τη διαβίβαση αυτή. Η δε δεύτερη των εναγομένων προέβη στην επεξεργασία των ως άνω παρανόμως διαβιβασθέντων σ’ αυτήν από την πρώτη εκκαλούσα προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας με την καταχώρηση αυτών στο αρχείο της (Η/Υ) για τις ανάγκες εκτέλεσης της σύμβασης και στη χρήση αυτών με τηλεφωνικές οχλήσεις στο αριθμό του σταθερού τηλεφώνου της οικίας της ενάγουσας δια των προστηθέντων υπαλλήλων της στις 7.2.2014 και ώρα 2:40 μμ (κα …), την 13.2.2014 και ώρα 1:25 μμ (κα …), την 28.2.2014 και ώρα 1.50 μμ (κα …), την 9.9.2014 και ώρα 3:44 μμ (κα …), την 30.9.2014 και ώρα 10:16 πμ (κα …), την 30-9-2014 και ώρα 5:31 μμ (κα …), την 2.10.2014 και ώρα 3:38 μμ (κα …), την 6.10.2014 και ώρα 3:37 μμ (κα …), την 10-10-2014 και ώρα 9:10 πμ (κα …), την 10.10.2014 και ώρα 1:29 μμ (κος …), την 13.10.2014 και ώρα 12:45 μμ (κος …), την 13.10.2014 και ώρα 2:01 μμ (κα …), την 13.10.2014 και ώρα 6:10 μμ (κος …), την και ώρα 3:44 μμ (κος …). Επίσης, υπάλληλοι της δεύτερης εναγομένης την κάλεσαν στο σταθερό της τηλέφωνο την 20.10.2014  και  ώρα  9:23 πμ (κος …)  και την 27.10.2014 και ώρα 10:47 πμ (κα …).(βλ με αριθμό πρ. …/26-11- 2014 επιστολή της δεύτερης εναγομένης). Η διαβίβαση όμως των προσωπικών στοιχείων της ενάγουσας και των πληροφοριών από την πρώτη προς την δεύτερη των εναγομένων έγινε ως αποδείχθηκε χωρίς την ειδική συναίνεση της ενάγουσας και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση κατά τρόπο που απαιτεί ο νόμος 2472/1997, η δε δεύτερη εναγόμενη επεξεργάστηκε τα εν λόγω στοιχεία χρησιμοποιώντας αυτά δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, οι οποίοι κάλεσαν την ενάγουσα στο σταθερό τηλέφωνο της κατά τις προαναφερόμενες ημερομηνίες, για ληξιπρόθεσμη οφειλή προερχόμενη από το ως άνω καταναλωτικό δάνειο. Η πρώτη εναγομένη ισχυρίσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρει με λόγο έφεσης ότι η ενάγουσα με την υπογραφή της από 20-6-2013 αιτήσεως της για την χορήγηση του καταναλωτικού δανείου συναίνεσε στη διαβίβαση των προσωπικών της δεδομένων, παραπέμποντας (η πρώτη εναγομένη) στον σχετικό όρο της εν λόγω αιτήσεως της, ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει: «ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ» η εναγομένη αναφέρει ότι η Τράπεζα « Υπεύθυνος Επεξεργασίας» ή τρίτοι κατ’ εντολή και για λογαριασμό της (εκτελούντες την επεξεργασία) θα επεξεργάζονται τα προσωπικά δεδομένα των φυσικών προσώπων που υπογράφουν την παρούσα (υποκείμενα) προς το σκοπό αξιολόγησης της, εκτέλεσης των σχετικών συμβάσεων, προάσπισης των συμφερόντων της Τράπεζας και εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της καθώς και προώθησης διαφήμισης τραπεζικών υπηρεσιών, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις Αποδέκτες των δεδομένων 1) Όσον αφορά την σύμβαση του δανείου: α) για την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων των υποκειμένων: οι εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών, δικηγόροι συμβολαιογράφοι και δικαστικοί επιμελητές β) Για τη προστασία της πίστης και των οικονομικών συναλλαγών: Η Τειρεσίας ΑΕ 2) Για την εκπλήρωση κάθε σκοπού επεξεργασίας Η Διοίκηση και οι υπηρεσίες της Τράπεζας, οι θυγατρικές ή συνδεδεμένες με αυτήν επιχειρήσεις καθώς και συνεργαζόμενα με αυτή νομικά ή φυσικά πρόσωπα, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους». Από την διατύπωση του ανωτέρω όρου συνάγεται ότι αυτή (διατύπωση του) τυγχάνει αόριστη και ανακριβής, γεγονός που είχε παρατηρηθεί και επισημανθεί όπως προκύπτει και από τη με αριθμ. πρωτ. Γ7ΕΞ/4744/12-7-2013 σύσταση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τις δανείστριες τράπεζες σχετικά με τις υποχρεώσεις ενημέρωσης και ταυτοποίησης του οφειλέτη. Ο ως άνω όρος προβλέπει εν προκειμένω αόριστο και ευρύτατο κύκλο αποδεκτών, μη εξασφαλίζοντας το απόρρητο και την ασφάλεια επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας ως απαιτείται σύμφωνα με τον σκοπό του ν. 2472/1997. Κατά τον τρόπο δε αυτό, που ακολούθησε η πρώτη εναγομένη, διευρύνεται ο κύκλος του υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως και του εκτελούντος αυτή και των αποδεκτών, που δεν είναι σύμφωνο με το πνεύμα και τους ορισμούς του νόμου και την οικονομική εκμετάλλευση των δεδομένων του υποκειμένου, που πρέπει να είναι συγκεκριμένη την κάθε φορά και περιορισμένη στους σκοπούς και το χρόνο διάρκειας της σύμβασης. Προς τούτο άλλωστε το άρθρο 11 του Ν. Αρθρο 11 όπως έχει τροποποιηθεί και περιελήφθη στην “κωδικοποίηση διατάξεων για την πρόσβαση σε δημόσια έγγραφα και στοιχεία” του ΠΔ 28/2015 (ΦΕΚ 34 Α 723-3-2015) ορίζει ότι «1.0 υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία α) την ταυτότητα του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) το σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων, δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης» ενώ σύμφωνα με την παρ. 4 «Με απόφαση της Αρχής μπορεί να αρθεί εν όλω ή εν μέρει η υποχρέωση ενημέρωσης σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 3, εφόσον η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα γίνεται για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. Σε επείγουσες περιπτώσεις η άρση της υποχρέωσης ενημέρωσης μπορεί να γίνει με προσωρινή, άμεσα εκτελεστή, απόφαση του Προέδρου, ο οποίος πρέπει να συγκαλέσει το συντομότερο την Αρχή για την έκδοση οριστικής απόφασης επί του θέματος». Ενώ σύμφωνα και με το άρθρο 4 του Ν.3758/09 παρ. 4 αυτού εδάφια της παρ.4 ως τα τελευταία εδάφια προστέθηκαν με το άρθρο 36 παρ.1 Ν.4038/2012, ΦΕΚ Α 14/2.2.2012 «4. Πριν από κάθε ενέργεια Ενημέρωσης απαιτείται η από τον δανειστή προς τον οφειλέτη επιβεβαίωση των οφειλών με κάθε διαθέσιμο τρόπο και η ταυτοποίηση του οφειλέτη, καθώς και η ενημέρωση του για τη διαβίβαση των δεδομένων του στην Εταιρεία συμφώνως και προς το άρθρο 11 του ν. 2472/1997, ως εκάστοτε αυτός ισχύει. Η επικοινωνία με τον οφειλέτη πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με τις αρχές της παραγράφου 1, εντός εύλογου χρόνου και με συχνότητα οχλήσεων όχι πέραν της μίας ανά δεύτερη ημέρα. Η τηλεφωνική επικοινωνία στο χώρο εργασίας του οφειλέτη γίνεται, μόνο εφόσον ο συγκεκριμένος τηλεφωνικός αριθμός έχει δηλωθεί ως μοναδικός αριθμός επικοινωνίας από τον τελευταίο. Η τηλεφωνική επικοινωνία από την Εταιρεία για την ενημέρωση του οφειλέτη για ληξιπρόθεσμη απαίτηση επιτρέπεται να πραγματοποιείται μετά την πάροδο δέκα ημερών από την ημέρα που αυτή κατέστη ληξιπρόθεσμη, από τις 9:00 έως 20:00 και μόνο τις εργάσιμες ημέρες. Οι δανειστές παρέχουν στις Εταιρείες μόνο τα αναγκαία για την επικοινωνία στοιχεία των οφειλετών Οι Εταιρείες χρησιμοποιούν τα δεδομένα των οφειλετών για τους σκοπούς, για τους οποίους διαβιβάσθηκαν τα δεδομένα από τον δανειστή σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. καθώς και για την υπεράσπιση δικαιώματος τους ενώπιον των δικαστηρίων ή άλλης δημόσιας αρχής. Απαγορεύεται στις Εταιρείες η διαβίβαση των στοιχείων σε τρίτους, με ή χωρίς αντάλλαγμα, καθώς και η χρήση τους για άλλους σκοπούς. Ως τρίτοι, κατά την έννοια του παρόντος νόμου, θεωρούνται και οι θυγατρικές εταιρείες των Εταιρειών. Πρόσβαση στα δεδομένα έχουν η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για τον έλεγχο της τήρησης των διατάξεων του παρόντος νόμου, άλλες δημόσιες αρχές και οι δικαστικές αρχές στο πλαίσιο της άσκησης των εκ του νόμου αρμοδιοτήτων τους. Οι διατάξεις του άρθρου 10 TOU V. 2472/1997 (Α’ 50) για το απόρρητο και την ασφάλεια της επεξεργασίας εφαρμόζονται αναλόγως στα αρχεία που περιέχουν δεδομένα οφειλετών που είναι νομικά πρόσωπα.». Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η πρώτη εναγομένη που έχει το βάρος απόδειξης της ενημέρωσης ως υπεύθυνος επεξεργασίας κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, κατά τον παραπάνω χρόνο της συλλογής δεδομένων δεν ενημέρωσε την ενάγουσα κατά τρόπο σαφή για την ταυτότητα του υπευθύνου επεξεργασίας, την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, για τον σκοπό της επεξεργασίας (διαβίβασης) και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, όπως απαιτείτο κατ’ άρθρον 11 παρ. 1 α, β, γ Ν. 2472/1997, ήτοι αναφέροντας την επωνυμία, την έδρα του εκπροσώπου της και την επωνυμία της εταιρείας ενημέρωσης οφειλετών αν και γνώριζε αυτήν κατά τον χρόνο υπογραφής της ως άνω σύμβασης, καθόσον είχε ήδη συνάψει σχετική σύμβαση παροχής υπηρεσιών με την δεύτερη εναγομένη από το έτος 2009, όπως η ίδια άλλωστε ισχυρίζεται. Η πρώτη εναγομένη λοιπόν δεν απέδειξε ότι είχε προβεί σε τέτοια ενημέρωση ούτε πριν αλλά ούτε και μεταγενέστερα, μετά την συλλογή των δεδομένων και πριν από τη διαβίβαση τους προς την δεύτερη εναγομένη όπως απαιτείται βάσει του άρθρου 11 του Ν. 2472/1997, ήτοι κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αναφέροντας την ταυτότητα του εκπροσώπου της, καθόσον και στην επικαλούμενη από 1-10-2013 επιστολή της προς την ενάγουσα αναφέρεται στο τέλος αυτής με πολύ ψιλά γράμματα «Σε περιπτώσεις ληξιπρόθεσμων οφειλών η Τράπεζα δικαιούται να διαβιβάζει προσωπικά της στοιχεία σε εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών με σκοπό τη σχετική ενημέρωση σας βάσει Ν. 3758/2009», ήτοι και πάλι δεν γίνεται αναφορά της συγκεκριμένης εταιρείας ενημέρωσης (επωνυμία, έδρα και λοιπά στοιχεία περί της ταυτότητας αυτής) στην οποία επρόκειτο να διαβιβάσει τα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας. Σε κανένα λοιπόν όρο της σύμβασης ή των επιστολών της δεν γίνεται αναφορά των συγκεκριμένων εταιρειών που θα τηρούν ή στις οποίες θα διαβιβάζονται τα προσωπικά δεδομένα της πιστούχου – ενάγουσας. Για την ορθή όμως και νόμιμη εφαρμογή των διατάξεων, που αφορούν στην ενημέρωση της ενάγουσας από την εναγόμενη τράπεζα και την συγκατάθεση της πρώτης για την επεξεργασία και διαβίβαση σε εκπροσώπους της όπως οι εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών ή σε τρίτους των προσωπικών της στοιχείων, η πρώτη εναγομένη τράπεζα ήταν υποχρεωμένη να την ενημερώσει όπως προελέχθη ειδικώς και δη να αναφέρει την επωνυμία της εταιρείας ενημέρωσης οφειλετών, με την οποία συνεργάζεται (έδρα κ.λ.π) στην οποία θα διαβιβάζονταν τα προσωπικά στοιχεία της ενάγουσας και η οποία θα την καλούσε προς ενημέρωση και διευθέτηση της οφειλής της, γεγονός που δεν απεδείχθη ότι έλαβε χώρα στην προκειμένη περίπτωση αν και η πρώτη εναγομένη γνώριζε ήδη από τον χρόνο σύναψης της σύμβασης καταναλωτικού δανείου ποια ήταν η εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, καθόσον ήταν και θυγατρική της. Η ενάγουσα λοιπόν ουδέποτε έλαβε πραγματική γνώση ότι τα προσωπικά της δεδομένα θα διαβιβαστούν στην άνω συγκεκριμένη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, ήτοι στην δεύτερη εναγομένη, ούτε τους λοιπούς αποδέκτες κατά το όνομα, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία εξατομίκευσης αυτών και των τυχόν εκπροσώπων, αν και θα έπρεπε να γνωρίζει. Άλλωστε, ως «συγκατάθεση» υπό την έννοια του Ν. 2472/1997 ορίζεται η ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βούλησης, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επίγνωση, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που το αφορούν, οι δε τυποποιημένοι σχετικά όροι που απαντώνται σε κάθε σύμβαση και δεν αποτελούν προϊόν διαπραγμάτευσης, αλλά προσχώρησης του καταναλωτή, ώστε το εκάστοτε αίτημα του για λήψη πίστωσης να τύχει έγκρισης από την τράπεζα, δεν αρκεί προς θεμελίωση της συγκατάθεσης υπό την ανωτέρω έννοια. Δεδομένου δε ότι σύμφωνα με το άρθρο 11 του ν. 2472/1997 για κάθε ανακοίνωση προσωπικών δεδομένων επιβάλλεται η ενημέρωση του υποκειμένου αυτών, η εν λόγω υποχρέωση υφίσταται κατά την ανωτέρω διάταξη ακόμη και στις περιπτώσεις που κατά το άρθρο 5 παρ.2 του ως άνω ν. 2472/1997 δεν απαιτείται για την ανακοίνωση (ή οποιαδήποτε άλλη κατ’ άρθρο 2 περ. δ’ του νόμου τούτου, μορφή επεξεργασίας) των συγκεκριμένων δεδομένων η συγκατάθεση του υποκειμένου αυτών (ΣΤΕ 2251/2005 Α’ δημοσίευση Νόμος) και ως εκ τούτου ο περί αντιθέτου ισχυρισμός των εναγομένων που περιλαμβάνεται στον πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσης τυγχάνει απορριπτέος. Η πρώτη εναγομένη λοιπόν δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις τήρησης του νόμου, υπό τις διατάξεις του οποίου λαμβάνει χώρα η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της ενάγουσας. Η εκ μέρους της παράβαση της ειδικής ενημέρωσης της ενάγουσας, που ορίζει ο νόμος, ενεργοποιεί και την ευθύνη της για αποζημίωση του, λόγω «ηθικής βλάβης» της. Οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της πρώτης εναγομένης, ότι ενημέρωσε την ενάγουσα για την μεταβίβαση των προσωπικών του δεδομένων στην παραπάνω εταιρεία, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και ως εκ τούτου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως ορθώς ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο πρώτος λόγος της υπό κρίση έφεσης και οι συναφείς πρόσθετοι λόγοι αυτής όσον αφορά την πρώτη εναγομένη όπως επίσης και το σκέλος του δεύτερου λόγου της έφεσης που αφορά την ενημέρωση της ενάγουσας τυγχάνουν απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι. Ακολούθως οι προαναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις της πρώτης των εναγόμενων δια των προστηθέντων οργάνων της προσέβαλαν την προσωπικότητα της ενάγουσας και προκάλεσεν σ’ αυτήν σημαντική ηθική βλάβη, ενώ τα όργανα της, κατά την επεξεργασία (διαβίβαση) των προσωπικών δεδομένων της, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση της, όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης της προαναφερόμενης ηθικής βλάβης. Άλλωστε όπως αποδείχθηκε οι τηλεφωνικές κλήσεις συνοδεύονταν κατά παράβαση των κανόνων της δεοντολογίας και του ν.3758/2009 από άσκηση ψυχολογικής βίας, καθόσον την αναστάτωναν σε τέτοιο βαθμό που επέτειναν την ήδη επιβαρυμένη κατάσταση υγείας της . Επιπλέον εκ της προσκομιζόμενης μετ’ επικλήσεως από 26-11-2014 επιστολής της εναγομένης προκύπτει ότι οι τηλεφωνικές οχλήσεις δεν ήταν 18 σε διάστημα εννέα μηνών όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενες, αλλά οι δεκαπέντε( κλήσεις) εξ αυτών έλαβαν χώρα σε διάστημα 1,5 περίπου μηνός γεγονός που φανερώνει της συχνότητα αυτών, ενώ ορισμένες φορές προκύπτει ότι κατά παράβαση του άρθρου 4 του Ν. ν.3758/2009 υπερέβαιναν την μία την ημέρα όπως στις 13/10/2014 που η ενάγουσα οχλήθηκε τρεις φορές την ίδια ημέρα. Σε κάθε περίπτωση δεδομένου ότι η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας έγινε δίχως την προηγούμενη ενημέρωση της, δίχως την τήρηση των απαιτούμενων ως άνω διατυπώσεων που τάσσονται από τις διατάξεις του νόμου, γεγονός που συνεπάγεται κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απαγορευμένη επέμβαση στα δεδομένα της ενάγουσας και κατ’ επέκταση προσβολή της προσωπικότητας της, η πρώτη εναγομένη που γνώριζε και σε κάθε περίπτωση όφειλε να γνώριζε τις ως άνω προϋποθέσεις του νόμου και την πιθανότητα να επέλθει βλάβη στην ενάγουσα, η οποία επήλθε κατά τα ανωτέρω, υποχρεούται σε αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της. Ενόψει δε του είδους του θιγόμενου αγαθού, του μεγέθους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης αυτής, του βαθμού υπαιτιότητας των οργάνων της εναγομένης και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 6.000 ευρώ, του πέραν αυτού αιτουμένου ποσού απορριπτόμενου ως υπερβολικού, καθόσον σκοπός του νομοθέτη δεν είναι ο πλουτισμός του υποκειμένου (εν προκειμένω της ενάγουσας), αλλά η συμμόρφωση των υπεύθυνων επεξεργασίας στις οριζόμενες από τις διατάξεις του Ν. 2472/1997, 3758/2009, ως τροποποιήθηκε με τον Ν. 4038/20012, υποχρεώσεις τους και ως εκ τούτου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ο περί αντιθέτου δεύτερος λόγος της υπό κρίση εφέσεως τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Πρέπει, δε, να σημειωθεί, ότι ενώ όπως προαναφέρθηκε η υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης τράπεζας τεκμαίρεται η τελευταία δεν απέδειξε ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματος της πραγματικά γεγονότα, ως έδει, για να απαλλαγεί από την ευθύνη της κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη. Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση έφεσης η πρώτη εκκαλούσα επαναφέρει την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, ισχυριζόμενη ότι η ενάγουσα αφενός γνώριζε ότι είχε δώσει την συναίνεση της για τη δέουσα επεξεργασία των προσωπικών της δεδομένων και αφετέρου δεν ήταν σε θέση να καταβάλει την οφειλή της σε δόσεις. Ο εν λόγω ισχυρισμός, ο οποίος τείνει να θεμελιωθεί στην διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος. Όσον αφορά όμως τους πρόσθετους λόγους της έφεσης που αφορούν την δεύτερη εναγομένη και δη ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία του ν. 2472/1997 εκρίθη ότι ήταν επίσης υπόχρεη ως αποδέκτρια των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της ενάγουσας να ενημερώσει την τελευταία ότι τα έλαβε, καθώς και για το όνομα του υπευθύνου της επεξεργασίας όπως και για το σκοπό της επεξεργασίας τους λεκτέα είναι τα εξής: υπεύθυνη επεξεργασίας είναι μόνο η πρώτη εναγομένη Τράπεζα, η οποία συνέλεξε τα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας και όφειλε να την ενημερώσει για τους αποδέκτες αυτών, ενώ η χρήση από τη δεύτερη εναγομένη των προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας που της διαβίβασε η Τράπεζα, εφόσον έγινε, όπως αποδείχθηκε σε εκτέλεση της έγγραφης συμβάσεως αναθέσεως που υπογράφηκε μεταξύ αυτής και της Τράπεζας, δεν συνιστά συλλογή δεδομένων για δικές της συναλλαγές ή τις συναλλαγές τρίτου με την ενάγουσα (υποκείμενο) και “περαιτέρω επεξεργασία” αυτών από τη δεύτερη εναγομένη, που είναι αποδέκτρια και όχι τρίτη (άρθρο 2, στοιχ. θ’ και Γ), αλλά εκτέλεση επεξεργασίας αποκλειστικά για λογαριασμό της υπεύθυνης επεξεργασίας Τράπεζας (άρθρο 2 στοιχ. η’ και 10 παρ. 4 ν. 2472/1997), η οποία επεξεργασία, δεν προσέδωσε στη δεύτερη εναγομένη την ιδιότητα του “υπεύθυνου επεξεργασίας”, ώστε να υπέχει αυτοτελή υποχρέωση να ενημερώσει το υποκείμενο των δεδομένων για την πρόθεση της να επεξεργασθεί τα προσωπικά δεδομένα, αφού ενήργησε αποκλειστικά ως άμεσος αντιπρόσωπος για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης τράπεζας που ήταν υπεύθυνη επεξεργασίας (βλ. επίσης ΑΠ 1740/2013 αδημοσίευτη). Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή κατ’ ουσίαν κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης εκκαλούσας και να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης εναγομένης. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση κατέληξε σε όμοια κρίση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης εναγομένης υποχρεώνοντας την πρώτη εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 6.000 ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, ορθώς τον νόμο ερμήνευσε κι εφάρμοσε και τις αποδείξεις εξετίμησε, γι’ αυτό και πρέπει να απορριφθούν οι συναφείς λόγοι εφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα από την πρώτη εκκαλούσα ως κατ’ουσίαν αβάσιμοι, ως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολο της και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής όσον αφορά την πρώτη εκκαλούσα και να καταδικασθεί αυτή, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα το διατακτικό.

 Αντιθέτως, ως προς την δεύτερη εκκαλούσα, οι πρόσθετοι λόγοι της υπό κρίση έφεσης που αφορούν της τελευταία πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολο της ως προς την εν λόγω διάδικο, δηλαδή και ως προς τις διατάξεις και τα κεφάλαια που δε μεταρρυθμίστηκαν, αλλά θα περιληφθούν στην ενιαία απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ώστε να προκύψει ενιαίος εκτελεστός τίτλος με ενότητα περιεχομένου (ΑΠ 748/1984. ΕλλΔικ 1985, 642, ΕφΘεσ 238/2010, NOMOS ΕφΠειρ 722/2009, NOMOS, Σαμουήλ, ο.α., παρ. 1143, σελ. 430) και, περαιτέρω, αφού κρατηθεί η υπόθεση προς κατ’ ουσίαν εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί κατ’ ουσίαν η αγωγή, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη ως προς την δεύτερη εναγομένη με την επωνυμία «Eurobank Υπηρεσίες Ενημέρωσης Οφειλετών ΑΕ». Τέλος, η δικαστική δαπάνη της δεύτερης εκκαλούσας – δευτέρου εναγομένου και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εφεσίβλητης-ενάγουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων: α) την από 8-6-2016  και με αριθμό κατάθεσης 48732/2227/2016 έφεση και β) τους από 8-6-2016 και με αριθμό κατάθεσης 501365/109/2017 πρόσθετους λόγους έφεσης.

Δέχεται κατά το τυπικό μέρος και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους ως προς την πρώτη εκκαλούσα.

Επιβάλλει σε βάρος της πρώτης εκκαλούσας, τη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Δέχεται κατά το τυπικό μέρος και κατ’ ουσίαν τους από 8-6-2016 πρόσθετους λόγους της έφεσης ως προς την δεύτερη εκκαλούσα.

Εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 273/2016 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών (Ειδική Διαδικασία Εργατικών διαφορών) ως προς την δεύτερη εκκαλούσα – δεύτερη εναγομένη.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει αυτή.

Απορρίπτει την αγωγή ως ουσία αβάσιμη προς την δεύτερη εναγομένη.

Επιβάλλει σε βάρος της εφεσίβλητης-ενάγουσας, τη δικαστική δαπάνη της δεύτερης εκκαλούσας – δεύτερης εναγομένης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 6-10-2017 απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ          Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/mprath%209179.htm

ΠΗΓΗdsanet.gr